ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : Unknown


Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκε
κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε
μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα
να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου κοινοτικό
αίσθημα να συμπίπτει με κείνο των αρίστων; Τι
έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη
βλέπουμε; Ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε;
Ο. Ελύτης[1]
Η κοινότητα δεν υπήρξε μια συσσωμάτωση αδιάφορη για το μάτι των ερευνητών. Από νωρίς διαπιστώθηκε, ότι η εξέταση της θα έθετε κρίσιμα προβλήματα και θα αποκάλυπτε ουσιώδεις πτυχές της νέας ελληνικότητας.
Σε πολλές περιπτώσεις θεωρήθηκε ως δημοσιονομικός θεσμός της τουρκοκρατίας, ενώ σε άλλες προσδιορίστηκε η γενεαλογία της στο αρχαίο άστυ και σε σταθερούς γεωοικονομικούς παράγοντες. Δείγμα των ποικίλλων απόψεων που διατυπώθηκαν είναι και η σύνδεση της με την οργάνωση της οικονομικής ζωής κατά την εποχή του Βυζαντίου. Επιπροσθέτως υποστηρίχθηκε ότι η κοινότητα αποτέλεσε μορφή κοινωνικής οργάνωσης, που άνθισε στα Βαλκάνια υπό διάφορες μορφές και γενικότερα στην ορθόδοξη ανατολή (Ρωσία, παρευξείνιες χώρες). Φαίνεται να υπάρχει μια γενική συμφωνία, ότι η σημασία της κοινότητας αρχίζει να υποχωρεί αμέσως μετά τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους και το τέλος της κυβερνήσεως Καποδίστρια. Στα πλαίσια μιας απαισιόδοξης ερμηνείας, η κοινότητα δεν έχει πλέον θέση σε μια διαρκώς εκτεχνικευμένη κοινωνία και αναγκαστικά θα ακολουθήσει την μοίρα του διαρκώς συρρικνούμενου γεωργικού τομέα. Αντίθετα, κατά άλλες εκτιμήσεις, τα σύγχρονα πληροφοριακά δίκτυα και η αλματώδης ανάπτυξη των μέσων συγκοινωνίας, ευνοούν την αποκεντρωμένη οργάνωση του πολιτικού και κοινωνικού βίου.
Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας ερεύνησε ενδελεχώς την νεοελληνική κοινότητα. Η σκέψη του μετατοπίστηκε απο μια εξαντλητική και επιτυχή συλλογή πρωτογενούς υλικού στην ανάδειξη της κοινότητας σε μια «πραγματική ουτοπία» προορισμένη να συγκρουστεί στο χώρο της ιδεολογίας με άλλες «πραγματικές ουτοπίες». Ο Καραβίδας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κοινότητα όχι μόνο υπήρξε, αλλά διεκπεραίωνε λειτουργίες διοικητικές και παραγωγικές. Γηγενής αντικαπιταλιστικός θεσμός, δημιούργημα εν πολλοίς γεωοικονομικών παραγόντων, είναι αναγκαία σε κάθε στάδιο της τεχνικής εξέλιξης και κλειδί για την κατανόηση του νεοελληνισμού.
Ο Κ. Καραβίδας βρίσκει έναν αναπάντεχο σύμμαχο σε ορισμένα κείμενα του Κ. Μαρξ, τα οποία ξεφεύγουν από τον νομοτελειακό εξελικτισμό που διακρίνει τον βασικό πυρήνα της σκέψης του.
Σε δύο επιστολές του ο Κ. Μαρξ το 1877, Προς τον Μιχαηλοφσκι και το 1881, προς τη Βέρα Ζάσουλιτς τάσσεται με όσους στην Ρωσία «στην ζωτικότητα της συνεργατικής αγροτικής κοινότητας» βλέπουν το σπόρο για εκέινο που θα ονομάζαμε σήμερα «μη καπιταλιστική ανάπτυξη» προμηνύοντας τον κομμουνισμό.[2] Όπως υπογραμμίζει Ε. Μπαλιμπάρ, που παραθέτει τα κείμενα του Μαρξ, η κοινότητα «μπορεί να χρησιμεύσει για την «αναγέννηση της Ρωσίας», δηλαδή για την οικοδόμηση μιας κομμουνιστικής κοινωνίας, αποφεύγοντας τους «ανταγωνισμούς», τις «κρίσεις», τις «συγκρούσεις» και τις «καταστροφές» που σημάδεψαν την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Δύση, δεδομένου ότι η κοινοτική μορφή είναι σύγχρονη (όρος στον οποίο ο Μαρξ επανέρχεται με επιμονή) με τις πιο αναπτυγμένες μορφές της καπιταλιστικής παραγωγής, τις τεχνικές της οποίας μπορεί να δανειστεί από τον περιβάλλοντα «χώρο».[3] Είναι βέβαιο ότι αν οι Σοβιετικοί είχαν επιλέξει να σεβαστούν την κοινοτική παράδοση θα ήταν εντελώς διαφορετική η εξέλιξη των κοινωνιών τους.
Η κοινότητα δεν αντιτίθεται απαραίτητα στην ύπαρξη ισχυρής κεντρικής αρχής, όπως τεκμηριώνεται από το γεγονός της παρουσίας της κατά την βυζαντινή και οθωμανική κυριαρχία. Θα αναμέναμε ενδεχομένως από τον Καραβίδα να ερμηνεύσει την κοινότητα, ως απότοκο της απουσίας προτεσταντικού ήθους που η δραστική του παρουσία σε χώρες της Δύσης ευνόησε την υπολογιστική οργάνωση του βίου και την ατομική συσσώρευση πλούτου. Μια τέτοια οπτική, που εκκινά βέβαια από τους προβληματισμούς του M. Weber αλλά και με την συνδρομή άλλων αιτιοτήτων, όπως του γεγονότος ότι στην οθωμανική κυριαρχία η γη θεωρείτο ότι ανήκε στον Θεό και στον γήινο εκπρόσωπο του τον Σουλτάνο, την ισότιμη αποδοχή του εθιμικού δικαίου και του ρωμαϊκού δικαίου, μπορεί να εξηγήσει την μακρά απουσία από την νεοελληνική κοινωνία μιας αυθεντικά δυτικής εκδοχής της κεφαλαιοκρατίας –που σημαίνει όχι μόνο συγκεκριμένες παραγωγικές σχέσεις αλλά και συγκεκριμένο ήθος σαν αυτό που αδρότατα μας περιέγραψε ο W. Sombart στο έργο του «Αστοί» και την πεισματική εμμονή της, στην κοινότητα ή σε αποτυχημένες εκδοχές του κοινοτικού συνεργατισμού. Ο Καραβίδας δεν γοητεύτηκε από την σκέψη του M. Weber. Απέδωσε την κοινότητα σε ένα σύνολο αξιών που κληρονομούνται στον νεοελληνισμό κατευθείαν από το αρχαίο άστυ καθώς και σε αναλλοίωτους γεωοικονομικούς παράγοντες. Το έργο του είναι εκτενέστατο. Περιλαμβάνει δημοσιεύσεις σε περιοδικά που εκδίδονταν ανάμεσα στο 1920-1930 όπως στην Πολιτική Επιθεώρηση του Ι. Δραγούμη και στην Κοινότητα του Ν. Μαλούχου και έργα όπως Η κοινοτική πολιτεία, Αγροτικά, Μακεδονικοί Ύμνοι, Γεωοικονομία και κοινοτισμός, Ευρωπός, Η μακεδονοσλαβική αγροτική κοινότης, Η Δημοκρατία και η Αυτοδιοίκησις εν Ελλάδι, Σοσιαλισμός και Κοινοτισμός, Η τοπική αυτοδιοίκησις και ο επιχώριος εν Ελλάδι οικονομικός ρεζιοναλισμός –οικονομικαί, κοινωνικαί και πολιτικαί εφαρμογαί του κοινοτισμού επί του ουσιαστικού περιεχομένου της δημοκρατίας εν Ελλάδι. Παρά τον ιδιαίτερα προσωπικό τρόπο γραφής και τις επιμέρους πιθανές ενστάσεις το έργο του Κ. Καραβίδα περιέχει ανεκτίμητο πλήθος πρωτογενών παρατηρήσεων και σκέψεων.
Ο Κ. Καραβίδας μεταβαίνει από την διοικητική-δικαιακή ερμηνεία της κοινότητας στην κοινωνική-οικονομική στο έργο του Κοινοτική Πολιτεία (έκδοση του ιδίου, Αθήναι 1935). Τυπικό παράδειγμα ανεξάρτητου στοχαστή –αν και κριτικός υποστηρικτής του Ε. Βενιζέλου–, σε έργα του όπως τα «Αγροτικά» είμαστε αντιμέτωποι με το ισχυρό πάθος του να συλλέξει πρωτογενή δεδομένα –πολύτιμα για τον κοινωνιολόγο όσο και τον ανθρωπολόγο– για το τσελιγκάτο, την Πατριά (Ζάντρουγκα), το βαλκανικό κεφαλοχώρι, το τσιφλίκι, τους ελεύθερους μικροϊδιοκτήτες καλλιεργητές, ενώ εξετάζει με ιδιαίτερα πρωτότυπο τρόπο τα κοινωνικά αίτια της ληστείας. Στην Κοινοτική Πολιτεία περιέχονται οι θέσεις του Κ. Καραβίδα για την κοινοτική μεταρρύθμιση, διατυπωμένες με σαφή και συστηματικό τρόπο. Ενδιαφέρεται να παρουσιάσει την κοινότητα, τον κοινοτισμό ως διακριτό κοινωνικό-οικονομικό σύστημα τόσο έναντι των συνεταιριστών όσο και έναντι των φιλελεύθερων και των κρατιστών. Δευτερευόντως ανιχνεύει την γενεαλογία της κοινότητας και της πολιτικής θεωρίας του κοινοτισμού.
Ο Κ. Καραβίδας αντί να ηθικολογεί για το θέμα της ληστείας επισημαίνει ως αίτιά της την εξασθένηση «της οικονομίας των ορεινών αυτών περιοχών το δε άλλο η έντασις των δημογραφικών περισσευμάτων του πληθυσμού εις τας ιδίας περιοχάς».[4] Περισσότερο αναλυτικά γράφει ότι οι μη απασχολούμενοι πληθυσμοί της ορεινής Ελλάδας είχαν τρεις διαφορετικές επιλογές: α. Μετανάστευση, β. Επάνδρωση του κρατικού τομέα, γ. Συγκρότηση ληστρικών ομάδων. Επίσης θεωρεί ότι η στήριξη της αγροτικής παραγωγής στο ανώνυμο κεφάλαιο, στην μηχανή και γενικά σε «εκκεφαλαιοκρατισμένες μορφές οργανώσεως» θα την καταστήσει ευαίσθητη στις κρίσεις. Καταλήγει δε ότι είναι ανόητο «να ζητάτε να βελτιώσετε, με μορφές οργανώσεως καφαλαιοκρατικές, μιαν χώραν φύσει μη κεφαλαιοκρατικήν˙ μόνον προσωρινάς θέσεις με μεγάλους μισθούς θα έχετε εις το κέντρον».[5]
Ο Κ. Καραβίδας διαβλέπει το οικονομικό ναυάγιο των μικροϊδιοκτητών και την επακόλουθη συγκέντρωση πλούτου. Γι’ αυτό τους συμβουλεύει ότι έχουν συμφέρον «να διατηρήσουν μεν το καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά και να υποταχθούν εις μιαν πολιτικήν αρμονιστικήν και συνθετικήν των μικρών-μικρών από πολλών πηγών πολλαπλών πόρων εφ’ ων στηρίζονται, και να ολοκληρώσουν την οικονομία των εντός του πλαισίου των πατροπαράδοτων κοινοτικών θεσμών˙ εξήγησα δε ότι η τοιαύτη ολοκληρωμένη κοινότης, η κοινότης δηλαδή της παραγωγής, της βιομηχανίας και ει δυνατόν και του εμπορίου ωρισμένων εκ των πρώτων υλών της χώρας μας, αποτελεί στοιχειώδη προϋπόθεσιν παντός ευρυτέρου ομαδικού σχηματισμού».[6]
Ο Κ. Καραβίδας υποστηρίζει ότι η γεωργία και η κτηνοτροφία δεν μπορούν να επιβιώσουν οικονομικά δίχως «την εγκαθίδρυσιν ειδικών λειτουργιών κοινοτικών και δη χαρακτήρος κατά βάσιν αναγκαστικού, ως είνε ο σχηματισμός της ντάμκας των ομοειδών καλλιεργειών, η κατάλληλος συγκρότησις της νομευτικής μονάδος (λειβάδι) και η αγροφυλακή».[7] Επίσης δίνοντας μια σύνοψη των στοιχείων που συμπίπτουν για την δημιουργία της κοινότητας ως πλήρους κοινωτικο-οικονομικής οντότητας αναφέρει ότι «η τελική φυσιογνωμία πάσης ανθρώπινης κοινωνικής συνθέσεως είναι πάντοτε προϊόν αλληλοπροσαρμογής των τριών τούτων στοιχείων του φυλετικού, του πολιτιστικού και κυριώτατα του γεωοικονομικού».[8]
Ο πολιτικός χαρακτήρας της κοινότητας περιέχει στοιχεία δημοκρατίας και αριστοκρατίας: «Η επιτυχής προσαρμογή των ως άνω στοιχείων μέσα εις τα τόσον ποικίλα και διαφορικώτατα τοπεία των βάθεως τετμημένων Μεσογειακών και δη των Ελλήνικών χωρών έφερεν εις την διαμόρφωσιν ωρισμένων ειδικών θεσμών –κατ’ ουσίαν ειδικών εν τη προσαρμογή παραλλαγών του εκάστοτε αναγκαίου δια την παραγωγήν συνδυασμού κεφαλαίου και εργασίας– θεσμών που είναι πανάρχαιοι εν Ελλάδι, γενικά δε γνωστοί με το όνομα «Κοινοτικοί», που έχουν τον τύπον της αληθινής αξιολογικής (προσωπικής δηλαδή και όχι κληρονομικής) αριστοκρατικής δημοκρατίας και που η άνθισις των συνέπεσε πάντοτε με τις ισχυρότερες εκλάμψεις του πολιτισμού εις την Μεσόγειον και με την γονιμωτέραν ατομικιστικήν κίνησιν και διασταύρωσιν των λαών αυτής».[9] Οι κοινοτικοί θεσμοί κατά τον Κ. Καραβίδα συνιστούν τον «έμπρακτο συνεργατισμό» και την «αληθή ελευθερία».
Σε έργα, όπως τα εγγειωβελτικά, που είναι αδύνατο ή οικονομικά ασύμφορο να πραγματοποιηθούν από μεμονωμένους αγρότες ή αγροτικές οικογένειες, απαιτείται η σύνθεση κεφαλαίου-εργασίας από την κοινότητα, γεγονός που σε ορισμένες περιπτώσεις έγινε με θετικά αποτελέσματα.
Ο Καραβίδας ανιχνεύει στοιχεία κοινοτικού συνεργατισμού στους νομάδες ή ληστοπειρατές. Όπως και ο Μοσχοβάκης χρησιμοποιεί την αγγλική κοινωνία ως παράδειγμα. Γράφει χαρακτηριστικά αιτιολογών την αποικιακή αγγλική εξάπλωση: «Διισχυρίζομαι, ότι όλα αι κατόπιν επιτυχίαι δεν είναι παρά η λογική συνέπεια μιας προσφυούς προσαρμπγής των αρχικών οργανικών κυτάρων του νομαδικού Τσελιγκάτου και της ληστοπειρατικής Συντροφιάς εις τους όρους που απήτησεν η οργάνωσις της αποικιακής εξαπλώσεως των κομπανιών του διαμετακομιστικού εμπορίου, της ωκεανείου ναυτιλίας, του πολεμικού στόλου, της βιομηχανίας, της τραπεζικής πρακτικής, της πίστεως και της φινάτσας του διεθνούς κεφαλαίου, του οποίου την εμπιστοσύνην κατέκτησαν οι Άγγλοι».[10]
Δίχως την ανάπτυξη του κοινοτικού συνεργατισμού, η ανάπτυξη του οικονομικού προϊόντος (υπό διάφορες μορφές) είναι επικεφαλής, η παρουσία του ενός είναι ιδιαίτερα κρίσιμη για τον άλλο, ώστε δύο επιλογές αναγκαστικά ακολουθούν: η ερήμωση, η μετανάστευση ή ο εμφύλιος πόλεμος. Δυστυχώς στην Ελλάδα, μετά την παρακμή του κοινοτικού συνεργατισμού, τις δοκιμάσαμε και τις δύο.
Αναζητώντας ο Καραβίδας τους λόγους της προϊούσας αποσύνθεσης των κοινοτήτων επισημαίνει ότι: η «θανάσιμος γραμματολογία» και η «ηθοφθόρος αποσυνθετική αντίληψη του ατομικού ανθρώπου» που παρανόησε την αρχαία ελληνική παράδοση καθώς και οι παρεμφερείς αντιλήψεις της γαλλικής επανάστασης υπονόμευσαν τα πνευματικά θεμέλια του κοινοτισμού. Εξίσου δυσμενής υπήρξε η επίδραση του «ξενικού κοινοβουλευτισμού». Γνωρίζουμε ότι στην χώρα μας ο κοινοβουλευτισμός, παρά το γεγονός ότι υπήρξε από τις πρώτες χώρες που εισήγαγαν την καθολική ψηφοφορία, λειτούργησε ως μέσο διοχέτευσης της ξενικής επιρροής και της πολιτικής κυριαρχίας των «τζακιών».
Ο Καραβίδας μνημονεύει τον Παπαρηγόπουλο, τον Σάθα, τον Βλαχογιάννη, τον Κοκκώνη ως υπερασπιστές των κοινοτικών θεσμών. Μια ουσιώδης διαφορά που χαρακτηρίζει τη σκέψη του Καραβίδα σε σχέση με όλους αυτούς, αλλά και τον Μοσχοβάκη, είναι ότι δεν αρκείται να προσθέσει την κοινότητα ως μια επιπλέον διοικητική βαθμίδα, αλλά την αντιπαραθέτει προς το κοινοβούλιο. Οι προθέσεις όπως θα δούμε κατόπιν πιο συγκεκριμένα δεν είναι η δικτατορία, ούτε η πεφωτισμένη δεσποτεία (Καποδίστριας) που θα πραγματώσει εκ των άνω τον αστικό εκσυγχρονισμό, αλλά η ριζική μεταρρύθμιση του κοινοβουλίου. Περισσότερο αναλυτικά για την μεταρρύθμιση του κοινοβουλευτισμού γράφει ο Καραβίδας στο δοκίμιο του Η Δημοκρατία και η αυτοδιοίκησις εν Ελλάδι.[11]
Για τον Ι. Δραγούμη με τον όποιο είχε συνεργαστεί στην Πολιτική Επιθεώρηση σημειώνει: «εκ της αγωγής του και εκ του είδους της εργασίας του ως και εκ της ζωηράς αναμίξεώς του εις τας διεκδικήσεις της Μεγάλης Ιδέας (ήτις είχεν εννοηθεί κατά τρόπον αντίστροφον προς τα πραγματικά προβλήματα της οργανώσεως των Κρατών και της Διοικήσεως των λαών και των τόπων εις ους απέβλεπεν) αν και κατά σειράν παρεσύρθη εις όλας τας τότε κυκλόφορούσας κοσμοθεωρητικάς κοινωνικάς αντιλήψεις και καλλιτεχνικάς ροπάς – εν τούτοις δεν έλειψεν απο του να διαισθανθή και να διατυπώση ποιητικώς μεν περιγραφικώς (ούχι αναλυτικώς και συστηματικώς) πλην μετά μεγίστης οξύτητος την εγγενή δια τον ελληνισμόν αξίαν της κοινοτικής μας παραδόσεως».[12]
Έτσι η έννοια της κοινότητας σταδιακά λαμβάνει πολεμικό χαρακτήρα. Διακρίνει όσους επιλέγουν μία περισσότερο γηγενή και συλλογική οργάνωση του οικονομικού και πολιτικού βίου από όσους ευθυγραμμίζονται με έναν νόθο αστισμό και έναν κολοβωμένο κοινοβουλευτισμό, υπηρέτη της ξένης επέμβασης και των κυρίαρχων προαστικών δυνάμεων. Παρότι οι δυνάμεις αυτές συνήθως είχαν μια εξίσου κυρίαρχη παρουσία και στις κοινότητες, προτιμούν τελικώς να συνασπιστούν πίσω από τον μονάρχη και το κοινοβούλιο ή κατά προτίμηση να ακολουθήσουν στρατιωτικά κινήματα επιλέγοντας κατά τον προσφυή λόγο του Σ. Μάξιμου, Κοινοβούλιο ή Δικτατορία. Ο Καραβίδας προβάλλοντας μεθοδικά τον κοινοτισμό προσπαθεί να επιτύχει ότι δεν επέτυχε η πεφωτισμένη δεσποτεία του Ι. Καποδίστρια, να αποδώσει πολιτική δυναμική στις λαϊκές συσσωματώσεις.
Συχνά ο Καραβίδας επανέρχεται στην συγκριτική διαφορά του γαλλικού ατομικισμού με τον αγγλικό κοινοτισμό. Η σημασία αυτής διαφοροποίησης, κι αν ακόμη υπήρξε, σταδιακά μηδενίζεται. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η νοηματοδότηση της ελευθερίας, όχι ως αποθέωση του ατομικισμού αλλά ως ιεραρχική ένταξη του ατόμου μέσα στην κοινότητα ή εναλλακτικά στην πατριαρχική ή νομαδική οικογένεια. Σημειώνει δε «Η καθυποβολή εις την ιεραρχίαν και εις την πειθαρχίαν του άστεως τούτου, ήτο πράγματι ο μόνος τρόπος ίνα ο καθείς αποκτήση την οντότητά του ως ανθρώπου, να περιβληθή την προσωπικότητα αυτού ως ατόμου, να καταστή δε ούτω ένας συντελεστής τάξεως και προκοπής, όχι αναρχίας.[13] Βέβαια η ένταξη του ατόμου στην πατριαρχική οικογένεια ή στην συνεργατική κοινότητα, μπορεί να ήταν αναγκαία και σωστική αλλά σε πολλές περιπτώσεις να ήταν ασφυκτική. Δίχως άλλο αν δεν υπήρχε μια ελάχιστη συναίνεση των μετεχόντων, οι συσσωματώσεις αυτές δεν θα επιβίωναν για το διάστημα που επιβίωσαν. Η ελευθερία, κατά τον Καραβίδα, δεν έχει αρνητικό νόημα –ελευθερία απο κάτι– αλλά θετικό, ελευθερία για κάτι: «η δική μας κοινότητα προϋποθέτει όχι μια αρνητική ατομιστική ελευθερία αλλά μια θετική κατάφασι και μια πύκνωσι της τάξεως των ατόμων μέσα στην οργανική ομάδα όπου ο καθένας ημπορεί να βρή της μόνες πιθανές δυνατότητες πρακτικής ατομικής ελευθερίας και ισότητος˙ έτσι ακριβώς ήταν και στο αρχαίον άστυ, έτσι είνε και τώρα στην κοινότητά μας».[14] Εμφατικότερα ο Καραβίδας επισημαίνει «ότι αντίθετα από αυτό που γίνεται στο σημερινό αστικό κράτος, το άτομο δεν θάχη πλήρη προσωπικότητα αν δεν μετέχη σε μια ωρισμένη ομαδική μονάδα της παραγωγής της χώρας όπου ζη».[15]
Ο Καραβίδας, είναι υποχρεωμένος να επανερμηνεύσει την θέση του πολίτη στο αρχαίο άστυ, διότι από αυτό προμηθεύονται υποδείγματα όλοι οι νεώτεροι απολογητές του ατομικισμού: «Η παρεξήγησις έγκειται εις το ότι πουθενά το ελεύθερο άτομο δεν ήταν τόσο οργανικά εντεταγμένο και αντικειμενικά ιεραρχημένο όσο στην αρχαία ελληνική κοινοτική ομάδα. Η πτώσις άλλωστε της Ελλάδος συνδέεται εσωτερικά όχι με την ύστερη υποδούλωση στους ξένους επιδρομείς αλλά με την διάλυσι εκείνης της πρώτης ομάδος και με την εξασθένησι του κοινοτικού εταιρικού πνεύματος, το οποίον βάσταξε από τον Πυθαγόρα έως το ύστατο σπαρτιατικό συσσίτιο κάτω από άπειρες μορφές και το οποίον εμφανίστηκε από περίοδο σε περίοδο πολύ συχνά όπως και πρόσφατα στης προεπαναστατικές κοινότητες της Ηπείρου των νησιών και άλλων μερών της Ελλάδος και της Μεσογείου».[16]
Ο Καραβίδας για να αποσαφηνίσει την έννοια του κοινοτικού συνεργατισμού αναφέρεται στους Υδρο-σπετσιώτες συντροφοναύτες και τα Ζαγόρια της Ηπείρου ανάμεσα στο 1700 και 1820. Στην δεύτερη περίπτωση η εισροή μεταναστευτικών πόρων δεν ευνοούσε την χαλάρωση αλλά αντίθετα συνέπεσε η ένταση της εργασίας με την ακμή της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της βιοτεχνίας. Επιπλέον η τοπική εξουσία εδεχόταν τον άμεσο και σκληρό έλεγχο της κοινότητας ώστε «η ισορροπία ήτο δυναμική, η ιεραρχία γνησία και οι κυρώσεις άμεσοι».[17] Παρ’ όλα τα θετικά στοιχεία, που ο Καραβίδας απαριθμεί, αποφεύγει να αναδείξει την κοινότητα, σε «παγκόσμιο πρότυπο», διατηρεί μια αναγκαιότητα τοπική. Όμως σε άλλα κείμενα του θα εγκαταλείψει τον συνεσταλμένο σκεπτικισμό του για χάρη ενός ενθουσιώδη «κοινοτισμού».
