ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








Posted on : Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019 [ 0 ] comments Label:

Panos Zacharis

by : tinakanoumegk
by : Γρηγόρης Κλαδούχος

Κατεβάστε δωρεάν 118 τεύχη του περιοδικού ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ (1981-2010)

Κατεβάστε δωρεάν μία ψηφιακή συλλογή 118 τευχών του περιοδικού ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ της περιόδου 1981-2010.
Μπορείτε να δείτε online όλα τα ψηφιοποιημένα τεύχη του περιοδικού πατώντας ΕΔΩ.


https://cognoscoteam.gr/%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b5%ce%b2%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b5-%ce%b4%cf%89%cf%81%ce%b5%ce%ac%ce%bd-118-%cf%84%ce%b5%cf%8d%cf%87%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%bf/?fbclid=IwAR2W7tvLVEVqFHRpyqnXWFCS9b4q0mAH1_9_4EpcF2iXJP4Ya9_0mG9aD4o
by : Γρηγόρης Κλαδούχος



«Ενημέρωση δημοσιοποίησης του πρωτοποριακού αφηγηματικού χάρτη του Κορινθιακού Κόλπου (Story Maps)»


  
Το Δ.Σ. του Σ.Π.Ο.Α.Κ. είναι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσει την δημοσιοποίηση του αφηγηματικού χάρτη του Κορινθιακού Κόλπου στο διαδίκτυο που μπορείτε να βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο:
https://nom.maps.arcgis.com/apps/Cascade/index.html?appid=b6db7d59deca4d38bb38e2ee633a9a59&fbclid=IwAR0TOsJtdoikCSaD26LYQAlZvrzHDnTUzqkaGHgwf3OGcdjMgln-iwpGgnw
Αποτελεί μία καινοτόμο προσπάθεια όχι μόνο για τα ελληνικά δεδομένα και είναι προϊόν της συνεργασίας του Σ.Π.Ο.Α.Κ. με το Τμήμα Γεωλογίας και Γεω-περιβάλλοντος του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και συγκεκριμένα με την επιστημονική ομάδα του Τομέα Γεωγραφίας και Κλιματολογίας υπό την καθοδήγηση της Δρ. Παρασκευής Νομικού (Επικ. Καθηγήτρια ΕΚΠΑ).
Ο αφηγηματικός χάρτης (Story Map) του Κορινθιακού Κόλπου ο οποίος θα εμπλουτίσει την ιστοσελίδα του Σ.Π.Ο.Α.Κ., χρησιμοποιεί τη γεωγραφία ως μέσο οργάνωσης και παρουσίασης των πληροφοριών, συνδυάζοντας διαδραστικούς χάρτες με κείμενο, φωτογραφίες, βίντεο και ήχο. Ο χάρτης χρησιμοποιεί εργαλεία των Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS), για να παρουσιάσει τα αποτελέσματα της χωρικής ανάλυσης, αλλά δεν απαιτεί από τους χρήστες του να έχουν ειδικές γνώσεις ή δεξιότητες σε GIS. Ο χάρτης αυτός θα περιέχει πληροφορίες για τη Γεωγραφική θέση του Κορινθιακού Κόλπου, τη Μορφολογία του, τη Διοικητική δομή των Δήμων που τον περιβάλλουν και το Ανθρωπογενές Περιβάλλον που αναπτύσσεται σε αυτούς, τη Γεωλογική δομή του, τους γεωκινδύνους στους οποίους υπόκειται αλλά και την μοναδική Βιοποικιλότητα που αναπτύσσεται σε αυτόν, η οποία εκφράζεται και από την παρουσία πολλών προστατευόμενων περιοχών.
Μέσω της γεωβάσης των δεδομένων που έχει δημιουργηθεί, στην ψηφιακή πλατφόρμα αναδεικνύονται τα σημεία Πολιτισμού των Δήμων του Κορινθιακού Κόλπου όπως: Αρχαιολογικοί χώροι, Μουσεία, Μνημεία Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Χώροι Αθλητικών Εκδηλώσεων. Επίσης στον αφηγηματικό χάρτη παρέχονται πληροφορίες για τον Τουρισμό της περιοχής του Κορινθιακού Κόλπου όπως: Αλιευτικά καταφύγια - Ιστιοπλοϊκός Τουρισμός, Καταδυτικός Τουρισμός, Παραλίες κολύμβησης, Περιπατητικός τουρισμός, Εκκλησιαστικός τουρισμός.
Για πρώτη φορά δημιουργήθηκε μία ψηφιακή πλατφόρμα όπου συγκεντρώνει όλες τις γεω-οικοπολιτισμικές πληροφορίες της περιοχής του Κορινθιακού Κόλπου και αναδεικνύει μέσω των Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφορικής όλα τα κύρια σημεία ενδιαφέροντος σε διαδραστικούς χάρτες που παρέχονται στους πολίτες δωρεάν μέσα από την ιστοσελίδα του Σ.Π.Ο.Α.Κ. Το επόμενο στάδιο είναι να δημιουργηθούν αναλυτικοί αφηγηματικοί χάρτες για κάθε Δήμο που περιβάλλει τον Κορινθιακό Κόλπο, ώστε να εμπλουτιστεί με περισσότερες πληροφορίες η γεωβάση δεδομένων που έχει δημιουργηθεί και πρέπει να ανανεώνεται συστηματικά, ώστε να χρησιμοποιείτε σε μελλοντικά ερευνητικά προγράμματα και προτάσεις ανάδειξης του Κορινθιακού Κόλπου.

                                                                                                            Σ.Π.Ο.Α.Κ. «Ο ΑΡΙΩΝ»
Παρασκευή 26 Ιούλ 2019
by : Γρηγόρης Κλαδούχος



Margarita Karavasili
"Δεν είμαι αυτό που μου συνέβη, είμαι αυτό που επιλέγω να γίνω.."
...
Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ, 
26.07.1875 - 06.06.1961

by : Γρηγόρης Κλαδούχος
Η εικόνα ίσως περιέχει: κείμενο

 Tο Πολιτιστικό Ίδρυμα Ομίλου Πειραιώς (ΠΙΟΠ) οργανώνει, την Τετάρτη 24 Ιουλίου (ώρα 21:00), ειδική υπαίθρια προβολή της δραματικής ταινίας του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου «Τα δάκρυα του βουνού» (2018, 111’), στο Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, στη Δημητσάνα.

Η ταινία «Τα δάκρυα του βουνού» αποτελεί μια μεταφορά της Οδύσσειας στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ένα μπουλούκι μαστόρων πέτρας περιπλανιέται όπου υπάρχει δουλειά χτίζοντας σπίτια, γεφύρια, σχολεία, εκκλησίες. Υλικά τους οι πέτρες, τα δάκρυα του βουνού. Και οι ίδιοι όμως ορεσίβιοι· ο τόπος τους φτωχός που τους σπρώχνει σαν άλλα δάκρυα του βουνού, να ξενιτευτούν για να ζήσουν. Όχι πολύ μακριά τους μαίνεται ο πόλεμος. Εξαιτίας του είναι αποκομμένοι απ’ τα χωριά τους σχεδόν δέκα χρόνια. Η προσπάθεια του πρωτομάστορα Μάρκου και των μαστόρων να επιστρέψουν σπίτι τους εξελίσσεται σε μια σκληρή και εξοντωτική Οδύσσεια.

TRAILER: https://vimeo.com/266454254  https://vimeo.com/266454254?fbclid=IwAR0DsXpbaC_nwzzC0j7YqQok6IKJ0l5DzD5GF7IvYaJl8W1DGj-GGsU5Uj0

Συντελεστές
Σενάριο-Σκηνοθεσία: Στέλιος Χαραλαμπόπουλος
Φωτογραφία : Δημήτρης Κορδελάς
Μουσική: Πλάτων Ανδριτσάκης
Μοντάζ: Πιέτρο Ραντίν
Σκηνικά-Κοστούμια: Δανάη Ελευσινιώτη
Casting: Λουκία Κατωπόδη
Βοηθός σκηνοθέτη: Αντώνης Τολάκης
Ήχος-Μιξάζ: Γιάννης Γιαννακόπουλος
Παίζουν: Νίκος Γεωργόπουλος, Σπύρος Ζαμπέλης, Αργύρης Κόγκας, Σπύρος Φωτίου, Γιάννης Ζαφειρόπουλος, Πάνος Κοψίδας, Μιχάλης Γκριγκορέ, Λουκία Κατωπόδη, Λυγερή Ταμπακοπούλου, Αγγελική Φίλη, Στέφανος Γκριγκορέ, Χάρης Γιούλης.
Παραγωγή : ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ-ΕΡΤ-Αρκτος-ΕΚΚ-2/35

H ταινία απέσπασε 3 βραβεία στο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στο Λονδίνο:
Ειδική Μνεία για Ταινία Μυθοπλασίας Μεγάλου Μήκους, Καλύτερη Φωτογραφία (Δημήτρης Κορδελάς) και Καλύτερη Μουσική (Πλάτων Ανδριτσάκης).

*Η προβολή πραγματοποιείται στο πλαίσιο του 2ου Θερινού Σχολείου «Ο αγροτικός χώρος ως πολιτιστική κληρονομιά», που διοργανώνεται από τη Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού στη Δημητσάνα κατά το διάστημα 21-28 Ιουλίου 2019, σε συνεργασία με την Περιφέρεια Πελοποννήσου, τον Δήμο Γορτυνίας, το ΠΙΟΠ, το Συνεδριακό Πολιτιστικό Κέντρο Δημητσάνας, την Κοιν.Σ.Επ. Μαίναλον και άλλους τοπικούς φορείς και πολίτες της Δημητσάνας.

**Η προβολή είναι αφιερωμένη στους Λαγκαδινούς μάστορες της Πέτρας και στο 3ο Εργαστήριο της Τέχνης της Πέτρας, που διοργανώνεται από τα Άνθη της Πέτρας κατά το χρονικό διάστημα 21-27 Ιουλίου 2019 στα Λαγκάδια.

Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επικοινωνήσετε με το Μουσείο στο τηλέφωνο 27950- 31630 (καθημερινά 10:00-18:00, εκτός Τρίτης).

