ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2019

ANASTASIA DERIY VIA GETTY IMAGES
Η βιομηχανική επανάσταση, από τα μέσα του 18ου αιώνα κι εντεύθεν, οδήγησε τις κοινωνίες σε οικονομική ευημερία και ύψωσε το βιοτικό τους επίπεδο σε επίπεδα που το ανθρώπινο είδος δεν είχε ίσως βιώσει καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορικής του πορείας πάνω στον πλανήτη. Η ίδια όμως η βιομηχανική επανάσταση απαίτησε από την κοινωνία να την τροφοδοτήσει με μια σειρά νέων ειδικοτήτων προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες της ώστε να εδραιώσει την παρουσία της και να επεκταθεί.
Από το χρονικό σημείο εκείνο κι έπειτα, η Παιδεία άλλαξε τη μορφή και τον προσανατολισμό της κι ενδύθηκε το μανδύα της -τεχνικής κυρίως- εκπαίδευσης. Μαθηματικά και φυσική και χημεία, όλα με απόλυτη εξειδίκευση, οικονομικά και διοίκηση και μηχανολογία αλλά και μια σειρά άλλων επιστημών εκτόπισαν από το σύστημα της ανατροφής και της παιδείας των μαθητών τις -παροπλισμένες και άχρηστες- για τη βιομηχανία Τέχνες.
Η Παιδεία όπως θα έπρεπε να είναι, από το ιστορικό σημείο εκείνο και στη συνέχεια προσπαθεί ασθμαίνουσα να πάρει τη θέση που της αρμόζει μέσα στις αίθουσες των σχολείων.Χάθηκε μέσα από τις καρδιές και τις ψυχές των παιδιών, που διδάσκονται πια να αδιαφορούν γι’ αυτή και να κυνηγούν τα όνειρά τους με μόνα εργαλεία τα στεγνά από την ουσία του Ανθρώπου μεταπτυχιακά και τα άνυδρα διδακτορικά της απόλυτης εξειδίκευσης. Δεν τα καταφέρνει και χάνει διαρκώς στον αγώνα της απέναντι στην (τεχνική) εκπαίδευση.Δυστυχώς! Χωρίς να υποτιμούμε -το αντίθετο μάλιστα πιστεύουμε- την αξία των μεταπτυχιακών και των διδακτορικών, τα οποία έχουν τις βάσεις τους στο σύστημα εκπαίδευσης μέσα στις αίθουσες των σχολείων της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, προσπαθούμε να επισημάνουμε το αυτονόητο. Η Τέχνη είναι μια ψυχική δραστηριότητα που οδηγεί στη δημιουργία κι επικαλείται πάντοτε το συναίσθημα, επικαλείται δηλαδή και υπενθυμίζει στον άνθρωπο… τον Άνθρωπο! Αυτό, απ’ όλα όσα μπορούμε εμείς οι κατακτητές της Γης να κάνουμε, μονάχα η Τέχνη μπορεί να το καταφέρει.

Το σύστημα της εκπαίδευσης, σχεδόν σε ολόκληρο τον πλανήτη, προκρίνει τη διοίκηση επιχειρήσεων από τις εικαστικές τέχνες, τα ολοκληρώματα στα μαθηματικά από το θέατρο, την εξελιγκτική βιολογία από τη γλυπτική και τα θρησκευτικά από τη μουσική. Έχουμε ξεχάσει, γιατί επιτρέψαμε στους κυβερνώντες και αποφασίζοντες, πως η Τέχνη ενέχει μέσα της το στοιχείο του μυστηρίου που οδηγεί την ψυχή να βλέπει -χωρίς να χρησιμοποιεί τα βιολογικά μάτια- και να αγάλλεται!
Ξεχασμένο σήμερα σε σκονισμένα βιβλία το ρήμα, το ‘αγάλλομαι’, που δεν τον συναντάμε πουθενά στην καθημερινότητά μας εκτός κι αν περάσουμε φευγαλέα δίπλα από κάποιο βεβηλωμένο από κακόγουστα γκράφιτι άγαλμα,απόρροια κι αυτή η κακοποίηση της εκπαίδευσης που στερείται ουσίας. Ακόμα κι εκείνο το απομεινάρι Τέχνης που προσπαθεί να δώσει χρώμα στα σχολεία, η Λογοτεχνία, συνήθως κακοποιείται επειδή τα αναλυτικά προγράμματα διδασκαλίας επιτάσσουν να διδάσκεται ως συμπλήρωμα της γραμματικής και του συντακτικού αφήνοντας εκτός τα υψηλά νοήματα και την αξία των ίδιων των έργων. Μήπως γι’ αυτό οι σχολικές αίθουσες είναι τόσο παγερά κρύες; Τολμά άραγε κανείς να ρωτήσει γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί οι κοινωνίες δεν προβαίνουν στη νόμιμη άμυνα έναντι της κακοποίησης αυτής, όπως έχουν υποχρέωση, και να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο αυτό; Μήπως, επειδή οι ίδιες έχουν καταντήσει να λειτουργούν καθ’ εικόνα και ομοίωση της πολιτικής και της οικονομίας αντί να συμβαίνει το αντίθετο;
Η μαγιά πάνω στην οποία καλλιεργήθηκε και μεγαλούργησε το ανθρώπινο πνεύμα σε όλους τους ιστορικούς χρόνους δεν ήταν άλλη από την Τέχνη. Όμως, από τα θεωρικά[1] στην Αρχαία Ελλάδα φτάσαμε στη λατρεία των ‘ινδαλμάτων’ του ποδοσφαίρου σήμερα κι όλη εκείνη η μεγαλοπρέπεια του ανθρώπινου πνεύματος κλείστηκε μέσα σε μια δερμάτινη μπάλα που καθιστά το επιδέξιο λάκτισμα πολύτιμο προϊόν πώλησης και διαφήμισης. Η Τέχνη απουσιάζει από τα σχολεία και μοιραίο είναι να απουσιάζει κι από τη ζωή μας. Το δυστύχημα όμως είναι πως απουσιάζει πια και από την ψυχή μας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο ψυχισμός του σύγχρονου ανθρώπου έγινε σκληρός σαν το τσιμέντο των μεγαλουπόλεων και ψυχρός σαν τα παγωμένα αναψυκτικά των θελκτικών διαφημίσεων. Αδιαφορεί πια για εκείνο που θα τον κάνει να ξεχωρίσει, που θα του δώσει τη δυνατότητα να δαμάσει το χρόνο και την ιστορία, που θα τον κάνει να σκεφτεί όπως