πρόσφατα θέματα




ενδείξεις - αντενδείξεις










Προηγούμενα πρός τό δεῖν οὕτω






Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : Γρηγόρης Κλαδούχος

  • οι δημοσκοπήσεις ΔΕΝ είναι όλες ίδιες. Τα νούμερα ποικίλουν. Αποκλίνουν ανάλογα με την μεθοδολογία τους και τις εκτιμήσεις των εταιρειών. Αξίζει να αναφέρουμε πως η  Kappa Research δίνει σχεδόν σταθερά την διαφορά γύρω στο 5% ένα χρόνο! Και η MRB στο 9-10%! Άλλες εταιρείες όπως η METRON ANALYSIS δίνουν πλέον διαφορές της τάξης του 13-14%!
  • Ποιες πλησιάζουν στην πραγματικότητα και ποιες όχι;
by : Γρηγόρης Κλαδούχος



                                                       
               Ο Μάρξ και ο Ένγκελς για την Ελλάδα, την Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα
                                               
                                                                                Α’
                                   
       Το 1985 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Γνώση», σε εισαγωγή- μετάφραση-υπομνηματισμό του Π.Κονδύλη, η συλλογή από άρθρα των Μάρξ και Ένγκελς με τον τίτλο: Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα, τα οποία δημοσιεύθηκαν σε ένα χρονικό ορίζοντα σαράντα ετών, σε διάφορες εφημερίδες της εποχής τους.[1]
Πρόκειται  για σημαντικά και ενδιαφέροντα κείμενα, διότι μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα, τον τρόπο που προσέγγισαν το εθνικό ζήτημα  και τους γεωπολιτικούς παράγοντες, οι κλασσικοί του μαρξισμού,  καθώς και τον χαρακτήρα της κοινωνίας που διαμορφώθηκε στην οθωμανική αυτοκρατορία.
Ο Μάρξ δεν αγνοεί την πραγματικότητα των εθνών, ούτε τις φιλοδοξίες των κρατών για κυριαρχία και διεύρυνση της  ισχύος τους. Επίσης  δεν θεωρεί τα έθνη, σε όλες τουλάχιστον τις περιπτώσεις, ως πρόσφατες δημιουργίες  του Διαφωτισμού, αλλά αντίθετα είναι πρόθυμος να αναγνωρίσει την ιστορικότητά τους. Όμως τα εθνικά ζητήματα τα υπαγάγει στο κοσμοϊστορικό γεγονός που πρόκειται να τμήσει τον χρόνο κάθετα: την προλεταριακή επανάσταση. Η επιλογή αυτή έχει ένα   κατ’ αρχήν παράδοξο αποτέλεσμα. Σε πολλές περιπτώσεις είναι αναγκασμένος να προτείνει την αναστολή  των κινημάτων εθνικής χειραφέτησης, να υπερασπίζεται έναν εθνικισμό ή ακόμη μια αυτοκρατορία εναντίον μίας άλλης, αν όλα αυτά, θεωρεί ότι υπηρετούν την προλεταριακή σκοποθεσία. Συγχρόνως μια εξαιρετικά ρεαλιστική προσέγγιση της γεωπολιτικής πραγματικότητας συγχέεται με τις προκαταλήψεις του Μάρξ για τα έθνη που δεν έχουν εισέλθει ακόμη στην βιομηχανική επανάσταση. Στην οπτική αυτή, θεώρησαν την  τσαρική Ρωσία την κατ’ εξοχήν αντεπαναστατική δύναμη. Μάλιστα αντιμετωπίζουν ευμενώς την επέμβαση των ΗΠΑ στην Ευρώπη, διότι «είναι ο νεότερος και ρωμαλεότερος εκπρόσωπος της Δύσης»[2], ο οποίος προστίθεται στις δυνάμεις που μπορούν να ανακόψουν τις ρώσικες ηγεμονικές φιλοδοξίες.
  Γεγονότα, όπως η απελευθέρωση των βαλκανικών εθνών από τον οθωμανισμό, αφενός θα δημιουργούσαν  κράτη, που θα ήταν εξαρτημένα από την Ρωσία, αφετέρου θα έφερναν πολύ κοντά έναν ευρωπαϊκό πόλεμο, απομακρύνοντας την προοπτική της προλεταριακής επανάστασης. Συνεπώς  αν και γνωρίζουν πολύ καλά την άθλια πραγματικότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και διόλου δεν την εγκρίνουν, τελικά την υπερασπίζονται στα πλαίσια των προτεραιοτήτων της προλεταριακής επανάστασης. Τα βαλκανικά έθνη θα πρέπει αναγκαστικά να περιμένουν την ανατροπή του τσαρισμού: «η κατάλυση αυτού του εφιάλτη, που πλακώνει ολόκληρη την Ευρώπη, αυτή είναι κατά την γνώμη μας ο πρώτος όρος της χειραφέτησης των εθνών της κεντρικής κι ανατολικής Ευρώπης. Μόλις ανατραπεί ο τσαρισμός θα καταρρεύσει η ανόσια δύναμη, που σήμερα εκπροσωπεί ο Bismark, γιατί θα της αφαιρεθεί το κύριο στήριγμα ∙ η Αυστρία θα διαλυθεί, γιατί θα χάσει τον μόνο λόγο της ύπαρξής της, δηλ. να εμποδίζει με την παρουσία της τον τσαρισμό να καταπιεί τα διασκορπισμένα έθνη των Καρπαθίων και των Βαλκανίων».[3]
Είναι εντυπωσιακός ο απαξιωτικός τρόπος με τον οποίο αναφέρεται, ο Ένγκελς, στους λαούς της βαλκανικής, γράφοντας: «Είμαι αρκετά αυταρχικός, ώστε να θεωρώ ως αναχρονισμό την ύπαρξη αυτών των κατά φύσιν λαϊσκων καταμεσίς στην Ευρώπη»[4] .Χαρακτηρίζονται επίσης «τα άθλια συντρίμμια πρώην εθνών», «ληστοσυρφετός»  και «νανοφυλές»[5]. Για τους Βούλγαρους γράφει «Που αλλού στον κόσμο θα βρείτε τέτοιον γουρουνολαό;»[6] Τους δε Κρητικούς τους χαρακτηρίζει ως «προβατοκλέφτες».[7]Οι χαρακτηρισμοί αυτοί θα πρέπει να εξηγηθούν από την συρροή δύο λόγων. Πρώτα ότι η ενδεχόμενη επανάσταση των βαλκανικών λαών κατά του οθωμανισμού θα ενίσχυε την κατ’ εξοχήν, για αυτούς αντεπαναστατική δύναμη, τον τσαρισμό. Δεύτερον ο ευρωκεντρισμός και η πεποίθηση, που έχουν διαμορφώσει, ότι οι λαοί, που δεν έχουν εισέλθει ακόμη στην βιομηχανική επανάσταση, είναι λαοί υποδεέστεροι, τουλάχιστον μέχρι να είναι σε θέση να κάνουν το επόμενο βήμα και να μεταβάλουν τις οικονομίες τους από γεωργοκτηνοτροφικές σε βιομηχανικές.
Παρόλα αυτά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο Μάρξ και ο Ένγκελς, διαθέτουν ένα ευαίσθητο  ιστορικό και γεωπολιτικό αισθητήριο, ώστε να είναι σε θέση να κατανοούν σε βάθος τα γεγονότα και τις συνέπειες που αυτά έχουν.  Για παράδειγμα, γράφουν για την Κωνσταντινούπολη, ότι «είναι η αιώνια πόλη-η Ρώμη της Ανατολής. Στην εποχή των παλαιών Ελλήνων αυτοκρατόρων ο δυτικός πολιτισμός αναμίχθηκε εδώ με τον ανατολικό σε τέτοια έκταση, ενώ στην εποχή των Τούρκων η ανατολική βαρβαρότητα αναμίχθηκε με τον δυτικό πολιτισμό τόσο έντονα, ώστε αυτό το κέντρο μιας θεοκρατικής αυτοκρατορίας έγινε πραγματικός φραγμός ενάντια στην ευρωπαϊκή πρόοδο»[8], ενώ θα προσθέσουν πως  «είναι η χρυσή γέφυρα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, κι ο δυτικός πολιτισμός, όπως κι ο ήλιος, δεν μπορεί να κάνει τον κύκλο του γύρω απ’ τον κόσμο δίχως να περάσει από τούτη την γέφυρα ∙ και δεν μπορεί να την περάσει δίχως αγώνα με την Ρωσία»[9]. Σε τέτοιου είδους αναλύσεις, ο οικονομισμός δεν σκιάζει ούτε στιγμή την βαθιά, οξεία, διεισδυτική πολιτική τους σκέψη: «Το καινούργιο γερμανικό κράτος έκαμε στην Ρωσσία το χατήρι ν’ αποσπάσει από την Γαλλία την Αλσατία και την Λορραίνη κι έτσι να ρίξει την Γαλλία στην αγκαλιά της Ρωσσίας. Τώρα η τσαρική διπλωματία βρισκόταν σε αξιοζήλευτη θέση, αφού ήξερε, ότι δύο χώρες, δηλ. η Γαλλία κι η Γερμανία, που αλληλομισούνται θανάσιμα εξαιτίας της απόσπασης αυτής, ήσαν εξαρτημένες από την Ρωσσία».[10]
 Συγχρόνως  μπορούν να  ανατέμνουν με  επιτυχία και ρεαλισμό την διαμόρφωση της ισορροπίας ισχύος ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη. Θεωρούν ότι ένας ενδεχόμενος πόλεμος ανάμεσα στην Γερμανία-Αυστρία  από την μια και την Ρωσία από την άλλη, θα αποκόψει τους ευρωπαϊκούς λαούς από τα ρώσικα σιτηρά,  ενώ η Αγγλία ως θαλάσσια δύναμη μπορεί να διαδραματίσει  ένα κρίσιμο διεθνή ρόλο: «Όμως όλες οι χώρες της Δύσης ζουν μονάχα με την εισαγωγή σιτηρών από το εξωτερικό. Αυτή επομένως θα μπορούσε να γίνει μονάχα δια θαλάσσης, κι η υπεροχή της Αγγλίας στην θάλασσα της επιτρέπει ν’ αποκόψει από τις εισαγωγές τόσο την Γαλλία όσο και την Γερμανία, κι έτσι να καταδικάσει την μια ή την άλλη σε θάνατο από πείνα ανάλογα με το ποια μεριά επιλέγει. Όμως το να πολεμήσει για την Κωνσταντινούπολη σ’ ένα παγκόσμιο πόλεμο, όπου η απόφαση εξαρτάται από την Αγγλία- αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση, που η ρώσικη διπλωματία δούλεψε εδώ κι εκατόν πενήντα χρόνια ν’ αποφύγει».[11]
Προφανώς στα όρια τέτοιου είδους αναλύσεων, που διατύπωσαν ο Μάρξ και ο Ένγκελς, η αξιακή στόχευση της προλεταριακής επανάστασης, η μετατροπή όλων των πολέμων σε εμφυλίων, δεν εξοβελίζει την  πραγματικότητα όπου τα κράτη  αγωνίζονται μεταξύ τους, με όλα τα μέσα που μπορούν να διαθέτουν, για την διεύρυνση της γεωοικονομικής, δηλαδή τελικά της πολιτικής τους, ισχύος.