Ο Καραβίδας ονομάζει τις κοινότητες τα κυριότερα αντικαπιταλιστικά κύτταρα του ελληνικού χώρου. Η κριτική που ο ίδιος προβαίνει στον καπιταλισμό είναι εξαντλητική: «Τα αποτελέσματα της εξελίξεως ταύτης δεν ήργησαν να φανούν και ήσαν γενικώς μεν η απερίφραστος υποταγή των πάντων εις την ύλην, ειδικώτερον δε η υποδούλωσις των ως προς τας πρώτας μαζικάς ύλας πτωχών χωρών, ως και η συντριβή όλων των ασθενέστερων κλάδων της παραγωγής, έτι δε και αυτών των προσώπων, που δεν ηδύναντο να συναγωνισθούν εις την διεθνήν αγοράν – δηλαδή να δώσουν εις το ανώνυμον διεθνές κεφάλαιον το επιζητούμενον και, κατά το ελάχιστον αυτού όριον, εν τω συναγωνισμώ καθωρισμένον μείζον κέρδος εκ της παραγωγής αυτών και εκ της εργασίας των. Αλλά μήπως, θα μ’ ερωτήση τις, ως εκ του σχηματισμού του, το ανώνυμο αυτό διεθνές κεφάλαιον, ως και τα κέρδη του, δεν επρόκειτο πάντοτε να ξαναγυρίσουν και κατά τον δημοκρατικώτερον τρόπον να ξανακατανεμηθούν και να πλουτίσουν και την πτωχυτέραν καλύβην, ήτις θα ηδύνατο ανετώτατα να είχε συμμετάσχει εις την συμπόσωσιν αυτού; Δεν είναι όμως έτσι, δυστυχώς˙ διότι, πίσω από το προσκήνιον της ελευθερίας, η τεράστια αυτή δύναμις του διεθνούς ανωνύμου κεφαλαίου, εκφυγούσα από τας χείρας που επαξίως και υπευθύνως ηγούνται των διαφόρων κλάδων της παραγωγής, περιήλθεν εις την διάθεσιν της διεθνούς τραπεζιτικής γραφειοκρατίας και των πρωταθλητών του χρηματιστηρίου, των πλέον ανευθύνων δηλαδή προσώπων˙ η δε περιβόητος ανακατανομή δεν απέδωσεν παρά θύελλας μόνον και μάλιστα ιδιαιτέρως βαρείας εις εκείνα τα κοινωνικά στρώματα, τα οποία είχαν εμπιστευθεί την τύχην των εις μηχανισμούς τόσον μεμακρυσμένους από την άμεσον αυτών αντίληψιν».[18]
Η σύγκρουση χρηματιστικού και παραγωγικού κεφαλαίου είναι μια σταθερά της καπιταλιστικής οικονομίας όσο και ο κερδοσκοπικός οίστρος των χρηματιστηρίων.
Οι κοινοτικοί θεσμοί τονίζουν το προσωπικό στοιχείο και μπορούν να εγγυηθούν την «προσφυεστέραν τεχνική και κοινωνική αγωγή» όπως και την οργανωμένη μεταναστευτική κίνηση πληθυσμών που δεν χωρούν μέσα στο ελληνικό γεωπολιτικό πλαίσιο.
Ο Καραβίδας θεωρεί ότι ο καπιταλισμός, όπως και κάθε κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, θα πρέπει να προσαρμόζεται στις αναγκαιότητες κάθε τόπου. Υποστηρίζει ότι η εισαγωγή του καπιταλισμού θα οδηγήσει πολλές περιοχές σε ερήμωση. Βέβαια ο καπιταλισμός δεν προϋποθέτει τον σεβασμό των παλαιότερων παραδόσεων αντίθετα στοχεύει στην ομογενοποίηση του κόσμου με την καταστροφή κάθε ετερότητας. Αυτό που ακολουθεί δεν είναι η επέλευση του παγκοσμίου προλεταριακού πολιτισμού, όπως θα επιθυμούσε ο Μαρξ, αλλά η γενικευμένη ανομία.
Ο Καραβίδας αποβλέπει στην αναζωογόνηση της γεωργικής οικογενείας, που θα ασχολείται με ποικιλία καλλιεργειών, αντί της μονοκαλλιέργειας και την συγκρότηση του κοινοτικού-συντροφικού συνεργατισμού. Περισσότερα στοιχεία για την γεωργική οικογένεια παραθέτει ο Καραβίδας στα Αγροτικά.
Ο Καραβίδας φαίνεται να μην λαμβάνει υπ’ όψιν του ή να αγνοεί τις κατηγοριοποιήσεις του Ταίνις στο Κοινότητα και Κοινωνία. Πολλές φορές διευρύνει τόσο πολύ τον ορισμό της κοινότητας ώστε την καθιστά εννοιακά αδρανή. Όμως αντιπαραθέτει τον οργανικό χαρακτήρα της κοινότητας προς τον μηχανικό των άλλων κοινωνικών σχηματισμών. Παρόμοια είναι και η ερμηνεία της κοινοτικής ιεραρχίας: «Στη μάζα (και του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού) η ιεραρχία είνε μηχανική, πλήρης συνεπώς και συντριπτική, εξαντλητική, πράγμα άλλως τε απαραίτητο για την οργάνωσι και την δημιουργική κίνησι των απεράντων όγκων του αψύχου και του εμψύχου υλικού, όγκων με τους οποίους τα καθεστώτα αυτά εργάζονται˙ επίσης στη μάζα η ισότης είνε εντελώς αφηρημένη, γιατί φυσικά στην πράξι δεν μπορεί να υπάρξη ποτέ η ιδανική και νομική μηχανική ισότης. Στην ομάδα η ιεραρχία και η ισότης είνε οργανικές και γι’ αυτό είνε πιο άνετες πιο εύπλαστες. Και η σχέσις του ατόμου προς το άτομον και προς την φύσιν είναι, με μια λέξι, άλλη στην ομάδα και άλλη στη μάζα».[19]
Οι συνεταιρισμοί όπως συγκροτούνται στην Αγγλία και την Γερμανία αυθόρμητα ή με την επιρροή των ιδεών των κοινοτιστών Φρ. Ραϊφάϊζεν και Χ. Σούλτσε είναι για τον Καραβίδα «προϊόν και συγχρόνως σύμπτωμα της επικρατήσεως της νέας επαναστάσεως και του καπιταλιστικού καθεστώτος»[20] και γι’ αυτό αναγκασμένοι να προσαρμόζονται ολοένα και περισσότερα στην καπιταλιστική πραγματικότητα. Κατά τον Καραβίδα η κρίση του καπιταλισμού είναι η αδυναμία εύρεσης νέων αγορών όπου θα τοποθετηθούν προϊόντα και εργατικά χέρια, Σταδιακά θα μεταβαίνει σε συστολή των ατομικών ελευθεριών, παρά των αντιθέτως διακηρυχθέντων, ενώ ο συνεταιρισμός αποτελεί αποκλειστικά την παθητική αντιμετώπιση των αδήριτων αναγκαιοτήτων της καπιταλιστικής οικονομίας. Αντί λοιπόν της ευρείας εισαγωγής συνεταιρισμών που θα δημιουργήσουν ένα πρόσθετο γραφειοκρατικό βάρος, ο Καραβίδας προτείνει να στηριχθούμε στην γηγενή αντικαπιταλιστική παράδοση του κοινοτικού συνεργατισμού.
Ενδιαφέρον είναι ότι ο Καραβίδας δεν αγνοεί τον Χέγκελ, αφού δίχως να τον κατονομάζει επικρίνει ανωνύμως τους φιλοσόφους «οίτινες αντί να επιδοθούν εις τα θεία έργα της μουσικής, της ποιήσεως και της φιλοσοφίας, επεζήτησαν να θεοποιήσουν την Πρωσικήν Μοναρχίαν και να πραγματοποιήσουν την ιδεατή έννοιαν της Πολιτείας».[21]
Ο Καραβίδας αναφέρεται στον αποθεμελιωτικό ρόλο της «θύραθεν εισαγώμενης νομοθεσίας». Στον παράγοντα αυτό δηλαδή στην δυσμενή επίδραση επί των κοινοτήτων του εισαγόμενου ρωμανο-γερμανικού δικαίου εξαντλητικό και πολύτιμο υπήρξε το έργο του καθηγητή Ν. Πανταζόπουλου.[22] Ο Καραβίδας ισχυρίζεται ότι οι νομοθέτες δεν αντιλήφθηκαν το κοινωνικό ζήτημα και γι’ αυτό απέφυγαν να προσαρμόσουν τον συνεργατισμό σε νέες πιο υγιείς βάσεις.
Ο Καραβίδας αποδίδει την συγκρότηση των κοινοτικών σχηματισμών στη μείξη παραδοσιακών και πολιτιστικών στοιχείων με την φύση της γεωοικονομίας. Γι’ αυτό αντιμετωπίζει θετικά το έργο του Τσοποτού, Γη και Γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, που θεωρεί το τσιφλίκι ως προϊόν των γεωφυσικών συνθηκών της χώρας που καθιστούν αντιοικονομική την μικρή ιδιοκτησία. Έτσι η κοινοτική εξουσία θα πρέπει να διαδεχθεί τον τσιφλικά στις λειτουργίες που αυτός διεκπεραίωνε.
Η απαρίθμηση στη συνέχεια των μορφών κοινοτικής δραστηριότητας (Υδραίοι συντροφοναύτες, Αμπελακιώτες εμποροβιοτέχνες, εμπορικές κομπανίες Σιάτιστας, Κοζάνης, Καστοριάς, Ιωαννίνων, Μετσόβου, παραδουνάβιων περιοχών, τσελιγκάτα, κεφαλοχώρια) αποδεικνύει την ευρύτητα του κοινοτικού συνεργατισμού.
Η συντροφικότητα είναι το κύριο χαρακτηριστικό που αποδίδει στον κοινοτισμό, ο Καραβίδας. Δηλαδή η δυσκολία των καταστάσεων και η σπανιότητα των αγαθών οδήγησε τους νεοέλληνες, να ξεπεράσουν τον άκρατο ατομικισμό τους, ώστε ο καθένας να αισθάνεται τον άλλο ως μέρος του εαυτού του. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο έσχατος γίνεται πρώτος και γίνονται κατανοητές συμπεριφορές που υπό άλλες συνθήκες είναι άμεσα καταδικαστέες. Ο Καραβίδας αναφέρει το περιστατικό όπου ένας απλός αγγελιοφόρος αποκάλεσε τον Καραϊσκάκη «γύφτο και κερατά» και αυτός αντί να τον τιμωρήσει τον «ενηγκαλίσθη και κατησπάσθη».[23]
Ο κοινοτισμός απορρίπτει τον απόλυτο χαρακτήρα της ατομικής ιδιοκτησίας, που της αναγνωρίζει το αστικό καθεστώς. Τίθεται δε ως μέσο στην εξυπηρέτηση των συλλογικών στόχων της κοινότητας. Η ρωμαϊκή νομοθεσία απορρυθμίζει την συντροφικότητα και την οργανική αλληλεγγύη του κοινοτικού συνεργατισμού: «διότι ο Ρωμαϊκός Νόμος όχι μόνον ηρνήθη την ευρυτέραν οργανικήν αυτή αλληλεγγύην, αλλά και την κατά κόγχην υπάρχουσαν τοιαύτην διέβρωσε βαθμηδόν, εισχωρήσας, ως σφήνα διαλυτική, κατά τρόπον ακριβώς άλλως τε όμοιον όπως γίνεται και σήμερον εις όλας τας παθητικώς εκκεφαλαιοκρατουμένας χώρας η παρείσδυσις του καπιταλιστικού κεφαλαίου, εις βάρος δηλαδή της ομαδικής αλληλεγγύης εφ’ ής εδράζονται αι τοπικαί οικονιμικαί μονάδες, μονάδες, εν τούτοις, τας οποίας – καθ’ ο αποτελούσας βασικόν εν ταις καθ’ ημάς χώραις όρον».[24]
Ο Καραβίδας είναι σαφέστατα αντίθετος με την δικτατορία Μεταξά και με τις διάφορες φασίζουσες ή φασιστικές θεωρίες που φαίνεται να αποτυπώνουν κάποιες επιρροές στον νεοελληνικό μεσοπόλεμο. Επικρίνει την δικτατορία Μεταξά διότι είχε φυλακίσει ως προδότη της πατρίδας τον συμπολεμιστή του Κλεινία επειδή «ούτος ενόμιζε, ότι ημπορούσε ελεύθερα μέσα στο γραφείο ο του να εκφράζη της προσωπικές του γνώμες συναφώς με τον τρίτον ελληνικό πολιτισμό».[25]
Ο φασιστικών εμπνεύσεων καθηγητής Δ. Βεζανής, επικρίνει τον κοινοτισμό ότι στην μεν περίπτωση της Ρωσίας η κοινότητα υπήρξε όργανο του τσαρισμού, ενώ στην Τουρκοκρατία υλοποιούσε αποκλειστικά δημοσιονομικές λειτουργίες. Ο Βεζανής ως κρατιστής ήταν κατανοητό να αντιτίθεται στον κοινοτισμό. Ο δε Καραβίδας του ανταπαντά ότι η ρωσική κοινότητα, προϋπήρξε των Ρωμανώφ και ξεκίνησε ως τρόπος διάκρισης της γης που προοριζόταν για την γεωργία και της γης που προοριζόταν για την κτηνοτροφία. Παρομοίως και η ελληνική κοινότητα, υπήρξε ανεξάρτητα των επιθυμιών του Οθωμανικού κράτους για να απαντήσει σε ζωτικά τοπικά προβλήματα.[26]
Ο Καραβίδας εισηγείται την συγκρότηση ενός πιστωτικού συστήματος, που στηρίζεται στην κοινότητα, το κοινοτικό ταμιευτήριο.
Ουσιαστική είναι η συμμετοχή των εργαζομένων στον κοινοτισμό. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Καραβίδας «οι εργάτες, που θα εισφέρουν την σωματική τους δύναμη και θα δουλέψουν σ’ αυτές τις βιομηχανίες, θα μπορούν να μετέχουν συντροφικά εις το διά τοιούτου συνδυασμού επενδεδυμένο σ’ αυτές κεφάλαιο˙ και τούτο δε τόσο μάλλον, όπου αυτές οι βιομηχανίες θα ειδικευθούν ώστε να παράγουν κατ’ αναλογίαν πλείονα μέσα παραγωγής, ήτοι μηχανές για άλλα εργοστάσια νέα και επίσης συντροφικά και ολιγώτερα βεβαίως αγαθά καταναλώσεως, ήτοι είδη, διατροφής..... το Συντροφικό Σύστημα δουλεύει με νομοτέλεια και αξιολογία κυριολεκτικά ανθρώπινη, γεγονός άλλως τε, το οποίον είνε αυτό κυρίως, που, μαζί με την επιθυμητή ανάπλαση του εν λόγω Συστήματος στη σημερινή οργάνωση της παραγωγής παρ’ ημίν, θα καταστήση τους εργάτες μας συμμετόχους όχι μόνο στα κέρδη της επιχείρησης αλλά και στην ευθύνη για την διοίκησή της και γενικά για την τύχη της».[27]
Ο Καραβίδας διανθίζει τον λόγο του με προσωπικά βιώματα. Ο θεσμός της λαϊκής συνέλευσης, συνέχειας της Εκκλησίας του Δήμου, όπου λαμβάνονταν οι αποφάσεις για τα κρίσιμα θέματα της κοινότητας, υπήρξε ζωντανός στον τόπο καταγωγής του και επηρέασε καταλυτικά την πολιτική του σκέψη: «Όταν πρωτοεγύρισε, γύρω στα 1897, ο πατέρας μου στο Ζωριάνου, οι Ζωριανίτες έκαμναν μεν την φθινοπωρινήν τακτικήν Γενική τους Συνέλευσι δια την συζήτησιν των κοινών (νοίκιασμα κοινοτικών κτισμάτων, βοσκές, νερά...) ότι, όμως, επειδή εκείνοι είχαν την συνήθειαν να ομιλούν όλοι μαζί, ο πατέρας μου εισήγαγε (όχι δε άνευ βίας) τον κανόνα, καθ’ όν –ο έχων να ειπή κάτι, ώφειλε ν’ ανεβή στο πεζούλι του Αγίου Νικολάου– τέχνασμα δε τούτο, δι’ ού και την σειράν του λόγου έκαμε σεβαστήν επί καιρόν πολύν και τους ρήτορας περιώρισε διότι ο καθένας εδίσταζε βέβαια ν’ ανέβει στο λιθάρι απάνω».[28]
Ο Καραβίδας περιγράφει τα οικονομικά και πολιτικά στοιχεία του Συντροφισμού, του Κοινοτικού Συνεργατισμού: «Η παραγωγική εργασία, η τροφή και η στέγη αποτελούν για κάθε πολίτη της κύριες ευθύνες του μέσα στην κοινωνία, αλλά συνάμα και τις πιο οργανικές προϋποθέσεις για την ομαλή διαμόρφωση, του χαρακτήρα του˙ εν ελλείψει τούτων, η οικεία Κοινότητα είνε αρμόδια υπόλογη να προβλέψη σχετικώς υπέρ όλων των πολιτών, που τυχόν ήθελαν αναγκασθή να προστρέξουν εις αυτήν, και να τους εξασφαλίση στοιχειώδη τροφήν και στέγην καθώς και εργασίαν παραγωγική, είτε δε εντός είτε και έξω των ορίων της Χώρας.
Η Κοινοτική Πολιτεία είνε οργανωμένη κάτω από της παραδεδομένες ανθρωπιστικές και συντροφικές αρχές, σύμφωνα με την θέληση του Λαού, η οποία ειδικεύεται και εν τη διαρκεία του χρόνου λαμβάνει μορφή νόμιμη δια μέσου μηχανισμών πολλαπλών πυκνώς διασταυρουμένων και επαρκών για την εξασφάλιση του σταθερού ερματισμού της αναγκαίας συντήρησης αλλά και της μεγαλυτέρας εκάστοτε προσιτής προόδου.
Η Ανωτάτη Πολιτική Διοίκηση φέρει εν τη Κοινοτική Πολιτεία κατ’ εξοχήν προσωπικόν χαρακτήρα και ορίζεται υπό των πολιτών διά καθολικής άμεσης και ίσης ψήφου. Ο ούτω πως εκλεγόμενος Αρχηγός του Κράτους διορίζει κατ’ οικείαν κρίσιν και παύει τους Υπουργούς του.
Το Νομοθετικό Σώμα εκλέγεται και ανανεώνεται κλιμακωτά, τμηματικά και έμμεσα από τους πολίτες που ο καθένας δηλώνει την προτίμησή του με ψήφο απλή ή πολλαπλή, ανάλογα πάντα με της ευθύνες που τον βαρύνουν, ευθύνες π.χ. πολυμελούς οικογένειας, διευθύνσεως κρισίμων για το κοινό συμφέρον επιχειρήσεων κ.λ.π. Η κάθε κοινότητα στην ύπαιθρο και η κάθε Ενορία μέσα στης πόλεις εκλέγει από όλους τους παραγωγικούς κλάδους ανάλογο αριθμό εκλεκτόρων, εκ των οποίων οι λαβόντες την απόλυτην πλειοψηφίαν καθώς επίσης και ένα ποσοστόν, οριζόμενον δια κλήρου, συμμετέχουν εις της κατά ομοίον τρόπον ενεργούμενες επαρχιακές εκλογές και ούτω καθεξής. Κοινότητα, με την έννοιαν αυτή θεωρούνται ότι αποτελούν και τα συντροφικά εργοστάσια, των οποίων οι εκλέκτορες συγκεντρώνονται και συμμετέχουν εις τον ορισμό των τελικών αντιπροσώπων κατά παραγωγικούς κλάδους˙ Κοινότητα επίσης, με την ίδια έννοια, αποτελούν τα Πανεπιστήμια, η Εκκλησία, οι τράπεζες, οι Δημόσιες και Κοινοτικές Υπηρεσίες, τα μεγάλα Επαγγελματικά και τα Κοινωφελή Σωματεία, οι Γεωργικοί και λοιποί Συνεταιρισμοί και οι Ενώσεις αυτών, η Υπερπόντια Ναυτιλία, οι Παροικίες του Εξωτερικού κ.λ.π.
Βασικήν προϋπόθεση, για την αναγνώριση ενός χωριού ή ενός μείζονος πολίσματος ως Κοινότητας Πολιτικής αποτελεί η εκ μέρους των κατοίκων αυτού αναγνώριση και η εκλογή της κατωτέρας Δικαστικής αρχής εξ ιδίων».[29]
Ο νεοελληνισμός βέβαια δεν ακολούθησε τις σκέψεις του Κ. Καραβίδα για τον Συντροφισμό και τον Κοινοτικό Συνεργατισμό. Αντιθέτως, αγνοώντας την αντικαπιταλιστική παράδοση της χώρας και τους υπαρκτούς θεσμούς άμεσης δημοκρατίας προτίμησε να ακολουθήσει μια αποτυχημένη πορεία προσαρμογής στα δυτικοευρωπαϊκά κεφαλαιοκρατικά πρότυπα, με τα ακόλουθα αποτελέσματα.
- μετανάστευση
- δημογραφική συρρίκνωση
- καταστροφή της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, γιγαντισμός του Αθηναϊκού κέντρου
- περιορισμένη ανάπτυξη της βιομηχανίας
- εμφύλιος πόλεμος
- κομματοκρατία
Η υιοθέτηση του καπιταλιστικού συστήματος είχε τις προφανείς δυσμενείς επιδράσεις στα κοινωνικά ζητήματα και στην περιβαλλοντική προστασία. Το κοινοβούλιο αντί να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία, ελέγχεται από αυτή. Το οικονομικό κυριαρχεί επί του πολιτικού. Η κομματοκρατία ευτέλισε την τοπική αυτοδιοίκηση και τους συνεταιρισμούς. Ο λαός πλέον δεν κυβερνά ούτε με τους αντιπροσώπους του.
Οι σκέψεις του Κ. Καραβίδα για τον Συντροφισμό και τον Κοινοτικό Συνεργατισμό παρουσιάζουν αναλογίες με ότι από άλλους ονομάζεται άμεση δημοκρατία-γενικευμένη αυτοδιαχείριση. Δυστυχώς η Αριστερά δεν ακολούθησε εκείνες τις θετικές αξιολογήσεις του Μαρξ για τις κοινότητες αλλά τις απόψεις του που υποστήριζαν ότι οι αναπτυγμένες χώρες της Δύσης έδειχναν τον δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσουν αναγκαστικά και απαρέγκλιτα όλες οι υπόλοιπες.
Αντί του κοινοτισμού παγιδεύτηκαν στην κρατικά διευθυνομένη οικονομία, με την ανάδειξη της γραφειοκρατίας ως του κυρίαρχου στρώματος.
Ο Κ. Καραβίδας δεν στηρίχτηκε σε ρομαντικές θεωρητικές αναζητήσεις, αλλά στην βιωμένη παράδοση του ελληνικού χώρου. Εκεί η συντροφικότητα και η άμεση δημοκρατία δεν ήταν το ζητούμενο αλλά η απτή πραγματικότητα. Όπως έγραφε το 1922 στο περιοδικό Κοινότητα: «η Δημοκρατία δεν μας αρκεί». Πλησίασε τον λαό, έμαθε από τον λαό, από την αρχαία τραγωδία, την αρχαία σκέψη, το δημοτικό τραγούδι, τον Μακρυγιάννη. Καθώς σημειώνει: «Ο Πλάτων λέγει, ότι εδιδάχθη την γλώσσαν του από της γρηούλες, εις τα κατώφλια της γειτονιάς˙ εις τον Νέον Ελληνισμόν, ο καθένας που εζήτει κάτι παραπάνω, έφευγε από τον Λαόν και εβυθίζετο στην σχολαστική γραμματολογία. Έτσι εγίνετο ο πνευματικός αποκεφαλισμός του νέου Έθνους (και αυτή είνε η διαφορά) όχι τόσον εκ των Τούρκων, όσον εκ των ένδον».[30]
Η παρουσίαση του έργου του Κ. Καραβίδα είναι αναγκαστικά σύντομη και συνοπτική. Όμως αξίζει να ασχολούμεθα περισσότερο σήμερα με ένα πραγματικά ελεύθερο πνεύμα, γόνιμο που οι σκέψεις του σίγουρα μπορούν να μας βοηθήσουν να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα του καιρού μας. Καθώς έγραψε ο Π. Κανελλόπουλος: «Ο Κώστας Καραβίδας ήταν θαυμάσιος άνθρωπος. Είχε ρωμαλέο πνεύμα και καλή καρδιά. Δεν έλεγε ποτέ ψέματα. Δεν ήξερε τι θα πει προσποίηση. Οι αλήθειες του ενοχλούσαν τους πιο πολλούς που έρχονταν σ’ επαφή μαζί του. Δεν χαριζόταν σε κανένα, ούτε στους φίλους που αγαπούσε....Ο τράχηλός του δεν υπέφερε κανένα ζυγό. Ο Κώστας Καραβίδας στάθηκε –μόνος– απέναντι όλων, συντηρητικών και προοδευτικών, εθνικιστών και διεθνιστών, εικονολατρών και εικονομάχων, ατομικιστών και σοσιαλιστών».[31]
(Στα κείμενα του Κ. Καραβίδα ακολουθείται η ορθογραφία του πρωτότυπου κειμένου)