ο θεός ώστε να έχει τη δύναμη να συγχωρεί και να βοηθά τον συγκάτοικό του σ’ αυτόν τον πλανήτη. Καταργήσαμε από την καθημερινότητά μας το χρώμα της ζωγραφικής, την κίνηση του χορού, το μεγαλείο και τη διδαχή του θεάτρου αλλά και τη δύναμη της τέχνης του λόγου. Όλα τα κλείσαμε μέσα στα μαθηματικά, τη φυσική, τη χημεία, την οικονομία και τη διοίκηση των επιχειρήσεων και στις μέρες μας τα χωρέσαμε στα κινητά μας τηλέφωνα για να μην αφήνουμε τους εαυτούς μας να θαυμάζει το ωραίο, το μεγάλο και τ’ αληθινό… Γιατί ξεχάσαμε τον Παλαμά. Γιατί ξεχάσαμε τους ποιητές και τους ζωγράφους. Γιατί κλείσαμε την πόρτα της καθημερινότητάς μας σε όλους αυτούς που γέννησαν πολιτισμό. Γιατί την κρατάμε ακόμα κλειστή;
Εύλογα θα ρωτήσει κάποιος: Μήπως θα ήταν προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας να αφήσουμε για λίγες στιγμές την (τεχνική) εκπαίδευση έξω από τα διδακτικά προγράμματα του σχολείου και να εισάγουμε σ’ αυτά την πραγματική Παιδεία; Μήπως πρέπει η Τέχνη να γίνει μέρος της καθημερινότητας στα σχολεία της πατρίδας μας; Όχι να διδάξουμε στους μαθητές μουσική και θέατρο και ζωγραφική αλλά να τους δώσουμε τη δυνατότητα να βιώσουν τα έργα της Τέχνης. Να κατανοήσουν τι πρεσβεύει και γιατί ο άνθρωπος έχει ανάγκη την Τέχνη για να είναι ολοκληρωμένος ως προσωπικότητα. Η Τέχνη ‘καταστρέφει’ την αδιαφορία, την απάθεια, τον κυνισμό, το ρατσισμό, το μίσος και μια σειρά άλλων παθογενειών. Καταστρέφει όμως και τη δημαγωγία γιατί δημιουργεί σκεπτόμενους πολίτες. Καταστρέφει το σκοτάδι και δημιουργεί φως. Αν λοιπόν αναλογιστεί κανείς ποιος είναι εκείνος που δε θέλει την Τέχνη ως μια βιωματική εμπειρία στο σχολείο ας ρωτήσει απλώς: Ποιος θέλει το σκοτάδι και ποιος το φως;…
[1] Τα θεωρικά ήταν χρήματα που πρόσφερε η Αθήνα στους άπορους πολίτες της για να παρακολουθούν θεατρικές παραστάσεις.
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
by : tinakanoumegk
Βιβλιοπωλείο Μικρό Καράβι - Mikro Karavi Bookstore
[...]Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.
"Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε και τον πατέρα...
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε και τον πατέρα·
απ' τις μασχάλες πιάσ' τονε σα να 'ταν λαβωμένος.
Όπου πηγαίνεις τα παιδιά εκεί περπάτησέ τον,
με το βαρύ αμπέχωνο στις πλάτες του ν' αχνίζει.
Δώσ' του κι ένα καλό σκυλί και τους παλιούς του φίλους,
και ρίξε χιόνι ύστερα, άσπρο σαν κάθε χρόνο.
Να βγαίνει η μάνα να κοιτά από το παραθύρι,
την έγνοια της να βλέπουμε στα γαλανά της μάτια
κι όλοι να της το κρύβουμε πως είναι πεθαμένη.
Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, πάρε κι εμάς μαζί σου,
με τους ανήλικους γονείς, παιδάκια των παιδιών μας.
Σε στρωματσάδα ρίξε μας μια νύχτα του χειμώνα,
πίσω απ' τα ματοτσίνορα ν' ακούμε τους μεγάλους,
να βήχουν, να σωπαίνουνε, να βλαστημούν το χιόνι.
Κι εμείς να τους λυπόμαστε που γίνανε μεγάλοι
και να βιαζόμαστε πολύ να μοιάσουμε σ' εκείνους,
να δουν πως μεγαλώσαμε να παρηγορηθούνε".
|Μιχάλης Γκανάς | Γυάλινα Γιάννενα ( Χριστουγεννιάτικη Ιστορία) | Ποιήματα | εκδόσεις Μελάνι |
| Φωτογραφία: Saul Leiter |
by : tinakanoumegk

Το αρμόδιο Υπουργείο υπέγραψε την ένταξη και χρηματοδότηση της «Επανάχρησης – Αξιοποίησης» των αποθηκών του ΑΣΟ στο Ξυλόκαστρο. Ο Δήμαρχος με την πρότασή του μετατροπής τους ως Πολιτιστικού Πολυχώρου αδρανοποιεί άλλα προνομιακά στοιχεία και επενδύει σε αυτά που δεν έχουν συγκριτική αποδοτικότητα. Αποδεικνύεται πόση άγνοια της πόλης (=απολίτιστοι) έχουν όσοι συγκατένευσαν για το έργο αυτό. Και αυτό για δύο λόγους: α) την χωροταξική ακαταλληλότητα της εγκατάστασης και β) ότι υπάρχει απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου και έναρξη του έργου των Αποθηκών Φραντζή με την ίδια λειτουργικότητα, (σε εκκρεμότητα λόγω αντιδικίας με τον εργολάβο).
Το καταχώνιασμα του Πολιτιστικού Κέντρου στις αποθήκες του ΑΣΟ μειώνει την ανταγωνιστικότητα της πόλης. Αντίθετα, οι Αποθήκες Φραντζή, στο προνομιούχο παραλιακό μέτωπο της Πόλης, ενώνουν την διαδρομή της ιστορίας του Ξυλοκάστρου με την διαδρομή της σύγχρονης γεωγραφίας. Ένας κόμβος σε ένα μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα, τις δυναμικές αξιοποίησης της άμεσης επαφής με τον Κορινθιακό ορίζοντα. Ένας κρίκος ανάμεσα σε Πευκιά και Σύθα, μία εισδοχή του “Πολιτισμικού Κεφαλαίου” σε ένα ποιοτικό αισθητικό “Φυσικό Κεφάλαιο”. Αντίθετα, αυτοί επιλέγουν και θέλουν να ολοκληρώσουν το πολιτιστικό τους όραμα σε σοκάκια δύσκολης προσβασιμότητας και κακομοιριάς, αντί της υλοποίησης και ολοκλήρωσης του έργου στην τοποθεσία των Αποθηκών Φραντζή.