                                                        Β’
Ο Π.Κονδύλης επισημαίνει ότι είναι αβάσιμη η «τουρκοφιλία» των Μάρξ και Ενγελς, γεγονός που «καταφαίνεται στις αποφάνσεις τους  για τον ιστορικό και κοινωνικό χαρακτήρα του τουρκικού κράτους»[12], αλλά και στο ότι ο   Ένγκελς, ήδη από το 1849, «παραλληλίζει τις ήττες των Τούρκων μπροστά στην Βιέννη με την σωτηρία της Ευρώπης από τους Άραβες και χαρακτηρίζει την συγκαιρινή του Τουρκία ως “ολότελα ξεπερασμένο έθνος”»[13]. Ειδικότερα η  οθωμανική κοινωνία, δεν έχει τα χαρακτηριστικά ούτε του φεουδαρχισμού, ούτε της αστικής κοινωνίας, αλλά πρόκειται για ασιατικό δεσποτισμό, όπου οι κατεχόμενοι πληθυσμοί, χωρίς δικαιώματα ιδιοκτησίας και ασφάλειας, «υποφέρουν ιδιαίτερα από την υποδούλωσή τους σε μια μωαμεθανική στρατιωτική τάξη, που κατέχει την χώρα και πρέπει να συντηρηθεί από τους ίδιους. Τούτη η στρατιωτική κατοχή συγκεντρώνει στα χέρια της όλα τα δημόσια λειτουργήματα, στρατιωτικά, πολιτικά και δικαστικά».[14]  
Η οθωμανική άρχουσα τάξη έχει ορισμένα άθλια χαρακτηριστικά, κάποια από τα οποία κληρονομήθηκαν στο νεοελληνικό κράτος. Ο Π.Κονδύλης τονίζει  ότι «λείπουν καθοριστικά γνωρίσματα της γραφειοκρατίας του νεότερου κράτους. Δεν  συμπεριφέρεται με βάση πάγιους κι απρόσωπους κανόνες και κατά συνέπεια αγνοεί τον θεμελιώδη χωρισμό προσώπου και αξιώματος, οπότε το αξίωμα θεωρείται κατά πρώτο λόγο όχι ως λειτούργημα και υπηρεσία προς ένα έννομο κράτος, αλλά αφ’ ενός ως υπηρεσία προς το πρόσωπο του απόλυτου μονάρχη και αφ’ ετέρου ως μέσο πορισμού προσωπικών ωφελημάτων ∙ συνάμα οι σχέσεις αξιωματούχων και απλών υπηκόων δεν ρυθμίζονται με βάση γενικούς κι απροσωπόληπτους νόμους, αλλά σύμφωνα με τις επιταγές ενός άγραφου κώδικα απαρτιζόμενου από τοπικές, συγγενικές και προσωπικές νομιμοφροσύνες, συμπάθειες ή αντιπάθειες. Αυτή η ανυπαρξία σύγχρονης διοίκησης αντανακλάται στην κατάσταση του τουρκικού στρατού, εφόσον σύγχρονος στρατός χωρίς σύγχρονη διοίκηση δεν μπορεί να συγκροτηθεί. Έτσι, ο ανεφοδιασμός του τουρκικού στρατού πάσχει μόνιμα, γιατί οι αρμόδιοι γι’ αυτόν ανώτεροι αξιωματικοί ή αξιωματούχοι καρπώνονται οι ίδιοι τα προβλεπόμενα για τούτο τον σκοπό ποσά, ενώ η ποιότητα των στελεχών του παραμένει γενικά σε χαμηλά επίπεδα, γιατί τα κριτήρια επιλογής δεν είναι αξιοκρατικά παρά ευνοιοκρατικά. Μέσα στην κατάσταση αυτή ανθούν η νωθρότητα και η μοιρολατρία ως συμπτώματα μιας νοοτροπίας εντελώς ασυμβίβαστης με την εύτακτη και σύντονη δραστηριότητα καθώς και την συνεχή ένταση της προσοχής, οι οποίες απαιτούνται για την λειτουργία σύγχρονων διοικητικών μηχανισμών».[15]
Ο Ένγκελς  γράφει ειδικότερα «ακόμα κι οι αξιωματικοί θα προτιμούσαν ν’ αφήσουν τον στρατό να νικηθεί παρά να καταβάλουν προσπάθειες και να χρησιμοποιήσουν το μυαλό τους. Αυτό είναι από τα χειρότερα γνωρίσματα του τουρκικού στρατού και θ’ αρκούσε από μόνο του να τον κάμει ακατάλληλο για κάθε επιθετική εκστρατεία….Όσο αφορά τους ανώτερους βαθμούς επικρατεί μια ευνοιοκρατία,  που ούτε μπορούν να την φαντασθούν τα Δυτικά έθνη. Οι περισσότεροι στρατηγοί είναι Τσερκέζοι σκλάβοι, οι mignonsσημ.Π.Κ: ευνοούμενοι  με παιδεραστική έννοια), κάποιου σπουδαίου άντρα στον καιρό της νιότης του. Πλήρης άγνοια, ανικανότητα  και αυταρέσκεια επικρατούν απόλυτα, ενώ οι αυλικές μηχανορραφίες αποτελούν το κύριο μέσο προαγωγής».[16]
Ενδιαφέρον είναι ότι ενώ στην εποχή της ακμής του οθωμανισμού και της τουρκοκρατίας η παραχώρηση διομολογήσεων στις δυτικές δυνάμεις, ήταν στην διακριτική του ευχέρεια ή καλύτερα στην διακριτική του αυθαιρεσία, όταν αρχίζει να παρακμάζει γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης με δύο τρόπους:πρώτον την παροχή δανείων τα οποία στο μεγαλύτερο μέρος δεν φτάνουν ποτέ στον προορισμό τους και δεύτερο με επενδύσεις οι οποίοι είχαν πλεονεκτικούς όρους μόνο για τον επενδυτή.
Ο Ένγκελς, επισημαίνει ο Π.Κονδύλης, διαπιστώνει ότι «η όποια οικονομική πρόοδος γίνεται στην Τουρκία οφείλεται αποκλειστικά στους ραγιάδες Έλληνες, Αρμένιους και Σλάβους»[17] , ενώ οι Έλληνες «ήσαν εμπορικός λαός, και οι έμποροι υπέφεραν περισσότερο από την καταπίεση των Τούρκων πασάδων»[18], παρότι θεωρούσε ότι ο χριστιανός αγρότης καταπιεζόταν λιγότερο από αλλού. Όμως αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι η επισήμανση ότι το ελληνικό εμπόριο μπορεί να αναπτύχθηκε, αλλά συγχρόνως ο ασιατικός δεσποτισμός έθετε αξεπέραστα εμπόδια στην δημιουργία εγχώριας αστικής τάξης: «πράγματι η τουρκική κυριαρχία, όπως και  κάθε ανατολική είναι ασυμβίβαστη με την καπιταλιστική κοινωνία ∙ όση υπεραξία κερδίζεται δεν είναι σίγουρη από τα χέρια αρπακτικών σατραπών και πασάδων ∙ λείπει ο πρώτος βασικός όρος της αστικής προσοδοφόρας δραστηριότητας: η ασφάλεια του προσώπου και της ιδιοκτησίας του εμπόρου.»[19] Συνεπώς αν ήταν δύσκολο στην περιορισμένη αγορά του νεότευκτου ελληνικού κράτους να δημιουργηθεί εγχώρια αστική τάξη , στην οθωμανική Τουρκία που κυριαρχούσε ο ασιατικός δεσποτισμός ήταν ανέφικτο.
Ο Ένγκελς σε επιστολές του, στον  Μπερνστάϊν στις 9.10.1886  και στον Π.Λαφάργκ στις 25/26.10.1888, με θέμα τις κοινωνικές εξελίξεις στα Βαλκάνια, επισημαίνει ότι οι Τούρκοι διατήρησαν άθικτα τα «παλαιά υπολείμματα των κοινοτικών θεσμών»[20], ενώ εμφατικά ισχυρίζεται ότι «οι κοινοτικοί θεσμοί θ’ αποτελούσαν περίφημη αφετηρία για το προχώρημα προς τον κομμουνισμό, ακριβώς όπως και το ρώσικο μιρ που κι αυτό το βλέπουμε τώρα να καταστρέφεται μπροστά στα μάτια μας ».[21] Οι επισημάνσεις αυτές αφενός αποδέχονται ότι κοινοτικοί θεσμοί προϋπήρξαν της τουρκοκρατίας και αφετέρου ότι ο κοινοτισμός και όχι ο κρατισμός μπορεί να οδηγήσει, στα Βαλκάνια και στην Ρωσία, στην κοινωνική μεταβολή. Επιπλέον επικρίνει αυστηρά τους Σέρβους, που αφού απελευθερώθηκαν από τους Τούρκους « κατέστρεψαν τους παλιούς κοινοτικούς θεσμούς με μιαν γραφειοκρατία και νομοθεσία διαμορφωμένη κατά το αυστριακό πρότυπο».[22] Στην Ελλάδα η διάλυση της κοινοτικής παράδοσης ξεκινά από τους Βαυαρούς το 1833 με τον νόμο περί δήμων και κοινοτήτων και συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας.
Όμως αν οι απόψεις αυτές ήταν νωρίτερα γνωστές στην χώρα μας, πιθανόν η μαρξιστική ιστοριογραφία δεν θα είχε αναλωθεί σε συζητήσεις για τον κοινωνικό χαρακτήρα της επανάστασης του 1821,δηλαδή αν ήταν έργο της αστικής τάξης ή όχι, ούτε σοσιαλιστές σαν τον Ν.Γιαννιό θα επιτίθονταν στον κοινοτιστή Κ.Καραβίδα, αλλά θα τον θεωρούσαν ως μέτοχο των δικών τους αγώνων.
Βεβαίως οι Μάρξ και Ένγκελς δεν παραλείπουν να αναφερθούν στον θεοκρατικό χαρακτήρα του οθωμανισμού ή στις θηριωδίες που διέπραξε.
 Ο Μάρξ γράφει ότι μέσα σε ένα αιώνα στραγγαλίστηκαν 15 Φαναριώτες που είχαν σταλεί ως ηγεμόνες στα Βαλκάνια[23], ενώ «στις 12 Αυγούστου 1822, τη νύχτα, οι γενίτσαροι βάζουν φωτιά σ’ όλες τις γωνιές του Ιασίου και ορμούν μέσα στα φλεγόμενα σπίτια για να λεηλατήσουν και να σφάξουν. Περισσότερα από 2000 σπίτια καίγονται, το αίμα των κατοίκων ρέει, θηριωδίες των γενιτσάρων κτλ. Οι γενίτσαροι του Βουκουρεστίου μιμούνται αυτό το παράδειγμα ∙ οι ζημιές εδώ δεν είναι τόσο μεγάλες».[24]
Οι Φαναριώτες ως μέρος μιας απόλυτα ανίκανης και διεφθαρμένης ιεραρχίας , οι «τουρκοχειροτονημένοι δουλό- πρίγκιπες» κατά τον Κοραή, ενώ συνειδητά παίζουν το κεφάλι τους για χάρη μίας εξουσίας, η οποία μπορεί να τους αφαιρεθεί οποιαδήποτε στιγμή μαζί με τον ζωή τους,  αφομοιώνουν τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός τους. Όπως γράφει ο Π.Κονδύλης «ο Engels τους αποκαλεί πανούργους και μηχανορράφους, διεφθαρμένο σινάφι μισθοφόρων, ενώ ο Marx ζωγραφίζει με ζοφερά χρώματα την διοίκησή τους στις παραδουνάβιες ηγεμονίες . Τα δώρα, με τα οποία οι οσποδάροι αγόραζαν το αξίωμά τους, ισοφαρίζονταν με φόρους επιβαλλόμενους αμέσως κατόπιν στους υπηκόους τους ∙ αν η Πύλη τους άλλαζε ή τους σκότωνε, το έκανε για να φανεί ότι εισακούει τα παράπονα των δυσαρεστημένων, για να τους αρπάξει τα πλούτη ή για να τους τιμωρήσει επειδή συχνά έπαιζαν το παιχνίδι της Ρωσσίας».[25]
Η συλλογή κειμένων του Μάρξ και του Ένγκελς για το ανατολικό ζήτημα , ενώ θέτουν το αίτημα της απελευθέρωσης των λαών που είναι κάτω από την σκιά του οθωμανισμού σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την επικείμενη επανάσταση, εκπλήσσουν με την διαυγή γεωπολιτική τους ανάλυση και με την λεπτομερή γνώση των γεγονότων που συμβαίνουν στα Βαλκάνια. Φυσικά διόλου δεν εξιδανικεύουν τον ασιατικό δεσποτισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά αντίθετα τον θεωρούν ως το σημαντικότερο εμπόδιο για την συγκρότηση μιας γηγενούς, εγχώριας αστικής τάξης. Ο κοινοτισμός, θεωρούν ότι δεν θα πρέπει να εγκαταλειφθεί, αλλά αντίθετα να χρησιμεύσει ως το σκαλοπάτι για την κοινωνική αλλαγή. Είναι εντυπωσιακό, ότι δεκαετίες μετά την ένταξη στην Ε.Ε. το νεοελληνικό κράτος εξακολουθεί να λειτουργεί με βάση τα οθωμανικά ήθη της ευνοιοκρατίας και της δωροδοκίας. Προφανώς διότι αυτοί που μας διοικούν, κάτω από τα ευρωπαϊκά τους ενδύματα, κρύβουν τις οθωμανικές τους συνήθειες, συχνά και εξαρτήσεις.   
.



