ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk





Ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Μισέλ Ονφρέ δεν συμμερίζεται τον ενθουσιασμό που ξεσηκώνει η Τούνμπεργκ στα διεθνή ΜΜΕ. Αποκαλώντας την «σάιμποργκ», δηλαδή τεχνητό οργανισμό που το σώμα του συνδυάζει οργανικά και μηχανικά μέρη (κάτι σαν τον «Εξολοθρευτή» που υποδυόταν ο Σβαρτσενέγκερ στην ομώνυμη ταινία επιστημονικής φαντασίας του 1984), ο Ονφρέ αποδομεί την Τούνμπεργκ και αναζητά αυτούς που την «κατασκεύασαν»…
Αυτό το καλοκαίρι, ο υπουργός οικολογίας Φρανσουά ντε Ρουζί καθαιρέθηκε από τη θέση του, γιατί κατανάλωσε μεγάλες ποσότητες αστακών με έξοδα των φορολογούμενων. Θα ήθελα να αντικατασταθεί από την Γκρέτα Τούνμπεργκ, η οποία, όντας βέγκαν, δεν θα μπορούσε ποτέ να προκαλέσει το θάνατο των συμπαθών αυτών αστακιδών. Η Γκρέτα είναι βέγκαν και πίνει μόνο νερό από το κόκκινο οικολογικό θερμός της που δεν εγκαταλείπει ποτέ, όπως κάποτε ο Κουστώ, που δεν εμφανιζόταν ποτέ χωρίς το σκούφο του. Η κοπέλα αυτή, που δεν χαμογελά ποτέ, σαν τον Μπάστερ Κίτον, δεν θα μπορούσε να αδειάσει ούτε τις κάβες των φορολογούμενων και άρα θα γινόταν η καλύτερη εγγυήτρια της ηθικής της πολιτικής μας ζωής. Μετά από έντεκα παραιτήσεις υπουργών σε μόλις δύο χρόνια θητείας, μάλλον θα πρέπει να το σκεφτείτε σοβαρά, αγαπητέ κ. Μακρόν…
Αυτή η κοπέλα έχει ένα πρόσωπο που αγνοεί κάθε συναίσθημα: ούτε γέλιο, ούτε χαμόγελο, ούτε έκπληξη, ούτε χαρά ή πόνο. Μοιάζει με αυτές τις κούκλες από σιλικόνη που προαναγγέλλουν το τέλος του ανθρώπου και την έλευση του μετα-ανθρώπου. Έχει το πρόσωπο, την ηλικία, το φύλο και το σώμα ενός σάιμποργκ της τρίτης χιλιετίας: όλα ουδέτερα. Είναι η ενσάρκωση της κατεύθυνσης που έχει πάρει η ανθρωπότητα. Οι δημοσιογράφοι μας πληροφορούν, με τη μεγίστη των προφυλάξεων, ότι η Γκρέτα πάσχει από αυτισμό – πρέπει να το πούμε, χωρίς όμως να το λέμε, ακόμα κι όταν το λέμε. Βλέπω εδώ ότι η πολιτική ορθότητα μου απαγορεύει, όχι μόνο την μεταφορική, αλλά και την κυριολεκτική χρήση της λέξης. Άρα τ’ αφήνουμε στην άκρη…
Τι ψυχή να κατοικεί άραγε σ’ αυτό το άσαρκο σώμα; Δύσκολο να το καταλάβουμε… Δεν πάει στο σχολείο της τις Παρασκευές, θυσιάζοντας αυτά που θα μπορούσε να μάθει, για να σώσει τον πλανήτη. Αρκεί αυτό; Κρίνοντας από το μέγεθος της προσφοράς, μάλλον όχι… Ένα κοπάδι πρόβατα της νέας γενιάς, πεπεισμένοι για την ελευθερία τους και ενθουσιασμένοι με την ωραία αυτή πρόφαση για σκασιαρχείο, ακολουθούν την Γκρέτα βελάζοντας την κατήχηση που τους επιβάλλουν οι ενήλικοι και θυσιάζουν κι αυτοί με τη σειρά τους την παιδεία που δεν έχουν και που θα μπορούσαν ίσως να αποκτήσουν αν πήγαιναν στο σχολείο τους.
Το σουηδικό σάιμποργκ ανακοίνωσε μάλιστα ότι σχεδιάζει να πάρει άδεια ενός έτους από τις σχολικές της υποχρεώσεις για να σώσει τον πλανήτη! Όντως, για ποιό λόγο να πηγαίνει κανείς στο σχολείο αφού ξέρει ήδη τα πάντα; Με το στυλό ανά χείρας, κάθε βράδυ στο κρεββάτι της, η Γκρέτα μελετά με αυταπάρνηση τις ογκώδεις εκθέσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής Ειδικών για το Περιβάλλον (GIEC). Ακούγεται στο βάθος επιβλητικός ο μεταλλικός ήχος της φωνής της Επιστήμης… Σε άλλους καιρούς οι δεκαεξάρηδες απήγγειλαν Ρεμπώ» και Βερλέν…
Τί είδους νόηση είναι αυτή που έχει το σάιμποργκ; Αυτά που μας διαβάζει δεν είναι γραμμένα από μια κοπέλα της ηλικίας της, «μυρίζουν» πολύ τεχνολογικό ίδρυμα. Με τη φωνή της ηχεί ένα κείμενο που έχουν γράψει κάποιοι άλλοι, κάποιοι που δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Τί άλλο λοιπόν είναι αυτή η κοπέλα παρά ένα σάιμποργκ, δηλαδή ένα υποχείριο κάποιων που παραμένουν στη σκιά; Η νοημοσύνη της είναι κυριολεκτικά τεχνητή, ένα κατασκευασμένο προϊόν. Το θέμα είναι από ποιόν. Η απάντηση είναι απλή, αρκεί να θέσουμε την κλασσική ερώτηση: ποιός επωφελείται; Ποιόν ωφελεί το έγκλημα; Η απάντηση βρίσκεται ίσως στους φακέλους της GIEC, στα αρχεία της σιλικονάτης σκέψης.
Το προσκήνιο της εποχής μας καταλαμβάνεται σιγά σιγά από παιδιά-τύραννους. Έχω ξαναπεί ότι αυτή η αρρώστια έχει προσβάλλει κιόλας το προεδρικό μέγαρο. Το βασίλειο των παιδιών-τυράννων χαρακτηρίζεται από την δυσανεξία στην απογοήτευση και την περιφρόνηση των μεγάλων, την ίδια στιγμή που τα κατασκευασμένα αυτά πλάσματα παπαγαλίζουν τα λόγια των ενηλίκων – δηλαδή όχι όλων των ενηλίκων, αλλά κάποιων συγκεκριμένων απ’ αυτούς: των εκπροσώπων της τελευταίας μετάλλαξης του καπιταλισμού, του οικολογισμού. Το σάιμποργκ διαφημίζει την επανάσταση που ετοιμάζει ο πράσινος καπιταλισμός.
Τί λέει αυτό το αντι-σώμα, φτιαγμένο από μια άυλη σάρκα, αυτή η ψυχή που απέχει απ’ το σχολείο, αυτή η εγγαστρίμυθη σκέψη; Αυτό που οι ενήλικες εκπρόσωποι της προοδευτικής ορθότητας προπαγανδίζουν εδώ και δεκαετίες. Βέβαια, όπως συμβαίνει πάντα, το πραγματικό διακύβευμα αυτής της επιχείρησης – τα τεράστια οικονομικά συμφέροντα – δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει παραδεκτό καθ’ εαυτό. Αυτή η επανάσταση χρειάζεται μια ηθική πρόφαση, ικανή να συντηρήσει στο διηνεκές το Χρυσό Μοσχάρι. Τι καλύτερο από τη σωτηρία του πλανήτη;
Το μετα-καπιταλιστικό σάιμποργκ μιλά στο όνομα της επιστήμης. Τί όμως μπορεί να ξέρει ένα κορίτσι 16 ετών από αστροφυσική, συμπαντικούς και ηλιακούς κύκλους, πληροφορίες εξίσου επιστημονικές που αφορούν την κλιματική αλλαγή, οι οποίες όμως δεν βλέπουν ποτέ το φως της δημοσιότητας και θέτουν εν αμφιβόλω, όχι το ίδιο το γεγονός, αλλά τις αιτίες του;
Αυτό το δεκαεξάχρονο κορίτσι που δεν θέλει να πάει σχολείο, γιατί ομιλεί στο όνομα της επιστήμης, αγνοεί ότι ένας φιλόσοφος ονόματι Hans Jonas, και εν έτει 1979, είχε ήδη καταστρώσει το «λογισμικό» με το οποίο λειτουργεί η τεχνητή της νοημοσύνη. Στο έργο του Η Αρχή της Υπευθυνότητας, ο Jonas υποστηρίζει ότι, σε ό,τι αφορά την επιβίωση του πλανήτη, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τις αρχές του Διαφωτισμού, που δεν έφεραν άλλο παρά καταστροφές, και να στραφούμε σε αυτό που ονομάζει «ευρετική του φόβου». Με άλλα λόγια, πρέπει να υπερβάλλουμε, να δραματοποιήσουμε, να εκφοβίσουμε, να τρομοκρατήσουμε. Δηλαδή το ακριβώς αντίθετο της σκέψης, του στοχασμού και της συζήτησης. Δεν σκεφτόμαστε, παπαγαλίζουμε. Δεν εξετάζουμε, υποτασσόμαστε. Δεν στοχαζόμαστε, μουρμουρίζουμε. Και στη θέση της συζήτησης, προσβολές, αποβολές, αναθέματα. Το νόημα εξατμίζεται…
Στο Γαλλικό Κοινοβούλιο, όπου πρόσφατα ήταν προσκεκλημένη για να μιλήσει, φορώντας πάντα τη μάσκα του Μπάστερ Κίτον, έκανε κήρυγμα στους ενήλικες που την παρακολουθούσαν, σε τόνο ψυχρό και περιφρονητικό. Αυτοί έσπευσαν να την χειροκροτήσουν με έκφραση συνοφρυωμένης σοβαρότητας. Θα πρέπει κάποια στιγμή να εξετάσουμε το ρόλο που παίζει στην πολιτική το αίσθημα της υποταγής όλων αυτών που ηδονίζονται με το να υποτάσσονται σε αφέντες – αφέντες φασίστες, κόκκινους, μαύρους, ισλαμιστές ή «πράσινους».  Αυτή τη φορά, ο αφέντης είναι αφέντρα: ένα κοριτσάκι με σώμα ουδέτερο και λόγο πολεμικό. Σαν να μπήκε η ψυχή του Μελανσόν στο σώμα της Αλίκης στη Χώρα των θαυμάτων. Θέαμα τρομακτικό: η απειλή του Επαναστατικού Δικαστηρίου εκφρασμένη με μια προεφηβική φωνή, χλωμή σαν τον θάνατο. Ψυχρή, χτύπησε τους βουλευτές, χαστούκισε τους πολιτικούς, εξευτέλισε δημοσιογράφους και επιχειρηματίες, βιαιοπράγησε ενάντια στους ενήλικες και το κοινό τη χειροκρότησε, σαν να είχε μπροστά του την νέα εμφάνιση της Παναγίας της Λούρδης.
«Εμείς τα παιδιά», λέει όταν μιλάει! Ποιός όμως πολιτισμός οικοδομήθηκε ποτέ από παιδιά; Ο κόσμος ανάποδα! Και μάλιστα από παιδιά που δηλώνουν ότι δεν δίνουν δεκάρα για το σχολείο και ότι έχουν το δικαίωμα να το εγκαταλείψουν για ένα χρόνο, πριν ακόμα πάρουν απολυτήριο γυμνασίου. Σαν να θέλεις να μπεις στον κόσμο της εργασίας βγαίνοντας στη σύνταξη… Πολιτικό πρόγραμμα αντάξιο πολλών σοσιαλιστών. Και τί λένε οι ενήλικες μπροστά σε αυτή τη γενιά παιδιών-τυράννων που οι ίδιοι έφτιαξαν, και που τους κατηγορεί ως απαίσιους, ανεύθυνους, εγκληματίες; Όπως στα σαδομαζοχιστικά μάνγκα, αναφωνούν όλοι εν χορώ: «κι άλλο, κι άλλο!» Επιτίθεται στους δημοσιογράφους. Και πώς αντιδρά το SJF (η γαλλική ΕΣΗΕΑ); Αποδέχεται τα χτυπήματα σιωπηλά και χαμογελώντας. Αν ήταν ο Μελανσόν, θα τον είχαν ρίξει στο πυρ το εξώτερον, αλλά μια και πρόκειται για έναν Μελανσόν μεταμφιεσμένο σε Αλίκη ρίχνουμε το βλέμμα κάτω και σφυρίζουμε αδιάφορα. Σφυρίζει το μαστίγιο στα κεφάλια των βιομηχάνων; Η Medef (Ένωση Βιομηχάνων) το βουλώνει, κρατώντας σφιχτά το χεράκι των δημοσιογράφων. H Σουηδέζα Αλίκη μαλώνει τους ενήλικες, τους λέει με το πλαστικό της πρόσωπο: Μας μισείτε, μας απειλείτε, μας θεωρείτε ψεύτες. Και οι ενήλικες αυτοί, που υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν το έθνος, χειροκροτούν. Τότε αυτή, αρπάζοντας ένα μεγαλύτερο μαστίγιο, ξαναχτυπά: «Δεν είστε αρκετά ώριμοι!» Κι αυτοί, σαν μέσα σε οργασμό, χειροκροτούν…
Δεν υπάρχει τίποτε το περίεργο ή κακό σ’ ένα παιδί που προσπαθεί να δει μέχρι ποιου σημείου μπορεί να λυγίσει τους μεγαλυτέρους του, έτσι κάνουν τα μικρά παιδιά. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται στους ενήλικες που ηδονίζονται να εξευτελίζονται από ένα δημιούργημά τους. Όταν ένα μικρό παιδί είναι σε θέση να κάνει κήρυγμα στους μεγάλους κι αυτοί, όχι μόνο δεν κουνιούνται, αλλά πανηγυρίζουν για τα χτυπήματα που δέχονται, τότε μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι έχουμε μπει στο υπέρτατο στάδιο του μηδενισμού. 

by : tinakanoumegk



Με το παρόν Υπόμνημα επιθυμούμε να καταθέσουμε στη Συνέλευση των Εκπροσώπων των Θεσμικών Φορέων της περιοχής μας, τη σαφή και εκ πεποιθήσεως εναντίωση της Ανεξάρτητης Κοινότητας Φάρος Αλεξανδρούπολης στην προοπτική ανάπτυξης εγκαταστάσεων εξόρυξης χρυσού στην περιοχή μας.