[1] Ο Ο. Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, εκδ. Ίκαρος, 1990, σελ.26.
[2] Ε. Μπαλιμπάρ, Η φιλοσοφία του Μαρξ Εκδ. Νήσος Αθήνα, 1996. Μετ-Επιμ. Άρης Στυλιανού, σελ.174.
[3] Όπως προηγούμενα σελ.176.
[4] Κ. Καραβίδας, Αγροτικά, Μελέτη Συγκριτική. Εκδ. Γ΄ Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος, 1990 (Πρόλογος Φ. Βεγλερής) σ. 584.
[5] Ό. π. σελ. 694.
[6] Ό. π. σελ. 697.
[7] Κ. Καραβίδας, Η Κοινοτική Πολιτεία, Αθήνα, 1935 σελ.1.
[8] Ό. π. σελ. 2.
[9] Ό. π. σελ. 2,3.
[10] Ό. π. σελ. 23.
[11] Κ. Καραβίδας, «Η Δημοκρατία και η αυτοδιοίκησις εν Ελλάδι», Αθήνα, 1930 σελ.142. Περιέχεται στο Κ. Καραβίδας, Το πρόβλημα της αυτονομίας – Σοσιαλισμός και κοινοτισμός, Εκδ. Παπαζήση 1981 (Πρόλογος Π. Κανελλοπούλου, Εισαγωγή Κ. Βεργόπουλου).Προτάσεις για την μεταρρύθμιση του κοινοβουλίου είχε διατυπώσει και ο Αλ. Σβώλος, οι οποίες βέβαια έπεσαν στο κενό. Γράφει συγκεκριμένα: «αν πρόκειται και ωφελεί να διατηρηθή ο αντιπροσωπευτικός θεσμός, ας ορθωθή εις την θέσιν της σημερινής Βουλής έν επαγγελματικόν Κοινοβούλιον, εις το οποίον αντί ν’ αντιπροσωπεύονται αι πολιτικαί μερίδες του Λαού, θ’ αντιπροσωπεύονται τα διάφορα συμφέροντα των επαγγελματικών τάξεων. Κατά τον αυτόν τρόπον, αντί των συμφερόντων των πολιτών η επιμέλεια ν’ ανήκη εις τα δημόσιας υπηρεσίας, ως γνωρίζομεν σήμερον αυτάς, θα έπρεπε να ανατεθή αυτή εις τας επαγγελματικάς οργανώσεις εκάστης ενδιαφερόμενης τάξεως», (Περιέχεται στο Α. Σβώλος: Προβλήματα του Έθνους και της Δημοκρατίας, επιμ. Θ. Θεοδώρου, Στοχαστής Αθήνα 1972, τομ. Β΄ σελ. 17. Αναφέρεται στο Μ. Αγγελίδης, Φιλελευθερισμός κλασικός και νέος, Ίδρυμα Σ. Καράγιωργα σελ. 58. )
[12] Κ. Καραβίδας, Η Κοινοτική Πολιτεία, Αθήνα, 1935 σελ. 27.
[13] Ό. π. σελ. 34.
[14] Κ. Καραβίδας, Σοσιαλισμός και Κοινότητα, Εκδ. Κοραής Αθήνα, 1930 και Εκδ. Παπαζήση 1981 σελ.43.
[15] Ό. π. σελ. 43.
[16] Ό. π. σελ. 44,45.
[17] Κ. Καραβίδας, Η Κοινοτική Πολιτεία, Αθήνα, 1935 σελ. 38.
[18] Ό. π. σελ. 40.
[19] Κ. Καραβίδας, Σοσιαλισμός και Κοινότητα, Εκδ. Κοραής Αθήνα, 1930 και Εκδ. Παπαζήση 1981 σελ.57.
[20] Κ. Καραβίδας, Η Κοινοτική Πολιτεία, Αθήνα, 1935 σελ. 58.
[21] Ό. π. σελ. 65
[22] Αναλυτικότερα: Ν. Πανταζόπουλου, «Ελλήνων Συσσωματώσεις κατά την Τουρκοκρατία», Αριστοτέλειο Παν/μιο Θεσ/νικης, Αντιχάρισμα στον Ν. Πανταζόπουλο Θεσ/νικη, 1986 Τόμος Γ΄ σελ. 93-119, «Κοινοτικός βίος εις την Θατταλομαγνησίαν επί Τουρκοκρατίας», όπως προηγούμενα Τόμος Γ΄ σελ. 351-445, «Η προς Ευρωπαϊκά πρότυπα ολοκληρωτική στροφή της Νεοελληνικής Νομοθεσίας G. Maurer, όπως προηγούμενα Τόμος Δ΄ σελ.283 0433, «Αστικός Κώδιξ και ‘Εθνικόν’ Δίκαιον, Σκέψεις επί της αντιθέσεως ‘λογίας’ και ‘δημοτικής’ παραδόσεως εις το δίκαιον» όπως προηγούμενα Τόμος Δ΄ σελ. 437-493, «Ο Ελληνικός Κοινοτισμός και η Νεοελληνική Κοινοτική Παράδοση», όπως προηγούμενα Τόμος Δ΄ σελ. 579-614.
[23] Κ. Καραβίδας, Η Κοινοτική Πολιτεία, Αθήνα, 1935 σελ.86
[24] Ό. π. σελ. 166
[25] Κ. Καραβίδας, Μακεδονικοί Ύμνοι: Λυρισμός, δημοτικισμός, και κοινοτισμός, κομμουνισμός και μικροαστισμός, Δεύτερη έκδοση χ.χ. σελ 15.
[26] Κ. Καραβίδας, Η Κοινοτική Πολιτεία, Αθήνα, 1935 σελ. 179,180,181.
[27] Κ. Καραβίδας, Μακεδονικοί Ύμνοι: Λυρισμός, δημοτικισμός, και κοινοτισμός, κομμουνισμός και μικροαστισμός, Δεύτερη έκδοση χ.χ. σελ 109.
[28] Κ. Καραβίδας, Η Κοινοτική Πολιτεία, Αθήνα, 1935 σελ. 195.
[29] Κ. Καραβίδας, Μακεδονικοί Ύμνοι: Λυρισμός, δημοτικισμός, και κοινοτισμός, κομμουνισμός και μικροαστισμός, Δεύτερη έκδοση χ.χ. σελ 128,129
[30] Κ. Καραβίδας, Η Κοινοτική Πολιτεία, Αθήνα, 1935 σελ. 220.
[31] Από τον πρόλογο του Π. Κανελλόπουλου που έγραψε το 1980 στο Κ. Καραβίδας, Το πρόβλημα της αυτονομίας-σοσιαλισμός και κοινοτισμός, Εκδ. Παπαζήση Αθήνα, 1981.
by : Unknown