[1] Κ.Μάρξ-Φ.Έγγκελς, Η Ελλάδα, η Τουρκία και το ανατολικό ζήτημα,εισαγωγή-μετάφραση-υπομνηματισμός Παναγιώτη Κονδύλη, εκδόσεις Γνώση, Αθήνα 1985, σελ.556.
[2] Όπ.π., σ.163.
[3] Όπ.π., σ.σ.466,467.
[4] Όπ.π., σ. 450.
[5] Όπ.π., σ.454
[6] Όπ.π., σ.451.
[7] Όπ.π., σ.468.
[8] Όπ.π., σ.163.
[9] Όπ.π., σ.164.
[10] Όπ.π., σ.478.
[11] Όπ.π., σ.480.
[12] Όπ.π., σ.40.
[13] Όπ.π., σ.40
[14] Όπ.π., 124.
[15] Όπ.π., σ.46.
[16] Όπ.π., σ.384.
[17] Όπ.π., σ.44
[18] Όπ.π., σ.473.
[19] Όπ.π., σ.473,474.
[20] Όπ.π., σ.457.
[21] Όπ.π., σελ. 457.
[22] Όπ.π., σελ. 457
[23] Όπ.π., σελ.404.
[24] Όπ.π., σελ.420.
[25] Όπ.π., σελ. 50