Αλήθεια, πότε ελήφθη η απόφαση ότι ακυρώνεται ο Πολιτιστικός χώρος των Αποθηκών Φραντζή; Μετά την λήξη των δικαστικών εκκρεμοτήτων με τον εργολάβο, θα συνεχίσουν και το έργο στις Αποθήκες ΑΣΟ;
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ.
Ο δήμαρχος σε συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου είχε ενημερώσει ότι ανάθεσε στον πολιτικό μηχανικό Σπύρο Καραβά με αμοιβή 4900 ευρώ να του σχεδιάσει τους χώρους. Τώρα γιατί «πάρτα-φτιάξτα», το γιατί δεν απευθύνθηκε σε ειδικευμένους μελετητές ή δεν έκανε διαγωνισμό ιδεών, (όπως για την ανάπλαση της Παναγή Τσαλδάρη), ένας Θεός το γνωρίζει. Ίσως το γνωρίζουν οι τσέπες και κάποια συμφέροντα που εποφθαλμιούν στην κακοτυχία ή στην απαξίωση των Αποθηκών Φραντζή, ώστε να «αξιοποιηθούν» επικερδώς από ιδιώτες. Δεν είχαν, όμως, την ευθιξία να δημοσιοποιήσουν σχέδια, ούτε και στο Δημοτικό Συμβούλιο. Όλα στο λαθραίο και κουτοπόνηρο, μια λογική του να κάνω κάτι για να δείξω ότι κάνω κάτι. Εντύπωση προκαλεί η αδιαφορία από τον Αντώνη Κλαδούχο, πρώην Δήμαρχο, που ξεκίνησε το έργο των Αποθηκών Φραντζή , που όμως έτρεξε τόσο πολύ για την εκλογή του ανιψιού του Σ. Καραβά. Ούτε μία διαμαρτυρία για τον δεύτερο «Πολιτιστικό Χώρο» του Ηλία. Η ανυποχωρητικότητά του προς τον εργολάβο κρύβει μετάνοια για το έργο του, γιαυτό και «κάνει την πάπια», όταν αποφάσισε ο Ηλίας να κάνει το ίδιο έργο στις Αποθήκες ΑΣΟ; Μπορεί να είναι συμπτώσεις, αλλά από τις παρεμβάσεις και τα αποτελέσματα θα οριστικοποιήσουμε τα συμπεράσματα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΜΕΛΛΟΝ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΦΤΙΑΞΟΥΝ ΜΟΝΟΙ ΤΟΥΣ.
Ο νέος Δήμαρχος Τσιώτος: θα προσπαθήσει να λύσει το ζήτημα των Αποθηκών Φραντζή ή θα κανονικοποιήσει το ότι λάχει; Θα κάνει και … δεύτερο πολιτιστικό πολυχώρο στις ΑΣΟ; Και πώς θα το καταπιούν οι τέσσερεις πρώην αντιδήμαρχοι του Αντώνη Κλαδούχου (Γκιόκας, Καζάνη, Κολοτούρος, Δούρης, - ο πέμπτος, Φ. Μπρακούλιας έχει μιλήσει για αυτά) και οι υπόλοιποι που έχουν εκλεγεί στο επόμενο δημοτικό συμβούλιο;
Αν οι ερωτήσεις αυτές είναι υπαρκτές, οι απαντήσεις έχουν αρχίσει να αχνοφαίνονται… Όλα είναι ευδιάκριτα αν ρίξουμε μια ματιά σε ένα δημοσιευμένο κείμενο (υπό τύπου προγράμματος), του Β. Τσιώτου, του από Σεπτέμβρη δημάρχου. Αντιγράφουμε. «Διευθέτηση της δικαστικής διένεξης των Αποθηκών Φραντζή και εκπόνηση νέας μελέτης αξιοποίησης», και «Αξιοποίηση των Αποθηκών ΑΣΟ ως Κέντρο Νεότητας και Πολιτισμού». Κέντρο Πολιτισμού οι Αποθήκες ΑΣΟ και νέα μελέτη για τις Φραντζή. Ουσιαστικά συμφωνεί με τον Ανδρικόπουλο να αποχωρήσει από την ιδέα να γίνουν οι Αποθήκες Φραντζή Πολιτιστικό Κέντρο, και να τους δώσει άλλη χρήση (στρίβειν δια του γενικού «νέας μελέτης»), να καταχωνιάσει το «Πολιτιστικό Πολυχώρο» στις ΑΣΟ. Πονηριές που δηλώνονται και εκδηλώνονται πριν την εκκίνηση, υποδηλώνουν τι θα ακολουθήσει...
Διαπίστωση και προϋπόθεση αποφάσεων: Η ΟΡΘΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΥΛΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ. Η υπεράσπιση της Πόλης δεν είναι να πάρουμε τα όπλα εναντίον κάποιων εχθρών, που έρχονται να μας υποδουλώσουν. Είναι και η δημιουργία αναχωμάτων σε κάθε απόπειρα και μεθόδευση απαξίωσης των συνιστωσών της ταυτότητάς της. Προϋποθέτει μια βαθιά ανατροπή της ρέουσας αντίληψης για τον σχεδιασμό: από μεμονωμένα κτίρια σε συνολικές, συνδυαστικές επιλογές με ιδιαίτερη αναφορά στα δίκτυα των δημόσιων χώρων και υποδομές-κόμβους.
Σε αυτή την ολιστική, οργανική αντιμετώπιση της πόλης, το Πολιτιστικό Κέντρο, που αντιστοιχεί στο μετα-εμπορικό Ξυλόκαστρο, θα είναι κεντρικός φορέας μιας νέας αναδυόμενης εικόνας της πόλης. Και για τους κουφιοκεφαλάκηδες, που έκαναν παιδομάζωμα μυαλών με πλειοδοσία «έξυπνης πόλης», χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα: ΕΞΥΠΝΗ ΠΟΛΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ Η ΕΞΥΠΝΑΔΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΤΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΕΙ ΚΑΙ ΥΛΟΠΟΙΕΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΑ ΤΟΝ ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΑΥΛΟ ΠΛΟΥΤΟ ΤΗΣ. Είναι βλακώδες να πιστεύεις ότι όλα γίνονται παντού, σε όλα «πάνε» όλα, να σκέπτεσαι, όπως τα σκυλιά που νομίζουν ότι «WC» είναι κάθε γωνία.
