ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk

 Αντώνης Ανδρουλιδάκης

Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή τον τραγικό θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, το κοινωνικό βλέμμα έχει στραφεί -ή, ίσως ακριβέστερα, έχει οδηγηθεί- προς τους γιατρούς, την πλασμαφαίρεση, τις άδειες, τις ειδικότητες, τις καταγγελίες, τους ελέγχους, την επιστημονική τεκμηρίωση και την ψευδοϊατρική. Και προφανώς όλα αυτά χρειάζεται να διερευνηθούν.
Όταν όμως ολόκληρο το κάδρο γεμίζει από τα ερωτήματα αυτά και τις σχετικές καταγγελίες και "αγανακτήσεις", κάτι πολύ μεγαλύτερο μένει έξω από την εικόνα. Γιατί ένας άνθρωπος αναζητά εξαρχής μια θεραπεία αναζωογόνησης; Και ακόμη περισσότερο, πώς δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος πολιτισμός μέσα στον οποίο εκατομμύρια άνθρωποι αναζητούν anti-aging, longevity, detox, biohacking, ορμονική βελτιστοποίηση, κυτταρική ανανέωση, "βιολογική ηλικία" και κάθε καινούργια υπόσχεση ότι ο χρόνος μπορεί να επιβραδυνθεί;
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη ιστορία αυτών των ημερών να βρίσκεται πέρα από ένα συγκεκριμένο ιατρείο. Βρίσκεται στην κοινωνία που δημιούργησε μια τεράστια αγορά γύρω από την επιθυμία να μην γεράσουμε. Και ακόμη βαθύτερα, γύρω από την επιθυμία να μην "πεθάνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη".
Ο Πασκάλ Μπρυκνέρ έχει χρησιμοποιήσει την υπέροχη εικόνα των «εδεμικών σπηλαίων» για τα καταφύγια που κατασκευάζει ο σύγχρονος άνθρωπος απέναντι στην τραχύτητα της πραγματικότητας. Μικρές ιδιωτικές Εδέμ, προστατευμένες από την ανασφάλεια, τον πόνο, την παρακμή, τη φθορά.
Σήμερα τα εδεμικά μας σπήλαια έχουν αλλάξει αισθητική. Είναι φωτεινά, αποστειρωμένα, τεχνολογικά προηγμένα. Διαθέτουν οθόνες, βιοδείκτες, εξετάσεις, συμπληρώματα, θεραπείες, εφαρμογές και πρωτόκολλα μακροζωίας. Η είσοδός τους γράφει:
Wellness. Anti-aging. Longevity. Optimization. Και υπόσχονται κάτι που ο άνθρωπος ζητούσε πολύ πριν εμφανιστεί ο καπιταλισμός. Να καθυστερήσει τον χρόνο.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η "μεγαλοφυΐα" του σύγχρονου καπιταλισμού. Δεν χρειάστηκε να εφεύρει τον φόβο του θανάτου. Τον βρήκε ήδη μέσα μας. Και του έβαλε τιμή.
Ο φόβος της φθοράς έγινε αγορά. Η αγωνία για το γήρας έγινε προϊόν. Η επιθυμία της αθανασίας απέκτησε brands, κλινικές, συνδρομές, εφαρμογές, influencers, εξετάσεις, θεραπείες και επενδυτικά κεφάλαια.
Και αυτή είναι μια σχεδόν ιδανική αγορά, επειδή το πρόβλημα που υπόσχεται να αντιμετωπίσει επιστρέφει κάθε πρωί. Ο χρόνος. Μπορείς να αγοράσεις μια θεραπεία σήμερα κι όμως αύριο θα είσαι μία ημέρα μεγαλύτερος. Μπορείς να διορθώσεις μια ρυτίδα κι όμως το σώμα σου να συνεχίσει να γερνά. Μπορείς να βελτιώσεις έναν βιοδείκτη και ένας άλλος να χρειάζεται σύντομα "βελτιστοποίηση". Η κατανάλωση δεν τελειώνει ποτέ, επειδή ο χρόνος φροντίζει να ανανεώνει αδιάκοπα τη ζήτηση.
Κάπως έτσι η φυσιολογική φθορά του σώματος μπορεί να μετατραπεί σε μια ατέλειωτη ακολουθία προβλημάτων προς επίλυση. Το γήρας τεμαχίζεται σε μικρές διορθώσιμες ανεπάρκειες. Ρυτίδες, τεστοστερόνη, βάρος, ύπνος, ενέργεια, μνήμη, οστική μάζα, μυϊκή μάζα, μεταβολισμός, βιολογική ηλικία.
Κάθε κομμάτι του εαυτού μπορεί πλέον να αποκτήσει το δικό του προϊόν.
Και μαζί με το προϊόν έρχεται μια καινούργια ηθική προσταγή. Μπορείς να γίνεις καλύτερος. Άρα οφείλεις να γίνεις καλύτερος.
Εδώ ακριβώς συναντάμε τον Byung-Chul Han. Στην Κοινωνία της Παρηγοριάς περιγράφει την αλγοφοβία, τη γενικευμένη δυσανεξία της σύγχρονης κοινωνίας απέναντι στον πόνο, και συνδέει αυτή τη συνθήκη με το νεοφιλελεύθερο πρόταγμα της αυτοβελτίωσης και της αυτοβελτιστοποίησης. Η υγεία τείνει να γίνεται υπέρτατη αξία και η ζωή να περιορίζεται ολοένα περισσότερο σε μια βιολογική διαδικασία που πρέπει να συντηρείται και να βελτιστοποιείται.