2 ΣΧΌΛΙΑ:

  1. είναι πράγματι, πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή κειμένων και αξιόλογος ο πρόλογος του π.κ. εδώ μια σχετική παρουσίαση του βιβλίου http://www.portaaurea.gr/istoria_meletes/marxeng.htm
  2. Απάντηση
    Γιάννη είναι πλήρης, τεκμηριωμένη και πολύ ενδιαφέρουσα η παρουσίαση
    στην //www.portaaurea.gr/istoria_meletes/marxeng.htm
by : Γρηγόρης Κλαδούχος

Από:Γιώργος Γκόντζος([email protected])—   «Ενώ σου λέει ότι έχεις την κυριότητα ,γιατί βάσει του νόμου είναι παράνομο να μην την έχεις ,αλλά  δίνει το παραθυράκι αμέσως από κάτω , ότι μπορεί να τα διαχειρίζεται αυτός που θα τα πάρει , θα τα «νοικιάσει» για 99 χρόνια». Αυτό υπογράμμισε η Σταματία Μαρκέτου, Πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, σε συνέντευξή της (ΕΔΩ)στην εκπομπή «ό,τι πεις εσύ» (Γιώργος Γκόντζος),στο δημοτικό ραδιόφωνο Ιωαννίνων , με αφορμή σχετική ανακοίνωση του Συλλόγου  στην οποία εκφράζεται η διαμαρτυρία «για την μεταβίβαση των μνημείων της χώρας στο Υπερταμείο». Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο σχετικό σημείο της ανακοίνωσης στο  οποίο τονίζεται πως «η εξαίρεση των μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, σύμφωνα με το άρθρο 196, παράγρ. 4 του Ν. 4389/2016, αποτελεί προσχηματική δικαιολογία, δεδομένου ότι αναιρείται από την αμέσως επόμενη παράγραφο, την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία τα εξαιρούμενα ακίνητα παραμένουν στη διαχείριση της ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε., μάλιστα με την «επιφύλαξη υφιστάμενου δικαιώματος οποιουδήποτε νομικού προσώπου εκτός του Ελληνικού Δημοσίου» και ζήτησε απάντηση για το θέμα από το Υπουργείο.

Μίλησε για «ιστορία εν κρυπτώ» αφού , όπως είπε, «δεν το γνώριζε κανείς Προϊστάμενος Εφορειών» και υπογράμμισε πως  «η χώρα σε καιρό ειρήνης χάνει την περιουσία της.»
Σε άλλο σημείο τόνισε πως  «οι δανειστές μας χρωστούν , έχουμε τις κλεμμένες αρχαιότητες , έχουμε τις νόμιμες αποζημιώσεις από τον πόλεμο και τώρα μας παίρνουν και τα υπόλοιπα;»
Η πρόεδρος του Συλλόγου για την άποψη σύμφωνα με την οποία ο Σύλλογος, και οι Αρχαιολόγοι «εμποδίζουν τα έργα» είπε χαρακτηριστικά : «Είμαστε πλάι στην ανάπτυξη…Δεν είμαστε «εχθροί της ανάπτυξης» επειδή υπερασπιζόμαστε την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου…Τα μνημεία , οι αρχαιολογικοί χώροι, προστατεύονται από το Σύνταγμα και είναι καθήκον μας να τα προστατεύουμε .Αν δεν τα προστατεύουμε εμείς ποιος θα βγει να μιλήσει και να αγωνιστεί….Είναι μια ακίνητη περιουσία του Δημοσίου που είναι πέρα από κάθε συναλλαγή»
  Η ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΛΛΛΟΓΟΥ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΩΝ ΜΝΗΜΕΙΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΣΤΟ ΥΠΕΡΤΑΜΕΙΟ

O Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων τονίζει για μία ακόμη φορά 
ότι τα μνημεία προστατεύονται από το Σύνταγμα και αποτελούν de facto ακίνητη περιουσία του δημοσίου, εκτός κάθε συναλλαγής. Καταγγέλλει την επιχειρούμενη εκχώρηση της διαχείρισης όλων των μνημείων, αρχαίων και νεώτερων, τα οποία περιλαμβάνονται στην υπ΄ αριθμ. ΥΠΟΙΚ 0004586 ΕΞ 2018 «Μεταβίβαση, κατ’ άρθρα 196 παρ. 6 και 209 του Ν. 4389/2016, ακινήτων στην Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε.» (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.)», σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. 86/18.06.2018 Απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Οικονομικής Πολιτικής.  (ΦΕΚ 2320/ 19-6-2018/ Τεύχος Β΄).
Το πρωτοφανές αυτό γεγονός έγινε γνωστό με αφορμή τη δημοσιοποίηση καταλόγου των μνημείων που υπάγονται στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Χανίων. Διαπιστώθηκε ότι σ’ αυτόν περιλαμβάνονται 
μεγάλα τμήματα της ανατολικής τάφρου των Ενετικών οχυρώσεων, η τάφρος του Βυζαντινού τείχουςη νότια τάφρος των Ενετικών οχυρώσεων, ακίνητα στα οποία έχουν έλθει στο φως σημαντικά μινωικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, συγκροτήματα ενετικών νεωρίων, ο προμαχώνας Μοnigo, o Ενετικός προμαχώνας Lando, το φρούριο Φιρκά και το τούρκικο χαμάμ (ακίνητα απαλλοτριωμένα για αρχαιολογικούς σκοπούς από το ΥΠΠΟΑ ή και ακίνητα στα οποία έχουν επίσης πραγματοποιηθεί εργασίες ανάδειξης και αποκατάστασης). Περιλαμβάνονται ακόμη και τα Αρχαιολογικά  Μουσεία (!), τόσο το στεγαζόμενο στον ναό του Αγίου Φραγκίσκου αλλά και το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο και άλλα όπως το Εθνικό Μουσείο Ελευθέριος Βενιζέλος ή το Ιστορικό Αρχείο Κρήτης. Η κίνηση αυτή είναι πρωτοφανής για τα έως σήμερα δεδομένα της διαχείρισης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και πρόκειται δικαιολογημένα να ξεσηκώσει θύελλες αντιδράσεων σε τοπικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο.
Η εξαίρεση των μνημείων και αρχαιολογικών χώρων, σύμφωνα με το άρθρο 196, παράγρ. 4 του Ν. 4389/2016, αποτελεί προσχηματική δικαιολογία, δεδομένου ότι αναιρείται από την αμέσως επόμενη παράγραφο, την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με την οποία τα εξαιρούμενα ακίνητα παραμένουν στη διαχείριση της ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε., μάλιστα με την «επιφύλαξη υφιστάμενου δικαιώματος οποιουδήποτε νομικού προσώπου εκτός του Ελληνικού Δημοσίου». Η νομή, χρήση και διαχείριση λοιπόν των σημαντικότερων μνημείων των Χανίων δεν θα ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού και τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του, κατά παράβαση του πνεύματος του άρθρου 24 του Συντάγματος.
Τα μνημεία και οι αρχαιότητες είναι αντικείμενα εκτός συναλλαγής, αμεταβίβαστα, ακατάσχετα, αναπαλλοτρίωτα. Κάθε απόπειρα μεταβίβασης αυτών προς διαχείριση από τρίτους μας βρίσκει αντίθετους. Αυτό αποτελεί πάγια θέση του Συλλόγου μας και γι΄ αυτό θα αγωνιστούμε με κάθε νόμιμο μέσον, προκειμένου να διατηρηθεί ο χαρακτήρας των αρχαιοτήτων ως δημόσιου κοινωνικού αγαθού.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων δεν θα επιτρέψει την παραχώρηση αρχαιολογικών χώρων και μνημείων ως εγγύηση δανείου του δημοσίου χρέους για έναν ολόκληρο αιώνα, με άγνωστη εν τέλει έκβαση. Η απαράδεκτη αυτή ενέργεια, αν και συντελείται σε καιρό ειρήνης, μπορεί να παραλληλιστεί μόνο με τους βανδαλισμούς μνημείων και τη λεηλασία αρχαιοτήτων στα πέτρινα χρόνια της κατοχής ή τις αρπαγές αρχαιοτήτων κατά τον 19ο αιώνα. Αποτελεί ύστατο σημείο συνταγματικής εκτροπής που μάλιστα λαμβάνει χώρα την ίδια στιγμή που θα περιμέναμε συντονισμένες ενέργειες για την επιστροφή των κλεμμένων αρχαιοτήτων και τις νόμιμες αποζημιώσεις για την καταστροφή τους σε καιρό πολέμου.
Για τους παραπάνω σοβαρούς λόγους ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων ζητά από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΟΑ και την κυβέρνηση:
  • την άμεση εξαίρεση μεταβίβασης της κυριότητας και διαχείρισηςτων μνημείων των Χανίων και άλλων περιοχών της χώρας που περιλαμβάνονται στον μακρύ κατάλογο των 10.119 ακινήτων προς μεταβίβαση στην ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.
  • την ενημέρωση των αρμόδιων Υπηρεσιακών μονάδων και των κατά τόπους Περιφερειακών Υπηρεσιών σχετικά με τα ακίνητα που έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο της ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.
by : Γρηγόρης Κλαδούχος