     Ανά τέσσερα χρόνια στις τοπικές κοινωνίες αναδύεται μια μηχανιστική ψυχολογία. Ένδειας εαυτού και αναζήτηση αναπλήρωσής του. Βουλιμία δημοτικής καρέκλας. Πολλών που προσδοκούν να ανταλλάξουν – με την εξυπηρέτηση από το εκλογικό σύστημα - ψήφους με αβαντάρισμα για κάποιες θέσεις.

      ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΝ. Στον δήμο μας ο δήμαρχος, περίεργα πώς, θεωρεί ότι πέτυχε. Προβάλλεται ως υποψήφιος ξανά παρά το μικρό του έργο. Θεωρεί ότι η κακή δημοσιοϋπαλληλική του νοοτροπία απέδωσε. Από την αντιπολίτευση, Τσιώτος (πέντε χρόνια) και Μπρακούλιας (δεκαπέντε) βάζουν θετικό βαθμό στις παρατάξεις τους. Άχρωμοι, δεν κατάφεραν να εμπεδώσουν, να μάθουν, να κάνουν κάτι παραπάνω, σαν να μπήκαν στο σχολείο της Αυτοδιοίκησης και έμειναν στην πρώτη τάξη. Το Δημοτικό Συμβούλιο άφησε τους δημότες μακριά από αυτά που συνέβαιναν εκεί. Χρησιμοποίησαν τους ψηφοφόρους και μετά «άντε πιάστους». Μετά πέντε χρόνια θυμήθηκαν τους Δημότες. Πρόσφατο παράδειγμα ανευθυνότητάς τους: αναγγέλθηκαν έργα γεφυρών στον Σύθα, Σκουπαΐικο και Κόμβο Λυκοποριάς. Αρνήθηκαν να συζητήσουν το θέμα όλοι στο Δημοτικό Συμβούλιο, ενώ υπήρχαν προτάσεις ασφαλώς ποιο ευνοϊκές από πολίτες, μελετητικό γραφείο και τις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου.

     ΣΤΗΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ. Στην γκάμα των διεκδικητών εκτός από τον Νώντα Κατσούλα που έχει δημοσιοποιήσει την υποψηφιότητά του, ο πρώην δήμαρχος Αντώνης Κλαδούχος, δωδεκαετούς θητείας, μετά πενταετή αδιαφορία για τα κοινά, επανέρχεται ως μάνατζερ του ανιψιού του. Όλοι ρωτούν γιατί ο Αντώνης τρέχει τόσο πολύ για να θέσει ανθρώπους υπό του ανιψιού του. Η εξήγηση; Ενεργοποίησε έναν μηχανισμό που ενοχοποιεί ή ταπεινώνει άλλους γι΄ αυτά που του συμβαίνουν.  Όταν θέλεις να εκδικηθείς ή να πάρεις ρεβάνς από την έλλειψη εκτίμησης (και από πρώην συνεργάτες σου), τα τραύματά σου θέλεις να τα κάνεις δημόσιες θεματικές. Η πρότασή του έρχεται σε συσκευασία του «νέου». Και από αυτά που άκουσα δικαιολογείται αυτός που είπε ότι οι νέοι είναι Επικούριοι. Αν και δεν αναφερόταν σε νεοφανή τυπικότητα. Έχουμε χρόνο να ασχοληθούμε με αυτά, τον λόγο και τις υποσχέσεις όλων.