Τα χρυσωρυχεία και ο τρόπος που προωθούνται αποτελούν ευθεία απειλή προς την προοπτική της βιώσιμης ανάπτυξης του τόπου μας, η οποία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από επενδύσεις που σέβονται τη φύση, αναγεννούν τους φυσικούς πόρους και αναβαθμίζουν το δημόσιο χώρο. Αν και η περιοχή του Περάματος δεν βρίσκεται εντός της γεωγραφικής περιοχής στην οποία ανήκει η Κοινότητα Αλεξανδρούπολης, αναγνωρίζουμε τον κίνδυνο επιπτώσεων που ενέχουν τα χρυσωρυχεία για το ευρύτερο φυσικό περιβάλλον, την κοινωνική συνοχή και την οικονομία της πόλης μας. Βλέποντας την καταστροφή που έχει επιφέρει η δραστηριότητα της Eldorado Gold στις Σκουριές Χαλκιδικής, ανησυχούμε ιδιαίτερα για τον άμεσο κίνδυνο ρύπανσης των υδάτων και της παράκτιας περιοχής, τη διάβρωση του εδάφους και την αλλοίωση της βιοποικιλότητας της περιοχής μας.
Δεσμευόμαστε να υποστηρίξουμε αυτή τη θέση εντός του Συμβουλίου της Κοινότητας Αλεξανδρούπολης, με σχετική εισήγηση ώστε να υιοθετηθεί ως επίσημη θέση του θεσμικού οργάνου του κοινοτικού συμβουλίου. Συγχρόνως, παραμένει απαρέγκλιτη η δέσμευσή μας για την ενεργοποίηση και ενδυνάμωση των πολιτών, ανοίγοντας στην πράξη έναν ουσιαστικό διάλογο με την τοπική κοινωνία, ιδίως τη νεολαία της, για ό,τι αφορά τη βιώσιμη ανάπτυξη, την κλιματική προσαρμογή, την καινοτομία και το μέλλον της εργασίας. Οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται από ένα χρυσωρυχείο, δεν μπορούν να συγκριθούν αριθμητικά ή ποιοτικά με τις θέσεις εργασίας που αξίζουν στους νέους του τόπου μας σε τομείς όπως ο εναλλακτικός τουρισμός, οι πολιτιστικές βιομηχανίες, η αγροδιατροφική καινοτομία και η γαλάζια οικονομία. Η διεθνής εμπειρία αυτό μαρτυρά και σε τοπικό επίπεδο αυτό θα διεκδικήσουμε.

Γι αυτούς τους λόγους, τασσόμαστε στο πλευρό όλων όσων αντιστέκονται στα χρυσωρυχεία και δηλώνουμε έτοιμοι να ενώσουμε τη φωνή μας για ένα αειφόρο μέλλον.

Ανεξάρτητη Κοινότητα Φάρος Αλεξανδρούπολης 
by : tinakanoumegk


Στην ελληνική τηλεόραση, τα τελευταία αρκετά χρόνια, υπάρχουν δύο εκπομπές με θέμα την ελληνική μουσική, τις οποίες ετοιμάζουν και παρουσιάζουν δύο μεσήλικες σήμερα άντρες που φέρουν και οι δύο το ίδιο επίθετο –το πιο κοινό ελληνικό επίθετο. Ο ένας λέγεται Σπύρος, ο άλλος Χρήστος.


(Μέχρι πρόσφατα, υπήρχε και μία τρίτη την οποία παρουσίαζε ένας υπερήλικας σήμερα άντρας με το ίδιο επίθετο, ονόματι Λευτέρης).

Πέρα από τις ομοιότητες που αναφέρθηκαν, οι εκπομπές κατά τα λοιπά μόνο διαφορές παρουσιάζουν. Η πρώτη έχει περάσει από όλα σχεδόν τα κανάλια, ιδιωτικά και δημόσια. Είναι πολυπρόσωπη, πολύωρη, θορυβώδης, έχει πλούσια σκηνικά, χρώματα, ορχήστρα, πολλούς διάσημους και λιγότερο διάσημους τραγουδιστές και τραγουδίστριες, χορευτές και, ιδίως, χορεύτριες (χορογραφημένες ή αυθόρμητες, πάντα όμως νέες και καλοντυμένες), φαγητό, πιοτό (ιδίως πιοτό, σε αντιστοιχία και με το όνομα της εκπομπής), και κουβέντα, όχι πάντοτε σχετική με τα τραγούδια που παρουσιάζονται.

Η δεύτερη μεταδίδεται σταθερά από το κανάλι της Βουλής, και δεν έχει τίποτε απ’ όλα αυτά, ή έχει τα αντίθετά τους.

Παρόλα αυτά, ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό, από τις δύο (/τρεις) αυτές εκπομπές, μακράν πιο ενδιαφέρουσα και άξια παρακολούθησης προσωπικά θεωρώ το «Χάριν ευφωνίας» του Χρήστου.

Σε αυτήν, τα τραγούδια –ή μουσικά κομμάτια- που παρουσιάζονται παιγμένα «λάιβ στο στούντιο» κατά τη γνωστή φαινομενικά οξύμωρη έκφραση, είναι πολύ λιγότερα απ’ ό,τι στο «Στην υγειά μας ρε παιδιά». Ωστόσο, η μουσική νιώθει κανείς ότι είναι στο επίκεντρο της εκπομπής, ότι είναι η πρωταγωνίστρια, πολύ περισσότερο εδώ απ’ ό,τι εκεί. Διότι, και όταν δεν ακούγεται, δεν παύει να αποτελεί το αποκλειστικό αντικείμενο του λόγου.

Ο Χρήστος μπορεί να μην είναι τόσο διαχυτικός και ενθουσιώδης όσο ο Σπύρος. Είναι όμως μουσικός ο ίδιος, και έχει μία ακατάπαυστη, σχεδόν βουλιμική περιέργεια για τη μουσική, σε όλες τις εκφάνσεις της. Μπορεί να είναι λίγο αδέξιος ως οικοδεσπότης, αλλά στα δικά μου μάτια είναι πιο φιλόξενος. Στο βαθμό που φιλοξενία δεν σημαίνει να μοιράζεις δεξιά και αριστερά επαίνους και κομπλιμέντα, (πράγμα το οποίο αργά ή γρήγορα οδηγεί σε κορεσμό), αλλά να δίνεις χώρο στον καλεσμένο σου να «παίξει», να πει τις ιστορίες του, με τα όργανα ή με τη φωνή. Ο χώρος αυτός μπορεί να μην γεμίζει πάντοτε, να αφήνει χάσματα. Αλλά τόσο το καλύτερο: μέσα από αυτά τα χάσματα μπορεί να περάσει η σκέψη και η ευαισθητοποίηση, να ξεπηδήσει κάτι καινούριο που δεν υπήρχε πριν. Αντίθετα, ο καταιγιστικός ρυθμός με τον οποίο παρελαύνουν τα «σουξέ» ή τα «μεγάλα τραγούδια» από την πίστα τού ΣΥΜΡΠ εκβιάζει από τον θεατή το θαυμασμό και τον εντυπωσιασμό, οι οποίοι συνήθως επιβεβαιώνουν το ήδη γνωστό και μας αφήνουν εκεί που ήμασταν ήδη.

Από αυτή την άποψη, η βασική σύλληψη της εκπομπής τού Σπύρου Παπαδόπουλου είναι μία εις άπειρον μεγέθυνση της στιγμής «βραδυνή έξοδος στα μπουζούκια» από τις ταινίες τού εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου. Η νοσταλγική αναφορά στην «καλή παλιά εποχή» των ασπρόμαυρων εικόνων, της λιγότερο πολυπρόσωπης και εκσυγχρονισμένης Αθήνας, των παιδιών που έπαιζαν ξένοιαστα στις αλάνες κ.ο.κ. υπάρχει ήδη στο εκτενές βίντεο κλιπ-σήμα της εκπομπής, και επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο: οι εκπομπές είναι σαν μία διαρκής επίσκεψη στα μπουζούκια χωρίς σκηνές διαλόγου, ένα τηλεοπτικό αντίστοιχο της ελληνικής ταινίας χωρίς την υπόθεση.

Αντίθετα, η βασική σύλληψη της εκπομπής τού Χρήστου είναι προέκταση της δισκογραφικής στρατηγικής που είχε ακολουθήσει τα τελευταία χρόνια (όσο υπήρχε δισκογραφία) με το συγκρότημα στο οποίο αναδείχθηκε. Μιας στρατηγικής την οποία έτσι μπορέσαμε να κατανοήσουμε και να εκτιμήσουμε καλύτερα. Τουλάχιστον εγώ. Διότι όταν τα «Παιδιά από την Πάτρα» είχαν πρωτοβγεί τη δεκαετία τού 80, ομολογώ ότι δεν τα είχα πάρει πολύ στα σοβαρά, ούτε μπορώ να πω ότι μου άρεσαν ιδιαίτερα· με βάση τους πρώτους τους δίσκους, τα είχα κατατάξει λίγο-πολύ στο χώρο του κιτς και της φτηνής, επιφανειακής διασκέδασης. Με τον καιρό, όμως, (και επίσης με την βελτίωση της τεχνικής των μελών του συγκροτήματος, η οποία στην αρχή ήταν μάλλον στοιχειώδης), μπορέσαμε να καταλάβουμε ότι οι επιλογές των τραγουδιών ακόμα και σε εκείνους τους δίσκους δεν βασίζονταν στην ευκολία, αλλά σε μία συνεπή και επεξεργασμένη λογική. Και, κυρίως, σε μία ανεπιφύλακτη αγάπη. Αγάπη για ένα είδος μουσικής, αναμφίβολα, αλλά ειδικότερα αγάπη για κάποια τραγούδια τα οποία, όταν είχαν πρωτοβγεί, είχαν αγνοηθεί ή και απαξιωθεί, και στα οποία το συγκρότημα ήθελε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Και πράγματι έδωσε, σε πολλά.

Την τελευταία δεκαετία του προηγούμενου και την πρώτη αυτού εδώ του αιώνα, τα «Παιδιά από την Πάτρα» συνέχισαν και τελειοποίησαν αυτό το δρόμο σε μια σειρά δίσκων οι οποίοι, όπως και οι πρώτοι τους, περιείχαν αποκλειστικά επανεκτελέσεις τραγουδιών κυρίως από τη δεκαετία τού 70, ως επί το πλείστον φτηνών μπουζουκοτράγουδων ή λαϊκοδημοτικών, (σπανιότερα και κάποιες πρωτότυπες συνθέσεις στο ίδιο πνεύμα), σε συνεργασία με μία πολύ ευρεία γκάμα άλλων καλλιτεχνών, ενίοτε επίσης ξεχασμένων και παροπλισμένων, και με την εμφανή –και επιτυχώς υλοποιημένη- πρόθεση να φωτίσουν με νέο τρόπο τα τραγούδια αυτά, να μας κάνουν να τα ξαναδούμε ή να τα ξαναακούσουμε σε μια νέα σύνδεση και να τα βγάλουμε από το γκέτο των κατηγοριοποιήσεων. Μπορεί να μην ξαναέβγαλαν το φοβερό εμπορικό σουξέ που είχαν στην αρχή, αλλά έβγαλαν κάποιους δίσκους, όπως τα «Ξηγημένα και παρεξηγημένα» ή το «51 έξτρα», οι οποίοι υπηρετούσαν μία σαφή στοχοθεσία, εμπέδωναν ένα πνεύμα συναδελφικότητας, και μετέδιδαν μία πολύ θετική ενέργεια που βασιζόταν στην επαν-ενθύμιση και επαναξιολόγηση[1]. Πράγμα που δεν είναι καθόλου ίδιο με τη νοσταλγία ενός ένδοξου ή εξωραϊσμένου παρελθόντος. Διότι δεν είναι αναπαραγωγή του ίδιου, αλλά επανάληψη με διαφορά. Η επιλογή να παρουσιάζονται στον ίδιο δίσκο ακούσματα ετερογενή με βάση τις υπάρχουσες κατηγοριοποιήσεις (π.χ. τραγούδια των Ξυδάκη-Ρασούλη δίπλα στον Σπύρο Ζαγοραίο, ο Λάκης Χαλκιάς και ο Ηλίας Κλωναρίδης δίπλα στον Δημήτρη Ζάχο και τον Κώστα Μεντζελόπουλο) δεν καταλήγει καθόλου σε αχταρμά και «πολυσυλλεκτικότητα», αλλά αντιθέτως αναδεικνύει ότι κάποια πράγματα μπορούν να επικοινωνήσουν καλύτερα απ’ όσο φανταζόμασταν και ότι συχνά οι λόγοι για τους οποίους δεν τα βάζαμε ποτέ μαζί ως τώρα ήταν κυρίως κοινωνικοί, δηλαδή εξω-μουσικοί.

Αυτό το ακατάπαυστο ενδιαφέρον για παλιότερες, αλλά και σύγχρονες, μορφές μουσικής προσδιορίζει και τις επιλογές τού Παπαδόπουλου στο «Χάριν ευφωνίας», μόνο που εδώ δεν αφορά μόνο το λαϊκό ή το παραδοσιακό τραγούδι· από την εκπομπή έχουν παρελάσει, και έχουν «τζαμάρει» με τον Χρήστο μπροστά στην κάμερα, όχι μόνο ο Θόδωρος Δερβενιώτης, ο Μπάμπης Μπακάλης ή ο Αντώνης Ρεπάνης, όχι μόνο ο Φίλιππος Νικολάου και η Πίτσα Παπαδοπούλου, αλλά και μουσικοί από την κλασική ή την τζαζ μουσική –για να μην αναφέρουμε και ένα αφιέρωμα στη μουσική των μειονοτικών της Αλμωπίας, έστω κι αν σε αυτό δεν αναφέρθηκε η λέξη από Μ[2]. Χωρίς να σνομπάρεται, αλλά και χωρίς να θεοποιείται κανένας, με σεβασμό στην πρακτική, στη δραστηριότητα και στα ενδιαφέροντα του καθενός.

Όλες αυτές οι εκπομπές έχουν μια αυτοτελή σημασία, η οποία δεν εξαρτάται από το πόσο σημαντικό ή ενδιαφέροντα κρίνει ο καθένας μας τον εκάστοτε καλλιτέχνη. Το άκουσμα ενός τραγουδιού μπορεί να είναι πιο φορτισμένη συγκινησιακά στιγμή, να συναρπάζει περισσότερο και άρα να ταιριάζει καλύτερα στο τηλεοπτικό μέσο (εφόσον βέβαια μας αρέσει· εάν όχι, μας οδηγεί να αλλάξουμε κανάλι). Αλλά και όταν κάποιος αφηγείται μια ιστορία για το πώς έφτιαξε αυτό το τραγούδι, γενικά όταν οι άνθρωποι μιλάνε γι’ αυτό που έκαναν και κάνουν, αυτό επίσης έχει τη δύναμη να συγκρατήσει την προσοχή μας εξίσου, ή και περισσότερο, από την ακρόαση –ή πάντως κατά τρόπο ανεξάρτητο απ’ αυτήν. Και αυτές οι αφηγήσεις, έστω με κενά, με αμηχανίες, με σιωπές, ενίοτε και με κοινοτοπίες και επαναλήψεις, είναι που δίνουν στο «Χάριν ευφωνίας» ένα ιδιαίτερο καθεστώς απόλαυσης, που είναι η απόλαυση του μη Όλου: το μινιμαλιστικό ύφος αυτής της εκπομπής, της γυρισμένης με τρεις-τέσσερις κάμερες και φτωχικά σκηνικά και φωτισμούς μέσα σε λίγα τετραγωνικά μέτρα, θα το παραλλήλιζα με τις ταινίες του Σταύρου Τσιώλη. Όχι βέβαια την Κατάχρησιν Εξουσίας και τις άλλες της πρώτης του περιόδου, όπου υπηρετούσε μία λογική φαλλικής απόλαυσης, μια λογική πλειοδοσίας, διαρκούς εντυπωσιασμού και εμμονικού βομβαρδισμού τού θεατή με καταιγιστικά ευρήματα και συγκινήσεις· αλλά τις όψιμες, αυτές που έχουν πάντα έναν ηθελημένο ερασιτεχνισμό, πολλούς τσιγγάνους μουσικούς και μια υπόθεση εκ πρώτης όψεως χαοτική όπου σχεδόν τίποτα δεν συμβαίνει, αλλά πολλή αγάπη, για τον κινηματογράφο αλλά και για τους ανθρώπους (του). Γι’ αυτό και οι ταινίες αυτές, μακροπρόθεσμα, αγαπήθηκαν περισσότερο από τις πρώτες. Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, νομίζω ότι το «Χάριν ευφωνίας» μακροπρόθεσμα θα παρακολουθείται περισσότερο, ή πάντως με περισσότερη ένταση, απ’ ότι το «Στην υγειά μας ρε παιδιά».