Ο Han βλέπει εδώ μια βαθύτερη μετάλλαξη της καπιταλιστικής εξουσίας. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν χρειάζεται πάντοτε κάποιον εξωτερικό επιστάτη να τον πιέζει να αποδώσει. Αναλαμβάνει ο ίδιος το έργο. Μετρά τα βήματά του, τον ύπνο του, τις θερμίδες του, την παραγωγικότητά του, τη διάθεσή του, τους καρδιακούς παλμούς του. Το σώμα γίνεται project και ο εαυτός μάνατζερ αυτού του project. Η αυτοβελτίωση μπορεί έτσι να μετατραπεί σε αυτοεκμετάλλευση, ακριβώς επειδή βιώνεται ως ελεύθερη επιλογή.
Και ο χρόνος αποκτά πλέον ηθική σημασία. Αν γερνάς «άσχημα», ίσως δεν προσπάθησες αρκετά. Αν κουράζεσαι, χρειάζεσαι optimization. Αν το σώμα σου αλλάζει, πρέπει να παρέμβεις. Αν μεγαλώνεις, οφείλεις τουλάχιστον να το κάνεις χωρίς να φαίνεται.
Έτσι γεννιέται ένας παράξενος άνθρωπος: ο ενοχικός θνητός. Κάποιος που αισθάνεται σχεδόν υπεύθυνος για το γεγονός ότι το σώμα του υπακούει στους νόμους της ζωής. Και κάπως έτσι η βιομηχανία της μακροζωίας πραγματοποιεί μια ακόμη πιο εντυπωσιακή μετατόπιση. Η επιθυμία ξεκίνησε από τη θεραπεία της ασθένειας, πέρασε στην πρόληψη, συνέχισε στη βελτιστοποίηση, έφτασε στην επιβράδυνση της γήρανσης και τώρα, στις πιο ακραίες εκδοχές της, πλησιάζει μια παλιά ανθρώπινη φαντασίωση με καινούργιο λεξιλόγιο. Να αντιμετωπίσουμε ακόμη και τον θάνατο σαν ασθένεια.
Σαν να πρόκειται για την τελευταία μεγάλη βιολογική δυσλειτουργία που η επιστήμη δεν έχει ακόμη καταφέρει να διορθώσει.
Και εδώ συμβαίνει κάτι πολιτισμικά συγκλονιστικό. Η θνητότητα αρχίζει να μεταφράζεται σε τεχνικό πρόβλημα. Το γήρας σε παθολογία. Η φθορά σε βλάβη. Ο χρόνος σε αντίπαλο. Και ο θάνατος στην τελευταία μεγάλη αποτυχία του ανθρώπινου οργανισμού. Η αρχαία επιθυμία της αθανασίας επιστρέφει φορώντας εργαστηριακή ποδιά.
Και εδώ ίσως βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας.
Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να παρατείνουμε τη ζωή και ίσως ποτέ δεν είχαμε οργανώσει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής γύρω από τον φόβο ότι θα τελειώσει.
Ο καπιταλισμός βρίσκει σε αυτή την αγωνία ένα σχεδόν ανεξάντλητο πεδίο ανάπτυξης. Γιατί ένας άνθρωπος συμφιλιωμένος με το γήρας μπορεί να αγοράσει μια κρέμα. Ένας άνθρωπος που φοβάται ότι γερνά μπορεί να αγοράζει για πάντα.
Και ένας άνθρωπος που θέλει να ζήσει περισσότερο αποτελεί τον ιδανικό πελάτη. Ένας άνθρωπος που θέλει να μην πεθάνει αποτελεί αγορά χωρίς φυσικό όριο.
Ίσως λοιπόν, μέσα στον θόρυβο των ημερών, καθώς κοιτάζουμε τον γιατρό, τον ψευτογιατρό, το μηχάνημα, τη θεραπεία ή την ψευδοθεραπεία, την καταγγελία, την αγανάκτηση, πίσω από όλα αυτά παραμένει σχεδόν αόρατη μια ολόκληρη πολιτισμική μηχανή που μας ψιθυρίζει καθημερινά. Μη γεράσεις. Μην πονέσεις. Μην κουραστείς. Μη φθαρείς. Μη χάσεις. Μην πεθάνεις!
Και για καθεμία από αυτές τις αγωνίες υπάρχει πλέον κάτι να αγοράσεις. Μικρές υποσχέσεις αθανασίες διατίθενται στα ράφια των σουπερ μάρκετ της ευζωίας. Προϊόντα και υπηρεσίες αθανασίας υπόσχονται ότι θα καταφέρουμε επιτέλους να ξεφύγουμε από την ανθρώπινη συνθήκη. Ένα σώμα χωρίς ρυτίδες, μια ζωή χωρίς πόνο, ένας χρόνος χωρίς φθορά, μια ύπαρξη χωρίς τέλος. Και ο καπιταλισμός είναι πρόθυμος να μας υποσχεθεί ότι γίνεται. Σε δόσεις, βεβαίως. Και με δυνατότητα ανανέωσης της συνδρομής.
Μόνο που η περατότητα είναι αυτή που κάνει τη στιγμή ανεπανάληπτη. Το τέλος χαρίζει βάρος στην επιλογή. Η δυνατότητα της απώλειας κάνει την παρουσία του άλλου πολύτιμη. Η ζωή μπορεί να έχει νόημα ακριβώς επειδή υπάρχει ο θάνατος.