Οι Αποθήκες του ΑΣΟ μπορούν να συντελούν σε ένα creative cluster, σε μία ευρεία δημιουργική ζώνη αλλά με κέντρο τις Αποθήκες Φραντζή. Απαιτείται αρχικά μία τοπική συζήτηση, που κεντρικός διαχειριστής της πρέπει να είναι από κοινού οι πολίτες, το τοπικό συμβούλιο Ξυλοκάστρου και ο Δήμος. Η προσωπική μου πρόταση - από το 2002 - βρίσκεται εδώ: www.tinakanoume.gr/2019/06/2002.html. Είναι επιλογή που αντιστοιχεί στα μεγάλα, ωραία και αληθινά, που αξίζουν στο Ξυλόκαστρο και στον Δήμο.
Γρηγόρης Κλαδούχος – Ξυλόκαστρο – 13 Ιουνίου 2019
Posted on : Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2019 [ 0 ] comments Label:

by : tinakanoumegk

by : tinakanoumegk
Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς
2ο Θερινό Σχολείο για τον Αγροτικό Χώρο ως Πολιτιστική Κληρονομιά | Δημητσάνα, 21-28 Ιουλίου 2019
Η Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (ΔΙΝΕΠΟΚ) του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού μετά την επιτυχή πραγματοποίηση του 1ου Θερινού Σχολείου διοργανώνει, σε συνεργασία με την Περιφέρεια Πελοποννήσου, τον Δήμο Γορτυνίας, το Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς – Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, το Συνεδριακό Πολιτιστικό Κέντρο Δημητσάνας, την Κοιν.Σ.Επ. Μαίναλον και άλλους τοπικούς φορείς και πολίτες της Δημητσάνας, το 2ο Θερινό Σχολείο για τον Αγροτικό Χώρο ως Πολιτιστική Κληρονομιά (Δημητσάνα, 21-28 Ιουλίου 2019).
Υποβολή αιτήσεων: 10- 23 Ιουνίου 2019
Ανακοίνωση των σπουδαστών και των επιλαχόντων/-ουσών (σε περίπτωση που υπάρξουν): 1 Ιουλίου 2019
Για την πρόσκληση, το πρόγραμμα και την αίτηση συμμετοχής παρακαλούμε επισκεφθείτε το σύνδεσμο: http://ayla.culture.gr/2o-therino-sxoleio-agrotikos-xwros-…/
by : tinakanoumegk

Σπουδές φύλου ή μήπως μια νέα ανθρωπολογία; - Media
Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ιδίως μέσα στη δεκαετία του 2010, το κλίμα στον ακαδημαϊκό χώρο διεθνώς έχει αλλάξει θεματικά. Απομακρύνθηκε κατά πολύ από το μοντέλο που ξέραμε – ελεύθερη διακίνηση των ιδεών, προαγωγή της κριτικής σκέψης και διαλόγου – και στρατεύτηκε σε νέους δογματισμούς, οι οποίοι καθοδηγήθηκαν από τις επιταγές της πολιτικής ορθότητας.
Οι «Σπουδές φύλου» βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της στράτευσης. Αν και ακαδημαϊκό ρεύμα, σχεδόν απαγορεύεται να το αξιολογήσει κανείς κριτικά, να το αναλύσει και να αναδείξει τις αντινομίες του. Κινδυνεύει να κατηγορηθεί ως «φαλοκράτης σωβινιστής, οπαδός της πατριαρχίας», στον ίδιο τόνο που το γερμανικό NSDAP ή το ΚΚΣΕ στοχοποιούσε τους διαφωνούντες ως «εχθρούς» του Φύρερ ή της σοσιαλιστικής πατρίδας.
Η Μπερενίς Λεβέ, στο βιβλίο της «H Θεωρία του Φύλου», πάει κόντρα σε αυτόν τον νέο μονολιθισμό ψύχραιμα μα αποφασιστικά. Κατ’ αρχάς προβαίνει σε μια απαραίτητη διάκριση που τόσο πολύ λείπει από τη δημόσια συζήτηση όταν συζητάμε τα ζητήματα του φύλου: η κριτική στην κυρίαρχη τάση των σπουδών φύλων δεν συνεπάγεται αυτόματα υπεράσπιση της ανισότητας μεταξύ των ίδιων των φύλων, που πηγάζει από φυσιοκρατικές ή παραδοσιακές αντιλήψεις. Κάθε άλλο• μπορεί να ξεκινάει από την υπεράσπιση της διαφορετικότητάς τους. 
Αυτό που φαίνεται από πρώτης όψεως αντιφατικό, εξηγεί στο βιβλίο της η Λεβέ. Γιατί προβαίνει σε μια υποδειγματική κριτική προσέγγιση της άποψης που επικρατεί στις σπουδές φύλου. Η οποία κηρύττει, όχι την απελευθέρωση των φύλων, αλλά αντίθετα την απελευθέρωση από το φύλο, και συνακόλουθα την αποδόμησή του. Αυτή είναι και η ειδοποιός διαφορά του μεταφεμινιστικού λόγου από τον φεμινιστικό λόγο που αρθρώθηκε κατά τις προηγούμενες δεκαετίες.
Το να αποκαταστήσουμε τη γυναικεία οπτική στην ιστορία, στην οικονομία, την κοινωνιολογία, ήταν ένα αίτημα που παρήγαγε πολύ ενδιαφέρουσες αναλύσεις. Για παράδειγμα περί της φύσης της σύγχρονης οικονομίας, που εστιάζει μόνο στην «ανδροκρατική» αντίληψη της αέναης επέκτασης και της κερδοφορίας και υποτιμάει όλες τις λειτουργίες της αναπαραγωγής που πρέπει να επιτελεί ένα οικονομικό σύστημα (την εκπαίδευση, την πρόνοια, τη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, ακόμα και τη δημογραφία, καθώς από αυτήν εξαρτάται η αναπαραγωγή του εργατικού δυναμικού). 