[1] Οι δίσκοι αυτοί νομίζω ότι αδικήθηκαν εκδοτικά από τις εταιρίες: ενώ συγκροτούσαν ο καθένας ένα μικρό αρχείο, στο βιβλιαράκι του CD περιλαμβάνονταν κάθε φορά μόνο οι απολύτως στοιχειώδεις πληροφορίες, συχνά μάλιστα ούτε κι αυτές, με μία δυσδιάκριτη γραμματοσειρά και χωρίς καμία αναφορά π.χ. στις πρώτες εκτελέσεις ή στους εκτελεστές που συμμετέχουν σε κάθε κομμάτι.

[2] Πάντως η εντύπωσή μου είναι ότι αυτή η μη αναφορά ήταν επιλογή των ίδιων των μουσικών.
Posted on : Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019 [ 0 ] comments Label:

Η αντι-πολιτική των likes / Του Αλέξανδρου Σχισμένου

by : tinakanoumegk
Θα ήθελα να σχολιάσω δύο περιστατικά της καθημερινής ζωής, δύο περιστατικά τα οποία είναι ενδεικτικά ενός ρεύματος μετασχηματισμού της πολιτικής συμμετοχής, ανάλογο προς τη διεύρυνση και την ταχύτητα της σύγχρονης τηλεπικοινωνίας. Μιας διαδικτυακής τηλεπικοινωνίας που διευρύνεται ενώ ταυτοχρόνως περιορίζεται στα social media και πιο συγκεκριμένα στο κυρίαρχο ψηφιακό social medium, το facebook -το twitter έχει διαφορετικά επικοινωνιακά χαρακτηριστικά. Το f/b συνιστά ένα μονοπώλιο πληροφορίας και επικοινωνίας, έναν μοναδικό μηχανισμό υπό τον έλεγχο μιας εταιρείας, της οποίας οι σκοποί έχουν απογυμνωθεί μετά τις αποκαλύψεις των Cambridge Analytica και της οποίας το μερίδιο που καταλαμβάνει στον τομέα της θα ήταν αδιανόητο σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο της αγοράς.
Η ισχύς του facebook εδράζεται στο γεγονός ότι δεν παράγει κανένα περιεχόμενο, αλλά εκμεταλλεύεται πλήρως το περιεχόμενο που παρέχουν δωρεάν οι χρήστες του· τόσο πλήρως ώστε το προϊόν που εμπορεύεται είναι τα προσωπικά στοιχεία των ίδιων των χρηστών του. Ώστε προϊόν γίνονται οι ίδιοι οι χρήστες, οικειοθελώς. Τέτοια δωρεάν και ανανεώσιμη εκμεταλλεύσιμη ύλη θα ήταν αδιανόητη σε οποιονδήποτε άλλον επιχειρηματικό τομέα στην Ιστορία· ακόμη και σε κοινωνίες με δουλοκτητική βάση, οι σκλάβοι εξεγείρονταν διαρκώς και η καταστολή τους είχε τεράστιο ηθικό, κοινωνικό και οικονομικό κόστος· ακόμη και σε περιπτώσεις κτηνώδους καπιταλισμού, οι εργάτες αντιστέκονταν καθημερινά, στο εργοστάσιο και στον δημόσιο χώρο.
Οι χρήστες του facebook δεν αντιστέκονται· αντιθέτως, ταράζονται και τρομάζουν όταν η σελίδα του facebook μπλοκάρει, λόγω ανανέωσης ή συντήρησης των server. Η σχέση τους με την εταιρεία δεν είναι εξωτερικής συναλλαγής, αλλά εσωτερική, η σχέση τους με το προφίλ σχέση κάθεξης και συνταυτισμού. Γίνονται το προϊόν και οι φορείς μιας διπλής αντικειμενοποίησης -«εξωτερικευμένη» αντικειμενοποίηση (προς τους άλλους) εξαιτίας της δημόσιας εκπροσώπησής τους μέσω ενός ψηφιακού προφίλ (avatar) και «εσωτερικευμένη» αντικειμενοποίηση (προς τον εαυτό) διαμέσου της ψυχικής επένδυσής τους στο προφιλ- δίχως να πουλάνε την εργατική τους δύναμη, αλλά την προσωπική τους ταυτότητα, την οποία καλούνται να αναδημιουργήσουν και να εμπλουτίσουν (να επιμεληθούν την αυτοεικόνα τους) μέσω ταξινομημένων προεπιλογών.
Εν συντομία, το f/b συγκροτεί έναν παγκόσμιο ψηφιακό ψευδοδημόσιο και ψευδοϊδιωτικό χώρο επικοινωνίας, έναν ενδιάμεσο-τόπο, έναν τόπο διεπαφής (interface) και διάδρασης. Ψευδοδημόσιο αφενός διότι ανήκει σε μία ιδιωτική εταιρεία και αφετέρου διότι ο καθένας συμμετέχει από τον ιδιωτικό του χώρο (τη συσκευή του). Ψευδοϊδιωτικό αφενός γιατί όλα τα προσωπικά στοιχεία (συνομιλίες, μηνύματα κτλ.) παρακολουθούνται και συλλέγονται από την εταιρεία για να πωληθούν σε άλλες φίρμες και αφετέρου γιατί ό,τι γράφεται στον «τοίχο» είναι ορατό από έναν αδιευκρίνιστο αριθμό όχι και τόσο γνωστών «φίλων».
Ασφαλώς στο f/b γίνονται, υπό τη φαινομενική ασφάλεια της ιδιωτικότητας, συζητήσεις και τσακωμοί, λαμβάνονται αποφάσεις και συνάπτονται σχέσεις που επηρεάζουν άμεσα και την υπόλοιπη κοινωνική ζωή. Η απουσία της σωματικότητας και της αυτοπρόσωπης παρουσίας δημιουργούν ωστόσο νέες μορφές διυποκειμενικότητας και επικοινωνίας, αδιανόητες στον προ-διαδικτυακό κόσμο. Το τρολάρισμα, η προπαγάνδα, το σπαμάρισμα, η παρακολούθηση, οι απειλές, το bullying, το βίαιο φλερτ, το ξεκατίνιασμα μεταξύ αγνώστων θα ήταν αδιανόητα σε έναν κόσμο όπου υπήρχε μόνο ο κίνδυνος και η έκθεση των σωμάτων. Ακόμη και σε έναν τηλεφωνικό κόσμο, όπου η επικοινωνία θα ήταν διαπροσωπική και όχι ψευδοδημόσια. Ο «τρελός του χωριού», κάποτε επικίνδυνα γραφικός, κάποτε ακίνδυνος, κάποτε σοφός, είχε ως τώρα συναναστροφή με το χωριό ή τη γειτονιά του, με σχέσεις που απάλυνε ή βάθαινε ο χρόνος και η διαρκής καθημερινότητα που επέβαλλε τη διαδοχή των συναντήσεων και των επεισοδίων και εμπεριείχε όλη την πληρότητα της από κοινού παρουσίας.
Πλέον, οποιοσδήποτε μπορεί να προσβάλλει, να εκτονωθεί, να απελπιστεί, να παρεξηγήσει οποιονδήποτε άγνωστο, πάντα υπό το βλέμμα άλλων αγνώστων. Ο καταπιεσμένος ψυχισμός εκρήγνυται στην οθόνη δίχως ανταπόκριση, αφού η απόσταση που του παρέχει την ασφάλεια της έκρηξης κάνει την έκρηξή του αδιάφορη και αναποτελεσματική. Σαν τον αυνανισμό.
Τι συμβαίνει όμως με τις πολιτικές συλλογικότητες και τα κοινωνικά κινήματα που βρίσκουν στο f/b έναν άμεσο και γρήγορο μηχανισμό συντονισμού, ενημέρωσης και συζήτησης πέρα από τους χωρικούς περιορισμούς; Πώς μετασχηματίζεται η πολιτική επικοινωνία; Οι μετασχηματισμοί είναι πολλαπλοί και πολυεπίπεδοι, μετασχηματισμοί της ταχύτητας αντίδρασης, της δυνατότητας δράσης, της συνολικής επικοινωνιακής δυνατότητας -όμως εδώ θα αναφερθώ σε δύο φαινόμενα.
Τα δύο περιστατικά που προανήγγειλα και ακόμη δεν αφηγήθηκα δεν είναι μεμονωμένα, αλλά ενδεικτικά και ίσως διδακτικά.
Υπάρχουν σελίδες πολιτικών συλλογικοτήτων στο f/b. Ασφαλώς, οι συλλογικότητες υπάρχουν και στον φυσικό κόσμο, με συνελεύσεις και δημόσιες πράξεις. Όμως η επικοινωνία τους δεν περιορίζεται στον φυσικό κόσμο, αλλά αναπτύσσεται πολυσχιδώς και στον διαδικτυακό, και δη στη σφαίρα του f/b. Όταν προκύψει μια σοβαρή πολιτική διαφωνία, με σημαντικές συνέπειες, είτε προκύπτει αρχικά στο f/b είτε προκύπτει στον φυσικό κοινωνικό της χώρο, τη συνέλευση, με βεβαιότητα έπειτα αναπαράγεται, κατακερματίζεται και διαθλάται στο f/b. Εκεί παρατηρείται το εξής: Αρκετοί χρήστες συμμετέχουν στην διαφωνία όχι ρητά, όχι εκφράζοντας γραπτή και σαφή γνώμη -έστω ένα σκέτο ρητό «συμφωνώ» ή «διαφωνώ»- μα κάνοντας like. Εκφράζονται μέσω των διαθέσιμων επιλογών άμεσης αντίδρασης που τους παρέχει η πλατφόρμα, μέσω του like, του love, του sorry, του angry, του χα-χα, του ουάου. Αυτή είναι και η γκάμα επιλογών.
Τι περιεχόμενο έχει σε αυτή την περίπτωση ένα like;
Έχει τη βαρύτητα μιας ρητής συμφωνίας ή διαφωνίας, αντιστοιχεί σε κάποια πολιτική στάση ή θέση; Ας σημειώσω ότι σε οποιαδήποτε ανάρτηση στο f/b, τα μόνα ξεχωριστά like είναι τα πρώτα δέκα, μόνο αυτά έχουν «επώνυμο», εκτός κι αν ο χρήστης έχει τη διάθεση και τον χρόνο να καταμετρά τους καταλόγους που καταγράφονται· κάνω την τολμηρή (ανεξακρίβωτη) υπόθεση ότι οι περισσότεροι από ένα σημείο και μετά ενδιαφέρονται για τον αριθμό των like και όχι τόσο για τα πρόσωπα, εκτός και αν υπάρχει κάποιο πρόσωπο ειδικού ενδιαφέροντος.
Σε αυτή τη «διαλεκτική» η προσωπικότητα γίνεται ποσότητα. Και η ποσότητα γίνεται αξία με δύο έννοιες -αξία διασποράς της είδησης και αξία επιρροής του χρήστη. Αξία που μεταφράζεται και οικονομικά, αλλά όχι ως αξία χρήσης, μα ανταλλακτική αξία κυκλοφορίας και αναπαραγωγής. Το προϊόν που πουλά το facebook, τα προσωπικά στοιχεία των χρηστών του, ανακυκλώνονται και μετασχηματίζονται σε διαφημίσεις που επιστρέφουν στον χρήστη. Κυρίως οι εκτός f/b πράξεις του χρήστη μετατρέπουν το συμβολικό κεφάλαιο σε πραγματικό χρήμα, είτε αυτές είναι κάποιες αγορές προϊόντων, είτε είναι κάποιες ψήφοι σε εκλογικές διαδικασίες, είτε είναι κάποιες συνδρομές σε υπηρεσίες. Η κυκλοφορία αυτή συγκροτεί μία νέα αγορά επικοινωνίας που εδράζεται στη μορφή του χρήστη, του αγοραστή που είναι συγχρόνως προϊόν. Παρόμοια, αλλά όχι ίδια, ψυχολογικά χαρακτηριστικά έχουν οι φιγούρες του οπαδού και του fan, οποιασδήποτε υποκουλτούρας -μόνο που εκεί υπάρχει η ζωντανή διάδραση με το αντικείμενο λατρείας, την ομάδα, τον καλλιτέχνη, το συγκρότημα και όχι η ψηφιακή της εκπροσώπηση.
Πόση όμως βαρύτητα μπορούν να έχουν τα like σε μια πολιτική διαφωνία; Υποδηλώνουν προτίμηση σαφώς, όμως δεν συμμετέχουν στην απόφαση. Σαν την ψήφο στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Το περιεχόμενό τους αντιστοιχεί στο ελάχιστο μιας χειρονομίας δίχως το σώμα, μιας έκφρασης χωρίς το πρόσωπο. Δεν συνιστούν ολοκληρωμένη απόκριση, πόσο μάλλον πολιτική απάντηση. Συνεπώς υποδηλώνουν μια στάση αποφυγής της ευθύνης και διαφυγής από τον κίνδυνο της έκθεσης, που συνοδεύει κάθε πολιτική άποψη. Μία νοοτροπία αντιδημοκρατική και οριακά αντι-πολιτική.
Δεν αναφέρομαι στις κοινές αντιδράσεις σε διάφορα προσωπικά ποστ, όπου η απλή δήλωση μιας προτίμησης μπορεί να είναι καλύτερη από τον σχολιασμό, αλλά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις σημαντικής συλλογικής διαφωνίας. Σε τέτοια διαφωνία όσοι αντιδρούν απλώς με like είναι χειρότεροι από όσους σιωπούν. Αυτοκαταργούν το δικαίωμα του λόγου τους και αυτοαναιρούν την πολιτική τους συμμετοχή.
Τα likes παράγουν μια μορφή αντι-πολιτικής.
Ένα δεύτερο, πιο επικίνδυνο, φαινόμενο με τις πολιτικές ομάδες του f/b -ομάδες προώθησης πολιτικών αιτημάτων, αναλύσεων και κοινωνικών αγώνων- είναι αυτό που θα ονομάσω «ηγέτες του facebook». Και μόνο του f/b.
«Ηγέτες του facebook» είναι οι διαχειριστές ομάδων επικοινωνίας κοινωνικών κινημάτων οι οποίοι αυτοπροβάλλονται, όταν η υπόθεσή τους αποκτήσει σχετική δημοσιότητα, ως εκπρόσωποι και αντιπρόσωποι των κινημάτων. Αυτό παρέχει αρκετές ανταμοιβές, όχι μόνο στο πεδίο της «επιμέλειας εαυτού» και της ικανοποίησης των εγωιστικών αναγκών αυτοπροβολής, αλλά και στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο. Αυτή η νοοτροπία, παρότι γραφική, μπορεί να αποκτήσει επικίνδυνες συνέπειες, ιδίως όταν η κατεστημένη εξουσία επιλέγει να συνδιαλλαγεί με αυτά τα πρόσωπα, προκειμένου είτε να χειραγωγήσει υπογείως κινήματα που δημοσίως αρνούνται κάθε συνδιαλλαγή είτε να πλήξει την αξιοπιστία τους.
Παρόμοιες περιπτώσεις εμφανίζονται κυρίως σε κινήματα χωρίς διακριτή και τυπικά ιεραρχική ηγεσία, κινήματα δίχως αντιπροσώπους, δηλαδή κινήματα που τείνουν προς οριζόντιες, εξισωτικές, αμεσοδημοκρατικές πολιτικές μορφές. Γι’ αυτόν τον λόγο η νοοτροπία του διαδικτυακού ηγέτη διαβρώνει και πλήττει κυρίως τις πιο σημαντικές μορφές κοινωνικού αγώνα, τις μορφές της ριζικής δημοκρατίας. Το πιο γνωστό κίνημα που αντιμετώπισε τον πρωτόγνωρο αυτόν κίνδυνο ήταν τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία, κίνημα που συναρθρώθηκε μέσω διαδικτυακών καλεσμάτων, πραγματώθηκε σε συνελεύσεις κατειλημμένων δημόσιων χώρων και αρνήθηκε τον διάλογο με την κυβέρνηση Μακρόν παρά την τρομακτική καταστολή. Σύμφωνα με προσωπικές αφηγήσεις ανθρώπων που συμμετείχαν στις Συνελεύσεις των Συνελεύσεων, το φαινόμενο των αυτόκλητων διαδικτυακών ηγετών, διαχειριστών σελίδων στο f/b που άρχισαν να αυτοπροβάλλονται στα κεντρικά ΜΜΕ, δημιούργησε έντονο προβληματισμό στο κίνημα και συζητήθηκε έντονα στις συνελεύσεις, οι οποίες απέβαλλαν συγκεκριμένα άτομα.
Παρακολουθώ μία παρόμοια σελίδα για ένα κοινωνικό ζήτημα που προκαλεί κινηματικές αντιδράσεις, όπου κάποιοι διαχειριστές της σελίδας, όταν απέκτησε αξιοπρόσεκτη δημοσιότητα, διέγραψαν τους υπόλοιπους διαχειριστές, ιδιοποιήθηκαν τη σελίδα ατομικά και μπόλιασαν τη διαδικτυακή ενημέρωση με την προσωπική τους αυτοπροβολή. Και αυτό έγινε ζήτημα σε διάφορες συνελεύσεις, χωρίς ωστόσο τα εν λόγω πρόσωπα να πάψουν τη δραστηριότητά τους, η οποία ήταν έτσι κι αλλιώς τηλεματική. Ξανά η αυτοπροβολή και η αναπαραγωγή της συμβαίνει μέσω της αντι-πολιτικής των likes.
Οι πολιτικές συλλογικότητες και τα κοινωνικά κινήματα αποφεύγουν να μιλήσουν δημόσια για τέτοια προβλήματα, καθώς μοιάζουν γραφικά και ασήμαντα, απομονωμένα στη σφαίρα επικοινωνίας ενός μόνο ιστοτόπου. Μα η σφαίρα είναι παγκόσμια, το δίκτυο επικοινωνίας είναι το μεγαλύτερο στην Ιστορία, η διασπορά ειδήσεων και αντιδράσεων είναι σχεδόν στιγμιαία και ανεξέλεγκτη. Μία διάψευση δεν ακυρώνει ούτε εμποδίζει τη διασπορά και αναπαραγωγή του διαψευδομένου. Μία ανάρτηση δεν διαγράφεται οριστικά, καταγράφεται. Μία προτίμηση δεν αλλάζει απλώς, καταμετράται.
Η άτυπη ψηφοφορία είναι διαρκής, η αντιπροσώπευση συγκαλυμμένη, νικητής είναι σίγουρα η εταιρεία.
Ασφαλώς οι συνέπειες της επικοινωνίας ξεφεύγουν από τον έλεγχο της εταιρείας. Ασφαλώς οι δυνατότητες των δικτύων επικοινωνίας προσφέρονται για κάθε σκοπό, της εξέγερσης και της αντίδρασης, της ελευθερίας της γνώσης και της προπαγάνδας. Όμως ο μετασχηματισμός είναι κι αυτός υπαρκτός. Ο κάθε χρήστης μετατρέπεται σε προϊόν, σε στοιχείο ανακυκλικής ανταλλάξιμης αξίας, κάθε φορά που κάνει χρήση, όπως ο πρεζάκιας. Ιδίως όταν η πληθώρα των επικοινωνιακών επιλογών περιορίζεται σε ένα αποκλειστικά social medium.
Η πολιτική χρειάζεται τη σωματική, αυτοπρόσωπη συμμετοχή. Το κοινό παρόν που εκχέεται σε κοινό μέλλον δημιουργείται με τη συμπαρουσία των ανθρώπων στον ελεύθερο δημόσιο χώρο. Η πολιτική απόφαση απαιτεί  την πολιτική πράξη, που μπορεί να συμβεί μόνο συλλογικά, με τη συνεργασία των παρόντων στο εδώ και τώρα -κάθε φορά.
Οι πολιτικές συλλογικότητες και τα κοινωνικά κινήματα θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες που έρχονται, ρητές και υπόρρητες, μαζί με τη διαδικτυακή επικοινωνία μέσω του f/b. Τα άτομα, οι ουσιαστικοί φορείς κάθε συλλογικότητας, καλό θα είναι να ακούσουν τα λόγια που μας είπε, σε συναφή ερώτησή μας, ο Ζακ Ρανσιερ:
«Αυτός ο εκδημοκρατισμός της πρόσβασης στη γνώση είναι πολύ σημαντικός. Ταυτόχρονα όμως, πιστεύω ότι η ιδέα ότι το Διαδίκτυο δημιουργεί ένα είδος συνολικής δημοκρατίας είναι επίσης μια φαντασίωση. […] Το πρόβλημα είναι, και γι’ αυτό θεωρώ πολύ σημαντική τη μορφή του κινήματος, ότι τα περισσότερα από τα εργαλεία, οι περισσότερες μορφές διαμαρτυρίας μπορούν τώρα να χρησιμοποιηθούν από πολύ διαφορετικές και αντίθετες δυνάμεις. […] Έτσι, μπορούμε να δούμε ότι το Διαδίκτυο, οι νέες μορφές επικοινωνίας, βοηθούσαν επίσης αυτά τα {ακροδεξιά} κινήματα και τα έκαναν να υπάρξουν ως μια πολιτική δύναμη. Συνεπώς, φαίνεται ότι οι μορφές ελεύθερης διάχυσης δεν σημαίνουν από μόνες τους την αύξηση της δημοκρατίας. Η δημοκρατία δεν είναι επικοινωνία».[i]
Η δημοκρατία δεν είναι επικοινωνία. Όσο ένα δημοκρατικό κίνημα περιορίζεται στη διαδικτυακή επικοινωνία, τόσο απομακρύνεται από τον απτό δημόσιο χώρο και χάνει τη δημοκρατική μορφή του. Παραχωρεί ένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό της δημοκρατικής πολιτικής: την αμεσότητά της. Και κάθε πρόσωπο παραχωρεί ένα σημαντικό μέρος της ατομικότητάς του. Η άμεση δημοκρατία δεν μπορεί να περιοριστεί στην ηλεκτρονική δημοκρατία -το f/b είναι η καλύτερη απόδειξη. Μπορεί να χρησιμοποιεί και να αναδιαμορφώνει τα μέσα της διαδικτυακής επικοινωνίας για έναν καλύτερο συντονισμό της πολιτικής απόφασης, που όμως δεν σημαίνει τίποτε δίχως την ανάλογη πολιτική πράξη.
Γιατί ο μόνος που πράττει στο facebook είναι ο Mark Zuckerberg.
by : tinakanoumegk
Δεκάδες είναι οι παρουσιάσεις που γίνονται σε όλο τον κόσμο για τον ελληνικό πολιτισμό, το αρχαίο δράμα, τους ελληνικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς, κλπ. Όταν όμως γνωρίζεις κάποιον που εκδηλώνει έμπρακτα την αγάπη του για τη χώρα μας, η ελάχιστη ανταπόδοση είναι να μνημονεύεις την παρουσία και το έργο του. Ο Jean-Francois Cocquet, φιλόλογος, ερωτευμένος με την Ελλάδα, την Αργολίδα και το Άργος, δεν χάνει ευκαιρίες να εκδηλώνει την αγάπη του παρουσιάζοντας τις θεματικές των ερευνών του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και να συμμετέχει σε κάθε δράση που αναδεικνύει τις ομορφιές και τις δυσκολίες που βιώνει η σημερινή Ελλάδα. Αντιδήμαρχος της όμορφης πόλης Abbeville της Πικαρδίας στη δεκαετία του 1990, ήταν από τους πρωτεργάτες της αδελφοποίησης της πόλης του με το Άργος. Την Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019 παρουσιάζει στο Μοναστήρι των Καρμελιτών της Abbeville (λειτουργεί ως Δημοτικό Πνευματικό Κέντρο), στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Συλλόγου Abbeville Argos Amitie, το Άργος και την αρχαία ελληνική φιλοξενία μέσα από τα λόγια του Αισχύλου στην τραγωδία του «Ικέτιδες». Ευχόμαστε καλή επιτυχία και δύναμη στο έργο του και στη φιλία που μας συνδέει.
by : tinakanoumegk
altalt