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης
Κεφαλάρι Αϊ-Γιάννη, 220 07 Δημητσάνα

 
Τ: 27950 31630 | www.piop.gr
piopnews


Η εικόνα ίσως περιέχει: 3 άτομα, κείμενο


by : tinakanoumegk
ΙΟΥΛ26

17η Πανελλήνια Λαμπαδηδρομία Εθελοντών Αιμοδοτών

· Διοργανωτές: Syllogos Aimodotwn Xylokastrou
by : tinakanoumegk

https://www.maxmag.gr/synenteukseis/giannis-tseklenis/





Γιάννης Τσεκλένης
Φωτογραφία: Ioanna Nikolareizi

Γιάννης Τσεκλένης: ο άνθρωπος , ο καλλιτέχνης, ο πρωτοπόρος, ο αεικίνητος , ο μεγαλύτερος Έλληνας σχεδιαστής που η δημιουργικότητα του ξεπερνά τον χώρο της μόδας . Καινοτόμος, αφού υπήρξε ο πρώτος που τράβηξε clips για να προωθήσει τα σχέδια του , τα οποία από το 1979 βρίσκονται στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης στην Νέα Υόρκη. Με την φίρμα TSEKLENIS υπέγραψε τις στολές της Ολυμπιακής Αεροπορίας, την σχεδίαση όλων των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς της Αθήνας, αυτοκινήτων , ξενοδοχείων και η λίστα είναι μακρά. Πολυπράγμων , ένα ακούραστο μυαλό που μελέτησε πολλούς τομείς της τέχνης. Τα print designs του εμπνευσμένα από τον ελληνικό πολιτισμό είναι διαχρονικά ,μοναδικά κομμάτια που τον καταξίωσαν παγκόσμια. Ο Γιάννης Τσεκλένης ήταν πολύ ξεχωριστός για την εποχή του αλλά η συμβολή του στην μόδα αξίζει μελέτης και σήμερα. Πολυάσχολος και παραγωγικός από την φύση του, τώρα, ο Γιάννης Τσεκλένης ασχολείται αποκλειστικά με τον σχεδιασμό και την ανακαίνιση ξενοδοχείων.
Επιμέλεια Συνέντευξης : Άννυ Σκεντέρη


Γιάννης Τσεκλένης
Πηγή εικόνας: Γιάννης Τσεκλένης

Ποια ήταν η κύρια επιρροή σας για να ασχοληθείτε με τη μόδα; Ο πατέρα σας είχε επιχείρηση υφασμάτων, πόσο συνέβαλε αυτό στην επιλογή σας;
Ήταν μια επιχείρηση που γαλουχήθηκα , δούλευα σχεδόν επίσημα από τα 14 με 15 μου χρόνια . Παράλληλα σχολείο και βεβαίως ασταμάτητα τα καλοκαίρια , όχι με την έννοια πάω στο μαγαζί του πατέρα μου για να περνάω την ώρα μου , αλλά είχα και καθήκοντα συγκεκριμένα. Αυτό  έδωσε την ευκαιρία στον πατέρα μου να διαγνώσει ότι είχα αγάπη για την μόδα , ειδικά όταν συζητούσα για τις παραγγελίες υφασμάτων από το εξωτερικό σε μια εποχή που δεν υπήρχε πληροφόρηση επερχόμενων τάσεων. Οπότε οι επιτυχίες μου στις επιλογές ήταν κάτι που με σημάδεψε πολύ και όταν αργότερα μετά από 12 χρόνια εγώ είχα ήδη αναπτυχθεί στον τομέα της διαφήμισης γιατί  με ενδιέφερε λόγω της έφεσης μου , της καλλιτεχνικής μου γνώσης . Ήταν και η μόνη μου αν θέλετε να το «σπουδή» που είχα κάνει γύρω από το marketing και την διαφήμιση σε μια εποχή που η Ανώτατη Εμπορική η ΑΣΟΕ  δεν είχε καν έδρα marketing δεν είχε δημιουργηθεί γιατί ακόμη δεν είχε εισαχθεί σαν ιδέα από την Αμερική μιλάμε για τις αρχές του ΄50. Οπότε έκανα μια εταιρεία μελετών Διαφήμισης , με πολύ μεγάλους και δυνατούς πελάτες και τότε ο πατέρας μου όταν ήταν στα τελευταία του μου είπε «Παιδί μου μην αφήνεις την μόδα» . Και αυτό όταν έφυγε από την ζωή ο πατέρας μου δούλεψε για εμένα, εγώ το λέω μισό χαριτολογώντας  σαν κατάρα ή σαν ευχή. Μετά την απώλεια του το κατάστημα υφασμάτων μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε μια μπουτίκ υφασμάτων με σχέδια δικά μου και ακόμη πιο γρήγορα σε μια πρώτη μπουτίκ στον κόσμο με ρούχα TSEKLENIS . Δηλαδή πάντα ξεκινώντας από το ύφασμα . Αν κάποιος θέλει να δει την καινοτομία μου και πως μπήκα στον παγκόσμιο χώρο ήταν από το design του υφάσματος.


Γιάννης Τσεκλένης
Σχεδιαστής: Γιάννης Τσεκλένης. Πηγή εικόνας: euran.com/yannistseklenis


Στην διάρκεια της καριέρας σας, είχατε τη χαρά να έχετε πολλές διακρίσεις. Ποιες από αυτές ξεχωρίζετε;
Αγαπώ πάρα πολύ μια διάκριση , περισσότερο από όλες . Είχα μια συγκινητική φέτος από το δεύτερο μου επάγγελμα όπως το λέω, όπου ο πολύ αγαπημένος μου ομότιμος καθηγητής του Πολυτεχνείου Θεοδόσιος Τάσιος , αν και καθηγητής εγώ τον λέω φιλόσοφο της οικονομίας και της ζωής, πέρα από την τεχνοκρατική του ιδιότητα . Σε μια διοργάνωση σχεδιαστών μου απένειμαν το βραβείο επιτεύγματος στο design το οποίο ήταν πολύ συγκινητικό. Αλλά το βραβείο που κρατάω πιο ψηλά από όλα είναι αυτό που μου δόθηκε το 2013 από την Ελληνική Ακαδημία Marketing για το τι έκανα στις δεκαετίες του 1960 , 1970 και 1980. Για την προώθηση της ελληνικής μόδας στον παγκόσμιο χώρο , αυτό που λέμε MADE IN GREECE . Μάλιστα όταν το παρέλαβα χαριτολόγησα λέγοντας στον καθηγητή Αυλωνίτη και πρόεδρο της ακαδημίας που μου το έδωσε ότι « Η αγάπη άργησε μια μέρα» διότι αν το είχα λάβει ,θα το είχα πάρει νωρίτερα ,είναι κάτι από το  απώτερο παρελθόν και όχι σημερινό.


Γιάννης Τσεκλένης
Σχεδιαστής: Γιάννης Τσεκλένης. Πηγή εικόνας: euran.com/yannistseklenis

Ο Giorgio Armani  είχε πει ότι ” Η διαφορά ανάμεσα στο στυλ και στη μόδα είναι η ποιότητα”. Εσάς ποια είναι η γνώμη σας;
Μέσα στις γνώσεις του marketing που πρέπει να έχουν όλοι οι άνθρωποι που προσπαθούν να κάνουνε branding ,δηλαδή η καθιέρωση μιας ονομασίας , μια επωνυμίας επαγγελματικής προϊοντικής, το branding είναι μια φήμη που αποκτά αμέσως υποχρεώσεις. Και ένα από αυτά που πρέπει να καθιερώσουν μαζί με επωνυμία –καινοτομία ενός προϊοντος η κατεξοχήν υποχρέωση είναι η ποιότητα. Η διατήρηση της ποιότητας αποτελεί το διαβατήριο για την διαιώνιση του brand .Γιατί πάντοτε ο άνθρωπος στο πίσω – πίσω του μυαλού  του  , λέει τι υπάρχει εδώ για εμένα what’s there for me λένε οι Αμερικάνοι marketierrs , δηλαδή υπάρχει κάτι εδώ για να πληρώσω. Για να το πληρώσει πρέπει να του προσφέρεις μια σταθερή ποιότητα για να τον πείσεις ότι εγώ εδώ με το ονομά μου , το πρώτο που σκέφτομαι είναι να ικανοποιήσω ΕΣΕΝΑ που δίνεις τα ωραία σου χρήματα . Και σε ικανοποιώ με την ποιότητα . Για την αισθητική σε κάποιους αρέσει σε κάποιους δεν αρέσει. Αλλά η ποιότητα είναι κάτι που δεν παίρνει κρίση, δεν υπάρχει καλή και αμφισβητούμενη ποιότητα, μια είναι η ποιότητα .


Γιάννης Τσεκλένης
Σχεδιαστής: Γιάννης Τσεκλένης. Πηγή εικόνας: euran.com/yannistseklenis

Αναζητώντας πληροφορίες για την ζωή σας , δεν βρήκα βιογραφία σας. Πως και δεν προέκυψε;
Θέλησα όταν βγήκα από την περιπέτεια της υγείας μου την δεκαετία του 70 ,πολύ δυνατή συγγραφέας – σεναριογράφος του Robert Redford στην Αμερική με την οποία γνωριστήκαμε και είχαμε μια πολύ καλή σχέση. Μου είπε ότι ήθελε πάρα πολύ να με βιογραφήσει γιατί και η ίδια είχε πάθει ένα πάρα πολύ μεγάλο σοκ. Ξεκινήσαμε να κάνουμε μια μυθιστορηματική βιογραφία αλλά όχι με το όνομα
Τσεκλένης , θα αναφερόταν σε έναν θεατρικό παραγωγό. Θα γινόταν μυθιστόρημα . Έχω δώσει περισσότερες από εκατό ώρες συνέντευξης για να πάρει το νόημα της ζωής, την περιπέτεια , πως μπήκα και πως βγήκα από όλο αυτό και συνέχισα. Δυστυχώς χάθηκε μετά από 15 χρόνια μαζί με τα πρώτα κεφάλαια γραμμένα. Αλλά χαίρομαι γιατί δεν ήθελα και τόσο να πολύ να βγει αυτή η ιστορία . Δεν θεωρώ ότι είμαι αρκετός για να αυτοβιογραφηθώ.