Το να χειραφετηθούμε από κάθε έμφυλη οπτική, αντίθετα, είναι ένα αίτημα που αναπόφευκτα οδηγεί σε μια νέα ανθρωπολογία. Αυτήν ακριβώς περιγράφει η Λεβέ στην κριτική προσέγγιση των «σπουδών φύλου». Πώς συντελείται; Εισάγοντας την άποψη πως το φύλο αποτελεί εξ ολοκλήρου κοινωνική κατασκευή, αποχωρισμένο από τη βιολογική του πραγματικότητα• ότι ορίζεται, ή καλύτερα επιβάλλεται, μέσω των καθιερωμένων κοινωνικών ρόλων με τους οποίους κάθε μια ή κάθε ένας από εμάς εντάσσεται, είτε το θέλει είτε όχι, σε μια κανονικότητα. Η παιδιατρική, η οικογένεια, μετέπειτα το σχολείο, οι έμφυλοι ρόλοι που προβάλλονται σαν πρότυπα μέσα από την κουλτούρα, αποτελούν πράξεις μιας βίαιης ταξινόμησης στη διελκυστίνδα του «ανδρικού» και του «γυναικείου». Ποια είναι η έξοδος; Ο βολονταρισμός της επιθυμίας που θα μας οδηγήσει στην άρνηση αυτών των ρόλων και των επιταγών, εν τέλει στην ανατροπή της κυρίαρχης ταξινόμησης: «Ο άνθρωπος είναι ό,τι θέλει να γίνει» μας λένε, σύμφωνα με τη Λεβέ, οι σπουδές φύλου. 
Αυτή η θεωρητική προσέγγιση, λέει η Λεβέ, έχει τα δικά της «μαύρα κουτιά». Κατ’ αρχάς αναγκάζεται να αποπέμψει την ετεροφυλοφιλία ως «παρέκκλιση», και μαζί με αυτήν να καταγγείλει την αμφιφυλόφιλη επιθυμία. Αν όμως η ανάγκη της γνωριμίας με τον «έμφυλο άλλο» είναι επίπλαστη, μιαν ανάγκη που δεν είναι μόνο σωματική, και στην ένταση που παράγει έχει τροφοδοτήσει και το ανθρώπινο πνεύμα, τις τέχνες και τα γράμματα, τότε από την πίσω πόρτα εισάγεται μιαν επιταγή ομοιομορφίας: Όλοι οι άνθρωποι είναι «ίδιοι». 
Δεύτερον, ο βολονταρισμός της επιθυμίας έρχεται να συναντήσει μια τεχνολογία και μια αγορά που υπόσχεται ακριβώς την υπέρβαση της βιολογικής παραγματικότητας των ανθρώπων, ένα πρόταγμα μάλλον τεχνοφασιστικό. 
Τρίτον, στην ανάγκη της να καταγγείλει κάθε έκφραση της σωματικότητας ως «φυλακή» η άποψη αυτή έρχεται να συναντήσει έναν πολύ παλαιό πουριτανισμό, κι ακόμη, την αυστηρή νοησιαρχία της καθολικής εκκλησίας, που δίδασκε πως το υλικό σώμα του ανθρώπου είναι προϊόν της πτώσης του ανθρώπου.
Το επιχείρημα της Λεβέ δεν εξαντλείται σε αυτά τα σημεία αλλά είναι πολύ πιο πλούσιο, τόσο σε φιλοσοφική πραγμάτευση όσο και σε βιβλιογραφική τεκμηρίωση. Κυρίως όμως συνηγορεί σε μιαν χειραφέτηση του κριτικού πνεύματος από τους καταναγκασμούς της πολιτικής ορθότητας, την επαναφορά του στους ανοιχτούς ορίζοντες, όπου ναι, ακόμα και η αποδόμηση των ίδιων των αποδομιστών είναι εφικτή και ευκταία. 
Σημασία, βέβαια, έχει και το γιατί γίνεται από τη συγγραφέα. Για να υπερασπιστεί αυτό που ο Εντγκάρ Μορέν αποκαλούσε η «ανθρωπινότητα του ανθρώπου». Το γεγονός ότι ως ον συνιστά μια βιοψυχοκοινωνική ολότητα με τα όρια της βιολογικής, της ψυχολογικής και της κοινωνικής της πτυχής να είναι πάντοτε ακαθόριστα και συγκεχυμένα, τις σχέσεις μεταξύ τους να βρίσκονται σε ταραγμό για να δώσουν αυτή την υπέροχη ατέλεια που ορίζει τον άνθρωπο και που τον καθιστά εν τέλει φιγούρα τραγική, «ταυτοχρόνα άγγελο και διάβολο» καταπώς έλεγε και ένας αγράμματος μα πολύ φιλοσοφημένος… αγωνιστής του 1821. 
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2076 στις 6-6-2019

by : tinakanoumegk


Ο συγγραφέας στην Εισαγωγή αναφέρει ότι η αξιόλογη αυτή μελέτη γεννήθηκε από μια απορία, που προέκυψε στην διάρκεια των ερευνών του για τα κινήματα της νεολαίας και την ιδέα της Ευρώπης, όταν παρακινήθηκε να διαβάσει τις ομιλίες του Alfred Rosenberg (επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής του Γ΄ Ράιχ, και υπεύθυνου για την πνευματική και φιλοσοφική παιδεία του Κόμματος και όλων των συναφών οργανισμών των ναζί, συγγραφέας πολλών βιβλίων), ο οποίος διακήρυσσε ότι οι Έλληνες ήταν λαός του Βορρά. Έτσι, ο συγγραφέας ανακαλύπτει ότι αυτό το «παράξενο κειμενικό τεκμήριο» ακολουθούσε, απλά, τον κανόνα του εθνικοσοσιαλιστικού δόγματος, τον οποίο αποτύπωνε ο Hitler στο Mein Kampf, όπου υποστηρίζει ότι υπάρχει «φυλετική ενότητα» ανάμεσα στους αρχαίους Έλληνες, τους Ρωμαίους και τους Γερμανούς, κι ότι αυτούς τους τρεις λαούς ενώνει η ίδια μακραίωνη πάλη.