Ωραία η σκέψη να τεθούν μαζί ο Όσκαρ Ουάιλντ και ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε. Μιλώντας ο ένας για τη φιλοσοφία της ένδυσης, ο άλλος της επίπλωσης, συνθέτουν μια αισθητική που διέπεται από κοινά χαρακτηριστικά: Η ελευθερία, η τέχνη, η άρνηση των προσταγών της μόδας, η διαμόρφωση του ατόμου τελικά μέσα από την αναζήτηση στο εσωτερικό του προκειμένου να απαντήσει σε ερωτήματα που αφορούν την ένδυση και τον χώρο.
«Όσο πιο θαυμάσιο δείχνει ένα ρούχο στην κούκλα της βιτρίνας, τόσο περισσότερο δεν ενδείκνυται να το φορέσει ο άνθρωπος».
Όσκαρ Ουάιλντ
Στο πρώτο κείμενο, «Η φιλοσοφία της ένδυσης», δημοσιευμένο αρχικά το 1885 στην εφημερίδα New York Tribune διατυπώνει ο Ουάιλντ θεμελιώδεις αρχές της ένδυσης. Η γραφή του εντυπωσιάζει με τις πολλαπλές κατευθύνσεις αλλά και αναφορές της σκέψης του.
Αντλεί από το οικείο περιβάλλον του: «αποκλείεται να επισκεφτείς σπίτι φίλων σου και να μην διαπιστώσεις από την πρώτη ματιά […] (ότι) υπάρχει πολύ καλύτερη αίσθηση των χρωμάτων, πολύ πιο εκλεπτυσμένη αίσθηση των γραμμών, καθώς επίσης η αίσθηση πως η τέχνη μπορεί να προσδώσει χάρη και ομορφιά ακόμη και στα πιο κοινότοπα αντικείμενα του νοικοκυριού». Βρίθει από, χαρακτηριστικούς ως προς το ύφος του Ουάιλντ, αφορισμούς: «Όσο πιο θαυμάσιο δείχνει ένα ρούχο στην κούκλα της βιτρίνας, τόσο περισσότερο δεν ενδείκνυται να το φορέσει ο άνθρωπος». Ανατρέχει στην προσωπική του εμπειρία: «Επίσης, το σχέδιο δεν πρέπει να είναι τεράστιο. Αυτό το αναφέρω, επειδή τώρα τελευταία έτυχε να ψάχνω στο Λονδίνο για γκρι βελουτέ ή βελούδινο ύφασμα με σχέδια, για να ράψω κάπα». Αλλά και στην ιστορία: «Τον 16ο αιώνα για παράδειγμα, η Αικατερίνη των Μεδίκων, ιέρεια των δηλητηρίων και των μεσοφοριών, προκειμένου να πετύχει τη σωστή συμπίεση, εφηύρε έναν κορσέ που μπορεί να θεωρηθεί ως το αποκορύφωμα της εγκληματικής της σταδιοδρομίας». Και στην επιστήμη: «Είμαι βέβαιος πως τα ρούχα του μέλλοντος θα είναι αποτέλεσμα συνένωσης επιστημονικών αρχών με κανόνες της τέχνης. [….] Όσον αφορά το υλικό διαπιστώνουμε ότι Επιστήμη και Τέχνη ταυτίζονται πλήρως».

Ο Ουάιλντ εστιάζει στον άνθρωπο, στην ομορφιά του ανθρώπινου σώματος, στο «θαύμα και τη χάρη της ανθρώπινης Σιλουέτας». Η προσέγγισή του είναι πνευματική καθώς τοποθετεί το ωραίο στο εσωτερικό του ανθρώπου, αλλά και οργανική, καθώς τον ενδιαφέρει η συμφωνία του μέσα με το έξω, κάτι το οποίο δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς γνώση του ανθρώπινου σώματος (αναλογίες, μέγεθος, κλίμακα). Για αυτό τον λόγο υποστηρίζει: «Πρέπει να εντάξουμε την τέχνη στην εκπαίδευση», αλλά και: «Εάν ένα παιδί μελετήσει το ανθρώπινο σώμα, θα μάθει πολλούς και πολύτιμους κανόνες ένδυσης».
«Τι είναι η μόδα στην πραγματικότητα; Μια μορφή ασχήμιας, τόσο ανυπόφορης, που πρέπει να την αλλάζουμε κάθε έξι μήνες!»
Όσκαρ Ουάιλντ
Εντυπωσιάζουν επίσης, οι παρατηρήσεις του Ουάιλντ για τον χώρο και τα πορίσματα που αντλεί για την ένδυση: «Οι κανόνες της αρχιτεκτονικής ταυτίζονται με αυτούς της ένδυσης […] αμφότεροι βασίζονται στις γραμμές και στις αναλογίες». Σε αυτά τα στοιχεία ο Ουάιλντ προσθέτει και το χρώμα και αντίστοιχες κατευθύνσεις όπως: «Για μια μικροκαμωμένη γυναίκα η απλότητα της μονοχρωμίας έχει πολλά πλεονεκτήματα. Μια πιο ψηλή μπορεί να φορέσει δύο και τρία χρώματα».
Η πυκνότητα των παρατηρήσεων του Ουάιλντ, η ακρίβεια των επιχειρημάτων του, η προσωπική του εμπειρία καταλήγουν στην ανάδειξη της σημασίας που έχει η τέχνη σε αντιδιαστολή με τον εφήμερο, πλασματικό και παραπλανητικό χαρακτήρα της μόδας: «Η μόδα είναι ο μεγάλος εχθρός της τέχνης στον αιώνα μας· και στους αιώνες των αιώνων. Η μόδα βασίζεται στην παλαβομάρα· η τέχνη στον κανόνα. Η μόδα είναι εφήμερη· η τέχνη παντοτινή. Τι είναι η μόδα στην πραγματικότητα; Μια μορφή ασχήμιας, τόσο ανυπόφορης, που πρέπει να την αλλάζουμε κάθε έξι μήνες!»
alt
Έντγκαρ Άλλαν Πόε - Όσκαρ Ουάιλντ