 Νικόλας Γκίμπης

Fast food, fast drink, καφές take away, καταστήματα δίχως ωράρια· τογιοτισμός και παραγωγή just-in-time, αντικείμενα μιας χρήσης, αγορές προϊόντων από το διαδίκτυο, οικονομικές συνδιαλλαγές σε «πραγματικό» χρόνο· ηλεκτρονική διακυβέρνηση, προληπτικές πολιτικές, μοντέλα προσομοίωσης, τηλεδιασκέψεις· επικοινωνία ανθρώπων σε απ’ ευθείας σύνδεση, cyber-sex, σχέσεις εξ αποστάσεως, «ζωντανή» ενημέρωση όλο το εικοσιτετράωρο. Αυτές οι φαινομενικά άνευ σημασίας όψεις της καθημερινής ζωής αποτυπώνουν με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο μια νέου τύπου αντίληψη για τον χρόνο την οποία αρχίζουμε να αποκτούμε. Χρονική λογική του βραχυπρόθεσμου, του κατ’ επείγοντος, του άμεσου, του βιαστικού, του «όλο και πιο γρήγορα»: η διαδικασία της κοινωνικής επιτάχυνσης είναι γεγονός, μια υπερδιογκωμένη εξοικονόμηση χρόνου που δεν αφορά πλέον μονάχα τις σχέσεις παραγωγής αλλά το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων. Η αφαίρεση και η οικονομία χρόνου διαχέονται σε όλες τις λεπτομέρειες που τείνουν να καθορίζουν την καθημερινότητά μας. Το γεύμα μας, ο πρωινός καφές, η καλημέρα στους φίλους, το αν θα σκουντήξουμε κάποιον ή κάποια για να πιάσουμε κουβέντα, η ανάγνωση ενός κειμένου, ο ερωτισμός, όλες οι ιεροτελεστίες της κοινωνικότητας απεμπλέκονται απ’ την κατάσταση της διάρκειας, το είναι μας βρίσκεται μονίμως εν κινήσει, εύκαμπτο, διαστέλλεται μέχρι του σημείου η ταχύτητα της τεχνολογίας να το διαχωρίσει απ’ τον αισθητό κόσμο, να το καταστήσει καθαρό θέαμα, αναπαράσταση μιας απουσίας σε απόλυτη διαφάνεια.
Οι αποστάσεις μειώνονται δραματικά· με τις πόλεις ανά την οικουμένη να γίνονται όλο και πιο ομοιόμορφες και να εντάσσονται σ’ ένα αχανές σύμπλεγμα μιας αόρατης παγκόσμιας μεταμητρόπολης, τα αεροπλάνα παίρνουν τα χαρακτηριστικά των αστικών μεταφορών για να μετακινούνται οι πλανητικοί νομάδες, αυτοί οι μακρινοί απόγονοι του ανθρώπου χωρίς ιδιότητες, ενώ ο δημόσιος χώρος σχεδιάζεται αποκλειστικά για τις ανάγκες της κυκλοφορίας, χωρίς στάσεις, μακριά απ’ το ατύχημα της συνάντησης. Οι διαδικασίες επιταχύνονται ιλιγγιωδώς· με τα τρισεκατομμύρια ευρώ να κινούνται με ταχύτητες του φωτός πάνω απ’ τα κεφάλια μας σε μια πλασματική οικονομία που περιπαίζει τον ίδιο τον νόμο της Αξίας, με τις ειδήσεις να διαδίδονται οριακά πριν ακόμα συμβούν τα γεγονότα, εκεί που όλα γίνονται με ένα μόνο click, εκεί που χάρη στην υψηλή τεχνολογία όλοι μπορούν να διαθέσουν την εικόνα τους παντού ανά πάσα στιγμή, με το μεγάλο happening της πανταχού παρουσίας να επεκτείνεται απ’ άκρη σ’ άκρη, πιθανότατα στο εγγύς μέλλον θα είναι δουλειά του αρχαιολόγου να μας εξηγήσει πως έμοιαζε αυτός ο γρήγορος κόσμος την προηγούμενη δεκαετία. Μια υβριδική οικουμένη σε κατάστασης φυγής μέχρι την ολική εξάλειψη των πολιτισμικών διαφορών και της ιδιαιτερότητας των τόπων· κινέζικο στο Λονδίνο, McDonalds στο Λάγος, ανανάδες στον Καναδά, ποδόσφαιρο στη Σαουδική Αραβία, μουσείο του Λούβρου στο Ντουμπάι, εμπορικά κέντρα σε κάθε περιοχή, σούπερ μάρκετ σε κάθε γειτονιά, smartphones σε κάθε τσέπη. Η αυτοκρατορία της μόδας, η επικράτηση του ψηφιακού εκκοινωνισμού, η υιοθέτηση του ίδιου παραγωγικού μοντέλου σε κάθε χώρα, τα πρότυπα των διασημοτήτων, η φιλελευθεροποίηση όλου του πλανήτη και ο ουνιβερσαλισμός του θεάματος, μεταξύ άλλων, κάνουν το όραμα του McLuhan να μοιάζει πραγματικό. Καλώς ήρθατε στο «παγκόσμιο χωριό».
«Ορμή προς τα μπρος», η φράση που αποκρυσταλλώνει με τον πιο διαυγή τρόπο το πνεύμα της εποχής μας. Τα ρολόγια είναι πάντα κουρδισμένα μερικά λεπτά μπροστά. Ένα βροντερό κίνημα νεοφουτουρισμού κάνει την εμφάνισή του, εκθειάζει τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών, αποδομεί και ξεριζώνει ήθη, έθιμα, ταυτότητες, κουλτούρες, δεσμούς, όλο εν ολίγοις το υπάρχον απ’ τα πόδια μας, επιστρατεύει έναν στυγνό πραγματισμό με μοναδικό σκοπό τον εκσυγχρονισμό του καπιταλισμού, τη δημιουργία ενός τουρμποκαπιταλισμού όπου όλες οι κοινωνικές σχέσεις θα φθείρονται σε ελάχιστο χρονικό διάστημα μέσα στις διαδρομές της αποδοτικότητας. Απ’ την άλλη, το μέλλον οδηγείται στην οριστική απομάγευσή του, δεν είναι διακριτή πουθενά πλέον η μεσσιανική και υπερβατική ανάγνωση του μελλοντικού χρόνου όπου μια μέρα, αργά ή γρήγορα, το υποκείμενο θα λυτρωθεί απ’ τα δεινά που είναι αλυσοδεμένο, την εκμετάλλευση, την αποξένωση, την ετερονομία, τους καταναγκασμούς· ο προσανατολισμός προς το μέλλον συμβολίζει τη συμφιλίωση με τις νόρμες του παρόντος. Βρισκόμαστε στο ευτελές σημείο του να προσδοκούμε απ’ το μέλλον απλώς να κάνει λίγο πιο υποφερτό το παρόν χωρίς κάποιο μακροπρόθεσμο όραμα: να εξασφαλίσουμε απλώς την οικονομική ανάπτυξη, την απασχόληση, την κατανάλωση, τη διασκέδαση, την υγεία. Νεοφουτουρισμός ριγμένος στον λάκκο του βραχυπρόθεσμου που ο ίδιος έσκαψε μ’ αυτή τη συμπύκνωση του χρονικού ορίζοντα του μέλλοντος. Ώθηση προς το μέλλον χωρίς ταξίδι, μα εν μέσω μιας τεχνο-επιστημονικής εξομάλυνσης με την υπόσχεση ότι δεν θα πάμε πολύ μακριά, ότι απλώς θα δοκιμάσουμε ξανά και ξανά όλα τα αποτυχημένα σενάρια του παρελθόντος μέχρι τον τελικό υπερκορεσμό των δυνατοτήτων εξυγίανσης του παρόντος.