Γιάννης Τσεκλένης
Σχεδιαστής: Γιάννης Τσεκλένης. Πηγή εικόνας: euran.com/yannistseklenis

Ως ένας άνθρωπος που έχει προσφέρει και έχει 30 χρόνια εμπειρίας στην βιομηχανία της μόδας , τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει στην ελληνική επιχειρηματικότητα για να αλλάξει η ελληνική μόδα;
Επειδή έχω ασχοληθεί πάρα πολύ με την ελληνική βιομηχανία μόδας , όταν λέω έχω ασχοληθεί εννοώ την δευτερογενή παραγωγή μετά την πρωτογενή του βαμβακιού και του  μεταξιού στην Ελλάδα. Δηλαδή με την ύφανση όπου ασχολήθηκα από τα μικρά και τρυφερά μου χρόνια, όταν έτυχα να έχω την επιρροή στον παγκόσμιο χώρο με τος σχεδιασμούς που έκανα , μεγάλες εταιρείες υφασμάτων με συμβουλευόντουσαν . Επίσης είχα γίνει Σύμβουλος Χρωμάτων για τις επερχόμενες διετίες και τετραετίες. Δανείστηκα από αυτούς πάρα πολύ μεγάλη τεχνογνωσία. Την οποία προσέφερα άπλετα , έφερα ξένους και δίδαξαν εδώ τα εργοστάσια που δουλεύαμε για να μπορέσουμε να κάνουμε τέλεια τέλεια  τεχνολογικά προϊόντα για να βγουν στις εξαγωγές.  Πέρα από την ανθούσα κλωστοϋφαντουργία , εγώ ασχολήθηκα πάρα πολύ με την επεξεργασία δύσκολων ποιοτήτων  και παραγωγής πολύ σύγχρονη και υπερσύγχρονη για τις απαιτήσεις των αγορών των ερχόμενων ετών. Οπότε είχα μια ανάμειξη πολύ σοβαρή και για αυτό είμαι τριπλά θλιμμένος για την αποβιομηχάνιση η οποία έγινε από κρατική πολιτική τέλη του 80 και μέχρι το 2000. Δεν είχε προετοιμαστεί  η ίδια η βιομηχανία ότι θα κλείσουν οι μονάδες η μια μετά την άλλη.
Με την άγνοια της δεν κατάλαβε ότι έπρεπε να είχε κάνει marketing και μικτές επιχειρήσεις με ελληνικό design και με ελληνική παραγωγή και να χτίσει ένα branding με τους designers για να βγει στον Διεθνή χώρο.  Αυτά τα εγκληματικά τα οποία συνέβησαν με έκαναν εμένα αρχές τις δεκαετίας του 90 να σηκωθώ και να φύγω από τον κλάδο που είχα ξοδευτεί πάρα πολύ όχι μόνο οικονομικά αλλά και διοικητικά στον τομέα αυτό . Ήταν η μια πάρα πολύ μεγάλη στεναχώρια , η δεύτερη μεγάλη στεναχώρια είναι ότι είχα στηρίξει πάρα πολύ , όλη μου την επαγγελματική ύπαρξη του brand TSEKLENIS πάνω στην ελληνική παραγωγή, ελληνική υποδομή , τόσο στα υφάσματα όσο και στα ρούχα. Ήταν η δεύτερη απογοήτευση και δεν ήμουν αρκετά μεγάλος για να κάνω αυτό που λένε offshore παραγωγές , αυτό που κάνουν σε όλον τον κόσμο. Τα μεγάλα brands δεν παράγονται σε τοπικές βιομηχανίες – βιοτεχνίες αλλά σε υπεράκτιες παραγωγές . Και το τρίτο και το χειρότερο ήταν όταν χάθηκε η μεγάλη προϊοντική βοήθεια που έδινε το προϊόν μόδας από την Ελλάδα στον ελληνικό τουρισμό. Δηλαδή όλες οι χώρες που έχουν γίνει πολύ μεγάλα τουριστικά κέντρα , έχουν πολύ δυνατή μόδα. Γιατί ο κόσμος που πάει διακοπές υφίσταται μια μεγάλη έλξη ,θα πάει διακοπές και θα πάρει και ωραία προϊόντα . Παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο στην ταυτότητα και στο brand το τουριστικό το τι έχει να προσφέρει μια χώρα από πλευράς προϊόντων.
Πρέπει να υπάρχουν κυβερνήσεις με σωστό marketing . Αλλά πρέπει να ξανά δημιουργηθεί η δομή της βιομηχανίας υφασμάτων .Πράγμα το οποίο αγγίζει τα όρια του αδύνατου, του ανέφικτου. Διότι όλο το τεχνολογικό υλικό, ο εξοπλισμός έχει εξαφανιστεί και έχει πουληθεί παλιοσίδερα. Κάποτε η ελληνική πλεκτοβιομηχανία το 1988 με 1990 ήταν δωδέκατη σε εξαγωγή χώρα. Αλλά η παροχή υπεργολαβίας δεν ενθάρρυνε την δημιουργία των brands .Φανταστείτε ότι η καλύτερη βιομηχανία Blue Denim υφάσματος στην Ευρώπη ήταν η βιομηχανία του ΑΡΚΑ στην Θεσσαλονίκη της οποίας ένα από τα εργοστάσια της πριν από 6 με 8 μήνες έβγαινε σε πλειστηριασμό  και δεν βρέθηκε κανένας να το αγοράσει. Άρα ζούμε μια κατάσταση μετά λύπης το λέω μη αναστρέψιμη , εκτός να γίνει επανάσταση νοοτροπίας.


Γιάννης Τσεκλένης
Σχεδιαστής: Γιάννης Τσεκλένη. Πηγή εικόνας: euran.com/yannistseklenis

Τι πιστεύετε ότι κάνουν λάθος οι Ελληνίδες στο ντύσιμό τους; Ποια συμβουλή θα τους δίνατε;
Λοιπόν , όλοι τους ήταν ανάλογα ντυμένοι με το βαθμό ενημέρωσης που είχαν .Ζούσαμε μια εποχή που για να δούμε τι λανσαριζόταν στην Γαλλία και στην Ιταλία περνούσαν τρεις μήνες μέχρι τα ελληνικά περιοδικά να κάνουν κάποια ρεπορτάζ . Και τώρα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βλέπεις τι παρουσιάστηκε μέσα στη νύχτα , στην Νέα Υόρκη , στο Μιλάνο , στο Παρίσι οπουδήποτε . Με την ψηφιακή ενημέρωση όλα κινούνται πιο γρήγορα . Μετά επικράτησε αρκετά η θεωρία που διόρθωσε την άγνοια που είχαν οι Έλληνες . Όσο πιο υποανάπτυκτή είναι μια περιοχή τόσο πιο πολλά ξοδεύει στο ντύσιμο. Αισθάνεται ότι όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά είναι η εμφάνιση. Έλλειπε βέβαια και τότε αυτή η ενημέρωση να μην  γίνει ο άλλος θύμα της μόδας , να μην τον φοράνε τα ρούχα. Για αυτό έγινε η μόδα τόσο διεθνής , λόγω της επικοινωνίας και της ενημέρωσης . Σήμερα έχουμε εκπαιδευμένους καταναλωτές και καταναλώτριες πράγμα που συμβαίνει παγκοσμίως. Οπότε έχουμε ένα κοινό που ανταποκρίνεται κατά τον διεθνή τρόπο , όπως δηλαδή αν σχεδιάσεις  αύριο μια συλλογή και την πας στην Νέα Υόρκη την υποδοχή που θα έχει για το καταναλωτικό κοινό της Νέας Υόρκης να είναι η ίδια που θα είχε στην Ελλάδα η κάπου αλλού.


Γιάννης Τσεκλένης
Σχεδιαστής: Γιάννης Τσεκλένης. Πηγή εικόνας: euran.com/yannistseklenis

Έχετε αλλάξει τρόπο δημιουργίας και ασχολείστε με την διακόσμηση. Σας προσφέρει την ίδια ικανοποίηση με τον σχεδίαση ρούχων;  
Όταν έφυγα από την μόδα δεν με έδιωξε κανένας , σιγά- σιγά και σιωπηλός αναχώρησα και ανέπτυξα μια δραστηριότητα σε αυτό που λέγεται art direction . Δεν έκανα μόνο διαφήμιση έκανα ολικό design αυτό το περίφημο total quality marketing οπότε ξεκίνησα με κάποια μικρά ξενοδοχεία . Μάλιστα έχω την τύχη να έχω κάνει το πρώτο – πρώτο art boutique hotel στην Ελλάδα , δηλαδή ένα ξενοδοχείο γεμάτο τέχνη , όπου η τέχνη υπαγόρευσε χρώματα , λειτουργία τα πάντα. Η χαρά μου είναι ότι αυτά έχουν μια διαχρονικότητα , μεγαλύτερη από ένα ρούχο που μπορεί να κρεμαστεί και να πεταχτεί. Η ενασχόληση μου  και με την μορφολογία αυτών των ιδίων , δηλαδή το να αγγίξω λίγο και την δημιουργία του αρχιτεκτονικού ύφους , άλλοτε υπαγορεύοντας , άλλοτε σχεδιάζοντας και άλλοτε αποδεχόμενος. Βλέπω ότι έβαλα την υπογραφή μου σε κάποιες διαχρονικές μορφές κτισμάτων , οι οποίες παραμένουν πολύ περισσότερο από τα ρούχα .Το άλλο πολύ σημαντικό είναι η πολύ μεγάλη χαρά όταν έχεις δημιουργήσει το φόντο μέσα στο οποίο ζει ο κόσμος. Δηλαδή από ενδυματολόγος ενός έργου που είναι η Ζωή , γίνεσαι και σκηνογράφος της ζωής. Οπότε είναι εξίσου ενδιαφέρον . Εκείνο για το οποίο καμαρώνω , παρότι δεν μπόρεσα να το απολαύσω οικονομικά , γιατί αν ήμουν σε άλλη χώρα θα ήταν διαφορετική η αμοιβή μου , είναι ότι ασχολήθηκα με τον σχεδιασμό όλων των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς στην Ελλάδα από το 1999 μέχρι το 2004 για να μπορώ να κυκλοφορώ στην πόλη και να τα βλέπω γύρω μου.