«Οι Σκωτσέζοι είναι κακοί στη διακόσμηση. Οι Ολλανδοί μετά βίας αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ κουρτίνας και λάχανου. Οι Ισπανοί κρεμάνε παντού κουρτίνες – έθνος απαγχονιστών. Οι Ρώσοι ούτε καν επιπλώνουν».
Έντγκαρ Άλλαν Πόε
Στο δεύτερο κείμενο, «Η φιλοσοφία της επίπλωσης», δημοσιευμένο το 1840 στο αμερικανικό περιοδικό Burton’s Gentleman’s Magazine, o Πόε επικαλείται στην αρχή τον Έγελο και την άποψη ότι η φιλοσοφία είναι η ύψιστη αναζήτηση. Υπάρχει λοιπόν και μια φιλοσοφία της Επίπλωσης με τον Πόε να εξετάζει τις διαφορές ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς: «Οι Αμερικάνοι την κατανοούν λιγότερο από κάθε άλλο πολιτισμένο έθνος στη Γη. [….] Οι Κινέζοι, όπως και οι περισσότεροι λαοί της Άπω Ανατολής, διαθέτουν έντονη, πλην όμως μη συνδυαστική, φαντασία. Οι Σκωτσέζοι είναι κακοί στη διακόσμηση. Οι Ολλανδοί μετά βίας αντιλαμβάνονται τη διαφορά μεταξύ κουρτίνας και λάχανου. Οι Ισπανοί κρεμάνε παντού κουρτίνες – έθνος απαγχονιστών. Οι Ρώσοι ούτε καν επιπλώνουν».
Ο Πόε, σε αντιστοιχία ως προς τον Ουάιντλ, αναζητά άξονες σύγκλισης ανάμεσα στην επίπλωση και την τέχνη. Πιστεύει στην ύπαρξη απαρέγκλιτων αρχών οι οποίες υποστηρίζουν και διέπουν κάθε μορφή τέχνης. Αναφέρεται στο «ύφος των επίπλων», αλλά και στα χρώματα και σε επιμέρους στοιχεία όπως οι κουρτίνες και τα χαλιά. Ο λόγος του επίσης αφοριστικός, όπως και του Ουάιλντ: «Ο δικαστής του κοινού Δικαίου μπορεί να είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος· ο καλός εκτιμητής χαλιών πρέπει να είναι ιδιοφυϊα». Αλλά και φράσεις οι οποίες εντυπώνονται αμέσως στον αναγνώστη: «Το χαλί είναι η ψυχή του δωματίου».
Μοτίβα (μικρά και μεγάλα), υφές, η διαλεκτική της μεγαλοπρέπειας και του ωραίου, η ποιότητα, η διάταξη, η διαρρύθμιση, ο σωστός διάκοσμος, το γυαλί, το φως, η αντιδιαστολή τελικά μόδας και τέχνης (όπως και στο κείμενο του Ουάιλντ): «Δεν είναι υπερβολή να πω ότι το άτομο που επιλέγει συνειδητά τον φωτισμό από σκαλιστό γυαλί είτε διαθέτει πενιχρή αισθητική, είτε ακολουθεί πιστά τα καπρίτσια της μόδας». Ο Πόε ολοκληρώνει το δοκίμιο με έναν ευρηματικό τρόπο, αντάξιο της συγγραφικής ιδιότητας και ταυτότητας, ξεκινώντας με τη φράση: «Ο ιδιοκτήτης έχει αποκοιμηθεί στον καναπέ, έξω κάνει κρύο –κοντεύουν μεσάνυχτα– θα σας περιγράψω το δωμάτιο προτού ξυπνήσει» και περιγράφοντας μέχρι και το τέλος του δοκιμίου το δωμάτιο.
Εάν η μόδα καθηλώνει στην επιφάνεια των πραγμάτων, η αισθητική αναζήτηση αποτελεί ένα ευρύτερο σχέδιο στο οποίο το ωραίο (η αναζήτησή του) διέρχεται μέσα από την προσωπική αυτο-αποκάλυψη.
Η μετάφρασης της Λαμπριάνας Οικονόμου είναι άρτια. Αναδεικνύονται οι λεπτές διαφορές ανάμεσα στη γραφή και τη σκέψη του Ουάιλντ και του Πόε, αλλά και τα συνδετικά νήματα ανάμεσα στα δύο κείμενα. Παρέχει επίσης, πολλές επεξηγηματικές σημειώσεις αποκαθιστώντας βασικές διαστάσεις του πολιτισμικού πλαισίου που διέπει τα δύο κείμενα αλλά και διασαφηνίσεις τεχνικών όρων που αναδεικνύουν την ακρίβεια της γραφής των δύο συγγραφέων.
Στο επίμετρο της μεταφράστριας με τίτλο «Εντός ή εκτός modus. Προς μια ορθολογική υπερθεμάτιση της αισθητικής» υπογραμμίζονται με διαύγεια και καθαρή συλλογιστική μια σειρά από αντιφάσεις που διέπουν τη μόδα σε συνδυασμό με την κοινωνική υπόσταση του ατόμου, τις αισθητικές και πολιτικές του συντεταγμένες. Εάν η μόδα καθηλώνει στην επιφάνεια των πραγμάτων, η αισθητική αναζήτηση αποτελεί ένα ευρύτερο σχέδιο στο οποίο το ωραίο (η αναζήτησή του) διέρχεται μέσα από την προσωπική αυτο-αποκάλυψη. Μέσα από αυτή την οπτική λοιπόν θα μπορούσαν να προσεγγιστούν και τα κείμενα των Ουάιλντ και Πόε.
Τέλος, η έκδοση είναι αντίστοιχη του θέματος που πραγματεύεται το βιβλίο: ξεχωριστή αισθητική η οποία υποστηρίζεται από σχέδια του Θάνου Γκιώνη (το εξώφυλλο και τα πορτραίτα των Ουάιλντ και Πόε) και βινιέτες της Τάνιας Καραμάνου.
* Ο ΘΩΜΑΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ είναι συγγραφέας.
Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Μυθιστόρημα» (εκδ. Γαβριηλίδης).
→ Στην κεντρική εικόνα, πίνακας του William Powell Frith. Δεξιά στον πίνακα, πίσω από το παιδί με το πράσινο κοστούμι, διακρίνεται ο Όσκαρ Ουάιλντ.

ΠΗΓΗ BOOK PRESS

alt
Η φιλοσοφία της ένδυσης και της επίπλωσης
Ουάιλντ, Πόε
Μτφρ. Λαμπριάνα Οικονόμου
Κοβάλτιο 2019
Σελ. 60, τιμή εκδότη €7,85

alt
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ OSCAR WILDE
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ EDGAR ALLAN POE
by : tinakanoumegk

 (09/05/2014)