............................................................................................

ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΑΠΟ:
Κοινοποίησε μια δημοσίευση
Η μη αποδοχή της φυσιολογικής δυστυχίας της ζωής, της γήρανσης, των απωλειών, του πόνου, οδηγεί στη νεύρωση.
Η κοινωνία μας αρνείται τα γηρατειά, τον θάνατο, φλερτάρει με την αιώνια νεότητα.
Ο καπιταλιστής αυτόν τον φόβο τον εκμεταλλεύεται και τον κάνει παροχές αντιγήρανσης, ευεξίας, ενεργειακής βελτίωσης, σωματικής αναζωογόνησης.
Ο Μπρυκνέρ αναφέρει ότι ο άνθρωπος σήμερα θεωρεί τα γηρατειά ένα "λυπηρό ατύχημα" κι όχι τη φυσική εξέλιξη της ζωικής λειτουργίας.
" Είμαστε όντα προς θάνατο", έλεγε ο Χάιντεγκερ. Αλλά η φιλοσοφία που είναι κατά τον Πλάτωνα " μελέτη θανάτου", ως ανθρωπιστική επιστήμη, συνεχώς υποβαθμίζεται στα σύγχρονα εκπαιδευτικά ιδρύματα και οι έδρες των ανθρωπιστικών επιστημών σταδιακά όλο και μειώνονται.
Μας λείπει η τραγική παιδεία των αρχαίων Ελλήνων: " το θνητά φρονειν".
Χρειαζόμαστε ένα νέο ήθος της θνητότητας, και έναν άνθρωπο να πιστέψει σε άλλες έννοιες και σημασίες, πέρα από αυτές που υπόσχονται τον επίγειο παράδεισο σαν ατελεύτητη παροχή νεότητας.
Χρειαζόμαστε την ικανότητα απλά να δημιουργούμε με την εργασία μας, και να να κάνουμε σχέσεις αγάπης, πέρα από την παιδική ναρκισσιστική φαντασίωση μίας χωρίς " ρυτίδες" αθάνατης ζωής.
by : tinakanoumegk

Το 8ο ημερολόγιο των ΦτΦ είναι αφιερωμένο στην Ελληνίδα Αγρότισσα.