Γιάννης Τσεκλένης
Γιάννης Τσεκλένης: “Εκείνο για το οποίο καμαρώνω είναι ότι ασχολήθηκα με τον σχεδιασμό όλων των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς στην Ελλάδα από το 1999 μέχρι το 2004”

Η Ελλάδα υπήρξε για εσάς πηγή έμπνευσης , η ιστορίας της, το χρώμα της, αναδείξατε την ομορφιά της σε όλο τον κόσμο. Η Ελλάδα πώς σας φέρθηκε; 
Τι έκανε η πολιτεία για εμένα; Τίποτα δεν έκανε η πολιτεία για εμένα. Και το μόνο που θα πω σαν τελείωμα , παραφράζοντας έναν τίτλο βιβλίου του άξιου και φίλου συγγραφέα τον Νίκο Δήμου « Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας « , λέγοντας « Η ατυχία του να είσαι Έλληνας»


Γιάννης Τσεκλένης
Πηγή εικόνας: euran.com/yannistseklenis_interiordesign

“Στο έσχατο βάθος η αισθητική και η ηθική συμπίπτουν” έγραψε ο Πλάτωνας. Κύριε Τσεκλένη ο τρόπος που ντυνόμαστε, η διακόσμηση του σπιτιού μας, φανερώνουν τελικά τον χαρακτήρα μας;
Δεν αμφισβητείται με τίποτα αυτό είναι ο καθρέφτης του τι είμαστε. Και για αυτό και λένε ότι το σημερινό χάλι του τόπου όσον αφορά την αισθητική οφείλεται στην έλλειψη παιδείας , την ώρα που είχαμε προγόνους που μας δίδαξαν την τελειότητα , το απόλυτα τέλειο.  Αυτοί έφτιαξαν το απόλυτα τέλειο και θα έπρεπε αυτό να μελετάμε και να αναπτυσσόμαστε και να συγκρίνουμε τον εαυτό μας συνέχεια. Αυτά λοιπόν όλα για κάποιον μοντερνισμό τα ξεχνάμε , έρχεται η άλλη γενιά βλέπει σαν  παλιό το καινούργιο που έγινε χωρίς σκέψη με έναν μιμητισμό που γίνεται από άλλες χώρες , επαρχιωτισμός είναι αυτό και στη συνέχεια μένουμε χωρίς δική μας αισθητική. Ο πολιτισμός , η συμπεριφορά μας… Θα ήταν καλύτερα αν από το νηπιαγωγείο υπήρχε ένα μικρό μαθηματάκι και μελετάμε την καλή αισθητική για να αποκτήσουμε μέτρο αισθητικής.


Γιάννης Τσεκλένης
Σχεδιασμός: Γιάννης Τσεκλένης , Πηγή εικόνας: euran.com/yannistseklenis_interiordesign

Έχει μπει καλοκαίρι, ποια είναι τα σχέδιά σας; Έχετε αγαπημένο  ησυχαστήριο;
Είχα για πολλά χρόνια ησυχαστήριο , είχα φτιάξει στη Σαντορίνη όπου στις αρχές του 2000 το πούλησα. Ήταν πολύ ακριβό για να το συντηρώ . Τώρα έχουμε φτιάξει ένα σπίτι στο Διόνυσο και συνδυάζει σπίτι, εργασία και παραθερισμό γιατί είναι σε πολύ καλό περιβάλλον. Δεν μπορώ να διανοηθώ να πάω κάπου αλλού διακοπές σε ένα ξενοδοχείο και να τσακώνομαι με τα γκαρσόνια για την κακή περιποίηση. Όσο στην Ελλάδα το πρότυπο ανάπτυξης είναι οι αφίξεις , τότε η ποιότητα που είπε και ο Armani θα πέφτει συνέχεια.


Γιάννης Τσεκλένης
Γιάννης Τσεκλένης, Πηγή εικόνας: el.wikipedia.org

Βρείτε περισσότερα για τον Γιάννη Τσεκλένη εδώ
by : tinakanoumegk

11 Ιουλίου 2019

Griko
Πηγή: www.deepi.gr

Αρκετά χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, στη νότια Ιταλία, στη γνωστή Magna Grecia ή αλλιώς ελληνιστί Μεγάλη Ελλάδα, ομιλείται μια ποικιλία της ελληνικής, τα κατωιταλιώτικα ή αλλιώς τα Griko.

Οι γλωσσικές νησίδες, παρ’ όλο το πέρασμα του χρόνου και τις εκάστοτε δυσκολίες, αυτή η μορφή της ελληνικής γλώσσας παραμένει ζωντανή. Η μία εντοπίζονται στη νότια άκρη της Καλαβρίας και ονομάζεται Bovesia. Η άλλη στην Απουλία στην περιοχή του Salento κοντά στην πόλη Lecce.
Για την προέλευση της κατωιταλικής διαλέκτου Griko επικρατούν δύο αντίπαλες θεωρίες. Η μεν πρώτη (Morosi και άλλοι Ιταλοί γλωσσολόγοι) υποστηρίζει πως η διάλεκτος προέρχεται από τη γλώσσα των Βυζαντινών εποίκων του 9ου αιώνα που εγκαταστάθηκαν στη νότια Ιταλία. Από την άλλη, η δεύτερη θεωρία (Gerhard Rohlfs και άλλοι Έλληνες γλωσσολόγοι, όπως ο Χατζιδάκις) προτείνει ότι οι ρίζες της διαλέκτου ανάγονται πολύ παλαιότερα και συγκεκριμένα στον αποικισμό της νότιας Ιταλίας κατά τον 8ο αιώνα π.Χ. . Όπως, επίσης, ότι απλά ενισχύθηκε η εξέλιξή της  με την άφιξη κατά τη βυζαντινή εποχή αλλά και πιο μετά Ελλήνων μοναχών και άλλων εξόριστων. Η δεύτερη εξήγηση φαίνεται να είναι και η πιο πειστική, καθώς, δικαιολογεί και τους αρκετούς δωρισμούς που υπάρχουν ακόμα στη διάλεκτο.

Grico
Πηγή: ikariaki.gr

Γενικότερα, όμως, υπάρχουν διαλεκτικές διαφοροποιήσεις από χωριό σε χωριό, καθώς, επίσης, και ανάμεσα στα ελληνικά που ομιλούνται στην περιοχή της Απουλίας και εκείνα στην περιοχή της Καλαβρίας. Τα δεύτερα έχουν δεχθεί περισσότερες ξένες επιδράσεις, αλλά, ταυτοχρόνως, καταφέρνουν και να διατηρούν αρκετούς αρχαϊσμούς σε σχέση με τα πρώτα. Αναμφίβολα, σε κάθε περίπτωση, η απόσταση των εκεί ελληνικών αποικιών από τη μητροπολιτική Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα η διάλεκτος Griko να διατηρήσει αρκετούς δωρισμούς και αρχαϊσμούς και. Επίσης, λόγω της επαφής της με την ιταλική γλώσσα, να υιοθετήσει αρκετά στοιχεία από αυτή.

Τα χαρακτηριστικά των grico σε όλα τα επίπεδα της γλωσσικής ανάλυσης (φωνολογία, μορφολογία, σύνταξη κλπ.) είναι αρκετά και γι’ αυτό το λόγο θα περιοριστούμε στην παρουσίαση μόνο των πιο αντιπροσωπευτικών.

Φωνολογία

Σε επίπεδο φωνολογίας, λοιπόν, παρατηρείται  η διατήρηση της προφοράς των αρχαίων διπλών συμφώνων, όπως για παράδειγμα κόσ-συφο, λύσ-σα, άd-dο (άλλος), gράμ-μα, άρ-ρουστο, καθώς και αναλογική ανάπτυξη διπλών συμφώνων σε άλλες θέσεις (πίν-νω, τόσ-σο, μύτ-τη), όπως επίσης και η σίγηση του τελικού   και των ενδοφωνηεντικών συμφώνων β, γ, δ, σ, τ με διαφορετικά προϊόντα ανάλογα με το ιδίωμα (ας < ά(γι)ος, τζύο < ζυγός, σημάι < σημάδιον, έπ-πεα < έπεσα, αμμάι < ομμάτιον). Αξιοσημείωτη είναι και η διατήρηση του δωρικού-α- σε ορισμένες λέξεις σ’ αντίθεση με τη νέα ελληνική και τα περισσότερα ιδιώματα που έχουν υιοθετήσει το ιωνικό-αττικό -η- (λανό «ληνός»).

Μορφοσύνταξη

Σε επίπεδο μορφοσύνταξης, έχουμε διατήρηση του απαρεμφάτου κυρίως στον ενεργητικό και μεσοπαθητικό Αόριστο και εν μέρει στον Ενεστώτα. Επίσης, έχουμε και διατήρηση της μετοχής του Ενεργητικού Ενεστώτα και Αορίστου με άκλιτο κοινό τύπο για όλα τα γένη. Ακόμα, τα ουσιαστικά, τα επίθετα και οι αντωνυμίες δεν εμφανίζουν πτωτικό σύστημα. Αποτέλεσμα αυτού είναι η διάκριση μεταξύ των πτώσεων να γίνεται μονάχα μέσω του άρθρου.