     Ο ΔΗΜΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΣΕΛΙΔΑ. Η κοινωνία η ίδια, ο δήμος πρέπει να αυτοτροφοδοτεί τις αλλαγές στο εσωτερικό του. Πρέπει να διαμορφώσει μια συνειδητή εικόνα ποιος είναι, προνομιακά πλεονεκτήματα, ανισότητες, ανάγκες. Εμπέδωση του τοπικού κληροδοτήματος και προσθήκη πάνω σε αυτό της γνώσης και της καινοτομίας.
Ο Δήμος έχει πολλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.
1.      Απαιτείται να κυβερνηθεί από ένα πολιτικό προσωπικό επάρκειας, γνώσης και θέλησης. Θέλουμε Δήμαρχο και Δημοτικό Συμβούλιο υψηλής συνθετικής και προγραμματικής ικανότητας. Με στρατηγική σκέψη, με επιτελείο που θα εντοπίζει και επενδύει στα κλειδιά της ανάπτυξης. Να ξεχνάει το βλέποντας και κάνοντας, που τόσο πληρώνουμε διαχρονικά, και τα προεκλογικά λαϊκίστικα ταξίματα.
2.     Βασική επιδίωξη  πρέπει να είναι ο επαναπροσδιορισμός της ταυτότητας και των δύο πρώην δήμων από τους οποίους θεσμικά προήλθε. Να επανέλθει η φυσιολογική σκέψη ότι κάθε κοινωνία καθορίζεται από αυτό που παράγει, δημιουργεί, από την εσωτερική συνοχή της. Με την επανεκκίνηση μίας οικονομίας εμπειρίας που διαφοροποιεί το προσφερόμενο προϊόν της και ανοίγεται στον κόσμο. Να καθορίσει νέες ή συμπληρωματικές υποδομές και υπηρεσίες, την αναβάθμισή τους, μία ιεράρχηση και αναζωογόνηση του οικιστικού ιστού.

     Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΕΥΘΥΝΗΣ. Όλοι οι συνδημότες μας δεν πρέπει να παραδώσουμε την ελπίδα μας σε άλλους. Διεκδικούμε τα δικαιώματά μας από το κεντρικό κράτος. 
Προκύπτει ανάγκη ανάπτυξης κριτηρίων, γνώση που διευκολύνει την σύγκριση, σκέψεις και νέες εικόνες, ανάγνωση της ηθικοπολιτικής μαρτυρίας υποψηφίων. 
Η παράταξη ΕΝΕΡΓΟΙ ΔΗΜΟΤΕΣ στον λίγο χρόνο δημιουργίας της απέδειξε ότι μπορεί να φέρει σε πέρας έργο αυτόβουλα, γιατί έχει ανθρώπους με θέληση, γνώση και μέθοδο και όπως είπε ο Νώντας Κατσούλας στην πρώτη δημόσια ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του, «καθορίζεται από τις αξίες, τις ιδέες, τα προγραμματικά περιεχόμενά της». Το ξεκίνημα διαμορφώνει αναχώματα στη μιζέρια, την επικίνδυνη άγνοια και τις παραμορφωτικές εκφράσεις της πολιτικής  σε τοπικό-αυτοδιοικητικό επίπεδο.  

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΛΑΔΟΥΧΟΣ
 ΞΥΛΟΚΑΣΤΡΟ - 18 ΜΑΡΤΙΟΥ 2019


by : Unknown
Σε μια περιφερειακή χώρα, όπως η Ελλάδα, που έχει σχέσεις άνισης ανάπτυξης και ανταλλαγής με τις πλούσιες και μητροπολιτικές χώρες, με ένα δορυφορικό και εξαρτημένο κράτος, με το συγκεκριμένο πολιτικό προσωπικό και την συγκεκριμένη ομάδα των οργανικών διανοουμένων, το πρόταγμα της Εθνικής ανεξαρτησίας είναι καθοριστικό. Και εξ αυτών συνάγεται ότι το κοινωνικό ζήτημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το εθνικό και οπωσδήποτε όχι σε αντίθεση μεταξύ τους.
Με δεδομένη την γεωπολιτική εξάρτηση ως αίτιο, ήταν αναμενόμενο η χώρα να τεθεί σε καθεστώς "μνημονίων", κατάσταση που επιδεινώθηκε από την διαχρονική παρασιτική λειτουργία της εγχώριας ιθύνουσας τάξης.
Αρνούμαστε την ιδέα της «Ψωροκώσταινας» και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Αυτό προϋποθέτει σοβαρή ανάλυση της πραγματικότητας, ένα νέο πολιτικό αλφάβητο και λεξιλόγιο, νέα πολιτικά υποκείμενα, μακριά από τις "υποκλίσεις" σε ακραίες νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις και από την άλλη πλευρά σε "αλλότριες φωνές" - ιδεολογικά εργαλεία του 19ου αιώνα.
Ο ΤΟΠΟΣ μας, η ΗΠΕΙΡΟΣ είναι ένας ιδανικός τόπος, Εγνατίας και Ιονίας οδού γωνία. Έχει λοιπόν μεγάλη γεωπολιτική και γεωστρατηγική σημασία. Έχει το πλεονέκτημα, η Ιστορία και η Γεωγραφία να είναι σύμμαχοι. Η ΗΠΕΙΡΟΣ έχει άλλου τύπου δυνατότητες που μπορούν να την απεγκλωβίσουν από την μίζερη υπαρκτή κατάσταση. Έχει ένα εξαιρετικό τοπίο, προίκα της φύσης που δεν πρέπει να αφεθεί ως «προίκα» σε τοποφάγους. Με δεδομένο ότι κάθε τόπος έχει συγκεκριμένη φέρουσα ικανότητα και συγκεκριμένες δυνατότητες είναι καιρός να δομήσουμε ένα καταστατικό του ΤΟΠΟΥ, του Εδάφους της Ηπείρου.
Η Ήπειρος μπορεί να έχει καλύτερη τύχη …
Αν ο αγροδιατροφικός τομέας - το μεγάλο πλεονέκτημα της περιοχής - συνδυάζεται με έναν «έξυπνο» και ήπιο τουρισμό. Η μεγάλη βιοποικιλότητα της περιοχής μπορεί να οδηγήσει σε παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.Αυτό προϋποθέτει μια άλλου είδους καλλιέργεια και όχι ημιμάθεια.
Αν οι μεταμορφώσεις του γάλακτος οδηγούσαν σε παραγωγή 100 ηπειρωτικών τυριών, αν δημιουργούνταν 100 διαφορετικές ετικέτες κρασιού και αν 100 αρχαιολόγοι έφερναν στην επιφάνεια τον πλούτο της διαχρονικής επικράτειας της Ηπείρου.
Αν ένα Δίκτυο Αρχαιολογικών Χώρων και Μουσείων της περιοχής συνδυάζεται με την Γαστρονομία του Τόπου .Συνδυασμός που εκτός των άλλων είναι ιδιαίτερα επίκαιρος και αναγκαίος σήμερα, πέρα των οικονομικών παραμέτρων και για λόγους ανάδειξης της Ιστορίας της περιοχής.
Αν η Ήπειρος έρθει σε επαφή, επικοινωνία, ανταλλαγή με τις Περιφέρειες που βρέχονται από το Ιόνιο πέλαγος και την Αδριατική θάλασσα
Αν απαιτήσουμε από την «Αθήνα» να επιστρέψει μέρος της προσφοράς των Εθνικών Ευεργετών.
Αν τα χρήματα αυτά οδεύσουν σε ένα ταμείο , ταμείο αλληλεγγύης, προς την νεολαία μας , για τις σπουδές και τα πρώτα επαγγελματικά τους βήματα για να ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ στην Ήπειρο.
Αν ολοκληρωθούν στο σύνολό τους οι υποδομές - εκτός των οδικών αξόνων - το φυσικό αέριο, ο ηλεκτροσιδηρόδρομος, τα διεθνή αεροδρόμια, τα διαδικτυακά μέσα επικοινωνίας με πρόσβαση σε όλους
Αν ενισχύσουμε την ιδέα της ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΤΗΤΑΣ, άρα της ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ και της ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ.
Για να ξεφύγουμε επιτέλους από την δυστοπία, και να περάσουμε στην ΕΥΤΟΠΙΑ και την ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ, κάτι που δεν αποτελεί ουτοπία.
Με αυτές και άλλες προϋποθέσεις η Ήπειρος θα πετύχει την αναστροφή, την επιστροφή της ξενιτεμένης νεολαίας, την ανάσχεση της υπογεννητικότητας, την αναγέννηση της υπαίθρου στην κατεύθυνση της αυτάρκειας και τα αναγκαία βήματα προς το μέλλον.
Χρειάζεται μια Παν-Ηπειρωτική Απόφαση.
Βασίλης Λαγός-Πολιτικός Μηχανικός-μέλος της Ομάδας Πολιτών Ευτοπία.

[email protected] - 6944313051
by : Unknown


Ειλικρινά αυτό δεν το περίμενα. Από ανθρώπους που πιστεύεις ότι έχουν μυαλό να συμπεριφέρονται έτσι. Βέβαια ,η ζωή είναι και μια διαδοχή διαψεύσεων αλλά κρατάμε και μας κρατάει η ελπίδα.

Στο kavosnews.gr και από τον Γρηγόρη Δημόπουλο αναρτήθηκε στο διαδίκτυο ένα χυδαιοειδές κείμενο που διέπεται από αντίληψη κοινωνικών φρονημάτων και από εκπομπή μιθριδατισμού σοφίας. Τίτλος του πονήματος: «Για δες καιρό που διάλεξε ο Νώντας να γίνει «βαποράκι» του Ανδρικόπουλου». Αυτά με αφετηρία την επίσκεψη στο Υπ. Ναυτιλίας. Μιλάει για «κουρασμένα παλικάρια», «υπέρ πάντων αγώνα», «ουτοπικές φιλοδοξίες του οδοντίατρου…» και άλλα πολλά.

Όλο το κείμενο δομείται στην έννοια ότι αυτά που βλέπουμε έχουν απώτερους, υπόγειους στόχους και διαδρομές. Όμως, όποιος ερμηνεύει έτσι τον κόσμο πάει να πει ότι έζησε ή έμαθε σε ή από ένα περιβάλλον παραδειγμάτων ιδιοτέλειας, συμφεροντολογισμού. Και δεν μπορεί να πιστέψει ότι κάποιος, κάπου, κάποτε έχει ειλικρινείς προθέσεις. 

Με πρόσχημα το λιμάνι απαξιώνει αυτούς που ενδιαφέρονται να γίνει κάτι στον Δήμο τους, ενώ αφήνει χωρίς αναφορά αυτούς που κάθονται. Ποιος ή ποιά τον πληροφορεί; Για το θέμα των κουρασμένων παλικαριών και την γλίτσα της κολακείας των «νέων» θα τα πούμε λίαν προσεχώς για την επικινδυνότητα ή αφέλειά του. Γιατί έχουμε και δόμηση ιδεολογίας νεοϊσμού από εδώ υποψηφίους που εκτός από ηλικία δεν διαθέτουν τίποτα άλλο.

Το κείμενο δεν αποδεικνύει κάτι από τον ισχυρισμό του τίτλου του. Είναι αριστούχο στην αστοχία. Καλλιεργεί ένα αίσθημα φόβου. Όλα πήγαιναν καλά στο Ξυλόκαστρο και τώρα απειλείται η κοινωνική ευημερία και πολιτική ηρεμία. Μας απειλεί ένας «ηθικός πανικός» με το όνομα Κατσούλας και τα αλλαξοκυβερνεία του.

Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι είναι αποτέλεσμα κάποιου πείσματος, ρεβάνς απέναντι σε μια χαμένη μάχη, κακές παρέες με κάποιους που βγήκαν στον πέρα μαχαλά για να ξεφωνίσουν τον δικό τους. Ούτε πιστεύω πρόκειται για έμμεσο σκούντημα για το μεροκάματο, που βλέπουμε στην προεκλογική διαδικτυακή δημοσιότητα, στην εποχή της κρίσης. Δεν μου προκύπτει να μοιάζει και με παρορμητική αδιέξοδη απερισκεψία. Περισσότερο δηλώνει επιδέξια σταχανωφική δουλειά «καταστροφής χαρακτήρων». Δυσκολεύομαι να δεχθώ και τον Πώλ Βαλερύ: «η απαξίωση έχει μία δόση φθόνου».

Τα παραπάνω τα θεωρώ θεραπευτικά. Εδώ κλείνω και δεν χρειάζονται άλλα. Άλλωστε, όπως λένε και οι επιστήμονες, «αν διαρκεί παραπάνω από το κανονικό η ψυχοθεραπεία, έχει λίγες πιθανότητες να αποδειχθεί αποτελεσματική».
by : Unknown

Προγραμματισμένη επίσκεψη στο Υπ. Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής είχαν στις 28/2 ο Υποψήφιος Δήμαρχος Ξυλοκάστρου-Ευρωστίνης Επαμεινώνδας Κατσούλας με τους δημοτικούς συμβούλους Νίκο Κεκερή και Βασίλη Κούκιο.
Με πλήρως ενημερωμένο φάκελο, από την δημιουργία της Μαρίνας στα Μαύρα Λιθάρια το 1981 μέχρι και σήμερα, τέθηκαν στον Υπουργό τα παρακάτω αιτήματα:
1. Βελτίωση και επέκταση των εγκαταστάσεων της Μαρίνας
2. Δημιουργία Λιμενικού Ταμείου στον Δήμο Ξυλοκάστρου- Ευρωστίνης για τη βελτίωση της λειτουργίας της Μαρίνας
3. Άρση της εποπτείας της θαλάσσιας περιοχής του Δήμου μας από τον Λιμενικό Σταθμό Αιγίου, λόγω έλλειψης συγκοινωνίας.
Στην συζήτηση που ακολούθησε παρών ήταν και ο Γ. Γ. του Υπουργείου κ. Χρ. Λαμπρίδης.
Από τον έλεγχο του παραπάνω φακέλου αναδείχτηκε η έλλειψη αποτύπωσης της χερσαίας ζώνης, δικαιολογητικό απολύτως απαραίτητο για την χρηματοδότηση και για την ένταξη του έργου στο πρόγραμμα «Φιλόδημος».
Τόσο ο Υπουργός, όσο και ο Γενικός Γραμματέας δήλωσαν την πρόθεσή τους να βοηθήσουν τον Δήμο. Πέρα από αυτά, η αντιπροσωπεία μας ρωτήθηκε αν μας ενδιαφέρει να δημιουργηθεί
α) Ναυτικό Μουσείο,
β) Μουσείο Παλαιών σκαφών σε φυλασσόμενη θαλάσσια περιοχή (εντός της θάλασσας).
Ακολούθησε επίσκεψη μαζί με τον Γ. Γ. στις αρμόδιες υπηρεσίες και διευθύνσεις στις οποίες θα διεκπεραιωθούν τα αιτήματά μας.
Οι Δημοτικοί Σύμβουλοι Νίκος Κεκερής και Βασίλης Κούκιος θα ενημερώσουν λεπτομερώς και εισηγηθούν τις ανωτέρω προτάσεις στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Πέρα από τα παραπάνω κατά την διάρκεια της συνάντησης έγινε αναφορά:
Α) στην υπεραλίευση του Κορινθιακού Κόλπου,
Β) στα δικαιώματα των ερασιτεχνών Ψαράδων,
Γ) στην κατασκευή ξύλινων εξεδρών (όχι πλωτών).
Η όλη προσπάθεια θα ευοδωθεί, αν οι ενέργειες που απαιτούνται διεκπεραιωθούν με ταχύτητα από το Δημοτικό Συμβούλιο.
Ενεργοί Δημότες Ξυλοκάστρου-Ευρωστίνης 
by : Unknown