Ξεπέρασμα όλων εκείνων των αξιών ή των μορφών κοινωνικής θέσμισης που θα αποτελούσαν δυνητικά τροχοπέδη σ’ αυτή την κούρσα. Ως εκ τούτου, το ακραίο, το «εκτός ορίων», το «δίχως φραγμούς» βρίσκονται στον πυρήνα των φαντασιακών σημασιών της σημερινής κοινωνίας. Η αβεβαιότητα, ο κλονισμός, η ανασφάλεια, η τρωτότητα, η σχιζοφρένεια, ο αυτοματισμός έρχονται στο προσκήνιο και διαπερνούν όλη την ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής. Συνεπώς, δεν θα πρέπει να υποπέσουμε στο λάθος να θεωρήσουμε τα αυξητικά ποσοστά των αυτοκτονιών, των κατά συρροήν δολοφόνων, των βουλιμικών, των ανορεκτικών, των κοινωνιο-επικοινωνιακών νευρικών διαταραχών, των καταθλιπτικών, των φαινομένων άσκοπης βίας, του χουλιγκανισμού, του φονταμενταλισμού, της κατανάλωσης ναρκωτικών και των απανταχού δυστυχημάτων ως περιπτώσεις «μη κανονικότητας». Η υπερβολή, η αμετροέπεια, ο εξτρεμισμός απλώς υπερθεματίζουν την τροπή της κανονικότητας, είναι ακραίες εκδηλώσεις της ποιότητας ζωής που διάγουμε και όχι συμπεριφορές εκ διαμέτρου αντίθετες απ’ το πρότυπο που προωθεί η σημερινή κοινωνία. Άλλωστε, αυτά μπορούν να συμβούν στον καθένα, να μας χτυπήσουν την πόρτα ανά πάσα στιγμή. Γι’ αυτό και αυτά τα φαινόμενα έχουν πάψει να σοκάρουν, είναι εσωτερικευμένα στο συλλογικό ασυνείδητο. Μια ολιγόλεπτη συγκινησιακή φόρτιση μπρος στη θέα τους μέχρι την επόμενη είδηση ή διαφήμιση. Η ζωή συνεχίζεται, πρέπει να συνεχιστεί, με κάθε τίμημα, πάντα προς τα μπρος, με γοργούς ρυθμούς προς την κατεύθυνση της προόδου.
Δραματική εντατικοποίηση των ρυθμών, διαρκείς τάσεις φυγής, τουριστική νοοτροπία, κοινωνική κινητικότητα, αποσύνθεση όλων εκείνων των ανθρώπινων δεσμών που υπονοούν σταθερότητα, μονιμότητα, ρίζωμα· στο βασίλειο του κατ’ επείγοντος οι σχέσεις γίνονται φευγαλέες, αυθαίρετες και εφήμερες, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν της πεμπτουσίας της καπιταλιστικής κοινωνίας: της κυκλοφορίας και ανταλλαγής εμπορευμάτων μέσα στην αγορά. Αυτήν την εξατομίκευση των κοινωνικών σχέσεων υποδέχεται η εξουδετέρωση του κοινωνικού χρόνου. Μέσα στον άκρατο ανταγωνισμό οι χρονικότητες παύουν να καταμερίζονται για τη διεκπεραίωση ενός κοινωνικού έργου, ο χρόνος έχει διαιρεθεί σε τέτοιο βαθμό που βιώνεται ατομικά και μοναχικά, χωρίς κάποιο κοινωνικό ανάφορο, χωρίς όλες οι επιμέρους και συγκεκριμένες ατομικές δραστηριότητες να συνέχονται από έναν κοινωνικό ρυθμό ή την εντύπωση ιστορικής σύνδεσης μεταξύ τους. Μέσα στις ξέφρενες συνθήκες της καθημερινής επιβίωσης ο χρόνος του ενός αποτελεί εμπόδιο για τον χρόνο του άλλου. Δαιδαλώδης τρέλα σαν αυτή που περίμενε τον Κ. στον Πύργο του Κάφκα, με τον χρόνο του να αναστατώνεται και να απορρυθμίζεται διαρκώς από τις ανεξήγητες καθυστερήσεις και τις επείγουσες ανάγκες των άλλων, τα κρεβάτια στο ξενοδοχείο όπου διαμένει να παραχωρούνται για λίγη ώρα ώστε να πρέπει να μάθει να κοιμάται πιο γρήγορα.
Ιδού το παράδοξο που καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε: η γενικευμένη επιτάχυνση της ζωής στη σημερινή κοινωνία, που επιφέρει η τεχνολογική πρόοδος, αντί να λύνει το πρόβλημα του χρόνου, το πολλαπλασιάζει. Τη στιγμή που όλα γίνονται όλο και πιο γρήγορα, με την τεχνολογία να απογειώνει όλες τις συντεταγμένες της ανθρώπινης κατάστασης, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το παράδοξο της εξάντλησης των αποθεμάτων του κοινωνικού και ατομικού χρόνου. Ο χρόνος γίνεται ένα σπάνιο αγαθό, όλοι μας διαμαρτυρόμαστε ότι δεν έχουμε χρόνο, κυνηγάμε τον χρόνο, πασχίζουμε να βρούμε λίγο χρόνο. Οι χρονικές δομές της επιτάχυνσης φτάνουν στην κορύφωσή τους, στην κατάσταση της polar inertia, στο σημείο όπου όλος ο χρόνος έχει κατατροπωθεί μέσα στην ταχύτητά του και τίποτα δεν συμβαίνει: οι σοβαρές συζητήσεις μοιάζουν τόσο «μεγάλες» που διαρκώς αναβάλλονται· η διαστολή των εργασιακών ρυθμών ωθεί τους ανθρώπους στο να μην προλαβαίνουν ν’ αγαπήσουν· η ερωτική πράξη είναι υπόθεση μερικών δευτερολέπτων μέχρι να ξαναντυθούμε βιαστικά και να εξαφανιστούμε εκ νέου στη μοναξιά μας· η κοινωνικότητα «σε απ’ ευθείας σύνδεση» κατασκευάζει χιλιόμετρα απομάκρυνσης. Πρόκειται για την κατάρρευση της απόλυτης κίνησης, όπου είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σ’ έναν απόλυτα θρυμματισμένο χρόνο: αντίφαση μιας μόνιμης εγκατάστασης όπου απ’ την έννοια του «κατοικείν» περνάμε στη λογική του ανεφοδιασμού και στην παρεμπόδιση της διάβασης εξαιτίας της συντόμευσης. Από το πρωινό μποτιλιάρισμα στους δρόμους, τις εφήμερες σιωπηλές «κοινότητες» σε μετρό, λεωφορεία και στις ουρές του ΟΑΕΔ, τη μετάβαση από αεροδρόμιο σε αεροδρόμιο και από ξενοδοχείο σε ξενοδοχείο, την τηλεργασία, τα terrabyte πληροφοριών που κανείς δεν βρίσκει τον χρόνο να επεξεργαστεί, το ίδιο τραγούδι που παίζει ξανά και ξανά, μέχρι τους wifi φίλους και ερωτικούς συντρόφους, το zapping και το scroll down μπορούμε να υποθέσουμε ότι πραγματοποιείται μια συλλογική επένδυση του καθημερινού χρονομετρικού κεφαλαίου στην πολική αδράνεια, την αδράνεια που δημιουργείται μέσα από την κοινωνική επιτάχυνση.