Λεξιλόγιο

Όσον αφορά το λεξιλόγιο, η διάλεκτος Griko διατηρεί, αρκετούς δωρισμούς και αρχαϊσμούς. Για παράδειγμα οι λέξεις κυσπάλα < δωρ. κυψάλα «κυψέλη» ή γέρ-ρω «σηκώνω» < εγείρω (> ν.ελλ. γέρνω). Επιπλέον, όπως είναι φυσικό λόγω της χρόνιας στενής γλωσσικής επαφής και αρκετά λατινικά και ιταλικά δάνεια έχουν εισέλθει στα grico, όπως κροτέddι «τετράγωνη πέτρα οικοδομής» < κοδρέλλι(ον) < υστλατ. *quadrellum < λατ. quadrum ή ανιμάλε «ζώο» < ιταλ. animale.
Το 1999 η ιταλική Βουλή αναγνώρισε τους ελληνόφωνους πληθυσμούς της Κάτω Ιταλίας, ως ελληνική εθνική και γλωσσική μειονότητα. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, πως οι Έλληνες της Κάτω Ιταλίας πολιτογραφούνται ως Ιταλοί υπήκοοι με ιταλική εθνική συνείδηση. Σήμερα, η διάλεκτος Griko, δυστυχώς, κινδυνεύει με εξαφάνιση, καθώς πλέον μειώνονται σημαντικά οι ομιλητές της. Οι συγκεκριμένοι, λόγω της μειωμένης οικονομικής ανάπτυξης στην περιοχή, μεταναστεύουν είτε προς τη Βόρεια Ιταλία, είτε προς τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου.
Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζονται, όλο και περισσότερο, τα περιβάλλοντα χρήσης της διαλέκτου. Χαρακτηριστικό είναι, μάλιστα, πως οι ομιλητές της ελληνικής διαλέκτου στην περιοχή της Καλαβρίας, τη χρησιμοποιούν, πλέον, είτε μόνο στο πλαίσιο της οικογένειας είτε για να μη γίνουν αντιληπτοί από τους ξένους. Εν τούτοις, γίνονται σημαντικές προσπάθειες τα τελευταία χρόνια έτσι ώστε να αυξηθεί το γόητρο της διαλέκτου. Οι προσπάθειες αφορούν την προβολή της είτε μέσω του τουρισμού και του πολιτισμού είτε ακόμα επιχειρώντας να διδαχθεί και στα σχολεία.

Πηγές: 
Κατωιταλική διάλεκτος. Ανακτήθηκε από el.wikipedia.org
Διάλεκτοι της Νεοελληνικής γλώσσας. Ανακτήθηκε από el.wikipedia.org
Μεγάλη Ελλάδα. Ανακτήθηκε από el.wikipedia.org
Τσάκωνα, Β. Οι Νεοελληνικές Διάλεκτοι. Οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα της νέας ελληνικής. Ανακτήθηκε από www.greek-language.gr
by : tinakanoumegk