      Τον Δήμο Ξυλοκάστρου-Ευρωστίνης επισκέφτηκε ο Γενικός Γραμματέας Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, Γιώργος Δέδες με επιτελείο τεχνικών. Παραβρέθηκε και ο βουλευτής Κορινθίας Γιώργος Ψυχογιός.
      Στην συνάντηση στο Γραφείο του Δημάρχου ο Γ. Δέδες αναφέρθηκε στα έργα της περιοχής: Νέα Γέφυρα στον Σύθα, Νέα Γέφυρα στο Σκουπαίικο και Κόμβο στην Λυκοποριά.
     Εκ μέρους των Ενεργών Δημοτών και του παρόντος υποψηφίου Δημάρχου Επαμεινώνδα Κατσούλα, ο Γρηγόρης Κλαδούχος εισηγήθηκε η Νέα Γέφυρα να κατασκευαστεί Νότια αυτής που υπάρχει σήμερα. Εισερχόμενοι από Δυτικά προς το κέντρο της Πόλης να χρησιμοποιηθεί ένα τμήμα της παλιάς σιδηροδρομικής γραμμής μέχρι το ποτάμι και η γέφυρα ανατολικά να επανέλθει στο παλιό οδόστρωμα. Η πρόταση αυτή επιτρέπει την διατήρηση της παλαιάς γέφυρας με χρήση διέλευσης πεζών, ή και για άλλη έξυπνη χρήση αστικού τύπου. Για την κατασκευή δεν προαπαιτούνται απαλλοτριώσεις. Η πρόταση αυτή έχει κατατεθεί με σχέδιο από το τεχνικό μελετητικό γραφείο Κούκης-Μαυραντωνίου.
Τόσο ο κ. Δέδες, όσο και οι τεχνικοί που τον συνόδευσαν δήλωσαν ότι η πρόταση είναι μία ενδιαφέρουσα εκδοχή.
     Στον Κόμβο και στην περιοχή εισόδου από την Νέα Εθνική Οδό στην Παλαιά, στο Σκουπαίικο ποτάμι στην Λυκοποριά, ο Γ. Γ. ενημέρωσε ότι ο σημερινός κόμβος δεν πληρεί όλες τις προδιαγραφές και θα δημιουργηθεί νέος Κυκλικής Κίνησης, θα κατασκευαστεί Νέα Γέφυρα μαζί με προστατευτικά έργα του ποταμού. Επισημάνθηκε ότι πρέπει και θα εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες ώστε, όπως απαιτείται, ο κόμβος να είναι ανεπτυγμένος, λόγω της μεγάλης κυκλοφορίας. Μία απαίτηση πολιτών για ασφαλή και σύγχρονη αντιμετώπιση συνδυαστικά των θεμάτων της περιοχής έφερε αποτελέσματα.
     Στο Δερβένι και στο Παλιό Δημαρχείο έγινε ενημέρωση για τις προϋποθέσεις συνεργασίας αρμόδιων φορέων ώστε να διανοιχτεί και ολοκληρωθεί Νότια ο δρόμος με την συμπλήρωση γέφυρας που θα απορροφήσει την υπερτοπική κυκλοφορία που επιβαρύνει τον κεντρικό δρόμο του Δερβενίου.
     Οι υποδομές, κυρίως επικοινωνιακές, είναι σημαντικά αναπτυξιακά εργαλεία. Η παράταξη Ενεργοί Δημότες πιστεύει ότι από χρόνια θα έπρεπε ο Δήμος και όλοι οι τοπικοί φορείς να είχαμε συζητήσει, προτείνει και διεκδικήσει όλα αυτά τα έργα που είναι αναγκαία, αλλά και τα απαραίτητα συμπληρωματικά που προέρχονται από την λειτουργία των νέων κυκλοφοριακών αξόνων. Όμως ακόμα και σήμερα, αξιοποιώντας όλα τα θεσμικά εργαλεία και με κοινή προσπάθεια μπορούμε να ακολουθήσουμε ένα βηματισμό ανάκτησης υποδομών που ανταποκρίνονται στις ανάγκες του Δήμου.
     (Τα αποσπάσματα σχεδίων - με την επιμέλεια του τεχνικού γραφείου Κούκης-Μαυραντωνίου - αφορούν τις προτεινόμενες λύσεις γέφυρας στον Σύθα και γέφυρας και κόμβου στην Λυκοποριά.)




by : Unknown



Auguste Toulmouche -Vanity, λεπτομέρεια (1870)
Η αποτύπωση και η μελέτη της ναρκισσιστικής προσωπικότητας έχει απασχολήσει τον άνθρωπο από την αρχαιότητα. Ο Κρίστοφερ Λας στο βιβλίο Η κουλτούρα του ναρκισσισμού -του οποίου ακολουθεί απόσπασμα- αναλύει σε βάθος το φαινόμενο στην σύγχρονη διάστασή του δείχνοντας ότι στην εποχή μας ο ναρκισσισμός επηρεάζει έντονα την αντίληψη του χρόνου και της ιστορίας. Για τον Λας δεδομένου ότι η κοινωνία παρουσιάζεται δίχως μέλλον -πράγμα που εκδηλώνεται μέσα από τον «μαρασμό της αίσθησης του ιστορικού χρόνου»- η ζωή αποκτά νόημα μόνο σε συνάρτηση με το παρόν και μόνο μέσα από τη συστηματική φροντίδα της «προσωπικής ολοκλήρωσης». Οι άνθρωποι επικεντρώνονται σε μια στάση ζωής με γνώμονα το «ζήσε τη στιγμή». Για τον Λας το όραμα του σύγχρονου ανθρώπου είναι ναρκισσιστικό, γιατί βλέπει τον κόσμο ως καθρέφτη του εαυτού του και δεν ενδιαφέρεται για τα εξωτερικά γεγονότα ή την πραγματικότητα, εκτός κι αν τα γεγονότα του «επιστρέφουν» μια αντανάκλαση της δικής του εικόνας. Έτσι το Άλλο χρησιμοποιείται ως απλό μέσο τροφοδότησης του Εγώ, σε μια διεστραμμένη σχέση όπου δεν υπάρχει αμοιβαιότητα και πραγματική ενσυναίσθηση. Ο άνθρωπος καταλήγει να βρίσκει καταφύγιο στην δυσ-ειρωνεία, στην κοροϊδία και τον κυνισμό. Αν και στο βιβλίο δεν γίνεται σαφής αναφορά, ο Λας από άλλη σκοπιά -κατά τη γνώμη μας ευρύτερη- δεν απέχει πολύ από τις βασικές θέσεις του Γκυ Ντεμπόρ στο «Η Κοινωνία του Θεάματος». Ένας καθοριστικός παράγοντας, που ως ένα σημείο εξηγεί αυτή τη ναρκισσιστική επιδημία, είναι η γραφειοκρατία. Το περιβάλλον της σύγχρονης γραφειοκρατίας, των επιφανειακών και πυκνών διαπροσωπικών σχέσων, φαίνεται να εξωθεί σε μια ναρκισσιστική συμπεριφορά η οποία συνδέεται με τη μόνιμη ανησυχία για την εντύπωση που κάνουμε στους άλλους. Το αποτέλεσμα είναι η τάση να συμπεριφερόμαστε στους άλλους σαν αυτοί να είναι οι καθρέφτες του εαυτού μας. Το συναρπαστικό αυτό βιβλίο αποτελεί χρήσιμη πηγή σκέψης και είναι ιδιαίτερα επίκαιρο στην εποχή του αδιάλλακτου εξορθολογισμού της κοινωνίας και της Πολιτικής Ορθότητας.
Ο Λας με το έργο του συνολικά, αλλά και με το Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, φέρνει στην επιφάνεια τα μεγάλα θύματα του σύγχρονου κόσμου: την οικογένεια, την ηθική της υπευθυνότητας και της αυτοθυσίας, τη θρησκεία, το κοινοτικό και αλληλέγγυο πνεύμα. Χωρίς ο λόγος του να γίνεται στείρα καταγγελτικός ή νοσταλγικός, ο Λας μας καλεί να σκεφτούμε το τίμημα των επιλογών μας.
———- ∴ ———-
Αρκετά ιστορικά ρεύματα έχουν συγκλίνει σήμερα και παράγουν όχι απλώς σε καλλιτέχνες αλλά και σε συνηθισμένους άνδρες και γυναίκες έναν κλιμακούμενο κύκλο αυτοσυνειδησίας —μία αίσθηση του εαυτού ως εκτελεστή υπό τη συνεχή ενδελεχή παρακολούθηση φίλων και ξένων. Ο κοινωνιολόγος του εκτελούντος εαυτού [performing self] Έρβινγκ Γκόφμαν γράφει σε ένα χαρακτηριστικό χωρίο: «ως ανθρώπινα όντα είμαστε, υποτίθεται, πλάσματα μεταβλητής ενόρμησης με διαθέσεις και ενέργειες που αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη. Ως χαρακτήρες, ωστόσο, που υποδυόμαστε για ένα κοινό, δεν πρέπει να έχουμε τα πάνω και τα κάτω μας… Αναμένεται μια ορισμένη γραφειοκρατοποίηση του πνεύματος, έτσι ώστε να μπορούμε να βασιζόμαστε στον εαυτό μας να δίνει μία τελείως ομοιογενή παράσταση [performance] σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή». Αυτή η «γραφειοκρατοποίηση του πνεύματος» έχει γίνει ολοένα πιο καταπιεστική και τώρα, χάρη στον Γκόφμαν, έχει ευρέως αναγνωριστεί ως σημαντικό στοιχείο της σημερινής μας δυσφορίας.
Η αυτοσυνειδησία που χλευάζει όλες τις απόπειρες για αυθόρμητη δράση ή διασκέδαση απορρέει, σε τελευταία ανάλυση, από την φθίνουσα πίστη στην πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου, που έχει χάσει την αμεσότητά του σε μία κοινωνία που την διαποτίζει η «συμβολικά διαμεσολαβημένη πληροφορία». Όσο περισσότερο εξαντικειμενίζεται ο άνθρωπος στη δουλειά του, τόσο περισσότερο αποκτά η πραγματικότητα την επίφαση της ψευδαίσθησης. Όσο η λειτουργία της σύγχρονης οικονομίας και της σύγχρονης κοινωνικής τάξης πραγμάτων γίνεται ολοένα πιο απρόσιτη στην καθημερινή κατανόηση, τέχνη και φιλοσοφία παραχωρούν το έργο να τις εξηγήσουν στις δήθεν αντικειμενικές επιστήμες της κοινωνίας, που κι αυτές έχουν υποχωρήσει, από την προσπάθεια να τιθασεύσουν την πραγματικότητα, στην ταξινόμηση των τετριμμένων. Έτσι, η πραγματικότητα παρουσιάζεται σε μη ειδικούς και σε «επιστήμονες» ως αδιαπέραστο δίκτυο κοινωνικών σχέσεων —ως «υπόδυση ρόλου», «παρουσίαση του εαυτού στην καθημερινή ζωή». Για τον εκτελούντα εαυτό, η μόνη πραγματικότητα είναι η ταυτότητα που μπορεί να κατασκευάσει από υλικά τα οποία παρέχουν η διαφήμιση και η μαζική κουλτούρα, Θέματα από δημοφιλείς κινηματογραφικές ταινίες και μυθοπλασία, όλα εξίσου συγκαιρινά για τον σημερινό νου[1].
Για να στιλβώσει και να τελειοποιήσει τον ρόλο που έχει επινοήσει για τον εαυτό του, ο καινούργιος Νάρκισσος ατενίζει το, εξ ανακλάσεως είδωλό του, όχι τόσο με θαυμασμό όσο αδιάλειπτα αναζητώντας ψεγάδια, σημεία κόπωσης, παρακμής. Η ζωή γίνεται έργο τέχνης, ενώ «το πρώτο έργο τέχνης σ’ έναν καλλιτέχνη είναι η διάπλαση της προσωπικότητάς του», δηλώνει ο Νόρμαν Μαίηλερ. Η δεύτερη από τις αρχές αυτές έχει τώρα υιοθετηθεί όχι μόνον από κείνους που γράφουν «αυτοδιαφημίσεις» για έκδοση αλλά και από τον καθημερινό καλλιτέχνη στον δρόμο.
Όλοι μας, ηθοποιοί και Θεατές, ζούμε περικυκλωμένοι από καθρέφτες. Σ αυτούς, αναζητούμε επιβεβαίωση της ικανότητάς μας να δελεάζουμε ή να εντυπωσιάζουμε άλλους, αναζητώντας εναγωνίως κηλίδες που ενδέχεται να αποσπάσουν την προσοχή από την εμφάνιση που σκοπεύουμε να προβάλλουμε. Η διαφημιστική βιομηχανία σκόπιμα ενθαρρύνει αυτή την ενασχόληση με την εμφάνιση. Τη δεκαετία του 1920, «οι γυναίκες στις διαφημίσεις παρατηρούσαν διαρκώς τον εαυτό τους, αυτοκριτικά… Ένα αξιοσημείωτο ποσοστό διαφημίσεων στα περιοδικά που απευθύνονταν σε γυναίκες, τις απεικόνιζαν να κοιτάζονται στον καθρέφτη… Διαφημίσεις της δεκαετίας του 1920 ήταν τελείως σαφείς σ’ αυτή την ναρκισσιστική επιταγή. Χρησιμοποιούσαν ατάραχα εικόνες γυμνών με πέπλους, και γυναίκες σε αυτοερωτικές στάσεις για να ενθαρρύνουν την αυτοσύγκριση και να θυμίσουν στις γυναίκες το πρωτείο της σεξουαλικότητάς τους». Ένα φυλλάδιο με διαφημίσεις καλλυντικών απεικόνιζε στο εξώφυλλο μία γυμνή με τη λεζάντα: «Το αριστούργημά σου – ο εαυτός σου».
Σήμερα, ο χειρισμός τέτοιων θεμάτων είναι πιο ρητός από κάθε άλλη φορά· επιπλέον, η διαφήμιση ενθαρρύνει άνδρες και γυναίκες να δουν τη δημιουργία του εαυτού τους ως την ανώτερη μορφή δημιουργικότητας. Σε ένα προγενέστερο στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, η εκβιομηχάνιση περιέστειλε τον χειροτέχνη ή τον αγρότη σε προλεταριάτο, του αφαίρεσε τη γη και τα εργαλεία του και τον έριξε στην αγορά με μοναδικό που είχε να πουλήσει την εργασιακή του δύναμη. Σήμερα, η εξάλειψη των επιδεξιοτήτων όχι μόνον από την χειρωνακτική εργασία αλλά και από τις χαρτογιακάδικες θέσεις εργασίας έχει δημιουργήσει συνθήκες στις οποίες η εργασιακή δύναμη παίρνει τη μορφή της προσωπικότητας και όχι της δύναμης ή της εξυπνάδας. Άνδρες και γυναίκες οφείλουν να προβάλλουν μία ελκυστική εικόνα και να γίνουν συγχρόνως ηθοποιοί που παίζουν τον ρόλο και ειδήμονες που κρίνουν την παράστασή τους.
Αλλαγές στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, που έκαναν την κοινωνία να φαίνεται αδιαφανής και ανεξιχνίαστη, γέννησαν και την καινούργια ιδέα της προσωπικότητας, που περιέγραψε ο Ρίτσαρντ Σένετ στην Πτώση του δημόσιου ανδρός. Ενώ η έννοια του χαρακτήρα του 18ου αι. τόνιζε τα στοιχεία τα κοινά στην ανθρώπινη φύση, ο 19ος αι. άρχισε να βλέπει την προσωπικότητα ως μοναδική και ιδιοσυγκρασιακή έκφραση των ατομικών χαρακτηριστικών. Κατά την άποψη αυτή, η εξωτερική εμφάνιση εκφράζει άθελά της τον εσωτερικό άνθρωπο. Κατά τον Σένετ, οι άνθρωποι σύντομα κατακυριεύτηκαν από τον φόβο μήπως προδοθούν ακούσια από τις πράξεις τους, τις εκφράσεις του προσώπου τους και τις λεπτομέρειες της αμφίεσής τους. Τον ίδιο αιώνα, όπως έχει δείξει ο Έντγκαρ Γουίντ, ο τεχνοκρίτης Τζιοβάνι Μορέλι διατύπωσε τη θεωρία ότι οι γνήσιοι ζωγραφικοί πίνακες μπορούσαν να ξεχωριστούν από τους πλαστούς αν εξετάζαμε επισταμένα ορισμένες ασήμαντες λεπτομέρειες —την απόδοση ενός αυτιού ή ενός ματιού— που πρόδιδαν το χέρι του δασκάλου. Ο Μορέλι τόνισε: «Κάθε ζωγράφος έχει τις ιδιαιτερότητές του, που δεν τις συνειδητοποιεί κι αυτός ο ίδιος».
Φυσικά, οι ανακαλύψεις αυτές για την προσωπικότητα και την αθέλητη έκφρασή της είχαν ως αποτέλεσμα, όχι μόνο στους καλλιτέχνες και τους κριτικούς αλλά και στους μη ειδικούς, να ενθαρρύνουν την ενσυνείδητη λεπτολόγο εξέταση του εαυτού. Οι καλλιτέχνες δεν μπορούσαν ποτέ ξανά να μην έχουν συναίσθηση των λεπτομερειών· πράγματι, η καινούργια προσοχή στη λεπτομέρεια, όπως επισήμανε ένας κριτικός, έσβησε και την ίδια την έννοια της λεπτομέρειας. Παρόμοια, στην καθημερινή ζωή ο μέσος άνθρωπος έγινε ειδήμων της παράστασης της δικής του και των άλλων, επιφορτίζοντας έναν μυθιστοριογράφο με το έργο να «αποκωδικοποιεί μεμονωμένες λεπτομέρειες της εμφάνισης», όπως γράφει ο Σένετ για τον Μπαλζάκ, να «μεγεθύνει τη λεπτομέρεια και να την καθιστά έμβλημα ολόκληρου του ανθρώπου». Αλλά η κατοχή αυτών των καινούργιων κοινωνικών δεξιοτήτων, ενώ αύξησε την αισθητική ικανοποίηση, δημιούργησε καινούργιες μορφές στενοχώριας και άγχους. Φυλακισμένος στη γνώση του εαυτού του, ο σύγχρονος άνθρωπος λαχταρά την χαμένη αθωότητα του αυθόρμητου αισθήματος. Αδυνατώντας να εκφράσει αίσθημα χωρίς να λογαριάσει τον αντίκτυπο στους άλλους, αμφιβάλλει για την αυθεντικότητα της έκφρασής του στους άλλους και συνεπώς αντλεί μικρή ανακούφιση από τις αντιδράσεις του κοινού στην παράστασή του, κι όταν ακόμα το κοινό ισχυρίζεται πως είναι βαθιά συγκινημένο. Παραπονιέται ο Άντυ Γουόρχολ:
«Καθημερινά κοιτάζω στον καθρέφτη και εξακολουθώ να βλέπω κάτι —ένα καινούργιο σπυράκι… Βουτώ ένα μπαλάκι βαμβάκι Johnson and Johnson σε οινόπνευμα Johnson and Johnson και αλείφω το σπυράκι… Κι ενώ στεγνώνει το οινόπνευμα, δεν σκέφτομαι τίποτα. Πώς είναι πάντα μεγαλοπρεπή. Πάντα καλόγουστα… Όταν το οινόπνευμα στεγνώσει, είμαι έτοιμος να βάλω την ειδική αλοιφή στο χρώμα της επιδερμίδας… Έτσι, το σπυράκι έχει τώρα σκεπαστεί. Αλλά έχω σκεπαστεί εγώ; Πρέπει να κοιταχτώ στον καθρέφτη για μερικές ακόμα πινελιές. Δεν λείπει τίποτα. Είναι όλα εκεί. Το ασυγκίνητο βλέμμα… Η βαριεστημένη νωθρότητα, η σπαταλημένη χλωμάδα… Τα χείλια που γκριζάρουν. Τα αχτένιστα, ασημένια μαλλιά, απαλά και μεταλλικά… Δεν λείπει τίποτα. Είμαι όλα όσα λένε οι αναμνήσεις μου πως είμαι».
Η αίσθηση της ασφάλειας που δίνει ο καθρέφτης αποδεικνύεται παροδική. Κάθε καινούργιο κοίταγμα στον καθρέφτη κρύβει καινούργιους κινδύνους. Ο Γουόρχολ ομολογεί ότι «τον κατέχει ακόμα η ιδέα να κοιτάζει στον καθρέφτη και να μη βλέπει κανέναν, τίποτα».
Η ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων στο θέατρο της καθημερινής ζωής —μία ανάλυση που εσκεμμένα μένει κολλημένη στην επιφάνεια της κοινωνικής συναναστροφής και δεν κάνει καμία απόπειρα να ξεσκεπάσει τα ψυχολογικά της βάθη— οδηγεί σε συμπεράσματα παρόμοια με της ψυχανάλυσης. Η ψυχαναλυτική περιγραφή του παθολογικού ναρκισσιστή, του οποίου η αίσθηση του εαυτού εξαρτάται από την επικύρωση των άλλων τους οποίους ωστόσο υποτιμά, συμπίπτει σε πολλές λεπτομέρειες με την περιγραφή του εκτελούντος εαυτού [performing self] στην λογοτεχνική κριτική και στην κοινωνιολογία της καθημερινής ζωής. Οι εξελίξεις που έχουν δημιουργήσει μία καινούργια βαθιά γνώση των κινήτρων και της αθέλητης έκφρασης —που ένα όχι ασήμαντο στοιχείο τους είναι η εκλαΐκευση των ψυχιατρικών τρόπων σκέψης— δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις ιστορικές αλλαγές που έχουν παραγάγει όχι απλώς μία καινούργια έννοια της προσωπικότητας, αλλά και μία καινούργια μορφή οργάνωσης της προσωπικότητας. Ο παθολογικός ναρκισσιστής αποκαλύπτει, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, τα ίδια άγχη που σε ηπιότερη μορφή έχουν γίνει πολύ κοινά στις καθημερινές συναναστροφές. Όπως είδαμε, οι επικρατούσες μορφές κοινωνικής ζωής ενθαρρύνουν πολλές μορφές ναρκισσιστικής συμπεριφοράς. Επιπλέον, έχουν αλλοιώσει τη διαδικασία του εκκοινωνισμού —όπως θα δούμε στο έβδομο κεφάλαιο— με τρόπους που ενθαρρύνουν ακόμα περισσότερο τα ναρκισσιστικά πρότυπα, ριζώνοντάς τα στην πρωιμότατη πείρα του ατόμου.