Ο Ιμμάνουελ Βάλλερσταϊν  (Νέα Υόρκη, 1930) είναι κοινωνιολόγος και έχει διδάξει, μεταξύ άλλων, στα Πανεπιστήμια Columbia, McGill και Binghamton. Από το 1999, μετά την συνταξιοδότησή του, είναι επιστημονικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Yale. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 εστιάζει την επιστημονική του ερευνά στην διαδικασία αποαποικιοποίησης της αφρικανικής ηπείρου, ενδιαφέρον το οποίο θα διατηρήσει για τις επόμενες δυο δεκαετίες εώς ότου να στρέψει το ενδιαφέρον του στην ανάλυση κοσμοσυστημάτων η οποία τον καθιερώνει στο χώρο των κοινωνικών επιστημών. Πρώτο διανοητικό απότοκο αυτής της ερευνητικής του στροφής είναι το βιβλίο The Modern World-System, vol. I: Capitalist Agriculture and the Origins of the European World-Economy in the Sixteenth Century το οποίο εκδίδεται το 1974 με στόχο μια νέα ερμηνεία των καταβολών του σύγχρονου καπιταλιστικού σύστηματος η οποία πλέον δεν είχε ως κυριάρχη κατηγορία ερμηνείας το έθνος-κράτος, όπως συνήθιζαν οι τότε κυρίαρχες βεμπεριανές κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, αλλά την ευρύτερη κατηγορία του κοσμοσυστήματος. Το κείμενο που ακολουθεί και το οποίο δημοσιεύτηκε δύο χρόνια αργότερα στο επιστημονικό περιοδικό The British Journal of Sociology, πρέπει να ειδωθεί ως συνέχιση ή καλύτερα ως επιστημολογική σύνοψη των θέσεων που αναπτύσσονται στο προαναφερθέν magnus opus του αμερικάνου κοινωνιολόγου. Πιο συγκεκριμένα, ο Wallerstein ορίζει θετικά το περιεχόμενο της μακροκοινωνιολογικής θεώρησης των κοσμοσυστημάτων με ένα συστηματικό τρόπο προκρίνοντάς την ως αντιπαράδειγμα σε σχέση με τις κυρίαρχες τότε στην αμερικάνικη κοινωνιολογία θεωρίες της ανάπτυξης. Υπό αυτήν την σκοπιά, το κείμενο είναι σημαντικό καθότι μας παρέχει μια από τις πρώτες απόπειρες πυκνής παρουσιάσης του παραδείγματος των κοσμοσυστημάτων το οποίο στην συνέχεια θα γίνει ένα από τα κυριάρχα στους χώρους των κοινωνικών επιστημών.       
Η κοσμοσυστημική προοπτική στις κοινωνικές επιστήμες
immanuel_wallerstein
Οι οργανωτικές δομές των επιστημών του ανθρώπου, που χρησιμοποιούμε σήμερα, αποκρυσταλλώθηκαν κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου. Το 1800 οι κατηγοριοποιήσεις (ή «επιστημονικοί κλάδοι»), οι οποίες σήμερα είναι καθιερωμένες – η ιστορία, τα οικονομικά, η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, οι πολιτικές επιστήμες – δεν υπήρχαν ως επί το πλείστον ως έννοιες, και σίγουρα δεν συνιστούσαν την βάση αυστηρώς διαφοροποιημένων ομάδων καθηγητών και ερευνητών. Η σε μεγάλο βαθμό περίπλοκη διαδικασία μέσω της οποίας συγκεκριμένοι συνδυασμοί ενδιαφερόντων και εννοιών έλαβαν ιδιαίτερες μορφές κατέληξε σε μείζονες «μεθοδολογικές» συζητήσεις, οι οποίες ακόμη εμφανίζονται υπό τον τίτλο, «φιλοσοφία της ιστορίας». Μεταξύ των συζητήσεων αυτών, μια από τις πιο σημαίνουσες ήταν αυτή μεταξύ της αποκαλούμενης νομοθετικής και ιδιογραφικής γνώσης, μεταξύ της δυνατότητας και της αδυναμίας γενικεύσεων για την ανθρώπινη συμπεριφορά, μεταξύ των υποστηρικτών της νομοθετικής προσέγγισης και αυτών της ιδιογραφικής.
Οι θιασώτες της νομοθετικής προσέγγισης κατανοούσαν τους εαυτούς τους ως «επιστήμονες». Είχαν την τάση να διατείνονται πως η ανθρωπινή συμπεριφορά συνιστούσε ένα φυσικό φαινόμενο όπως όλα τα άλλα, και θα μπορούσε ως εκ τούτου να μελετηθεί στην ίδια βάση με τα υπόλοιπα φυσικά φαινόμενα, χρησιμοποιώντας τους ίδιους κανόνες λογικής («την επιστημονική μέθοδο») και ικανοί εν τέλει να συνάγουν ακριβή αποτελέσματα συγκρίσιμα με εκείνα που επιτυγχάνονται στις φυσικές επιστήμες. Οι υπέρμαχοι της ιδιογραφικής προσέγγισης, αντίθετα, συχνά περιέγραφαν τους εαυτούς τους ως «ανθρωπιστές». Έρεπαν να υποστηρίζουν πως η ανθρώπινη ζωή, ούσα μια αναστοχαζόμενη ζωή, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί με τον ίδιο τρόπο όπως οποιοδήποτε φυσικό φαινόμενο, για έναν από τους δύο παρακάτω λόγους. Είτε λόγω του ότι, όπως κάποιοι βεβαίωναν, οι άνθρωποι διαθέτουν βούληση και ως εκ τούτου ανθίστανται στις αυθαίρετες κανονικότητες, είτε επειδή, όπως κάποιοι άλλοι διατείνονται, ο ερευνητής αναπόφευκτα διαστρεβλώνει το ανθρώπινο υποκείμενο ανάλυσης κατά την ίδια την διαδικασία της παρατήρησης του και συνεπώς οι γενικεύσεις δεν θα είναι ποτέ έγκυρες.
Όπως σε όλες τις σπουδαίες δημόσιες συζητήσεις, και εδώ τα περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να λεχθούν, εν πολλοίς έχουν ήδη ειπωθεί. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι η συζήτηση έχει τελειώσει ή έχει ξεχαστεί, αλλά μόνο πως οι διαχωρισμοί έχουν θεσμοθετηθεί και για αυτόν τον λόγο οριοθετηθεί. Γενικά μιλώντας, στους θιασώτες της νομοθετικής προσέγγισης είχαν εκχωρηθεί τα τμήματα των οικονομικών, της κοινωνιολογίας και, των πολιτικών επιστήμων, και στους υποστηρικτές της ιδιογραφικής προσέγγισης τα τμήματα της ιστορίας και της ανθρωπολογίας. Προφανώς, δεδομένης της κρίσιμης ιδιομορφίας των οργανωτικών διαχωριστικών γραμμών, υπήρχαν διαφωνούντες σε κάθε «επιστημονική» δομή (όπως οι πολιτικοί «θεωρητικοί» στην πολιτική επιστήμη, και οι γλωσσολόγοι στην ανθρωπολογία). Αλλά αυτό δεν είχε σημασία!. Οι σφαίρες επιρροής είχαν οριοθετηθεί, και το status quo διατηρήθηκε.
Η ανεπεξέργαστη αυτή εικόνα είναι απαραίτητο να τροποποιηθεί λαμβάνοντας υπόψη την τοπική διαφοροποίηση. Η περιγραφή μου αρμόζει καλύτερα στον Αγγλο-Αμερικάνικο πυρήνα του κοσμοσυστήματος. Οι γερμανοί παρακινηθήκαν από τους Βρετανικούς ορισμούς της κοινωνικής γνώσης και δημιούργησαν ένα επισφαλές υβρίδιο, την Επιστήμη του Κράτους. Ορισμένοι γάλλοι παρακινήθηκαν από την αποτυχία άλλων γάλλων να εμπνεύσουν, η οποία οδήγησε στην γέννηση της σχολής των Annales. Και οι δυτικοευρωπαϊκές εργατικές τάξεις εξωθήθηκαν από το σύστημα γενικά, και υιοθέτησαν έξω από την ακαδημαϊκή κοινότητα μια κριτική οπτική, τον Μαρξισμό, η οποία αμφισβήτησε την καθολικότητα των «γενικεύσεων».
Το έρεισμα της επικρατούσας θεσμοποίησης της καθοριστικής μεθοδολογικής διάκρισης, μεταξύ των υποστηρικτών της νομοθετικής και των υποστηρικτών της ιδιογραφικής προσέγγισης, τελικά κατέληξε να είναι, όπως είθισται να καταλήγει, μια συγκαλυμμένη αλλά πολύ σημαντική κατάφαση• η έννοια της μεμονωμένης κοινωνίας ως η βασική μονάδα ανάλυσης. Όλοι φάνηκαν να συμφωνούν πως ο κόσμος αποτελείται από πολλαπλές κοινωνίες. Διαφώνησαν για το κατά πόσον όλες οι κοινωνίες επιδίωξαν παρεμφερείς τροχιές στον ρου της ιστορίας (μολονότι με διαφορετικούς ρυθμούς) ή κατά πόσον κάθε κοινωνία ακολούθησε την δική της ιστορική διαδρομή. Διχογνώμησαν για το πόσον η εν λόγω κοινωνία έλαβε την μορφή του «κράτους» ή του «έθνους» ή του «λαού», αλλά σε κάθε περίπτωση συμφώνησαν πως συνιστούσε πολιτικο-πολιτισμική μονάδα.
Η περίοδος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ανέδειξε σε αυτό το πεδίο, όπως και σε πολλά άλλα, την ακμή αυτών των διανοητικών τάσεων στην επεξεργασία μιας θεώρησης που μπορούμε να αποδώσουμε ως «αναπτυξιακή προοπτική», η οποία για τους περισσότερους από τους προασπιστές της βρισκόταν σε αγαστή συνεργασία με τον «συμπεριφορισμό». Αυτή η θεώρηση αξίωνε πως όλα τα κράτη ενεπλάκησαν στην «διαδικασία της ανάπτυξης» (το οποίο για πολλά σήμαινε «να γίνουν έθνη»), πως η πρόοδος τους σύμφωνα με αυτή την ατραπό θα μπορούσε να μετρηθεί ποσοτικά και συγχρονικά, και αυτό στην βάση της γνώσης που απέρρεε από τέτοιες μετρήσεις, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν ουσιαστικά να επισπεύσουν την διαδικασία, η οποία αποτελούσε μια αξιοσύστατη διαδικασία. Από την στιγμή που αυτά τα κράτη πορεύονταν σε παράλληλες διαδρομές, όλα τα κράτη ήταν εγγενώς ικανά να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Το μόνο μείζονος σημασίας διανοητικό ερώτημα έγκειτο στο γιατί πολλά κράτη αντιστάθηκαν.
Αυτή η αντίληψη κυριάρχησε στον ακαδημαϊκό κόσμο – όχι μόνο της ηγεμονικής δύναμης, των Ηνωμένων Πολιτειών, και των συμμάχων της, την παλιά Ευρώπη, αλλά επίσης και του βασικού ανταγωνιστής της, την Ε.Σ.Σ.Δ. Οι θεωρίες σχετικά με το ποιές κυβερνητικές ενέργειες θα προήγαγαν την ανάπτυξη, και του ποιες κοινωνικές δυνάμεις την παρακώλυαν διαφοροποιούνταν σε μεγάλο βαθμό, αλλά η ευλογοφάνεια της «ανάπτυξης», ως πρότυπο ανάλυσης επικράτησε ολοκληρωτικά μέχρι τα μέσα της δεκαετία του 1960, οπότε και θεμελιώθηκε σε μια οικονομική πραγματικότητα και σε δύο πολιτικές εξελίξεις. Η οικονομική πραγματικότητα συνίστατο στο ότι, σε αντιδιαστολή με όλες τις θεωρίες, και όλη την συνακόλουθη προσπάθεια (βοήθεια, τεχνική αρωγή, ανθρώπινη επένδυση), το επονομαζόμενο «χάσμα» μεταξύ των «αναπτυγμένων» και των «αναπτυσσόμενων» χωρών διευρυνόταν αντί να ελαττώνεται.
Οι δυο πολιτικές εξελίξεις ήταν ουσιαστικά και σε τελική ανάλυση μια αντανάκλαση της προαναφερθείσας οικονομικής πραγματικότητας. Η μία ήταν η ανάδυση των εθνικών απελευθερωτικών κινημάτων απ’ άκρο σε άκρο του κόσμου, που ενεπλάκησαν σε ένοπλο αγώνα με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία – στο Βιετνάμ, στην Αλγερία και την Κούβα. Οι αγώνες τους είχαν αντίκτυπο εντός των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δυτικής Ευρώπης – μεταξύ των φοιτητών, των καθηγητών και «του εσωτερικού του Τρίτου Κόσμου» – ο οποίος κατ’ ουσία κλόνισε την μέχρι τότε άκοπη ηγεμόνευση των υποστηρικτών της «αναπτυξιακής προοπτικής» στην ακαδημαϊκή κοινότητα.
Αλλά η συγκεκριμένη πολιτική αναταραχή επηρέασε επίσης και τις Κομμουνιστικές χώρες, όπου μια μακρά σειρά αλληλοσχετιζόμενων κρίσεων – το 20ου Κομματικό Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε., οι «αναταράξεις» στην Ανατολική Ευρώπη, ο διχασμός μεταξύ των Κινέζων και των Ρώσων, η πολιτιστική επανάσταση, η άνοδος του «Ευρω-κομμουνισμού» – με παρόμοιο τρόπο υποδαύλιζε την εσωτερική αξιοπιστία της Σταλινικής εκδοχής της «αναπτυξιακής προοπτικής», την τραχιά επαλληλία που κάθε κράτος προορίζονταν να «διανύσει».
Όταν μια θεωρία φαίνεται να μην είναι πλέον χρήσιμη σε μια επαρκή κοινωνική λειτουργία, οι στοχαστές είθισται να αρχίζουν να αμφισβητούν τα διανοητικά της εχέγγυα. Καθώς η «αναπτυξιακή προοπτική» εξηγούσε όλο και λιγότερο την κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε, διάφοροι συγγραφείς άσκησαν κριτική στις περισσότερες από τις προϋποθέσεις της, αναζητώντας ένα εναλλακτικό εξηγητικό πλαίσιο, το οποίο θα κατονομάσω «κοσμοσυστημική προοπτική».
Η βασική διαφορά ανάμεσα σε μια αναπτυξιακή και μια κοσμοσυστημική προσέγγιση έγκειται στο σημείο εκκίνησης, την μονάδα ανάλυσης. Η αναπτυξιακή προσέγγιση προϋποθέτει πως η μονάδα εντός της οποίας κυρίως λαμβάνει χώρα η κοινωνική δράση αποτελεί μια πολιτικό-πολιτισμική μονάδα – το κράτος, ή το έθνος, ή ο λαός – και επιχειρεί να εξηγήσει τις διαφορές μεταξύ αυτών των μονάδων, συμπεριλαμβανομένου του λόγου που οι οικονομίες τους είναι διαφορετικές. Μια κοσμοσυστημική θεώρηση αξιώνει, εν αντιθέσει, πως η κοινωνική δράση τελείται σε μια οντότητα εντός της οποίας ανακύπτει ένας ολοένα και μεγαλύτερος καταμερισμός εργασίας, και επιδιώκει να ανακαλύψει εμπειρικά σε ποίο βαθμό μια τέτοια οντότητα υφίσταται ή όχι ενοποιημένη πολιτικά ή πολιτισμικά, επερωτώντας θεωρητικά ποια είναι τα παρεπόμενα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας μιας τέτοιας ενότητας.
Απορρίπτοντας την προϋπόθεση πως υφίσταται μια «κοινωνία», υποχρεωνόμαστε να εξετάσουμε τις εναλλακτικές δυνατότητες οργάνωσης του υλικού κόσμου. Στην πραγματικότητα γρήγορα ανακαλύπτουμε πως υπάρχει ένας περιορισμένος αριθμός δυνατοτήτων, τις οποίες μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μεταβαλλόμενους «τρόπους παραγωγής», εννοώντας με αυτό κάτι πολύ συναφές με αυτό που η φράση φαινομενικά δείχνει να εννοεί: τον τρόπο με τον οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται για τον επιμερισμό των παραγωγικών καθηκόντων, για τις ποσότητες των αγαθών που είναι αναγκαίο να παραχθούν και τις εργατοώρες που πρέπει να επενδυθούν, για τις ποσότητες των αγαθών που πρέπει να καταναλωθούν ή να συσσωρευτούν, για την διανομή των αγαθών που παράγονται.
Έναν τρόπο, ο οποίος είναι ιστορικά ο προγενέστερος όλων, θα τον αποκαλέσουμε ανταποδοτικό-καταγωγικό. Βασίζεται σε μια περιορισμένη και στοιχειώδη εξειδίκευση καθηκόντων, όπου τα προϊόντα ανταλλάσσονται αμοιβαία μεταξύ των παραγωγών. Σε αυτό τον τρόπο, ακρογωνιαίο παραγωγικό μέσο συνιστά η ανθρώπινη εργασία και για αυτό η βασική διασφάλιση της επιβίωσης των υποομάδων έγκειται στον έλεγχο της αναπαραγωγής (δια μέσου του ελέγχου των γυναικών και των απογόνων τους). Η παραγωγή πάνω από ένα συγκεκριμένο επίπεδο είναι πολιτικά ανησυχητική δίνοντας την δυνατότητα σε νεωτέρους ανθρώπους να ξεφύγουν από τον έλεγχο των πρεσβύτερων και για αυτόν τον λόγο οι ανισότητές αν και υπάρχουν είναι περιορισμένες.