Ο Johann Chapoutot ισχυρίζεται ότι «για να δικαιολογήσει κανείς αυτούς τους δυσνόητους ισχυρισμούς, μπορεί να ανατρέξει στις μεγαλοστομίες των σύγχρονων του Hitler για τους αιώνες και για τον θρύλο των αιώνων, διαπιστώνοντας ότι, αν κάποιο φάντασμα στοιχειώνει την Ευρώπη των ισχυρών, αυτό είναι πράγματι το φάντασμα της κλασσικής αρχαιότητας. Από την Αναγέννηση τουλάχιστον, ένα ρωμαϊκού ύφους οικοδόμημα με κολόνες κοσμημένες με κορινθιακά κιονόκρονα παραπέμπει στην επιβλητική μνήμη της ρωμαϊκής ισχύος, μιας κυριαρχίας βασισμένης στα όπλα και το δίκαιο και πρόθυμα οικουμενιστικής».
Ο Johann Chapoutot παρατηρεί ότι η προσφυγή στο ρωμαϊκό παρελθόν τετριμμένη στην Δύση, αδυνατεί να εκφράσει την υπέρτατη εξουσία παρά μόνο στο λατινικό λεξιλόγιο, αφού για παράδειγμα στην γαλλική γλώσσα ο «αυτοκράτορας», empereur, προέρχεται από το imperator, ενώ στα γερμανικά, ο Kaiser, όπως και ο τσάρος στα ρώσικα, προέρχεται από το ρωμαϊκό Caesar.
O συγγραφέας τονίζει ότι «από τον Καρλομάγνο και μετά όλοι οι διεκδικητές της οικουμενικής κυριαρχίας διαμοίραζαν τα ιμάτια του εκλιπόντος imperium romanum, και όλοι οι ηγέτες –Αυστριακοί, Γάλλοι, Βρετανοί, Ρώσοι, αλλά και νεότεροι Γερμανοί Αυτοκράτορες– ονειρεύονταν ανεξαιρέτως restauratio imperii. Ούτε όμως η Ελλάδα λησμονήθηκε ποτέ, όχι τόσο για τα όπλα όσο για τις λέξεις της. Υπάρχει το ψυχικό συμπλήρωμα, ένεκα της αριστοκρατικής ελληνικής κατατομής και του μεγαλείου της φιλοσοφίας. Είναι πάντα ευπρόσδεκτη μια γλυπτοθήκη, μέσω της οποίας συντελείται η σύνδεση με την δύναμη και την ομορφιά της αρχαίας γλυπτικής. Η φιλελληνική Γερμανία του Φρειδερίκου του Β΄ της Πρωσσίας, του «Κλασικισμού της Βαϊμάρης» και του Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας το επιβεβαιώνει, εξυμνώντας επιπλέον, μαζί με την Ελλάδα του Μεσολογγίου την αρχή του έθνους».
Ο Johann Chapoutot υπενθυμίζει ότι η καταφυγή μιας πολιτικής εξουσίας στην ρητορεία ή στο ιστορικό παράδειγμα είναι συχνό φαινόμενo, ιδίως στα ολοκληρωτικά καθεστώτα: «ο Στάλιν παρήγγειλε στον Αϊζενστάιν έναν Αλέξανδρο Νιέφσκι για να προσδώσει ιστορικό βάθος στην ρωσική αντίσταση κατά του γερμανικού ιμπεριαλισμού, κι έπειτα έναν Ιβάν Τρομερό που δείχνει, στα μέσα του 15ου αιώνα, ένα Κρεμλίνο να μάχεται ενάντια στους βογιάρους.
Ο Johann Chapoutot διακρίνει την διεκδίκηση μιας πατρότητας εκ μέρους των Hitler και Rosenberg, όταν χαρακτηρίζουν τους Έλληνες ως «βόρειο λαό», από τις φανταστικές γενεαλογίες, που συναντούμε στα μεσαιωνικά έθνη, όταν οι Γάλλοι μονάρχες έχριζαν γενάρχες τους τον Δαβίδ τον Εβραίο και τον Φραγκίσκο τον Τρώα και Άγγλοι βασιλείς επικαλούνταν ευλαβικά την μνήμη του Βρούτου, συντρόφου του Αινεία: «Αυτός ο σφετερισμός του μύθου των Αρίων, ίδιον ορισμένων κύκλων γλωσσολόγων και ιστορικών στη Γερμανία του 19ου αιώνα, όπου οι Δωριείς της Σπάρτης θεωρούνταν εκ Βορρά ορμώμενοι, συστηματοποιήθηκε και φυλετικοποιήθηκε από τους ναζί, οι οποίοι διακήρυσσαν ότι η Γερμανία ήταν αναπόφευκτα μεγάλη, αφού είχε γεννήσει λαμπρούς πολιτισμούς. Στο εξής –αποφαίνεται ο Rosenberg–, η μίμηση της Αρχαιότητας δεν έχει τίποτα «το επονείδιστο ή το ασύμβατο με την εθνική αξιοπρέπεια», καθώς δεν αποτελεί παρά μια νόμιμη ανάκτηση της ινδογερμανικής κληρονομιάς».
Στην συνέχεια, ο συγγραφέας θυμίζει τα λόγια της Han­nah Arend, που υπογράμμιζε ότι η ολοκληρωτική προπαγάνδα και κατήχηση διακρίνεται από την ριζική περιφρόνησή της για τα γεγονότα ως τέτοια, αφού το ψεύδος του ολοκληρωτικού λόγου «προδίδει τον απώτατο στόχο του για παγκόσμια κατάκτηση, καθώς μόνο σε έναν κόσμο ο οποίος θα ήταν πλήρως ελεγχόμενος θα μπορούσε η ολοκληρωτική διακυβέρνηση να εκπληρώσει όλες τις ψευδείς προφητείες της».
Όμως, η γεωγραφία δεν αρκεί, αφού η ιστορία είναι εκείνη που πρώτα απ’ όλα πρέπει να προσαρτηθεί, να ενταχθεί στην ολοκληρωτική ιδεολογία: «Η κατασκευή ενός πλασματικού κόσμου δεν περιορίζεται στο παρόν, ανασκάπτει και προσβάλλει το παρελθόν, ξεθάβει τους νεκρούς, εκθέτει τα κρανία και τους σκελετούς τους στην σκηνή της επιστήμης, για να τους αποσπάσει τις αποδείξεις, που θα επικυρώσουν τον λόγο ο οποίος παράγει τον πλασματικό κόσμο. Όπως στο 1984 του George Orwell, το παλίμψηστο του παρελθόντος σκαλίζεται επιμελώς, προκειμένου να συμμορφωθεί στο ολοκληρωτικό παρόν. Το παρελθόν επικαιροποιείται».
Ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι το ζήτημα της χρήσης της αναφοράς στην κλασσική αρχαιότητα μάς οδηγεί στην καρδιά της κατασκευής του ναζιστικού υποκειμένου από το καθεστώς, που προχωρά στην επανεγγραφή της ιστορίας της φυλής με την ενσωμάτωση σε αυτήν της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώμης, οι οποίες όχι μόνο εμφανίζονται ως συνήγοροι και καθρέπτες των αρετών της, αλλά συμμετέχουν πλήρως στο σχέδιο της κατασκευής του «Νέου Ανθρώπου».
Και πως θα επιτευχθεί το σχέδιο αυτό;
«Η φυσική παραγωγή του αποτελεί αντικείμενο της ευγονικής, της κρατικής ζωοτεχνίας, που θεσπίστηκε από το νέο καθεστώς, το οποίο προάγει μια νέα ηθική και αισθητική του σώματος, βασισμένες όμως σε ένα ελληνικό πρότυπο το οποίο προβάλλεται ως ένδοξο προηγούμενο».
Ο «Νέος Άνθρωπος» αποτελεί το αντικείμενο, σύμφωνα με την προπαγάνδα του καθεστώτος, ενός ψυχολογικού πλασίματος. Και η προπαγάνδα αυτή είναι πολύπλευρη και πολυσχιδής, τόσο ως προς τις μορφές όσο και ως προς τους στόχους της: «καταφεύγει στην τέχνη, στην αφίσα, στην ραδιοφωνική μετάδοση, στις μεγάλες δημόσιες συγκεντρώσεις, στο σύντομο, κοφτό και πανταχού παρόν σλόγκαν, αλλά και στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στα διάφορα όργανα του Κόμματος και στην διδασκαλία που εκπορεύεται από τους θεσμούς».
Έτσι, ο «Νέος Άνθρωπος» δεν μπορεί παρά να κατέχει και μια «νέα ταυτότητα», η οποία θέτει πια το ερώτημα της καταγωγής. Οι θεωρητικοί του καθεστώτος αναλαμβάνουν όχι απλά να απαντήσουν, αλλά να αφηγηθούν την ιστορία της φυλής, την «μεγάλη πορεία» του Βόρειου Ανθρώπου, προικίζοντας τον «Νέο Άνθρωπο» με ένα «νέο παρελθόν».
Επομένως, όπως αποφαίνεται, ο Johann Chapoutot «ο ηρωικός μύθος της φυλής δεν είχε μόνο την λειτουργία συγκρότησης της ταυτότητας, αλλά και μια αποστολή κινητοποίησης: η υπενθύμιση του παρελθόντος είναι ένα κάλεσμα που δεσμεύει, η προέλευση είναι επίσης κατεύθυνση. Η καταγωγή υποχρεώνει και παρηγορεί ταυτόχροναΗ πορεία της φυλής καθιστά τον χρόνο ένα συνεχές: το χρονικό διάνυσμα δεν επιδέχεται ούτε διάκριση ούτε διαίρεση. Σε μια ολική λογική και οντολογική συνέχεια, το παρελθόν παράγει το παρόν, το παρόν γεννά το μέλλον, σύμφωνα με μια άθραυστη κι εύπλαστη αναγκαιότητα, αυτή του φυλετικού ντετερμινισμού, το καλό αίμα είναι αδύνατον να ψεύδεται».
Το καθεστώς γνωρίζει, πώς να διαχύσει αυτή τη νέα θεώρηση της ιστορίας και του παρελθόντος. Η κατασκευή παίρνει σάρκα και οστά στις μεγάλες εκδηλώσεις, όπου σφυρηλατείται η «νέα ταυτότητα». Ο ολοκληρωτικός χώρος, η συνοχή και η ταυτοφωνία συμβάλλουν από κοινού στην μετάδοση.
«Ο λόγος, με την ευρεία έννοια του όρου, είναι εδώ αδιαχώριστος από την πρακτική: η σχέση με την Αρχαιότητα δεν εκφράζεται μόνο με λέξεις αλλά και με πλήθος άλλων διαμεσολαβήσεων, με πρακτικές που αποτελούν όλες τους σκηνοθεσίες, ηχητικές και χωρικές, αυτής της αναφοράς στην Αρχαιότητα, πρακτικές οι οποίες δεν έχουν τίποτα το διακοσμητικό ή καλλωπιστικό, αλλά είναι εξόχως σημαίνουσες: η τοποθέτηση της Αθηνάς στην κεφαλή μιας παρέλασης της γερμανικής τέχνης, η ανέγερση δωρικών ναών στο Μόναχο, τα σχέδια για την οικοδόμηση ενός γιγάντιου Πάνθεου στο Βερολίνο, ο σχεδιασμός ρωμαϊκών λαβάρων για το Κόμμα και τα SS, είναι φαινόμενα διόλου ανώδυνα, τα οποία εκφράζουν τη ρατσιστική ανάκτηση της ελληνικής και ρωμαϊκής ταυτότητας που την έχει προσεταιριστεί η βόρεια φυλή».
Ο Johann Chapoutot, για να ανασυνθέσει τον πλούτο αυτού του συμβολικού συστήματος που η κατασκευή τους ενθαρρύνθηκε αρχικά από την βούληση ενός Κόμματος και στην συνέχεια ενός Κράτους, απευθύνθηκε σε πλήθος πηγών, το οποίο αντιστοιχεί στην ποικιλία των μορφών έκφρασης, αλλά και των θεμάτων που θίγονται σ’ αυτήν την αξιολογότατη μελέτη.
Κλείνοντας την Εισαγωγή, ο συγγραφέας τονίζει την πρόθεσή του να εκθέσει «την οικονομία αυτού του λόγου, αυτής της άλλης ιστορίας, της Αρχαιότητας, μελετώντας τις τρεις λειτουργίες που επιτελούσε για ένα Κόμμα –κι έπειτα για ένα Κράτος– το οποίο ήθελε να πλάσει έναν νέο Άνθρωπο, να συστήσει μια νέα Αυτοκρατορία, να οικοδομήσει μια νέα κοινωνία: τις λειτουργίες της εξύμνησης, του προτύπου και της προφητικής προειδοποίησης».