Ειρωνική απόσταση ως φυγή από τη ρουτίνα
Ωστόσο, δεν έχουμε ακόμα εξαντλήσει όσα μπορούμε να μάθουμε από τη Θεωρία των ρόλων. Στην κοινωνία μας, η αγχώδης εξονυχιστική αυτοεξέταση (που δεν πρέπει να την συγχέουμε με την κριτική αυτοεξέταση) χρησιμεύει όχι μόνο για να ρυθμίζει την πληροφορία που εκπέμπουμε στους άλλους και να ερμηνεύει τα σήματα που λαμβάνουμε· εγκαθιδρύει και μία ειρωνική απόσταση από τη θανάσιμη ρουτίνα της καθημερινής ζωής. Αφ’ ενός, η υποβάθμιση της εργασίας κάνει την επιδεξιότητα και την ικανότητα ολοένα πιο άσχετες για την υλική επιτυχία και ενθαρρύνει έτσι την παρουσίαση του εαυτού ως εμπορεύματος αφετέρου, αποθαρρύνει την προσκόλληση στη συγκεκριμένη θέση εργασίας και ωθεί τους ανθρώπους, ως μοναδική εναλλακτική δυνατότητα προς τη βαριεμάρα και την απόγνωση, να αντιμετωπίζουν την εργασία με αυτοκριτική απόσταση. Όταν η εργασία συνίσταται ουσιαστικά σε χωρίς νόημα κινήσεις, και όταν οι κοινωνικές ρουτίνες, που παλαιότερα τιμώνταν ως τελετουργικό, εκφυλίζονται σε υπόδυση ρόλου, ο εργάτης —είτε μοχθεί στην αλυσίδα συναρμολόγησης είτε κατέχει μία υψηλόμισθη θέση σε μία μεγάλη γραφειοκρατία— επιδιώκει να ξεφύγει από την απορρέουσα αίσθηση αναυθεντικότητας δημιουργώντας μία ειρωνική απόσταση από την καθημερινή του ρουτίνα. Επιχειρεί να μετασχηματίσει την υπόδυση ρόλου σε συμβολική εξύψωση της καθημερινής ζωής. Βρίσκει καταφύγιο στα αστεία, στην κοροϊδία και τον κυνισμό. Αν του ζητηθεί να εκτελέσει ένα δυσάρεστο έργο, δείχνει καθαρά ότι δεν πιστεύει στους αντικειμενικούς στόχους του οργανισμού, την αυξημένη απόδοση και την μεγαλύτερη εκροή. Αν πάει σε ένα πάρτυ, δείχνει με τις πράξεις του ότι όλα είναι ένα παιχνίδι —ψεύτικα, τεχνητά, ανειλικρινή· μία γκροτέσκα παρωδία της κοινωνικότητας. Έτσι, επιχειρεί να γίνει άτρωτος από τις πιέσεις της κατάστασης. Αρνούμενος να πάρει στα σοβαρά τις ρουτίνες που έχει να εκτελέσει, τους αρνείται την ικανότητα να τον πληγώσουν. Παρόλο που υποθέτει πως είναι αδύνατον ν’αλλάξει τα σιδερένια όρια που του επιβάλλει η κοινωνία, η αποσπασμένη γνώση των ορίων αυτών φαίνεται πως τα κάνει να μετρούν λιγότερο. Απομυθοποιώντας την καθημερινή ζωή, μεταδίδει στον εαυτό του και στους άλλους την εντύπωση ότι έχει υψωθεί πάνω απ’ αυτήν, έστω και αν εκτελεί τις κινήσεις που πρέπει και κάνει ό,τι αναμένεται απ’ αυτόν.

Καθώς ολοένα περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται να δουλεύουν σε θέσεις που είναι πράγματι κατώτερες των ικανοτήτων τους, καθώς ο ελεύθερος χρόνος και η κοινωνικότητα αποκτούν τις ιδιότητες της εργασίας, η στάση της κυνικής απόστασης γίνεται το δεσπόζον στιλ των καθημερινών συναναστροφών. Πολλές μορφές της δημοφιλούς τέχνης προσφεύγουν σ’ αυτή την αίσθηση ότι ξέρουμε και μ’ αυτό την ενισχύουν. Παρωδούν γνώριμους ρόλους και θέματα, καλώντας το κοινό να θεωρεί εαυτό ανώτερο από τον περίγυρό του. Δημοφιλείς μορφές αρχίζουν να αυτοπαρωδούνται: τα γουέστερν κοροϊδεύουν τα γουέστερν οι σαπουνόπερες Fernwood, Soap, Mary Hartman, βεβαιώνουν τον θεατή πως είναι εξεζητημένες κοροϊδεύοντας τις συμβάσεις της σαπουνόπερας. Ωστόσο, σε μεγάλο μέρος η δημοφιλής τέχνη παραμένει ρομαντική και τέχνη φυγής, αποφεύγει αυτό το θέατρο του παράλογου και υπόσχεται φυγή από τη ρουτίνα αντί για ειρωνική απόσταση απ’ αυτήν. Η διαφήμιση και τα δημοφιλή ρομάντσα θαμπώνουν το κοινό τους με οράματα πλούσιας εμπειρίας και περιπέτειας. Υπόσχονται όχι την κυνική απόσταση αλλά ένα κομμάτι της δράσης, έναν ρόλο στο δράμα αντί για μία κυνική θέση θεατή. Η Έμα Μποβαρύ, πρότυπη καταναλώτρια μαζικής κουλτούρας, εξακολουθεί να ονειρεύεται· και τα όνειρά της, που τα συμμερίζονται εκατομμύρια άνθρωποι, εντείνουν την ανικανοποίηση με τις θέσεις εργασίας και την κοινωνική ρουτίνα.
Το αστόχαστο βόλεμα στη ρουτίνα γίνεται σταδιακά ολοένα πιο δυσεπίτευκτο. Ενώ η σύγχρονη βιομηχανία καταδικάζει τους ανθρώπους σε θέσεις εργασίας που προσβάλλουν τη νοημοσύνη τους, η μαζική κουλτούρα της ρομαντικής φυγής γεμίζει το κεφάλι τους με οράματα για εμπειρίες πέρα από τα οικονομικά μέσα τους —και πέρα από τις συναισθηματικές και φαντασιακές τους ικανότητες— και έτσι συντελεί στην περαιτέρω υποβάθμιση της ρουτίνας. Η ασυμφωνία ανάμεσα σε ρομάντσο και πραγματικότητα, σε κόσμο των ωραίων ανθρώπων και εργάσιμη πραγματικότητα, προκαλεί μία ειρωνική απόσταση που αμβλύνει τον πόνο αλλά και σακατεύει τη θέληση να αλλάξουμε τις κοινωνικές συνθήκες, να επιφέρουμε έστω μέτριες βελτιώσεις στην εργασία και στο παιχνίδι και να ξαναδώσουμε νόημα και αξιοπρέπεια στην καθημερινή ζωή.
Αδιέξοδο
Η φυγή διαμέσου της ειρωνείας και της κριτικής αυτογνωσίας είναι οπωσδήποτε ψευδαίσθηση· στην καλύτερη περίπτωση, παρέχει μόνο στιγμιαία ανακούφιση. Η αποστασιοποίηση γίνεται σύντομα αυτοδικαίως ρουτίνα. Η γνώση που σχολιάζει τη γνώση δημιουργεί έναν κλιμακούμενο κύκλο αυτοσυνειδησίας που εμποδίζει τον αυθορμητισμό. Εντείνει την αίσθηση αναυθεντικότητας που δημιουργείται, πρώτα πρώτα, από μνησικακία για τους χωρίς νόημα ρόλους που διανέμει η σύγχρονη βιομηχανία. Οι αυτοδημιουργημένοι ρόλοι γίνονται εξίσου καταναγκαστικοί με τους κοινωνικούς ρόλους από τους οποίους προορίζονταν να δώσουν ειρωνική απόσταση. Λαχταρούμε την αναστολή της αυτοσυνειδησίας, της ψευτοψυχαναλυτικής στάσης που έχει γίνει δεύτερη φύση· αλλά ούτε η τέχνη ούτε η θρησκεία, ιστορικά οι μεγάλοι απελευθερωτές από τη φυλακή του εαυτού, δεν έχουν πια τη δύναμη να αποθαρρύνουν τη δυσπιστία. Σε μία κοινωνία που βασίζεται τόσο πολύ στις ψευδαισθήσεις και τα φαινόμενα, οι έσχατες ψευδαισθήσεις, τέχνη και θρησκεία, δεν έχουν μέλλον. Το Credo quia absurcium [πιστεύω επειδή είναι παράλογο], το παράδοξο της θρησκευτικής εμπειρίας στο παρελθόν, μικρή σημασία έχει σε έναν κόσμο στον οποίο όλα φαίνονται παράλογα, και όχι μόνο τα θαύματα που συνδέονται με την θρησκευτική πίστη και πρακτική.