Εμπειρικά, αποτελεί γεγονός (και θεωρώ ότι θα μπορούσε να επαληθευτεί πως θεωρητικά πρέπει να αποτελέσει το παράδειγμα) πως τέτοιου τύπου συστήματα είναι περιορισμένα σε φυσική κλίμακα, και πως τα οικονομικά όρια είναι σε μεγάλο βαθμό ταυτόσημα με τα πολιτικά και τα πολιτιστικά όρια. Η ονομασία «μικροσυστήματα» φαίνεται να ανταποκρίνεται επαρκώς. Εκτιμώ ότι συνιστά γεγονός πως τέτοιου τύπου μικροσυστήματα δεν είναι μόνο περιορισμένης φυσικής κλίμακας, αλλά επιπλέον αποδεικνύονται βραχύβια ιστορικά (υπό την έννοια μιας διάρκεια ζωής περίπου έξι γενεών). Αυτή η βραχεία διάρκεια ζωής μπορεί να εξηγηθεί με ποικίλους τρόπους: οι κίνδυνοι για μια τέτοια ανεξέλικτη, τεχνολογικά, ομάδα της φυσικής εξαφάνισης (λόγω εχθροπραξιών ή φυσικής καταστροφής)• η πιθανότητα κατάκτησης• η διάσπαση της ομάδας ως επακόλουθο της βραδείας ανάπτυξης συσσωρευμένων αποθεμάτων• η αναδιοργάνωση του καταμερισμού της εργασίας ως αποτέλεσμα της φυσικής μετακίνησης και της συνεπαγόμενης οικολογικής ρύθμισης.
Εάν αυτή η περιγραφή είναι ακριβής, η ανθρωπότητα έχει γνωρίσει αναρίθμητες τέτοιες ομάδες στην διάρκεια του ιστορικού χρόνου και δεν διαθέτει επί της ουσίας ιστορικά τεκμήρια για τον τρόπο λειτουργίας τους. Ορισμένοι εθνολόγοι υποστηρίζουν πως έχουν καταγράψει την λειτουργία τέτοιων ομάδων, αλλά γενικά είμαι επιφυλακτικός σχετικά με το αν οι μονάδες που μελετήθηκαν ήταν όντως αυτόνομα συστήματα, αφότου μια από τις προϋποθέσεις των περισσότερων μελετών αυτού του είδους, στην πραγματικότητα έχει υπάρξει ο ιμπεριαλιστικός έλεγχος της υπό μελέτη περιοχής, από μια ευρύτερη πολιτική οντότητα, η οποία με την σειρά της υπήρξε μέρος ενός πολύ ευρύτερου καταμερισμού εργασίας.
Η δική μας εμπειρική γνώση εν πολλοίς δεσμεύεται σε ευρύτερους καταμερισμούς εργασίας, τους οποίους θα ορίσω «κοσμοσυστήματα», χρησιμοποιώντας την λέξη «κοσμο-» για να νοηματοδοτήσω έναν ευρύτερο χώρο και μια μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από αυτή των μικροσυστημάτων, και λειτουργικά για να δηλώσω ένα πεδίο, ή ένα καταμερισμό εργασίας, εντός των οποίων υπάρχουν περισσότερες από μία «πολιτισμικές» ομαδοποιήσεις, αλλά οι οποίες ενδέχεται ή όχι να είναι πολιτικά ενοποιημένες.
Έχουν υπάρξει στην πραγματικότητα, έως τώρα, δύο βασικές μορφές κοσμοσυστημάτων. Από την στιγμή που στην μια μορφή το πρότυπο είναι το ενοποιημένο πολιτικό σύστημα, θα ονομάσουμε αυτό τον τύπο «κοσμοαυτοκρατορία», σε αντιδιαστολή με τον άλλο τύπο ο οποίος ορίζεται ακριβώς από την αδιάλειπτη απουσία μιας τέτοιας πολιτικής ενότητας, την «κοσμοοικονομία».
Η «κοσμοαυτοκρατορία» ενεκλείει πολλές παραλλαγές ως προς την πολιτική υπερδομή και τις πολιτισμικές συνέπειες. Ένα μεγάλο μέρος του Οικονομία και Κοινωνία του Βέμπερ αποτελεί μια μορφολογία αυτών των διαφοροποιήσεων. Αλλά ο τρόπος παραγωγής είναι κοινός σε όλες αυτές τις διαφορετικές μορφές. Είναι ο τρόπος παραγωγής, που δημιουργεί ένας επαρκές αγροτικό πλεόνασμα (βασιζόμενος εκ τούτου σε μια πιο προηγμένη τεχνολογία σε σχέση με αυτήν του ανταποδοτικού-καταγωγικού τρόπου) ικανό για να συντηρήσει τόσο τους τεχνίτες που παράγουν μη-αγροτικά αγαθά όσο και ένα, με την ευρύτερη έννοια, «διοικητικό» στρώμα. Δεδομένου ότι οι γεωργικοί παραγωγοί και οι τεχνίτες υπό μια έννοια «ανταλλάσουν» αγαθά, είτε αμοιβαία είτε σε τοπικές αγορές, τα αγαθά μεταφέρονται από τους παραγωγούς στους «διαχειριστές» από μια επιβεβλημένη ιδιοποίηση, τον «φόρος υποτέλειας», ο οποίος συγκεντρώνεται από κάποιο πρόσωπο ή από κάποιον θεσμό – ο βαθμός στον οποίο είναι απομακρυσμένος αυτός ο θεσμός από τον παραγωγό συνιστά μια από τις πλέον σημαντικές μεταβλητές των διαφοροποιούμενων μορφών – και κατόπιν «αναδιανέμεται» στην «διοικητική γραφειοκρατία».
Η κεντρική διαφορά αυτού του τρόπου παραγωγής σε σχέση με τον ανταποδοτικό-καταγωγικό τρόπο, έγκειται στο γεγονός πως η τάξη που δεν παρήγαγε «αγαθά» συντηρούνταν (και μάλιστα συντηρούνταν καλά). Αλλά ανέκυπτε μια ουσιώδη αναλογία κοινή και στις δύο προνεωτερικές μορφές. Σε κανέναν από τους δύο τρόπους παραγωγής δεν ήταν ευκταία ή επιδιώχθηκε, η μέγιστη δυνατή παραγωγή. Ο λόγος είναι σαφής. Εφόσον το κανάλι, πάνω από την οικειοποίηση του πλεονάσματος στην αναδιανεμητική-υποτελή μορφή, ήταν η ίδια η «γραφειοκρατία», της οποίας οι επικεφαλείς της δομής «αναδιένειμαν» αυτό το πλεόνασμα, και μάλιστα το αυξημένο πλεόνασμα δημιούργησε ένα ισχυρό δέλεαρ για το «δικαίωμα κατοχής» του, ανεβαίνοντας την ιεραρχία. Αυτό βέβαια συνέβαινε συνεχώς. Αλλά συνεπαγόταν πως οι αυθέντηδες ομάδες ήταν πάντα δέσμιες της αντίφασης να επιζητούν περισσότερα, αλλά όχι «υπέρμετρα πολλά».
Οι απόρροιες ήταν πολυειδείς. Η τεχνολογική πρόοδος δεν ήταν επιθυμητή καθ’ εαυτή. Αναμφίβολα έλαβε χώρα, αλλά προφανώς ήταν μεγαλύτερη η ανάγκη για την διεύρυνση της παραγωγής από ότι η επιθυμία, όταν αυτό συνέβη, προκειμένου να αναχαιτιστεί η πτώση της πραγματικής παραγωγής που λειτουργούσε ως κινητήρια δύναμη της. Δευτερευόντως, οι αλληλοσυγκρουόμενες ανάγκες των κυριάρχων ομάδων (περισσότερο, αλλά όχι υπερβολικά) συνδέονταν με τους άμεσους παραγωγούς ως προς τις κοινωνικά-αποκρυσταλλωμένες εν αντιθέσει με τις κοινωνικά-ανοιχτές αναλογίες ιδιοποίησης. Αυτό δεν σηματοδοτεί πως οι αναλογίες αυτές δεν μετασχηματίζονταν ποτέ. Μεταβάλλονταν διαρκώς, αλλά ασυνεχώς, και ο μύθος του σταθερού ρυθμού αποτελούσε ένα κεντρικό ιδεολογικό μοτίβο της κοινωνικής δομής.
Σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής, οι ανισότητες ήταν υπερμεγέθεις συγκριτικά με τον ανταποδοτικό-καταγωγικό τρόπο, αλλά υφίστατο κάποια εγγενή όρια. Οι δεσπόζουσες ομάδες ενδέχεται να είχαν την εξουσία της ζωής και του θανάτου μέσω της άσκησης πολεμικής ισχύος επάνω στους άμεσους παραγωγούς, αλλά συνήθως καταπιάνονταν με το να αποτρέψουν τον λιμό, μιας και το «πάγιο» εισόδημα των κυρίαρχων ομάδων ήταν συνάρτηση ενός «πάγιου» επιπέδου ιδιοποίησης από μια «πάγια» υπολογιζόμενη συνολική παραγωγή. Ο λιμός μπορεί να επερχόταν παρά τις προσπάθειες των τοπικών κυρίαρχων ομάδων, αλλά σπανίως εξαιτίας της αδιαφορίας τους.
Εμπειρικά αποτελεί γεγονός (και νομίζω θα μπορούσε εκ νέου να επαληθευθεί πως θεωρητικά πρέπει να αποτελέσει το παράδειγμα) πως τέτοιου τύπου συστήματα ήταν μεγαλύτερα σε φυσικό μέγεθος από τα ανταποδοτικά-καταγωγικά συστήματα (και ενίοτε πολύ μεγαλύτερα, όπως για παράδειγμα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο μεσουράνημα της). Εντός του οικονομικού καταμερισμού εργασίας, πολλαπλές «κουλτούρες» άκμασαν – λειτούργησαν παράλληλα με ομάδες γεωργικών παραγωγών, «παγκόσμιας»-κλίμακας εμπορικές ομάδες, ενδογαμικές υπερ-τοπικές «διοικητικές» ομάδες. Το ιδιαίτερο γνώρισμα, ωστόσο, αυτού του τρόπου παραγωγής ήταν η πολιτική ενότητα της οικονομίας, είτε αυτή η «ενότητα» ενείχε μια ακραία διοικητική αποκέντρωση (η «φεουδαλική» μορφή) ή έναν σχετικά εκτεταμένο συγκεντρωτισμό (προσιδιάζων σε μια «αυτοκρατορία»).
Τέτοιου είδους «κοσμοαυτοκρατορίες» υπάρχουν αδιάλειπτα ήδη από την Νεολιθική Επανάσταση, έως και τις πρόσφατες ιστορικές περιόδους. Ο αριθμός ήταν μεγάλος, αλλά όχι «ανυπολόγιστος». Η διάρκεια ζωής τέτοιων συστημάτων διαφοροποιούνταν ανάλογα με το μέγεθος τους, την απομόνωση τους, την οικολογική τους βάση, και ούτω καθεξής. Αλλά το μοτίβο τέτοιου τύπου συστημάτων ήταν κυκλικό – διεύρυνση του μεγέθους και ως εκ τούτου της συνολικής ιδιοποίησης του πλεονάσματος ως το σημείο που το γραφειοκρατικό κόστος της ιδιοποίησης του πλεονάσματος υπερέβαινε το πλεόνασμα το οποίο θα μπορούσε, με κοινωνικο-πολιτικούς όρους, να γίνει με αποτελεσματικό τρόπο αντικείμενο ιδιοποίησης• σημείο όπου εμφανίζονται η ύφεση και η αναδίπλωση.
Ο κύκλος της επέκτασης και της συστολής περιελάμβανε την ανελλιπή ενσωμάτωση και την κυκλοφορία «μονάδων» οι οποίες, όταν βρίσκονταν έξω από την «κοσμοαυτοκρατορία», δημιουργούσαν ανταποδοτικά-καταγωγικά μικροσυστήματα, αλλά όταν προσαρτούνταν εντός της, σχημάτιζαν εν μέρει μια επιπλέον περιοχή από την οποία δρέπονταν ο φόρος υποτέλειας και της οποίας η κοινωνικο-οικονομική αυτονομία ήταν ως εκ τούτου ανυπόστατη. Συνεπώς, αυτοί οι δύο τρόποι παραγωγής συνυπήρξαν στην γη για χιλιάδες χρόνια.
Ο «πολιτισμός» είναι ένας όρος που συχνά χρησιμοποιείται έτσι ώστε υποδηλώσει τα μοτίβα της «υψηλής κουλτούρας» που αναπτύχθηκαν από τις κυρίαρχες και «διοικούσες» τάξεις σε τέτοιου τύπου «κοσμοαυτοκρατορίες». Και δεδομένου του ότι ανέκυπτε μια ορισμένη «αναβίωση» των μορφών μιας ιδιαίτερης κουλτούρας κάθε φορά που μια νέα κοσμοαυτοκρατορία σχηματιζόταν στην ίδια γεωγραφική ζώνη, μπορούμε ωσαύτως να χρησιμοποιήσουμε την έννοια «πολιτισμός» για να σημάνουμε αυτές τις πολιτισμικές μορφές που είναι κοινές σε αλληλοδιάδοχες κοσμοαυτοκρατορίες στην ίδια ζώνη. (Η Κίνα αποτελεί το υπόδειγμα μιας μακράς σειράς τέτοιων διαδοχικών κοσμοαυτοκρατοριών).
Λαμβανομένου υπόψη ότι οι ανάγκες των κοσμοαυτοκρατοριών διευκολύνονταν από τον «ορθολογισμό» στην διοίκηση, η ανάπτυξη των «αρχείων» ήταν λογική και έχουμε αξιοσημείωτα «τεκμήρια» για να ανασυγκροτήσουμε τις λειτουργίες τέτοιας ιδιοσυστασίας συστημάτων, τις οποίες μπορούμε επομένως να «παρατηρήσουμε» στην πορεία του ιστορικού χρόνου (ή μάλλον να τις ανασυγκροτήσουμε σύμφωνα με τις δικές μας σύγχρονες ανάγκες).
Η «κοσμοοικονομία» συνιστά ένα θεμελιακά διαφορετικό τύπο κοινωνικού συστήματος από την «κοσμοαυτοκρατορία» και πολύ περισσότερο από ένα μικροσύστημα – τόσο ως προς την συμβατική δομή του όσο και ως προς τον τρόπο παραγωγής. Ως προς την συμβατική της δομή, μια κοσμοοικονομία ορίζεται ως ένας ενιαίος καταμερισμός εργασίας εντός του οποίου εδρεύουν πολλαπλές κουλτούρες – έτσι συνιστά ένα κοσμοσύστημα όπως η κοσμοαυτοκρατορία – το οποίο όμως δεν διαθέτει μια επικρατούσα πολιτική κουλτούρα. Στερούμενη την πολιτική δομή που θα αναδιανείμει το οικειοποιημένο πλεόνασμα, το πλεόνασμα μπορεί να διανεμηθεί αποκλειστικά μέσω της «αγοράς», εν τούτοις συνήθως τα κράτη που ενυπάρχουν εντός της κοσμοοικονομίας παρεμβαίνουν για να αλλοιώσουν την αγορά. Για αυτόν τον λόγο ο τρόπος παραγωγής είναι καπιταλιστικός.
Ο καπιταλιστικός τρόπος είναι εκείνος στον οποίο η παραγωγή προορίζεται για ανταλλαγή• δηλαδή, η παραγωγή καθορίζεται από την κερδοφορία της σε μια αγορά, μια αγορά στην οποία κάθε αγοραστής θέλει να αγοράσει οικονομικά (και επομένως αυτό το οποίο είναι, μακροπρόθεσμα, πιο αποτελεσματικά παραγόμενο και εμπορεύσιμο) αλλά στην οποία κάθε πωλητής επιθυμεί να πουλήσει στην υψηλότερη δυνατή τιμή (και συνεπώς μεριμνά προκειμένου οι αποδοτικότητες των άλλων να μην κατορθώνουν να μειώσουν τις πωλήσεις του.) Συνεπώς, το άτομο ως αγοραστής επιδοκιμάζει την αποδοτικότητα και ως πωλητής θέτει σε λειτουργία την πολιτική του δύναμη για να την παρακωλύσει.
Η βασική αντίφαση που διαπερνά τον καπιταλισμό ως κοινωνικό σύστημα, εκπηγάζει από την ομόχρονη επιθυμητότητα της ελευθερίας για τον αγοραστή και την απαρέσκεια της για τον πωλητή – της ελευθερίας της εργασίας, της ελεύθερης ροής των συντελεστών της παραγωγής, της ελευθερίας της αγοράς. Ο συγκερασμός της ελευθερίας και της ανελευθερίας που προκύπτει, συνιστά το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας. Αυτός ο επαμφοτερισμός της ελευθερίας διέπει τις πολιτικές της, την κουλτούρας της, τις κοινωνικές της σχέσεις.
Ενώ οι ποσότητες της παραγωγής σε έναν αναδιανεμητικό-υποτελή τρόπο παραγωγής ήταν με τον ένα ή με το άλλο τρόπο κοινωνικά «αποκρυσταλλωμένες», στον καπιταλιστικό τρόπο ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Δεν υφίσταται κανένα κοινωνικό όριο στο κέρδος, πέραν του ορίου της αγοράς: των ανταγωνιστικών πωλητών και του ανεπαρκούς αριθμού των αγοραστών. Ένας μεμονωμένος παραγωγός δεν παράγει μια σταθερή ποσότητα αλλά όσο περισσότερο μπορεί, και το οτιδήποτε το οποίο μπορεί να τον βοηθήσει να παράγει περισσότερο, και πιο αποτελεσματικά – επιστήμη και τεχνολογία – είναι ευπρόσδεκτο. Αλλά άπαξ και παραχθεί η ποσότητα αυτή, θα πρέπει να πωληθεί, ειδάλλως δεν επιτυγχάνεται κανένα κέρδος. Και από την στιγμή που επιτευχθεί κέρδος, όσο λιγότερο από αυτό καταναλωθεί άμεσα, τόσο περισσότερο κέρδος θα διασφαλιστεί μελλοντικά.
Επειδή όμως όλοι ακλουθούν την συγκεκριμένη πεπατημένη – την «αναρχία της παραγωγής» – θα επέλθει σύντομα η στιγμή όπου, η επιπρόσθετη παραγωγή δεν θα προσφέρει κέρδος αλλά ζημιά. Κατά αυτόν τον τρόπο, υπάρχουν και εδώ κύκλοι – όχι οι πολιτικοί κύκλοι των κοσμοαυτοκρατοριών αλλά οι οικονομικοί κύκλοι των κοσμοοικονομιών. Υφίστανται ομολογουμένως βαθιά εδραιωμένες ανισότητες και στην αναδιανομή, και πιθανόν οξύτερες ανισομέρειες από αυτές που υπήρχαν στις κοσμοαυτοκρατορίες (αν και οι φιλελεύθερες κοινωνικές επιστήμες ανέκαθεν υποστήριζαν το αντίθετο). Η αίτια εντοπίζεται στον μεγαλύτερο πλούτο που πρέπει κατανεμηθεί άνισα (ως απόληξη της τεχνολογικής προόδου) και στο σύνολο των τεχνικών μεθόδων που ενισχύουν την άνιση κατανομή.