Ο χρόνος μέσα στην polar inertia δεν είναι ο χρόνος που περνάμε, δεν είναι καν ελεύθερος χρόνος ή σχόλη, είναι ο χρόνος που χάνουμε, που σπαταλούμε, είναι η άλλη όψη του υποδουλωμένου χρόνου στην εξουσία της επιτάχυνσης, στη μείωση, τη συστολή, τη συμπίεση· είναι εντροπία και νέμεσις, η περιστολή του κόσμου στο μηδέν. Στο ένα άκρο κινητικότητα, ενεργητικότητα, ευελιξία, ντοπάρισμα, ηδονισμός, υπερεργασία, κίνημα, υπερδιέγερση, ερεθισμός, transit και στο άλλο άκρο στασιμότητα, ύφεση, κατάρρευση, δυσκαμψία, καταστολή, μαζική ανεργία, ανάθεση, αδιαφορία, αναισθησία, εγκλωβισμός. Πρόκειται για τη συντριβή του ατόμου μέσα στους νεκρούς χρόνους, μέσα σε συνθήκες όπου υπάρχει χρόνος και δεν ξέρουμε τι να τον κάνουμε, αδυνατούμε να τον χρησιμοποιήσουμε. Είναι τέτοια η εκγύμνασή μας στη δικτατορία της ταχύτητας όπου η μόνη δυνατή λύση είναι απλώς να ξαναμπούμε στις ροές δικτύων και κυκλωμάτων, στην πτήση της λήθης για ν’ αποφύγουμε την επαφή με τον εαυτό μας, τη συνάντηση με τους άλλους, τη συνέχεια, τη ρύθμιση, τη βραδύτητα και την υπομονή. Ένας αγώνας ενάντια στη μνήμη, τις αγωνίες της ύπαρξης, τον κόσμο εν τέλει της πράξης και κάθε δραστηριότητας που απαιτεί χρόνο, νόστο, διάρκεια προκειμένου να μεστώσει το νόημα. Διέξοδο απ’ το νόημα πάντα είναι έτοιμα να προσφέρουν η βιομηχανία του ελεύθερου χρόνου, η τηλεόραση, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα gadgets που τακτοποιούν την πλήξη που προκαλεί η τυραννία της εμφάνισης του χρόνου έξω απ’ τα δεσμά της επιτέλεσης, της εργασίας, της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, του υπολογισμού, του ανταγωνισμού. Εκεί, με άλλα λόγια, που επιτάχυνση και αδράνεια δεν έχουν ούτε αρχή ούτε τέλος.
Μικρό δοκίμιο περί βιβλιογραφίας
Η φράση του Χένρι Μίλλερ περιέχεται στο βιβλίο του Κλιμαζόμενος Εφιάλτης (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2009), μια κατάθεση ψυχής, inter alia, ενάντια στην πρόοδο, την αστική κοινωνία και τον πόλεμο εν μέσω περιπλανήσεων στα σοκάκια μιας άλλης Αμερικής. Αναφορικά με την κοινωνική επιτάχυνση ο αναγνώστης μπορεί να εμπιστευτεί το κείμενο του Ζιλ Λιποβετσκί, «Χρόνος εναντίον χρόνου ή η υπερνεωτερική κοινωνία» στο Παγκοσμιοποίηση και υπερνεωτερικότητα. Κοσμοπολιτισμός και Δυτικός πολιτισμός (μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη: Νησίδες, 2012). Στην πλευρά των υπέρμαχων της επιτάχυνσης καταλογίζονται οι Ντελέζ, Γκουατταρί, Λυοτάρ και Νέγκρι· βλέπε Robin Mackay και Armen Avanessian (επιμ.), #ACCELERATE: The Accelerationist Reader (Αγγλία: Urbanomic, 2014). Τα τελευταία χρόνια αρχίζει να χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο ο όρος ακόμη και στη συμβατική κοινωνιολογία και ανθρωπολογία. Κλασικά παραδείγματα είναι τα βιβλία του Hartmut Rosa: βλ. Hartmut Rosa, Social Acceleration: A New Theory of Modernity (μτφρ. στα αγγλικά, Jonathan Trejo-Mathys, Νεα Υόρκη: Columbia University Press, 2013) και Hartmut Rosa και William Scheuerman (επιμ.), High Speed Society: Social Acceleration, Power and Modernity (Πενσυλβάνια: Penn State University Press, 2010), ενώ αρκετά συγγενικές είναι και οι πρόσφατες αναλύσεις για τον «fast track» καπιταλισμό, την εποχή του ίντερνετ, τις υπερπαραγωγές της βιομηχανίας του πολιτισμού, την επικράτηση της εναέριας κυκλοφορίας κ.ο.κ. Μια φαινομενολογική αν και μονοδιάστατη προσέγγιση αυτής της διαδικασίας μπορεί να θεωρηθεί το βιβλίο του James Gleick, Faster: The Acceleration of Just Everything (Νέα Υόρκη: Pantheon Books, 1999). Φυσικά οι αναλύσεις του Χάρβει για την «χωροχρονική συμπιέση» στην κατάσταση της μετανεωτερικότητας διατηρούν ακέραιη την αξία τους. Βλ. Harvey David, Η κατάσταση της μετανεωτερικότητας: Διερεύνηση των απαρχών της πολιτισμικής μεταβολής (μτφρ. Αστερίου Ελένη, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2009). Ακόμη, σπουδαίες και κλασικές παρατηρήσεις μπορεί να βρει κανείς στα βιβλία του Ζαν Μπωντρυγιάρ Η έκσταση της επικοινωνίας (μτφρ. Αθανασόπουλος Βαγγέλης, Αθήνα: Καρδαμίτσα, 1991) και Η διαφάνεια του κακού (μτφρ. Σαρίκας Ζήσης, Αθήνα: Εξάντας, 1996), βιβλία που ο Μπωντρυγιάρ πραγματεύεται εξίσου και το ζήτημα της πολικής αδράνειας, της «αδράνειας σε καθεστώς απόλυτης ταχύτητας». Για μια πιο εμπεριστατωμένη ματιά πάνω στη θεματική της πολικής αδράνειας, σίγουρα το L’Inertie polaireessai sur le contrôle d’environnement (Παρίσι: Christian Bourgois, 1990) του Πωλ Βιριλιό μπορεί να χρησιμεύσει ως οδηγός, έργο που, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα βιβλία του εν λόγω συγγραφέα, προφήτευσε σε μεγάλο βαθμό τη δικτατορία της ταχύτητας στη νεωτερική κοινωνία· βλέπε ιδιαίτερα το Vitesse et Politique: essai de dromologie (Παρίσι: Galilée, 1977) και τον Καθαρό Πόλεμο (μτφρ. Δρατζίδης Αθανάσιος, Θεσσαλονίκη: Νησίδες, 2003) του ίδιου συγγραφέα.
Pressebild der Stiftung Bauhaus Dessau zur Ausstellung "Mensch Raum Maschine. Bühnenexperimente am Bauhaus" Bei Veröffentlichung geben Sie bitte den Bildnachweis wie oben aufgeführt an und beachten Sie bitte, dass die Verwendung der Fotos nur zur einmaligen Verwendung im Zusammenhang mit der Berichterstattung gestattet ist. Um ein Belegexemplar wird gebeten. Stiftung Bauhaus Dessau Gropiusallee 38 06846 Dessau-Roßlau Tel. +49-(0)340-6508-250 Fax +49-(0)340-6508-226 www.bauhaus-dessau.de E-Mail: service@bauhaus-dessau.de