(Renato Guttuso, Boogie-woogie (1953))   
Για τουλάχιστον τρεις γενιές ακτιβιστών, ένα από τα παρεπόμενα των κινημάτων αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, ήταν η εκπαίδευση στο πώς μπορεί να κάνει κανείς πολιτική, ενώ ταυτόχρονα παραμένει εκτός θεσμικών οργάνων. Στην πραγματικότητα η ιδέα που γεννήθηκε, κυρίως μετά τον Μάη του 1968, ήταν ότι η πολιτική (των κινημάτων) πρέπει (οφείλει) να γίνεται εκτός των θεσμών, σε αντίθεση με την πολιτική των παραδοσιακών κομμάτων που προϋποθέτει όλους τους γνωστούς και αναπόφευκτους συμβιβασμούς. Αυτή η λογική, είχε ορισμένα σημαντικά πλεονεκτήματα:
  • επέτρεπε στους ακτιβιστές να επενδύσουν όλη την ενέργειά τους στην επιδίωξη ενός μόνο στόχου,
  • καθώς ο στόχος δεν ήταν πλέον η κυβέρνηση της χώρας, δεν υπήρχε και η ανάγκη οικοδόμησης  σταθερών και μεγάλων πλειοψηφιών,
  • πλέον δεν ήταν απαραίτητες οι συμμαχίες μεταξύ ετερογενών ομάδων και συμφερόντων.
Αυτός τύπος κινηματισμού θεωρεί ότι μέσα από μια επιλεκτική πολιτική δραστηριότητα είναι δυνατόν να υποστηριχθεί μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Έχοντας ξεφύγει από τη βασική γραμμή που υιοθέτησε το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, τα νέα αυτά κινήματα εξάντλησαν την προσοχή τους κυρίως στα ατομικά δικαιώματα (γενικά). Σε αντίθεση με το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα που -ιδίως στην πρωταρχική του μορφή- είχε ως κεντρικό άξονά του την ισονομία και επομένως την υπέρβαση του ρατσισμού και την οικουμενικότητα του ανθρώπου (που, κατά βάση, πηγάζει από μια έντονα θρησκευτική και, εν μέρει, ρεπουμπλικανική παράδοση), οι ακτιβιστές καταλήγουν να αγωνίζονται σχεδόν αποκλειστικά για την ταυτότητά τους. Για παράδειγμα, ως γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, τρανσέξουαλ, μουσουλμάνοι, αφροαμερικανοί, κουίρ…δίπλα σε άλλες γυναίκες και άνδρες που νοιάζονται για παρόμοιες ή για τις ίδιες προσωπικές υποθέσεις. Παραδόξως, αλλά μόνο φαινομενικά, τα κίνητρα που παρέχει αυτού του είδους ο κινηματισμός «της ταυτότητας», που είναι κατά βάση αριστερής επινόησης και προέλευσης, βρίσκει ανταπόκριση και στις θεωρούμενες ως περισσότερο ατομικιστικές και φιλελεύθερες κουλτούρες, της δεξιάς πτέρυγας. Εξάλλου, κυρίως από την δεκαετία του 1970 και έπειτα δεν υπάρχει κάτι πιο σημαντικό από το δικαίωμα να εκφράζεται κανείς ελεύθερα και να ζει όπως τον ευχαριστεί και του αρέσει. Ωστόσο, η διχαστική αυτή ρητορική των ταυτοτήτων είχε ως αποτέλεσμα να καλλιεργηθεί μια φυλετική νοοτροπία την οποία, από τις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, έσπευσε να κεφαλαιοποιήσει και η ακροδεξιά η οποία βασίζεται στην «λευκή ταυτότητα», σε έναν έντονα συνωμοσιολογικό και αντισημιτικό λόγο – πράγμα που δείχνει και η αύξηση των ρατσιστικών οργανώσεων στις ΗΠΑ.
Όπως είπαμε, η μετακίνηση από τον οικουμενισμό στην ταυτότητα, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και έπειτα, υιοθετήθηκε σχεδόν απ’ όλο το φάσμα του ακτιβισμού. Μάλιστα σταδιακά μετεξελίχθηκε σε μια κουλτούρα επιδίωξης συμβολικών χειρονομιών κενών περιεχομένου και «εορτασμού» (φεστιβισμού) χωρίς πολιτικό αντίκρισμα. Αυτό κυρίως στις περιπτώσεις όπου οι «δικαιωματιστές» αντιλαμβάνονταν ότι δεν μπορούσαν να προσφέρουν κάποια ιδιαίτερη προστασία στις πιο ευάλωτες ομάδες σε σχέση με την προστασία που τους παρείχε ήδη το κεντρικό σύστημα -το οποίο έβλεπε τα προβλήματα με τρόπο περισσότερο ολιστικό και συνολικό. Έτσι, ενδεχομένως ως αντίδραση, αντί να αναζητούνται οι τρόποι και οι λόγοι για να κρατηθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι μαζί, αρχίζει η αναζήτηση του πώς μπορούν να διαφοροποιηθούν περαιτέρω, ως ιδιαίτερες, ατομικές ταυτότητες και μικροταυτότητες. Αυτό είχε ως συνέπεια έναν «ακτιβιστικό» κατακερματισμό των ίδιων των κινημάτων που συνέβαλε και στην ανάπτυξη πολυάριθμων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (ΜΚΟ). Οργανώσεων που, ειδικά στις περιόδους κρίσης, ήρθαν να υποκαταστήσουν κάποιες από τις κρατικές λειτουργίες (ακόμη και ζωτικές) με το αζημίωτο, προωθώντας, δηλαδή, μια δική τους πολιτική ατζέντα και λειτουργώντας έτσι ως τα παραμορφωμένα είδωλα των λεγόμενων «ομάδων πίεσης»Αυτό κυρίως γιατί από τη μια τα ίδια τα κράτη αδυνατούσαν να ανταπεξέλθουν στα μεγάλα προβλήματα και από την άλλη διότι πολλοί ανακάλυψαν ότι μια ΜΚΟ στην πραγματικότητα μπορεί να είναι ένα ιδιαίτερα προσοδοφόρο σύστημα. Η κουλτούρα των πολιτικών της ταυτότητας και του «δικαιωματισμού» καταλήγει να εξαντλεί όλο τον πολιτικό χρόνο όχι στη φροντίδα των κοινών και συλλογικών συμφερόντων -καθώς πολλοί ακτιβιστές έφτασαν στο σημείο να αρνούνται κάθε συναναστροφή με ανθρώπους που δεν έχουν ακριβώς τις ίδιες επιδιώξεις- αλλά σε έναν «εναλλακτικό» και αυτοαναφορικό ακτιβισμό, ο οποίος πολλές φορές εκφράζεται με έντονο αρνητισμό και απέχθεια για την κοινωνία.Οι πολιτικές των ιδιαίτερων ταυτοτήτων γίνονται ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, τόσο όταν αυτές κινούνται στο κενό και αποτυγχάνουν, όσο και όταν καταλήγουν να διεκδικούν ή και να «κατέχουν» χώρους που δεν τους ανήκουν αποκλειστικά, αλλά αντιθέτως ανήκουν στο σύνολο μιας κοινωνίας.
Αναγνωρίζοντας την αξία των μεγάλων αγώνων για τα δικαιώματα οφείλουμε να πούμε ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της δημοκρατικής ζωής. Καμία δημοκρατία δεν μπορεί να ζήσει χωρίς δικαιώματα, αλλά ταυτόχρονα, πρέπει να σημειώσουμε πως καμία δημοκρατία δεν μπορεί να ζήσει μόνο με δικαιώματα, τα οποία είναι υποδεέστερα της ευθύνης, της αρετής και της υποχρέωσης. Τελικά, αν υπάρχει ένα σημαντικό στοιχείο στο οποίο αξίζει να εστιάσουμε την προσοχή μας -σε ό,τι αφορά το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα και παρά το παράδοξο της επίσημης ονομασίας του- είναι ακριβώς το γεγονός ότι, για παράδειγμα, οι μαύροι της Αμερικής προσπάθησαν να πάρουν στα χέρια τους τη ίδια τους τη μοίρα, διεκδικώντας ανεξαρτησία και πολιτική συμμετοχή. Προσπάθησαν, με άλλα λόγια, να κερδίσουν την αξιοπρέπειά τους, ως πολίτες, υπεύθυνοι για τη ζωή τους και τη ζωή των άλλων ανθρώπων, ως υπόλογοι στον ίδιο θεό που (για τους ίδιους) συνένωνε όλα τα ανθρώπινα όντα. Άλλωστε, ακόμη και στο ηθικό επίπεδο, είναι μια ψευδαίσθηση ότι η υπεράσπιση του «εγώ» μπορεί να αντισταθμίσει την έλλειψη του «εμείς», μια μηδενιστική αντίληψη που στις μέρες μας σχηματίζει μια αντιδημοκρατική πλάνη.
—— ○ ——
Γράφει ο Frank Furedi (πηγή: Spiked)
Ενώ η προηγούμενη τάξη κατέρρεε μια νέα, εξίσου αποπολιτικοποιημένη, ήρθε να πάρει τη θέση της.
Για να κατανοήσουμε τη σημασία του 1968, θα πρέπει να καταλάβουμε ότι, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1940 και του 1950, οι δυτικές κοινωνίες ήταν στοιχειωμένες από την κληρονομιά του μεσοπολέμου – μια εποχή κατά την οποία αμφισβητήθηκε η κοινωνική δομή, και σε μεγάλο βαθμό οι φιλελεύθερες αξίες πάνω στις οποίες βασιζόταν. Ήταν τόσος ο μεταπολεμικός φόβος να μετατοπιστεί η προσοχή σε ό,τι ισοδυναμούσε με κρίση νομιμοποίησης που η κριτική σκέψη εξορίστηκε στο περιθώριο της πνευματικής ζωής. Η περιθωριοποίηση της κριτικής και της αντιγνωμίας ενισχύθηκε από τη ραγδαία μεταπολεμική ανάπτυξη (postwar boom), η οποία απέσπασε την προσοχή της κοινωνίας από το πολιτικό αδιέξοδο που επικρατούσε στη δημόσια ζωή. Από αυτή την άποψη ο ψυχρός πόλεμος ήταν χρήσιμος καθώς ήρθε να ενισχύσει το κλίμα της πολιτικής παθητικότητας, διοχετεύοντας την προσοχή του κοινού στην ενότητα απέναντι σε έναν εξωτερικό και ξένο εχθρό.
Όμως ξαφνικά, από το πουθενά, εμφανίστηκε στο προσκήνιο το κίνημα αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60. Για πολλούς εκείνη την εποχή, έμοιαζε σαν ο κόσμος ολόκληρος να είχε γυρίσει απ΄την ανάποδη. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του επικεφαλής του συντηρητικού Ιδρύματος Adenauer στη Δυτική Γερμανία: «Η εξέγερση του 1968 κατέστρεψε περισσότερες αξίες από όσες το Τρίτο Ράιχ». Το κίνημα αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960 εξανάγκασε σημαντικά τμήματα της κοινωνίας να αμφισβητήσουν τις αξίες που υποστήριζαν την καθημερινή τους ύπαρξη.
Αποκορύφωμα του κινήματος υπήρξε η εξέγερση των Γάλλων φοιτητών τον Μάιο του 1968. Η εξέγερσή τους, η οποία συνέβαλε στην κινητοποίηση και των Γάλλων εργαζομένων και οδήγησε σε γενική απεργία, υπήρξε για πολλούς ο προάγγελος της εποχής του ριζοσπαστισμού και για βάσιμους λόγους: κατά τους επόμενους μήνες μετά τον Μάη, οι φοιτητικές διαμαρτυρίες πολλαπλασιάστηκαν, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα μεγάλωσε περαιτέρω και οι μαζικές διαδηλώσεις κατά του πολέμου στη Νοτιοανατολική Ασία συνέχισαν να κυριαρχούν στα πρωτοσέλιδα. Ωστόσο, αν και διαφαινόταν μια δυναμική συγκυρία, το ριζοσπαστικό μομέντουμ σύντομα παρήλθε. Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970, το κίνημα αντικουλτούρας είχε απο-ριζοσπαστικοποιηθεί και σταδιακά μετατράπηκε σε μια νεολαιίστικη κουλτούρα.
Μια αντίδραση στην εποχή του κομφορμισμού