Σε ένα αναδιανεμητικό σύστημα, το βασικό όπλο του ισχυρού είναι η άσκηση πολεμικής ισχύος. Επομένως, ο θεμελιώδης νόμος του πολιτικού βίου είναι ο θάνατος του πολιτικού αντίπαλου και η διασφάλιση ενός minimum βιοτικού επιπέδου για τον ομόφρονα παραγωγό. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όμως, με του οικονομικούς κύκλους, η ζωή του παραγωγού, ως καταναλωτή του πλεονάσματος, ενδέχεται να είναι περισσότερο οικονομικά ζημιογόνα απ’ ότι επικερδής όταν ο παραγωγός εμφανίζεται ως παραγωγός του πλεονάσματος. Ως εκ τούτου ο πολιτικο-στρατιωτικός μηχανισμός μπορεί πολλές φορές να συμβάλει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στην μεγιστοποίηση του κέρδους επιτρέποντας την λιμοκτονία, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά.
Ο Immanuel Wallerstein μαζό με τον Sub-commandante Marcos
Ο Immanuel Wallerstein μαζί με τον Sub-commandante Marcos
Ιστορικά, οι κοσμοοικονομίες υπήρξαν ιδιαιτέρως εύτρωτοι θεσμοί των οποίων η διάρκεια ζωής ήταν συνήθως μικρότερη από έναν αιώνα, και έτσι είχαν μικρές πιθανότητες να καταστούν ένα εξελισσόμενο, κεφαλαιακά-διευρυνόμενο σύστημα. Εξέλειπαν οι πολιτικές δομές που θα απέτρεπαν την απόσχιση των διοικητικών περιφερειών από το σύστημα με αποτέλεσμα οι κοσμοοικονομίες που εμφανίστηκαν κατά καιρούς τις περισσότερες φορές, αποσαρθρώθηκαν. Διαφορετικά, εάν δεν διαλύονταν, αυτό συνέβαινε επειδή ένα μέλος κράτος επεκτεινόταν για να καλύψει τα όρια του καταμερισμού εργασίας, η κοσμοοικονομία με αυτόν τον τρόπο μεταβαλλόταν σε μια κοσμοαυτοκρατορία, και οι απαρχές ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ταχέως επανέρχονταν σε έναν αναδιανεμητικό-υποτελή τρόπο παραγωγής.
Εκείνο που είναι άξιο αναφοράς σχετικά με το σύγχρονο κόσμο είναι η εμφάνιση μιας καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας η οποία επιβίωσε. Βέβαια, έκανε πολύ περισσότερα από το να επιβιώσει απλώς: άκμασε, επεκτάθηκε για να επικαλύψει ολόκληρη την γη (και έτσι αφάνισε όλα τα εναπομείναντα μικροσυστήματα και οι κοσμοαυτοκρατορίες), και προκάλεσε μια τεχνολογική και οικολογική «έκρηξη» στην χρήση των φυσικών πόρων.
Υπάρχουν τρία διακριτά θεωρητικά ερωτήματα που μπορούν να τεθούν για αυτό το σύγχρονο κοσμοσύστημα. Το πρώτο σχετίζεται με την εξήγηση της γένεσης του: πως δηλαδή επιβίωσε η Ευρωπαϊκή κοσμοοικονομία του 16ου αιώνα, εν αντιθέσει με τα προγενέστερα συστήματα τέτοιου τύπου. Το δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με το πως ένα τέτοιο σύστημα, από την στιγμή που ενοποιήθηκε, λειτουργεί. Το τρίτο αφορά το ποιες είναι βασικές κοσμικές τάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, και επομένως ποιο είναι το στοιχείο εκείνο που θα εξηγήσει την τελική του κατάρρευση του ως κοινωνικό σύστημα.
Κάθε ένα από αυτά τα τρία ερωτήματα είναι χρονοβόρο και πολυσύνθετο και δεν μπορεί να απαντηθεί, ικανοποιητικά, εν συντομία. Αφότου, όμως, έχω επιχειρήσει να δώσω διεξοδικότερες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα αλλού, εδώ μόνον θα σκιαγραφήσω την θέση μου για τα τρία αυτά ζητήματα με το πιο συνοπτικό τρόπο.
Η γένεση τοποθετείται στην διαδικασία της «εκθεμελίωσης» ενός ιδιάζοντος αναδιανεμητικού κοσμοσυστήματος, αυτού της Φεουδαλικής Ευρώπης, το οποίο φαίνεται να «εξάντλησε το δυναμικό» του στο μεγάλο κοινωνικο-οικονομικό ξέσπασμα του 1100-1250. Στην «κρίση» της ύφεσης των επερχόμενων δύο αιώνων, το πραγματικό εισόδημα των κυριάρχων στρωμάτων φαινόταν να ελαττώνεται σημαντικά. Ένας λόγος ήταν η αύξηση των πραγματικών αμοιβών των παραγωγών, επακόλουθό των δημογραφικών καταστροφών. Ένας δεύτερος εντοπίζεται στην καταστροφή που συνέβη εξαιτίας των γενικευμένων αγροτικών επαναστάσεων (συνέπεια του προγενεστέρου υπέρμετρου επιπέδου εκμετάλλευσης) και οι αλληλοκτόνες εχθροπραξίες των κυρίαρχων στρωμάτων (συνεπακόλουθο της πολύχρονης ανάλογης επέκτασης, φτάνοντας στην συντυχία της οικονομικής ύφεσης). Το όραμα κατέρρευσε.
Εάν μια κοσμοαυτοκρατορία έφτανε στις παρυφές του να καταστεί ικανή να κατακτήσει τον πυρήνα του συστήματος (την παλιά «ραχοκοκαλιά» της Ευρώπης), ή εάν η ίδια Φεουδαλική Ευρώπη ήταν πιο συγκεντρωτική, θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύψει μια πιο παραδοσιακή πολιτική αναδιοργάνωση (της) «αυτοκρατορίας». Αλλά δεν συνέβη τίποτα από αυτά. Αντί αυτού υπήρξε μάλλον μια δημιουργική μεταλλαγή της φαντασίας από μέρους των κυρίαρχων στρωμάτων. Εστιάστηκε στην απόπειρα εύρεσης ενός εναλλακτικού τρόπου ιδιοποίησης του πλεονάσματος, αυτού της αγοράς, προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσον θα μπορούσε αυτός να συμβάλει στην αποκατάσταση του φθίνοντος πραγματικού εισοδήματος των κυριάρχων ομάδων. Αυτό περιλάμβανε την γεωγραφική επέκταση, την χωρική οικονομική εξειδίκευση, την εμφάνιση του «απολυταρχικού» κράτους – συνοπτικά, την δημιουργία μιας καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας.
Η γένεση του καπιταλισμού δεν συνιστάται στον θρίαμβο μιας νέας ομάδας, των αστών της πόλης, έναντι της έγγειας φεουδαλικής αριστοκρατίας. Μάλλον, θα πρέπει να θεωρηθεί ως η επαναγωγή του φεουδάρχη σε καπιταλιστή παραγωγό, μια ουσιώδη συνέχεια των αρχουσών οικογενειών. Επιπροσθέτως, λειτούργησε εξαιρετικά, όπως μπορεί να καταδείξει οποιαδήποτε ανασκόπηση από το 1800 έως το 1450 περίπου. Η «κρίση των φεουδαρχικών προσόδων» δεν ίσχυε πλέον. Η κρίση έδρευε πλέον στα εισοδήματα των παραγωγών. Ο «φτωχός» είχε συσταθεί ως μια μείζονα κοινωνική κατηγορία.
Η λειτουργία του συστήματος, αφότου καθιδρύθηκε, περιστράφηκε γύρω από δύο βασικές διχοτομίες. Η πρώτη συνίσταται στην διχοτομία της τάξης, οι αστοί έναντι των προλετάριων, όπου ο έλεγχος από τις άρχουσες ομάδες δεν ασκείται ούτε μέσω των δικαιωμάτων καταγωγής (όπως στα μικροσυστήματα) ούτε μέσω της άσκησης πολεμικής ισχύος (όπως στις κοσμοαυτοκρατορίες), αλλά κυρίως μέσω της πρόσβασης στις αποφάσεις για τον χαρακτήρα και την ποσότητα της παραγωγής των αγαθών (δια μέσου των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, του συσσωρευμένου κεφαλαίου, του έλεγχου πάνω στην τεχνολογία, κ.τ.λ.)
Η άλλη θεμελιακή διχοτομία έχει να κάνει με την χωρική ιεραρχία της οικονομικής εξειδίκευσης, το κέντρο έναντι της περιφέρειας, όπου έλαβε χώρα μια μετατόπιση στο επίπεδο της ιδιοποίηση του πλεονάσματος, από τους παραγωγούς των χαμηλών μισθών (αλλά της οξείας επιτήρησης), των χαμηλών κερδών, της χαμηλής κεφαλαιακής έντασης αγαθών, προς τους παραγωγούς των υψηλών μισθών (αλλά ασθενούς επιτήρησης), των υψηλών κερδών, της υψηλής κεφαλαιακής έντασης, η αποκαλούμενη «άνιση ανταλλαγή».
Η ιδιοφυΐα, εάν προτιμάτε, του καπιταλιστικού συστήματος, είναι η συνύφανση αυτών των δύο διαύλων εκμετάλλευσης, οι οποίοι επικαλύπτονται χωρίς να είναι ταυτόσημοι και οι οποίοι δημιουργούν τις πολιτιστικές και πολιτικές πολυπλοκότητες (και συσκοτίσεις) του συστήματος. Μεταξύ άλλων πραγμάτων, το καπιταλιστικό σύστημα έχει κατορθώσει να ανταποκρίνεται στις πολιτικο-οικονομικές πιέσεις των κυκλικών οικονομικών κρίσεων, αναδιαρθρώνοντας τις χωρικές ιεραρχίες χωρίς να αμβλύνονται σημαντικά οι ταξικές ιεραρχίες.
Ο μηχανισμός με τον οποίο το καπιταλιστικό σύστημα εν τέλει επιλύει τις περιοδικές του κρίσεις είναι η επέκταση: εξωτερικά χωρικά, και εσωτερικά με όρους «απελευθέρωσης» της αγοράς – θυμηθείτε την θεμελιώδη αμφιθυμία για την ελεύθερη αγορά, που είναι ευπρόσδεκτη για τον αγοραστή και απευκταία για τον πωλητή – δια μέσου της σταθερής προλεταριοποίησης της ημιπρολεταριακής εργασίας και της σταθερής εμπορευματοποίησης των μερικώς προσανατολισμένων στην αγορά χωρών.
Αμφότερες οι προαναφερθείσες διαδικασίες διέπονται από λογικά όρια. Όσον αφορά τη γεωγραφική επέκταση, τα όρια αυτά σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκαν από τις αρχές του εικοστού αιώνα. Στην περίπτωση της εσωτερικής επέκτασης, υπάρχουν ακόμη μεγάλα περιθώρια. Ο κόσμος βρίσκεται πιθανώς στην μέση της διαδρομής, κατά κάποιον τρόπο, αναφορικά με την διαδικασία της χειραφέτησης των συντελεστών παραγωγής. Αλλά και στην περίπτωση αυτή ο κόσμος τελικά πλησιάζει σε ένα ασύμπτωτο, σημείο όπου η δυνατότητα επίλυσης των οικονομικών κρίσεων θα απαλειφθεί, και ως εκ τούτου θα εισέλθουμε σε μια πραγματική κρίση του συστήματος ως τέτοιου.
Με αυτά τα δομικά όρια συνδέονται οι καμπύλες της πολιτικής καταπίεσης. Το σύστημα άνισης διανομής (όλα τα γνωστά συστήματα μέχρι τώρα) μπορεί να αναπαράγεται αποκλειστικά μέσα από την καταπίεση, η οποία αποτελεί συνάρτηση της σχέσης των δύο καμπυλών, της δυνατότητας και της προθυμία των ανώτερων στρωμάτων να καταστείλουν, της δυνατότητας και της προθυμίας των κατώτερων τάξεων να εξεγερθούν.
Εν τούτοις στην διάρκεια του ιστορικού χρόνου, εντός της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας, η πρώτη καμπύλη διαρκώς ατονεί και η δεύτερη καμπύλη συνεχώς αναπτύσσεται. Η αιτία είναι απλή. Το «κόστος» της καταστολής είναι η μερική αναδιανομή του πλεονάσματος στους καταπιεστές, που συνιστούν στην πραγματικότητα το ενδιάμεσο στρώμα. Η διαδικασία ονοματοθετείτε «απορρόφηση». Ωστόσο κάθε απορρόφηση «αξίζει» λιγότερο από την προηγούμενη, αφότου εμπερικλείει περαιτέρω αναγωγές από μια πτωτική ποσοστιαία αναλογία του πλεονάσματος, που ελέγχεται από τα ανώτατα στρώματα, προκειμένου να εξαγοράσουν εκ νέου το ενδιάμεσο στρώμα. (Κάποιος δεν «εξαγοράζει» τα χαμηλότερα στρώματα. Το μείζων ζήτημα έγκειται στο να τα εκμεταλλευτεί, από όπου και προκύπτει ο χρηματικός πλούτος με τον οποίο κάποιος «εξαγοράζει» τους άλλους, δηλαδή, διαμοιράζει το κατακτηθέν κέρδος.)
Ας είμαστε σαφείς ως προς το ζήτημα το οποίο θίγουμε. Ακόμη και αν η παγκόσμια οικειοποίηση των παραγωγών έχει παραμείνει τις τελευταίες δεκαετίες στην ίδια υψηλή κλίμακα όσο τις πρώιμες περιόδους της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας, η διανομή αυτού του πλεονάσματος έχει αρχίσει να μετατοπίζεται από τα ανώτερα στα μεσαία στρώματα.
Αυτό είναι πολιτικά κρίσιμο. Η επονομαζόμενη «άνοδος των μεσαίων τάξεων» είθισται να αντιμετωπίζεται ως πολιτικός σταθεροποιητής, επειδή υποτίθεται πως αποστερεί από τα κατώτερα στρώματα την ηγεμονία. Το αντιλαμβάνομαι τελείως διαφορετικά. Είναι πολιτικά υπονομευτική επειδή στερεί από τα ύπατα στρώματα ένα αρκετά σημαντικό βραβείο για το οποίο αξίζει να αγωνιστούν. Αυτό είναι η εμφανιζόμενη «χρεοκοπία του σθένους».
Αντιστρόφως, τα χαμηλότερα στρώματα στην πραγματικότητα οργανώνονται ολοένα και καλύτερα, όχι παρά αλλά εξαιτίας της «ανόδου των μεσαίων τάξεων». Αυτή η άνοδος έχει καταστήσει βέβαια ολοένα και σαφέστερο το ότι τα συμφέροντα των παραγωγών δεν είναι δέσμια των αναγκών και των διεκδικήσεων των μεσαίων στρωμάτων (όπως εκφράστηκε ιστορικά στα μεταρρυθμιστικά κινήματα και στις εθνο-εθνοτικές διεκδικήσεις για χωρική αναδιοργάνωση της διανομής των κερδών).
Εν τούτοις, οι διαρκείς τεχνολογικές αναβαθμίσεις της καπιταλιστικής οικονομίας δημιουργούν δυνατότητες πολιτικής οργάνωσης των άμεσων παραγωγών, άγνωστες σε προγενέστερες περιόδους. Επιπροσθέτως, στην εξέγερση, η επιτυχία οδηγεί σε επιτυχία υπό την έννοια της εκδήλωσης του δυναμικό της.
Για να συνοψίσουμε αυτή η αφελής και απλουστευτική εικόνα, η μετάβαση από μια καπιταλιστική κοσμοοικονομία σε μια σοσιαλιστική παγκόσμια-διακυβέρνηση στην οποία ζούμε και της οποία η ολοκλήρωση θα διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι θεωρητικά η απόρροια δύο κοσμικών τάσεων: της δυνητικής εξάντλησης των ορίων της δομικής επέκτασης η οποία απαιτείται προκειμένου να διατηρηθεί η οικονομική βιωσιμότητα του καπιταλιστικού συστήματος• της γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ των δύο πολιτικών καμπύλων της θέλησης για να συγκρουστούν οι δεσπόζουσες ομάδες και οι άμεσοι παραγωγοί σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αυτό που στερείται μια «αναπτυξιακή» οπτική έγκειται στο γεγονός πως αυτές οι, μεγάλης κλίμακας, ιστορικές διαδικασίες δεν είναι καν συζητήσιμες, εάν κάποιος χρησιμοποιεί την πολιτικο-πολιτισμική οντότητα (το «κράτος») ως μονάδα ανάλυσης. Μόνο αναγνωρίζοντας πως αυτό που πρέπει να εξετάσουμε είναι τα κοσμοσυστήματα, μπορούμε να αρχίσουμε να εντοπίζουμε τα δεδομένα της σύγχρονης ιστορίας, τόσο αυτά που είναι «καθολικά», όσο και αυτά που είναι «μοναδικά», εντός της διαδικασίας των κοινωνικών δομών που ο κόσμος έχει συναντήσει στην διάρκεια του ιστορικού χρόνου.
Τότε μόνο, επίσης, μπορούμε να αρχίσουμε να είμαστε «επιστημονικοί» για το καθοριστικής σημασίας φυσικό φαινόμενο, τα ανθρώπινα σύνολα, και «ανθρωπιστές» καταλήγοντας στις δυνατές επιλογές που θα μας καταστήσουν πράγματι ικανούς, όλους εμάς, να φτάσουμε τις δυνατότητες μας και να συγκροτήσουμε τις κοινωνίες μας εντός αυτών των ορίων.
Immanuel Wallerstein, State University of New York at Binghampton