  1. ΧΑΡΗΣ ΤΟΠΑΛΙΔΗΣ
    Αγαπητέ κ. Γκίμπη,
    Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον άρθρο σας. Δεν ξέρω πως βρήκατε τη διεύθυνσή μου, αλλά σε κάθε περίπτωση αναφέρεστε σε ένα θέμα για το οποίο έχω αναπτύξει έναν ιδιαίτερο προβληματισμό, από άλλη οπτική γωνία, στα Συμπεράσματα του βιβλίου μου “Η παγκόσμια κρίση της ευημερίας. Η βιώσιμη ανάπτυξη στη μετάβαση από τη βιομηχανική στην παγκόσμια οικονομία της γνώσης”, Εκδόσεις ΑΠΘ 2012, που διακινείται από τις Εκδόσεις Νησίδες (Τομανάς).
    Υπό το πρίσμα αυτό, αν μου επιτρέπετε, έχω να κάνω τις εξής σύντομες παρατηρήσεις:
    – Το σημερινό οικονομικό σύστημα θεωρώ ότι δεν έχει σχέση με τον ιστορικό καπιταλισμό αλλά προσιδιάζει μάλλον με μια παγκόσμια οικονομία της αγοράς που έχει ποιοτικά διαφορετικά χαρακτηριστικά λειτουργίας από τον τελευταίο.
    – Το πλαίσιο της εξέλιξής του καθορίζεται από το νέο μοντέλο ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας της γνώσης που σταδιακά εδραιώνεται και αντικαθιστά το βιομηχανικό, και έχει άλλη δομή από το τελευταίο.
    – Στη χωροχρονική διάσταση, το πρωτείο του χρόνου έναντι του χώρου, που χαρακτήριζε τη βιομηχανική εποχή, τώρα αντιστρέφεται, με τον χώρο να υπερτερεί πλέον έναντι του χώρου.
    – Η οn line αίσθηση του χρόνου, η επικέντρωση στο παρόν και η αλλαγή της σχέσης παρόντος-μέλλοντος είναι δομικό στοιχείο της νεοφιλελεύθερης προσέγγισης στην οικονομία και ειδικότερα απόρροια της νέας σχέσης οικονομικής μεγέθυνσης – προόδου.
    – Μιλώντας για το μέλλον, στο νέο μοντέλο ανάπτυξης η οικονομική ανάπτυξη και η πρόοδος παύουν να είναι κοινά αγαθά, η δυναμική τους αντιστρέφεται και το περιεχόμενό τους διαφοροποιείται σε σχέση με όσα γνωρίσαμε στη βιομηχανική εποχή.
    • Νικόλας Γκίμπης
      κε Τοπαλίδη,
      Δυστυχώς δεν έχω διαβάσει το βιβλίο στο οποίο με παραπέμπετε οπότε μου είναι λίγο δύσκολο να ακολουθήσω τον συλλογισμό σας με αυστηρότητα αν και σχηματικά καταλαβαίνω τι εννοείτε. Δεν θα διαφωνήσω επί της αρχής για τους μετασχηματισμούς στον καπιταλισμό που επισημαίνετε, παραπλήσια πράγματα θέτω κι εγώ αν και με διαφορετική ορολογία: κυριαρχία της χρηματοπιστωτικής σφαίρας πάνω στην σφαίρα της βιομηχανικής παραγωγής, εμπορευματοποίηση της γνώσης και της καινοτομίας, διανοητικοποίηση της εργασίας και φυσικά μεταμόρφωση της διαλεκτικής κοινωνικών σχέσεων – τεχνικής διαδικασίας από το εργαλείο και τη μηχανή στο κομπιούτερ, τον αυτοματισμό, τη ρομποτική.
      Από κει και πέρα όμως είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός στην ευκολία με την οποία τείνουμε να παίρνουμε ως δεδομένη την “οικονομική ανάπτυξη” με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει. Αν η οικονομική ανάπτυξη δηλαδή, όπως το θέτετε, δεν είναι πλέον κοινό αγαθό, τότε δεν είναι οικονομική ανάπτυξη αλλά μάλλον ένα εκστατικό παραλήρημα των οικονομολόγων καθώς προσπαθούν να ερμηνεύσουν μαθηματικά μοντέλα που δεν ανταποκρίνονται στον “κοινό κόσμο”. Έτσι με μεγάλη ευκολία μπορούμε να ονομάζουμε την χρηματοπιστωτική επέκταση, την ανταλλαγή απόβλητων και τοξικών ομολόγων, την κερδοφορία χωρίς παραγωγή Αξίας, “ανάπτυξη” αλλά η πραγματική, υπαρκτή και απτή ζωή της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού να γίνεται ολοένα και χειρότερη. Θυμίζει την ειρωνεία με τους παίχτες που πανηγυρίζουν τη νίκη τους κεκλεισμένων των θυρών.
      Πάντως, ο πυρήνας των διλημμάτων που προσπάθησα να θέσω δεν επικεντρώνεται τόσο στο δίπολο “ανάπτυξη – λιτότητα”, “πρόοδος – στασιμότητα”, αυτά νομίζω να έγινε κατανοητό ότι είναι μέρος του προβλήματος όχι η πανάκεια. Αν κάτι πρέπει να μας απασχολήσει είναι το ίδιο το τίμημα της ανάπτυξης σ’ αυτό που οι διαφωτιστές ονόμαζαν “χειραφέτηση του ανθρώπινου όντος” ή οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι “πρότυπο του ελεύθερου πολίτη”. Τι μπορεί να σημαίνει ελευθερία σήμερα; Είναι ικανή η οικονομική ανάπτυξη να μας κάνει ελεύθερους ή θα καταλήξουμε για άλλη μια φορά στη δημοκρατία της ξυριστικής μηχανής και του gadget;
  2. Σπύρος Κ.
    Νικόλα, εξαιρετικό κείμενο. Υψηλής ποιότητας ανάλυση, που δεν έχω συναντήσει ούτε σε πανεπιστημιακούς καθηγητές, οι οποίοι υποτίθεται ότι καταπιάνονται με αντίστοιχα ερευνητικά αντικείμενα. Ένα κείμενο που θα μπορούσε να αποτελέσει τομή στις σύγχρονες πολιτικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις, αν δημοσιευόταν στα πλαίσια μιας άλλης κοινότητας, ενός άλλου υπο – σύμπαντος όπως θα έλεγε ο Pierre Bourdieou. Δυστυχώς ακόμη και το κείμενο σου πέφτει θύμα του φαινομένου που περιγράφεις: στο διαδίκτυο η πληροφορία καταδυναστεύει την προσοχή μας. Κάθε ψηφιακή δραστηριότητα, κάθε ψηφιακή παρέμβαση χάνεται εν τη γενέσει της.
    • Νικόλας Γκίμπης
      Φίλε Σπύρο, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά σου λόγια, πραγματικά δίνουν κουράγιο και δύναμη, κάτι που στις δεδομένες συνθήκες όλοι χρειαζόμαστε. Όσο για το αν αυτό το κείμενο πέφτει “θύμα του φαινομένου που περιγράφει”, χαίρομαι ιδιαίτερα που σου δίνεται αυτή η εντύπωση, νόμιζα ότι ήμουν ο μόνος που το είχα παρατηρήσει πριν το δημοσιεύσω, γι’ αυτό και είχε μείνει κάμποσο καιρό αυτό το άρθρο στο συρτάρι. Πραγματικό παράδοξο όντως: ένα κείμενο που περιγράφει μεταξύ άλλων τον βούρκο του πληροφοριακού overdose αναγκάζεται να γίνει μέρος οργανικό αυτού του βούρκου, διατηρώντας απ’ την άλλη αυτό το αναγκαίο και ζωτικό ψεύδος ότι “πολεμάει το σύστημα εκ των έσω” που λέει και ο θυμόσοφος λαός. Αν και δηλώνω αμετανόητος εραστής του χαρτιού και της έντυπης μορφής, και έχω εμπλακεί εδώ και χρόνια σε διάφορα εκδοτικά εγχειρήματα ή σε χέρι-με-χέρι πολεμικές αναλύσεις ή ποιητικούς αυτοσχεδιασμούς, η πείρα μου μού λέει ότι αυτές οι κοινότητες ή τα κατά Bourdieu “υποσύμπαντα” μπορούν πολύ εύκολα να καταλήξουν αιρέσεις ομοφωνούντων που αυτοβαυκαλίζονται για την κατοχή της απόλυτης αλήθειας, κι έτσι να διογκώνουν τις ασημαντότητες με τις οποίες ασχολούνται. Για να μην μιλήσουμε για τα επιστημονικά ή λογοτεχνικά περιοδικά που πλέον είναι καθαρά ζήτημα δημοσίων σχέσεων και δεν έχουν καμία επαφή με το περιεχόμενο – επομένως, λειτουργούν μονάχα ως χωλ ένταξης στην ακαδημαϊκή ημι-ελίτ και τίποτα παραπάνω. Εμένα όμως το πρωταρχικό ενδιαφέρον μου είναι ο εκκοινωνισμός των προβληματισμών μου, έτσι όπως είναι, απογυμνωμένων, χωρίς στρογγυλοποιήσεις προκειμένου να μην θιχτεί κάποιος γκουρού της διανόησης και χωρίς τους φόβους. Ίσως και γι’ αυτό να σου προκάλεσαν όμως εσένα (και μερικούς ακόμα να υποθέσω;) αυτή την θετική εντύπωση. Αυτά τα ολίγα ως προσωπική ομολογία στο εξαιρετικά εύστοχο δίλημμα που έθεσες. Από κει και πέρα, αν ένα κείμενο μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο, έτσι με μια πρόχειρη ανάγνωση, τότε ο κόσμος θα ήταν ακόμα πιο αφόρητος απ’ όσο είναι σήμερα. Σε βάθος χρόνου θα κριθεί η δυνατότητα του κειμένου αν μπόρεσε έστω και λίγους να τους κάνει να σκεφτούν αλλιώς. Κατά τ’άλλα, για να επανέλθω στο ζήτημα των “άλλων κοινοτήτων”, ίσως και να υπάρξει κάτι στο μέλλον, τίποτα δεν αποκλείεται, “εδώ” είμαστε. Και πάλι σ’ ευχαριστώ.
  3. Αρκετά ενδιαφέρον άρθρο, είχα την τύχη να διαβάσω ένα βιβλίο που αναφέρεται πάνω στο ζήτημα της ταχύτητας τόσο στην κοινωνία όσο και στο ίδιο το σύστημα. Όποιος θέλει μπορεί να ρίξει μια ματιά, του το προτείνω. http://www.biblionet.gr/book/173845/Misslnformation/Guerilla_Installation