Κατά τη δεκαετία του ’50 και του ’60, οι δυτικές κυβερνήσεις διατυμπάνιζαν την οικονομική ευημερία και τον καταναλωτισμό ως μια απόδειξη ότι οι κοινωνίες τους ήταν ανώτερες και πολύ πιο ελκυστικές από αυτές της σοβιετικής πλευράς κατά την περίοδο του ψυχροπολεμικού χάσματος. Το σχέδιο μετατροπής του καταναλωτισμού σε μια πολιτική δήλωση κατάφερε να φέρει τους σοσιαλιστές και τους κομμουνιστές σε αμυντική θέση, αλλά δεν μπορούσε να αποτελέσει και την ηθική βάση του δυτικού τρόπου ζωής. Ειδικότερα, δεν μπορούσε να ενθουσιάσει, να εμπνεύσει ή να δώσει νόημα στη ζωή των πολιτών της Δύσης, ιδιαίτερα των νεότερων γενεών και των διανοούμενων. Την εποχή εκείνη, ο κοινωνιολόγος Daniel Bell αναγνώρισε ότι υπήρχε ένα σοβαρό κενό στη δυτική καταναλωτική κουλτούρα. Έγραψε σχετικά: «Ο νέος διανοούμενος είναι δυσαρεστημένος επειδή ένας “ενδιάμεσος δρόμος” είναι για τους μεσήλικες, όχι γι ‘αυτόν· καθώς στερείται πάθους και είναι πνιγηρός.»
Πολλοί σχολιαστές αναπαρήγαγαν το μήνυμα του Bell και εξέφρασαν ανησυχία για την απάθεια των νέων, ιδίως των πανεπιστημιακών φοιτητών. Ο Seymour Lipset, πολιτικός επιστήμονας, παραπονέθηκε λέγοντας ότι «η πολιτική είναι πλέον βαρετή». Αυτή η ευρέως διαδεδομένη απάθεια και η πολιτική αδράνεια αναγνωρίστηκε από τμήματα της Αριστεράς και της νεότερης γενιάς. Στις ΗΠΑ, αναδύθηκε ένα νέο είδος λογοτεχνίας που άρχισε να επικρίνει τον κυνισμό και την απεμπλοκή των νέων. Και στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1957, το εντιτόριαλ του πρώτου τεύχους των Πανεπιστημίων της Οξφόρδης και του περιοδικού Left Review (που μετονομάστηκε σε New Left Review το 1960) κατηγόρησε, για την απάθεια των νέων, την αποτυχία των αριστερών ιδεών να κινητοποιήσουν:
«Η διαμάχη μεταξύ εκείνων που προσκολλήθηκαν στα συνθήματα της δεκαετίας του 1930 και εκείνων που ασπάστηκαν τις νέες ορθοδοξίες της Βρετανικής Ευημερίας, ήταν μια αντιπαράθεση που απέφευγε, με τρόπο επιδέξιο, να καταπιαστεί με τα κρίσιμα προβλήματα και τις βασικές απογοητεύσεις της μεταπολεμικής κοινωνίας. Μια αντιπαράθεση τερατωδώς άσχετη με τη μεταπολεμική γενιά, σε σημείο που κολάκευε την απάθεια»
Το πρώτο βιβλίο που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις New Left Books το 1960 είχε και τον ανάλογο τίτλο, «Out of Apathy/Από Απάθεια». Η αντιμετώπιση του προβλήματος της απάθειας ήταν σαφώς μια από τις προτεραιότητες της αναδυόμενης Νέας Αριστεράς.
Παραδόξως, η μεταπολεμική καταναλωτική κουλτούρα άθελά της κάλεσε τους νέους να επαναστατήσουν εναντίον της. Σε αυτή την εποχή της σχετικής ευημερίας, τμήματα των νεότερων γενεών βρέθηκαν ανακουφισμένα από το βάρος της οικονομικής ανάγκης και απολάμβαναν έναν άνευ προηγουμένου βαθμό ασφάλειας και ανεξαρτησίας. Αλλά παρά το γεγονός αυτό, η κοινωνία δεν μπορούσε να προσφέρει στη ζωή τους πολύ νόημα. Ενώ αποκτούσε μια δυναμική η προσπάθειά τους να προικίσουν την ύπαρξή τους με κάποιο νόημα, εμφανίστηκε ένα νέο κίνημα αντικουλτούρας.
Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, ήταν εμφανές ότι αυτοί που εξέφρασαν τις ανησυχίες αυτής της γενιάς είχαν την τάση να απορρίψουν την κυρίαρχη κουλτούρα -δηλαδή, τον καταναλωτισμό. Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Έχοντας ως βάση την κατανάλωση και την τεχνολογική πρόοδο διατηρήθηκε μια σταθερότητα και μια πολιτική τάξη, ωστόσο έγιναν πολύ λίγα για να εμπνευστούν οι άνθρωποι ή να δοθεί νόημα στις εμπειρίες τους. Μια μελέτη αυτής της εποχής στη Βρετανία κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η αποξένωση των νέων, με αυτή τη κουλτούρα, οδηγήθηκε από μια αντίδραση ενάντια στην «εποχή της αφθονίας». Αυτή την περίοδο η εξέγερση ενάντια στον κομφορμισμό της ψυχροπολεμικής κοινωνίας στη Βρετανία, όπως εκφράζεται λογοτεχνικά μέσα από τους λεγόμενους Angry Young Men/Οργισμένους Νέους, έλαβε τη μορφή μιας πολιτισμικής καταδίκης της κοινωνίας. Σύντομα, αυτές οι αντιδράσεις θα γίνουν πιο συστηματικές, παγκόσμιες και θα αποκρυσταλλώσουν μια πραγματική αντικουλτούρα. Όπως σημειώνει ο πολιτικός φιλόσοφος Richard Wolin, «Η δεκαετία του 1960 ήταν μια εποχή έντονης απογοήτευσης με τη δυτική νεωτερικότητα». Υπό μία έννοια, η εξέγερση του 1968 μπορεί να θεωρηθεί ως έκφραση της βαθιάς απογοήτευσης από την καταναλωτική κοινωνία.
Οι απολογισμοί της δεκαετίας του 1960 υπογραμμίζουν δικαιολογημένα την εξέγερση των φοιτητών και των διανοούμενων. Κατά συνέπεια, η συμπεριφορά και η αντίδραση των κυρίαρχων ελίτ συχνά παραβλέπεται. Ωστόσο, ήταν η αμυντική και συγκεχυμένη συμπεριφορά των πολιτικών και πολιτισμικών κατεστημένων της Δύσης που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την άνθηση της αντικουλτούρας. Τα γεγονότα του Μάη του 1968 στο Παρίσι ήταν εξίσου συνέπεια της παράλυσης της γαλλικής άρχουσας τάξης, όπως η εφευρετικότητα και ο ριζοσπαστισμός του φοιτητικού κινήματος.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, οι άρχουσες ελίτ υιοθέτησαν συχνά ένα αμυντικό ύφος, ήταν διστακτικές στην επιβεβαίωση του τρόπου ζωής τους, και εξέφρασαν ακόμη και αμφιβολίες σχετικά με το δικαίωμά τους να ασκούν εξουσία. Η συμπεριφορά τους υποδήλωνε ότι δεν είχαν κάποιο όραμα για το μέλλον και ότι αισθάνθηκαν ανίκανες να ασχοληθούν είτε με τη διάνοια, είτε με το πνεύμα των πολιτών τους. Η πνευματική τους ενέργεια, αντιθέτως, αναπτύχθηκε αποτελεσματικά και με ενθουσιασμό κατά του εχθρού σε καιρό Ψυχρού Πολέμου. Αλλά διαμέσου του Ψυχρού Πολέμου και της αντι-σοβιετικής ιδεολογίας μπορούσαν να εξασφαλίσουν την τάξη και την πίστη, δεν μπορούσαν όμως να προσφέρουν μια αίσθηση του τι θα μπορούσε να είναι εγγενώς πολύτιμο για τον δυτικό τρόπο ζωής. Επομένως οι δυτικές ελίτ αισθάνθηκαν εκτεθειμένες στο πολιτισμικό πεδίο μάχης. Ο Bell αναφέρει σχετικά:
«Η παραδοσιακή αστική οργάνωση της ζωής – ο ορθολογισμός και η νηφαλιότητά της – έχει λίγους υπερασπιστές στη ανώτερη κουλτούρα· Μήτε διαθέτει ένα συνεκτικό σύστημα πολιτισμικών σημασιών ή στυλιστικών μορφών που να χρήζει πνευματικής ή πολιτισμικής εκτίμησης. Αυτό που έχουμε σήμερα είναι μια ριζοσπαστική διάσπαση του πολιτισμού και της κοινωνικής δομής, και είναι τέτοιες οι διασπάσεις που ιστορικά έχουν προετοιμάσει το δρόμο για τη διάβρωση της εξουσίας, αν όχι για την κοινωνική επανάσταση».
Η εξέγερση της δεκαετίας του 1960 ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη στον τομέα του πολιτισμού. Στους θεσμούς πολιτισμού, ειδικά στα σχολεία και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά και στη μουσική και στις τέχνες, εξωτερικεύεται γρήγορα μια νέα ευαισθησία κατά του κατεστημένου. Παρότι η εξέγερση του Μάη του 1968 συχνά προωθούσε αριστερές θέσεις περί κοινωνικοοικονομικού μετασχηματισμού, οι βασικές επιτυχίες της εντοπίζονται στον τομέα του πολιτισμού. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, οι κατεστημένες αξίες είχαν σχεδόν γελοιοποιηθεί και απορριφθεί λεκτικά από μια μειοψηφία νέων ανθρώπων – πολλοί από τους οποίους ήταν οι απόγονοι της παλαιάς τάξης. Πλέον για τους υπερασπιστές της παλαιάς τάξης, ολόκληρος ο τρόπος ζωής τους μοιάζει να βρίσκεται υπό πολιορκία .
Ένας λόγος για τον οποίο η νέα αντικουλτούρα κατάφερε να προχωρήσει τόσο γρήγορα οφειλόταν στην αδυναμία αντίστασης των ελίτ. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, οι νόρμες και οι αξίες για πολλούς ήταν πλέον άσχετες και άσκοπες. Αντί να ενισχύσει τις καθιερωμένες αστικές αξίες και νόρμες, η καταναλωτική κουλτούρα της δεκαετίας του 1950 φαινόταν να τις καθιστά όλο και περισσότερο μη σχετικές με τη ζωή των ανθρώπων. Ορισμένοι σχολιαστές κατηγόρησαν ακόμη και τη νέα ευημερία ότι βοήθησε στην υπονόμευση των κατεστημένων αξιών. «Η ζωή έχει πάψει να είναι τόσο δύσκολη όσο ήταν και έτσι έγινε άσκοπη», έγραψε το 1975 η Christie Davies στη μελέτη της με τίτλο «Επιτρεπτική Βρετανία». Αν και η ευημερία ίσως διευκόλυνε την ανάπτυξη της εξέγερσης αντικουλτούρας της δεκαετίας του 1960, το πραγματικό διακύβευμα ήταν η απώλεια νομιμότητας των νορμών και των αξιών που υποστήριζαν τους θεσμούς της δυτικής κοινωνίας.
Όλα αυτά δεν υπονοούν ότι δεν ασκήθηκε καμία κριτική στα αναδυόμενα κινήματα αντικουλτούρας. Ωστόσο, στις αυστηρές καταγγελίες εναντίον των ρευμάτων αντικουλτούρας της δεκαετίας του ’60, από τους υπερασπιστές του status quo, μπορεί να εντοπίσει κανείς μια βαθιά ηθική ανασφάλεια σχετικά με τα κοινωνικά και οικονομικά δρώμενα της εποχής. Η ηθική εξάντληση του καπιταλισμού σήμαινε ότι οι αξίες που είχαν ενστερνιστεί οι ελίτ από τον 19ο αιώνα τώρα έπαιζαν το τελευταίο τους χαρτί. Με βάση τον βρετανό ιστορικό JH Plumb, υπήρχε μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι οι παλιές αξίες είχαν αρχίσει να φθίνουν. Για τον ίδιο, κάτι τέτοιο δεν ήταν παρά μια επιβεβαίωση ότι το παρελθόν είχε αρχίσει να πεθαίνει. «Όπου και αν κοιτάξουμε», δήλωσε σε μια ομιλία του 1968, «σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και προσωπικής ζωής, οι επιρροές από το παρελθόν διαρκώς εξασθενούν».