Ο συγγραφέας χωρίζει την μελέτη σε τρία μέρη, με το πρώτο να τιτλοφορείται Η Προσάρτηση της Αρχαιότητας, το δεύτερο η Μίμηση της Αρχαιότητας και το τρίτο ο Απόηχος της Αρχαιότητας. Κάθε μέρος χωρίζεται με την σειρά του σε αρκετά επιμέρους κεφάλαια και στην ανακεφαλαίωση, ενώ το έργο κλείνει μια Γενική Ανακεφαλαίωση.
Στην Γενική Ανακεφαλαίωση, ο Johann Chapoutot, μεταξύ άλλων, συμπεραίνει ότι «ο εθνικοσοσιαλισμός δεν μοιάζει να ενδιαφέρεται τόσο να ζήσει, να κάνει να αναπτυχθεί μια πραγματικότητα σε έναν χρόνο όπου θα επιτρέπεται η εξέλιξη, όσο να πεθάνει, ώστε να κερδίσει την αθανασία δημιουργώντας έναν μύθο στη μνήμη […] Αφ’ ης στιγμής η νίκη κατέστη αδύνατη, το ζητούμενο ήταν πλέον η επιβίωση μέσω του μύθου, έστω και αρνητικού μύθου, μιας εκδίωξης από την μνήμη μιας damnation memoriae, που έπληξε ιδίως τα οικοδομήματα του καθεστώτος, κλέη αυτής της νέας Ρώμης που υποτίθεται ότι θα γινόταν η πρωτεύουσα του Ράιχ, η Germania […] Οι Σύμμαχοι αναβιώνουν τη ρωμαϊκή πρακτική της damnation memoriae. Στην Ρώμη, το συμβολικό αντιστάθμισμα της αποθέωσης ήταν μια εξίσου υπερβολική τιμωρία: η εκδίωξη από την μνήμη. Αν ο κυρίαρχος αποδεικνυόταν κακός αυτοκράτορας, καταδικαζόταν αυτομάτως σε εξάλειψη από την μνήμη, σε ολοκληρωτικό θάνατο. Η Σύγκλητος ψήφιζε επίσημα την απάλειψη του ονόματός του, διέταζε να σβηστούν οι νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις που το έφεραν και να διαγραφεί από τις βάσεις των αγαλμάτων και τις αφιερώσεις των μνημείων. Τούτη η εκδίωξη από την μνήμη ανταποκρίνεται ενδεχομένως στις τελευταίες επιθυμίες των εθνικοσοσιαλιστών. Με το να γίνεσαι βδέλυγμα, δεν παύεις να μεγαλύνεσαι. Η damnation memoriae δεν παύει να συνιστά εξύψωση στον μύθο –έστω και αν αυτός ο μύθος είναι αρνητικός– και, με την απουσία που εγκαθιδρύει, απελευθέρωση ενός φαντασιακού χώρου».
Κλείνοντας, θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα ομιλίας του Hitler στο Ράιχσταγκ τον Δεκέμβριο του 1941, πριν δηλαδή ακριβώς 75 χρόνια, το οποίο ο συγγραφέας συμπεριλαμβάνει στο Τρίτο μέρος και στο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται Festunc Europa: Από τα Καταλαυνικά Πεδία (451) στο Στάλινγκραντ, και το οποίο αναφέρεται στην μακραίωνη πάλη σύμφωνα με τους ναζί, (και όχι μόνο…), που διεξάγεται ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση και στο τελευταίο καταφύγιο της ινδογερμανικής φυλής, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους αποτελεί η Ευρώπη.
Η ομιλία αυτή του Hitler πραγματοποιήθηκε μια στιγμή κατά την οποία μια πιθανή νίκη κατά της Σοβιετικής Ένωσης καθιστούσε ορατή τη συγκρότηση του Μεγάλου Γερμανικού Ράιχ, μιας Europa που θα έπαιρνε την σκυτάλη από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία:
«Στα Καταλαυνικά Πεδία οι Ρωμαίοι και οι Γερμανοί εμφανίστηκαν για πρώτη φορά δίπλα δίπλα σε μια αποφασιστική μάχη τεράστιας σημασίας, για να υπερασπιστούν έναν πολιτισμό ο οποίος γεννήθηκε από τους Έλληνες και ακολούθως κατέκτησε μέσω των Ρωμαίων και τους Γερμανούς.
Η Ευρώπη είχε γεννηθεί. Η Δύση αναδύθηκε στην Ελλάδα και στην Ρώμη, και η υπεράσπισή της, ήταν πλέον για πολλούς αιώνες, υπόθεση όχι μόνο των Ρωμαίων, αλλά προπάντων των Γερμανών. Η έννοια την οποία ονομάζουμε Ευρώπη εκδιπλωνόταν πλέον στον χώρο, με τον ίδιο τρόπο που η Δύση, φωτισμένη από τον ελληνικό πολιτισμό, πλήρης από την τεράστια κληρονομιά της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, επεξέτεινε τον χώρο της με τον γερμανικό αποικισμό […] Όπως οι Έλληνες άλλοτε, ενάντια στους Πέρσες, δεν υπερασπίζονταν μόνο την Ελλάδα, όπως οι Ρωμαίοι ενάντια στους Καρχηδόνιους δεν υπερασπίζονταν μόνο την Ρώμη, όπως οι Ρωμαίοι και οι Γερμανοί, ενάντια στους Ούννους, δεν υπερασπίζονταν μόνο τη Δύση […], όπως όλοι στην εποχή τους, υπερασπίζονταν την Ευρώπη, έτσι και η σημερινή Γερμανία δεν μάχεται μόνο για τον εαυτό της, αλλά για όλη την ήπειρο […] Αν το αθάνατο μεγαλείο της Ρώμης συνίσταται στο ότι δημιούργησε και υπεράσπισε κάποτε αυτή την ήπειρο, επαφίεται πλέον στους Γερμανούς να [την] υπερασπιστούν και να την προστατέψουν».
Επρόκειτο, λοιπόν, για τους εκφραστές ή την προσωποποίηση του «υπέρτατου κακού» ή μήπως για τους χαρισματικούς οραματιστές και τους βασικούς συντελεστές των κυριαρχικών σχεδίων του προηγούμενου αιώνα; Άλλωστε, οι αξιοπρόσεκτες ομοιότητες στον λόγο, αλλά και σε τόσες και τόσες πρακτικές με εκείνον των συνεχιστών και πιστών υπηρετών των ίδιων ή παρόμοιων κυριαρχικών σχεδίων, μόνο συμπτωματικές δεν είναι…
Συσπείρωση Αναρχικών
Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 166, Δεκέμβριος 2016