Όσο για την τέχνη, όχι μόνον αποτυγχάνει να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πραγματικότητας, αλλά πάσχει από την ίδια κρίση αυτοσυνειδησίας που πλήττει τον συνηθισμένο άνθρωπο. Μυθιστοριογράφοι και θεατρικοί συγγραφείς εφιστούν την προσοχή στην τεχνητότητα των δημιουργημάτων τους και αποθαρρύνουν τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τους χαρακτήρες. Με την ειρωνεία και τον εκλεκτικισμό, ο συγγραφέας αποτραβιέται από το θέμα του, αλλά συγχρόνως αποκτά τόσο βαθιά συνείδηση αυτών των τεχνικών αποστασιοποίησης ώστε δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να γράψει για οτιδήποτε άλλο εκτός από τη δυσκολία της γραφής. Οπότε το να γράφεις για τη γραφή γίνεται αντικείμενο αυτοπαρωδίας, όπως όταν ο Ντόναλντ Μπαρτέλμ εισάγει σε ένα του διήγημα την ακόλουθη πικρόχολη σκέψη: «Άλλο ένα διήγημα για τη συγγραφή ενός διηγήματος! ‘Αλλη μία regressus in infinitum! Ποιος δεν προτιμά την τέχνη που τουλάχιστον ανοιχτά απομιμείται κάτι διαφορετικό από τις διαδικασίες της; Που δεν διακηρύσσει διαρκώς “Προσοχή, είμαι τέχνημα!”;».
Παρόμοια, ο Τζον Μπαρθ, γράφοντας μια νουβέλα, ρωτά: «Πώς γράφουμε μια νουβέλα; Πώς βρίσκουμε το κανάλι, σαστισμένοι απ’ αυτά τα ποταμάκια και τις σχισμές; Η αφήγηση ιστοριών δεν μου είναι κάτι γνωστό· δεν είναι σε κανέναν κάτι γνωστό· η πλοκή μου δεν ανεβαίνει και κατεβαίνει σε στάδια μεστά νοήματος αλλά … παρεκκλίνει, υποχωρεί, διστάζει, αναστενάζει, καταρρέει, πεθαίνει». Κατά τον Μόρις Ντίκστάϊν, η «συναισθηματική απομάκρυνση» του πειραματικού συγγραφέα απειλεί να αποσυντεθεί σε κατατονία. Παραιτούμενος από την προσπάθεια να «γίνει κύριος της πραγματικότητας», ο συγγραφέας καταφεύγει σε μία επιφανειακή αυτοανάλυση που εξαλείφει όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο αλλά και την βαθύτερη υποκειμενικότητα «που δίνει στη φαντασία τη δυνατότητα να βγάλει φτερά… Οι επιδρομές του μέσα στον εαυτό είναι εξ ίσου ρηχές με την παρέκβασή του στον κόσμο».
Η ψυχολογική ανάλυση για μία ακόμα φορά ενισχύει ό,τι έχουμε μάθει από την κοινωνιολογία της τέχνης και την κοινωνιολογία της υπόδυσης ρόλων στην καθημερινή ζωή. Παρόλο που η ανικανότητα να άρουμε τη δυσπιστία προέρχεται από τις μεταβαλλόμενες συμβάσεις και από την αυτοσυνειδησία δια μέσου της οποίας προσπαθούμε να αποστασιοποιηθούμε από την καθημερινή ζωή (και που αυτοδικαίως μας φυλακίζει), αυτή η επαγρυπνώσα ενδελεχής αυτοεξέταση έχει συχνά και μία ψυχολογική βάση. Σύμφωνα με τον Κόχουτ, εκείνοι που αισθάνονται ασφαλείς για την ικανότητα του Εγώ να ελέγχει το Αυτό, χαίρονται κατά καιρούς να αναστέλλουν τη δευτερεύουσα διαδικασία (λόγου χάρη, στον ύπνο ή στη σεξουαλική δραστηριότητα) αφού ξέρουν ότι μπορούν όποτε θέλουν να την ξαναποκτήσουν. Από την άλλη μεριά, ο ναρκισσιστής βρίσκει τους πόθους του τόσο απειλητικούς, ώστε συχνά βιώνει τεράστια δυσκολία για να κοιμηθεί, να επεξεργαστεί την σεξουαλική ενόρμηση στη φαντασία («το πιο απαιτητικό έδαφος για την ικανότητα του ανθρώπου να αποεπενδύσει τις δευτερεύουσες διαδικασίες») ή να αναστείλει την τρέχουσα πραγματικότητα κατά τις ψυχαναλυτικές συνεδρίες. Ο αφηγητής στο Somethίng Happened του Χέλερ ομολογεί: «Συχνά τα χάνω όταν ξυπνώ από έναν βαθύ, χωρίς όνειρα ύπνο και αντιλαμβάνομαι πόσο μακριά από τη ζωή ήμουν, και πόσο ανυπεράσπιστος ήμουν όταν βρισκόμουν εκεί… Ίσως να μη μπορούσα να ξαναγυρίσω. Δεν μου αρέσει να χάνω εξ ολοκλήρου την επαφή με τη συνειδητότητα». Σε ψυχιατρικές συνεδρίες όπως και στο θέατρο, οι συμβάσεις που περιβάλλουν την ψυχαναλυτική συνάντηση στηρίζουν κανονικά την «αποεπένδυση της τρέχουσας πραγματικότητας: η «μείωση των ερεθισμάτων από το άμεσο περιβάλλον» καθιστά εφικτό να στραφούμε «σε έναν κόσμο φαντασιακά και καλλιτεχνικά επεξεργασμένων αναμνήσεων». Ωστόσο, με ορισμένους ασθενείς, η «ανικανότητα να ανεχτούμε την αποεπένδυση της τρέχουσας πραγματικότητας και να αποδεχτούμε την αμφισημαντότητα της αναλυτικής κατάστασης» γίνεται το κεντρικό πρόβλημα της ανάλυσης. Ως συνήθως, προσθέτει ο Κόχουτ, δεν κάνει καλό να θέτουμε έναν ασθενή αντιμέτωπο με ένα ηθικό επιχείρημα εναντίον αυτής της ανικανότητας ή να τον πείσουμε ή να τον προτρέψουμε να αλλάξει τρόπους.
Η πρόσφατη επίθεση στην θεατρική ψευδαίσθηση, που υπονομεύει τη θρησκεία της τέχνης του 20ου αι. εξίσου αποτελεσματικά όπως η επίθεση στις θρησκευτικές ψευδαισθήσεις τον 19ο αι. υπονόμευσε τη θρησκεία, συμμετέχει στον φόβο της φαντασίας που συνδέεται με την αντίσταση στην «αποεπένδυση της τρέχουσας πραγματικότητας. Όταν η τέχνη, η θρησκεία και, τέλος, ως και το σεξ χάνουν τη δύναμή τους να παρέχουν μία επινοητική φυγή από την καθημερινή πραγματικότητα, η κοινοτοπία της ψευτοαυτογνωσίας γίνεται τόσο συνθλιπτική, ώστε οι άνθρωποι χάνουν εν τέλει την ικανότητα να οραματίζονται οποιαδήποτε διαφυγή εκτός στο απόλυτο μηδέν, στην κενότητα. Ο Γουόρχολ δίνει μία καλή περιγραφή της συνακόλουθης νοητικής κατάστασης:
«Ο καλύτερος έρωτας είναι ο έρωτας που δεν τον σκέφτεσαι. Ορισμένοι άνθρωποι μπορούν να κάνουν έρωτα και ν’ αφήνουν πράγματι το μυαλό τους να γίνεται κενό και να το γεμίζουν με το σεξ· άλλοι, δεν μπορούν ποτέ ν’ αφήσουν το μυαλό τους να γίνει κενό, με αποτέλεσμα την ώρα του σεξ να σκέφτονται: «Είναι αυτό πραγματικά εγώ; Το κάνω πραγματικά; Πολύ παράξενο. Πριν από πέντε λεπτά έκανα κάτι άλλο. Σε λιγάκι θα κάνω κάτι άλλο. Τι Θα έλεγε η μαμά; Πώς πέρασε από το μυαλό των ανθρώπων να κάνουν κάτι τέτοιο;» Οπότε οι άνθρωποι του πρώτου τύπου … ξεδίνουν καλύτερα. Οι του άλλου τύπου, πρέπει να βρουν κάτι άλλο για να χαλαρώσουν και στο οποίο να χαθούν».
Φυλακισμένος στην ψευτοαυτογνωσία του, ο καινούριος Νάρκισσος ευχαρίστως θα κατέφευγε σε μία έμμονη ιδέα [idee fixe], σε μία νευρωτική καταπιεστική παρόρμηση, σε μία «ψυχαναγκαστική κατάσταση μεγαλείου» —σε οτιδήποτε θα απομάκρυνε το μυαλό του από το μυαλό του. Ως και η αστόχαστη συγκατάθεση στην καθημερινή ρουτινιέρικη δουλειά, καθώς η δυνατότητα να την επιτύχουμε απομακρύνεται στο ιστορικό παρελθόν, φτάνει να μοιάζει με σχεδόν αξιοζήλευτη νοητική κατάσταση. Ένας φόρος τιμής στην ιδιάζουσα φρίκη της σημερινής ζωής κάνει τα χειρότερα χαρακτηριστικά των παλαιότερων εποχών —την αποβλάκωση των μαζών, την ψυχαναγκαστική και επιβαρυμένη ζωή της αστικής τάξης— να φαίνονται συγκριτικά θελκτικά. Ο καπιταλιστής του 19ου αι., καταπιεστικά φιλόπονος στην απόπειρα να απαλλαγεί από τον πειρασμό, υπέφερε μαρτύρια που του επέβαλλαν οι εσωτερικοί δαίμονες. Από την άλλη μεριά, ο σημερινός άνθρωπος, που τυραννιέται από την αυτοσυνειδησία, στρέφεται σε καινούργιες λατρείες και θεραπείες όχι για να απελευθερωθεί από τους ψυχαναγκασμούς, αλλά να βρει νόημα και σκοπό στη ζωή, να βρει κάτι για το οποίο να ζήσει, ίσα ίσα να αγκαλιάσει έναν ψυχαναγκασμό, έστω και το κυρίαρχο πάθος [passion maitresse] της θεραπείας. Πρόθυμα Θα αντάλλασσε την αυτοσυνειδησία του με τη λήθη και την ελευθερία του να δημιουργεί καινούργιους ρόλους με μία μορφή εξωτερικής υπαγόρευσης —όσο πιο αυθαίρετης, τόσο το καλύτερο. Ο ήρωας μίας πρόσφατης νουβέλας απαρνείται την ελεύθερη βούληση και ζει σύμφωνα με τις επιταγές του ζαριού: «Έβαλα καλά στο μυαλό μου εκείνη τη στιγμή και για πάντα, την αναμφισβήτητη βασική αρχή να εκτελώ ό,τι επιτάσσει το ζάρι». Οι άνθρωποι, παλιά, τα έβαζαν με την ειρωνεία του πεπρωμένου· σήμερα, την προτιμούν από την ειρωνεία της ακατάπαυτης αυτοσυνειδησίας. Ενώ οι παλαιότερες εποχές επιδίωκαν να αντικαταστήσουν με τον Λόγο τις αυθαίρετες επιταγές από έξω και από μέσα, ο 20ός αι. θεωρεί τον Λόγο, στην εξευτελισμένη σημερινή μορφή της ειρωνικής αυτοσυνειδησίας, σκληρό αφέντη· επιδιώκει να ξαναζωντανέψει παλαιότερες μορφές υποδούλωσης. Η εγκάθειρκτη ζωή του παρελθόντος μοιάζει στην εποχή μας με απελευθέρωση.

[1] Στο Σφαγείο Νο 5, ένα μυθιστόρημα γραμμένο «κάπως με τον τηλεγραφικό σχιζοφρενικό τρόπο των παραμυθιών» (δηλαδή με εσκεμμένη παράβλεψη της συμβατικής αίσθησης του χρόνου), ο Κουρτ Βόνεγκατ κάνει παρεμπιπτόντως μία παρατήρηση που απεικονίζει τον εκλεκτικισμό με τον οποίο η σύγχρονη ευαισθησία προσεγγίζει την κουλτούρα του παρελθόντος. «Αυτό που αγαπούμε στα βιβλία μας είναι τα βάθη πολλών θαυμάσιων στιγμών που τις βλέπουμε όλες ταυτόχρονα». Ο κατακερματιστικός αντίκτυπος των Μ.Μ.Ε., κατά τον Μάρσαλ ΜακΛούαν, «κάνει όλους τους πολιτισμούς συγκαιρινούς με τον δικό μας».
Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτές τις χαρμόσυνες εκφράσεις της συγκαιρινής ευαισθησίας με τον ισχυρισμό δύο μαρξιστών κριτικών λογοτεχνίας, του Ουίλιαμ Φίλιπς και του Φίλιπ Ραβ, ότι η κριτική αίσθηση ριζώνει αναγκαστικά στην ιστορική αίσθηση, την αίσθηση της συνέχειας. «Αφού στερείται τη συνέχεια της ανάπτυξης, η κριτική παύει να έχει συνείδηση της ιστορίας της και βλέπει όλη την παρελθούσα κριτική ως ταυτόχρονη τάξη ιδεών. Σε οποιοδήποτε κριτικό δοκίμιο μπορούμε πιθανόν να βρούμε τις ιδέες του Αριστοτέλη. του Χέγκελ και του Κρότσε, λόγου χάρη, να παρατίθενται αβρά δίπλα δίπλα… Μέσα σ’ αυτό το χάος η κοινωνική αναγκαιότητα επιβεβαιώνεται, βέβαια [δηλαδή, οι μόδες αλλάζουν· η συνείδηση αλλάζει· νέες γενεές μεγαλώνουν και επηρεάζονται από το συσσωρευμένο βάρος του παρελθόντος], αλλά μόνον ως απρόβλεπτη, τυφλή δύναμη, που προσθέτει κι αυτή στη σύγχυση των κριτικών οι οποίοι αδυνατούν να βολιδοσκοπήσουν τα ρεύματα της απαραμείωτης αλλαγής». Καίτοι οι σκέψεις αυτές απευθύνονταν στον φιλολογικό ουμανισμό των δεκαετιών του 1920 και του 1930, ισχύουν εξίσου και για την μεταμοντέρνα εξέγερση εναντίον του χρόνου.
«Οι άνθρωποι υποτίθεται ότι δεν κοιτάζουν πίσω», γράφει ο Βόνεγκατ. «Ασφαλώς, εγώ δεν πρόκειται να το κάνω αυτό πια». Σύμφωνα με τη μελέτη της μεταιχμιακής προσωπικότητας και του θεάτρου του παραλόγου, την οποία ήδη μνημονεύσαμε, «κλινικά, πολλοί μεταιχμιακοί ασθενείς εκφράζουν μία τέτοια ανικανότητα να ενσωματώσουν τις παρελθούσες εμπειρίες στο παρόν, και έχουν σχεδόν αισθήματα πανικού όταν αναγκάζονται να το κάνουν».

(11/02/2019)