Το 1968, ο βρετανός υπουργός εξωτερικών Michael Stewart, στο ημερολόγιό του έγραφε για τις ηθικές αδυναμίες που πλήττουν τον ελεύθερο κόσμο, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της δικής του εποχής. «Η Γερμανία εστιάζει το ενδιαφέρον της σε άλλα πράγματα, η Γαλλία υιοθετεί μια στάση εγωιστική, εμείς έχουμε χάσει τον προσανατολισμό μας, οι ΗΠΑ βρίσκονται αντιμέτωποι με πολλά προβλήματα», γράφει χαρακτηριστικά. Η αντίδραση του Stewart αντικατοπτρίζει το αίσθημα ηττοπάθειας που επικράτησε τότε στις πολιτικές ελίτ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο πολιτισμικός μετασχηματισμός του τρόπου ζωής στη δεκαετία του 1960 ήταν, τουλάχιστον εν μέρει, αποτέλεσμα της ιδιαίτερης πολιτικής κατευνασμού των ελίτ των δεκαετιών του 1960.
Η εποχή του ριζοσπαστισμού κράτησε λίγο. Ακόμη και στο Παρίσι, τα οδοφράγματα σύντομα υποχώρησαν. Οι Γάλλοι φοιτητές επέστρεψαν στις αίθουσες διδασκαλίας· αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι επέστρεψαν στα εργοστάσια. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι πρώην ριζοσπάστες είχαν μετατραπεί σε πασιφιστές χίπηδες του lifestyle και σε ιμπρεσάριους νεανικής κουλτούρας. Κάποιοι εισχώρησαν μέσα στους θεσμούς και έγιναν αναπόσπαστο τμήμα μιας νέας κατηγορίας διανοούμενων και διαχειριστών του δημόσιου τομέα. Η εξαιρετικά σύντομη επαναστατική φάση τους σύντομα έδωσε τη θέση της σε μια αισθητική που, αν και ριζοσπαστική σε μορφή, δεν ήταν λιγότερο συγκροτημένη σε περιεχόμενο από εκείνη της δεκαετίας του 1950.
Σε αντίθεση με τον κομφορμισμό της δεκαετίας του 1950 και των αρχών της δεκαετίας του 1960, ο νέος κομφορμισμός, αυτός που αναδύθηκε από το 1968 και μετά, ήταν αποτέλεσμα απογοήτευσης. Το αντι-πολιτικό ρεύμα που συνδύαζε μια πρωτοφανή αλλοτρίωση τόσο από το ιστορικό παρελθόν, όσο και από την ιδέα της προόδου (που κοιτά στο μέλλον) το μετέτρεψε σε καθεστώς. Οι έντονες τάσεις εναντίωσης στη νεωτερικότητα και στον ουμανισμό, έμμεσα προωθούσαν μια αίσθηση περιφρόνησης τόσο για τα επιτεύγματα της ανθρωπότητας, όσο και για τα ιδεώδη που κοιτούσαν στο μέλλον. Καθώς η δεκαετία του 1970 προχωρούσε, ο νέος κομφορμισμός οδήγησε στην εκτόπιση της πολιτικής και στην κυριαρχία των καταναλωτικών και περιβαλλοντολογικών ζητημάτων και των πολιτισμικών ταυτοτήτων. Αρκετοί πίστευαν ότι όλα αυτά αποτελούσαν μια συνέχεια του πνεύματος της αντικουλτούρας του 1968. Ωστόσο, ήταν και μια αντίδραση στον ουτοπικό ριζοσπαστισμό.
1960: ο αποδιοπομπαίος τράγος
Παρά την απο-ριζοσπαστικοποίηση των κινημάτων αντικουλτούρας, μερίδα της κυρίαρχης ελίτ συνέχιζε (μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1980) να μιλά με έντονο αρνητισμό για τις αναταραχές της δεκαετίας του 1960. Δεν ήταν καν σε θέση να παραδεχτεί τη δική της αδυναμία. Αντ ‘αυτού, σκαρφίστηκε διάφορες δικαιολογίες σχετικά με την αποτυχία της να διατηρήσει την πολιτισμική της ηγεμονία. Έριχνε συχνά την ευθύνη στους ριζοσπάστες αγκιτάτορες και στον αχαλίνωτο ηδονισμό των κινημάτων αντι-κουλτούρας. Η γενιά της δεκαετίας του 1960 θεωρήθηκε αχάριστη και «κακομαθημένη». Δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια γενιά σε «μόνιμο βρεφικό παροξυσμό».
Σταδιακά, οι ελίτ άρχισαν να μιλούν για σκοτεινές δυνάμεις που κρύβονταν πίσω από όλα. Μια θεωρία συνωμοσίας, ιδιαίτερα διαδεδομένη σε συντηρητικούς κύκλους, έλεγε ότι οι ριζοσπάστες της δεκαετίας του 1960 κατέστρεφαν συστηματικά τον δυτικό τρόπο ζωής λόγω της διείσδυσής τους στα μέσα και στους θεσμούς του πολιτισμού και της εκπαίδευσης. Αυτό που η συγκεκριμένη αυτή η εξήγηση δεν έβλεπε είναι πως οι παλιοί θεσμοί είχαν καταστεί ανίκανοι να υπερασπιστούν τον παλιό τρόπο ζωής. Είχαν λιποτακτήσει δίχως πολλά πολλά και είχαν παραιτηθεί από τον αγώνα υπέρ της υπεράσπισης του πολιτισμού. Οι θεσμοί των μέσων ενημέρωσης, του πολιτισμού και της εκπαίδευσης δεν χρειάστηκαν κανέναν για να διεισδύσουν· οι προηγούμενοι υπερασπιστές τους είχαν αφήσει τις πόρτες ανοιχτές.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, έγινε σχεδόν κοινός τόπος να ρίχνεται η ευθύνη για όλα τα κοινωνικά προβλήματα στη δεκαετία του 1960· από την καταστροφή της οικογενειακής ζωής και την άνοδο της σεξουαλικής ακολασίας, μέχρι την άνοδο του εγκλήματος και την παρακμή των ηθικών προτύπων. Τους μύθους ενίσχυαν οι τραυματικές μνήμες μιας εποχής που είχε εκτεθεί ο δίχως περιεχόμενο και νόημα χαρακτήρας των παραδοσιακών ελίτ αξιών. Μέχρι ενός βαθμού, αυτές οι αξίες έχουν ουσιαστικά εκμοντερνιστεί από την ύπαρξη μιας ελίτ που δεν ήταν άνετη με το δικό της παρελθόν. Αλλά αυτό το κυβερνών στρώμα δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τη συνενοχή του στην υποτίμηση της δικής του εξουσίας. Αντ ‘αυτού, έψαχνε για αποδιοπομπαίους τράγους και τους βρήκε σε αφθονία στη δεκαετία του 1960.
Ποια είναι λοιπόν η ετυμηγορία της ιστορίας για το 1968; Συμπιεσμένα μεταξύ της κομφορμιστικής εποχής του 1950 και της αποπολιτικοποιημένης δεκαετίας του 1970, τα γεγονότα του 1968 έδρασαν καταλυτικά για την εξέλιξη των αστικών πολιτισμικών προτύπων. Παρόλο που το κίνημα του Μάη του 1968 διαπνεόταν από έναν αέρα ελευθερίας, και από την αναζήτηση μιας πιο ουσιαστικής ζωής, δεν υπήρχαν οι πόροι για να δοθεί ένα αυστηρό πνευματικό και πολιτικό περιεχόμενο σε αυτές τις προσδοκίες. Αντί αυτού υιοθέτησε ένα μονόπλευρο αντιδραστικό στυλ που υπονόμευσε τους κυρίαρχους κανόνες χωρίς να προσφέρει μια θετική εναλλακτική λύση. Παραδόξως, ο ηθικός αποπροσανατολισμός, η αμυντικότητα και ο πολιτισμικός πεσιμισμός, που επικρατούν σήμερα, είναι οι πιο ανθεκτικές κληρονομιές του Μάη του 1968.
Καλώς ή κακώς, το 1968 ήταν η στιγμή που πολλές Δυτικές κοινωνίες δεν μπορούσαν πλέον να αγνοήσουν την πολιτισμική επανάσταση που απειλούσε να υπονομεύσει τις παραδοσιακές τους αξίες και νόρμες. Υπό αυτή την έννοια, αντιπροσώπευσε μια σημαντική ιστορική στιγμή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σαφές ποιος φέρει την ευθύνη για τη ριζική ανατροπή που ακολούθησε: οι φοιτητές που προέλαυναν στους δρόμους του Παρισιού, του Λονδίνου και του Βερολίνου, ή οι κυβερνώσες ελίτ που τράπηκαν σε  φυγή. Έχοντας χάσει την πίστη τους στην πολιτισμική παράδοση που υποστήριζε την θέση ισχύος τους, οι πολιτικές ελίτ βρέθηκαν εκτεθειμένες σαν γυμνοί αυτοκράτορες.
Δυστυχώς, η παρακμή της παραδοσιακής εξουσίας δεν συνοδεύτηκε από την εμφάνιση μιας φωτισμένης εναλλακτικής λύσης προσανατολισμένης προς το μέλλον. Η εξουσία σπανίως προσπαθεί να μιλήσει στη γλώσσα των ανθρώπινων αξιών. Αντίθετα, κρύβεται πίσω από μια κυνική τεχνοκρατική κοσμοθεωρία και υποβάλλει τη δημόσια ζωή σε μια στενή εργαλειακή λογική της απόδοσης, της παράδοσης και της βέλτιστης πρακτικής. Πολλοί από τους άλλοτε ριζοσπάστες φοιτητές έχουν ενσωματωθεί στο σημερινό κατεστημένο. Και με αυτό τον τρόπο, έχουν υιοθετήσει μια στενόμυαλη, πολιτικά ορθή κοσμοθεωρία που με ευκολία συμπληρώνει την αδιάκοπη επιθυμία της πολιτικής τάξης να εκσυγχρονίσει και να «μεταρρυθμίσει» τα θεσμικά της όργανα.
Η αντικουλτούρα ως δεσπόζουσα τάση
Το πιο ελκυστικό χαρακτηριστικό του 1968 ήταν η προθυμία ενός μεγάλου αριθμού νέων να αμφισβητήσει, να πράξει και να δεσμευτεί. Η ριζοσπαστικοποίηση των δεκαετιών του εξήντα οφείλεται σε μια ειλικρινή φιλοδοξία να γίνει ο κόσμος καλύτερος. Οι προσδοκίες εκατομμυρίων ανθρώπων μεγάλωσαν και πολλοί υπέρμαχοι του κινήματος ενθαρρύνθηκαν να πειραματιστούν και να διακινδυνεύσουν. Δυστυχώς, όμως, αυτό το κίνημα απέτυχε να διαμορφώσει μια βιώσιμη εναλλακτική πρόταση απέναντι στις αξίες και στις πολιτικές που ήρθε να αμφισβητήσει και να επικρίνει. Γρήγορα χάθηκε η μεγάλη εικόνα και αυτό που παράμεινε ήταν μια εμμονή με ζητήματα που σχετίζονται με την προσωπική ζωή, την ατομική ταυτότητα και τη σεξουαλική συμπεριφορά. Αυτή η μετατόπιση εκφράστηκε ρητά μέσα από τη θέση ότι «το προσωπικό είναι πολιτικό». Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, το προσωπικό έγινε τόσο πολιτικό που η ίδια η πολιτική εξαλείφθηκε, σε μεγάλο βαθμό, από τα «διατακτικά» της γενιάς του 1960.
Παραδόξως, το κίνημα που προέκυψε ως απάντηση στον μεταπολεμικό κομφορμισμό οδήγησε στη δημιουργία μιας νέας μορφής κομφορμισμού. Κατά την περίοδο μεταξύ του 1970 και του 1990, οι περισσότερες από τις ιδέες που συνδέονται με το κίνημα αντικουλτούρας απορροφήθηκαν από την υπόλοιπη, δεσπόζουσα, κοινωνία. Η εμμονή της δεκαετίας του 1960 με τα ατομικά, αυτοεκπληρωτικά, συναισθηματικά και προσωπικά ζητήματα αποτυπώθηκε διεξοδικά στο πολιτισμικό σενάριο της κοινωνίας. Ούτε καν τα ριζοσπαστικά και συντηρητικά καθεστώτα της Θάτσερ και του Ρέιγκαν δεν θα μπορούσαν να κάνουν πολλά για να περιορίσουν την επιρροή των πολιτισμικών αξιών που προωθούνται από τις ταξιαρχίες του: «το προσωπικό είναι πολιτικό». Αυτές οι αξίες, οι οποίες θεσμοθετήθηκαν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, μετακόμισαν γρήγορα και στον εργασιακό χώρο και μεταλλάχθηκαν σε κυρίαρχες αξίες των δυτικών κοινωνιών.
Σήμερα, χρειαζόμαστε ένα νέο κίνημα αντικουλτούρας που θα επαναπροσδιορίσει τα καλύτερα στοιχεία του δυτικού πολιτισμού, αμφισβητώντας τις αξίες των πολιτισμικών ελίτ της δεκαετίας του 1960.
http://www.respublica.gr/2019/05/post/1968-new-conformism/