Το ημερολόγιο του 2027 θα έχει ως θέμα τον Τουρισμό με αφορμή το "Διεθνές Έτος Βιώσιμου και Ανθεκτικού Τουρισμού/ International Year of Sustainable and Resilient Tourism"
------------------
ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ 2026- Συντελεστές έκδοσης:
Επιμέλεια: Τώνια Φώτη
Δημιουργικό εξωφύλλου (προσφορά): Aristides Papadakis (Metrographics.grS Γραφικές Τέχνες)
ΕΔΩ το Ημερολόγιο για δωρεάν λήψη στην Ανοικτή Βιβλιοθήκη: [https://www.openbook.gr/ellinida-agrotissa/](https://www.openbook.gr/ellinida-agrotissa/)

...

. Οι ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ Ελλάδας από το 2019 – 2025 έχουν εκδώσει επτά ημερολόγια τα οποία είναι ελεύθερα για ανάγνωση και δωρεάν λήψη: 2025: “Ορεινές Λίμνες” 2024: “Φάροι και φαροφύλακες” 2023: “Τα βουνά έχουν αξία” 2022: “Μια αφίσα από τις δράσεις των ΦτΦ αξίζει όσο χίλιες λέξεις” 2021: "Γυναίκες – Φάροι την περίοδο της Τουρκοκρατίας" 2020: “Η Μελίνα Μερκούρη και ο Πολιτισμός” 2019: “12 Εικόνες από τις δράσεις των ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ” Ευχαριστούμε όλους τους συμμετέχοντες στην έκδοση. Κώστας Φωτεινάκης - Πρόεδρος των ΦτΦ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΓΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΧΡΗΣΗ Φωτογραφία εξωφύλλου: Επεξεργασία πάνω σε φωτογραφία του Peter Horree, Alamy ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΑΓΡΟΤΙΣΣΑ Το φετινό Ημερολόγιο είναι αφιερωμένο στην Αγρότισσα, εμπνευσμένο από το Διεθνές έτος Αγρότισσας όπως έχει οριστεί το 2026. Αποτελεί ένα φόρο τιμής στη Γυναίκα, τη Μάνα, την Αγωνίστρια. Στην Ελλάδα, η συνεισφορά της αγρότισσας στον πρωτογενή τομέα είναι ανεκτίμητη. Από τα δύσβατα βουνά, μέχρι τους ανοιχτούς κάμπους, η Ελληνίδα αγρότισσα είναι αυτή που στάθηκε στήριγμα της ελληνικής οικογένειας και ταυτόχρονα κράτησε ζωντανή την αγροτική παραγωγή και την αγροτική κοινωνία στους δύσκολους καιρούς όπου ο αντρικός πληθυσμός έλειπε στον πόλεμο. Μία εργασία επίπονη, απαιτητική, εκτεθειμένη στις καιρικές συνθήκες, που συχνά θεωρείται «αντρική δουλειά», κι όμως τόσο κομβική για την κοινωνία. Οι γυναίκες αυτές συχνά θεωρούνταν σκληροτράχηλες, σαν τη γη που καλλιεργούσαν. Αυτό δεν τις εμπόδισε ποτέ να φροντίζουν συγχρόνως την οικογένεια τους. Αποτελούν ένα ζωντανό κομμάτι της ελληνικής παράδοσης και κουλτούρας, διασώζοντας όχι μόνο την πολιτιστική κληρονομιά αλλά και την ταυτότητα κάθε τόπου. Και όχι μόνο αυτό. Στα σημερινά χρόνια της έντονης αστικοποίησης, η Ελληνίδα Αγρότισσα κρατάει ακόμα ζωντανή την ελληνική ύπαιθρο, που δυστυχώς αργοπεθαίνει. Η Διεθνής Ημέρα Αγρότισσας καθιερώθηκε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στις 18 Δεκεμβρίου 2007 και γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 15 Οκτωβρίου. Άλκηστη Βίτσα Γεωπόνος Μέλος του Δ.Σ του Ελληνικού Δικτύου ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ/ NaturefriendsGreece Τα Ηνωμένα Έθνη ανακήρυξαν το 2026 ως Διεθνές Έτος της Γυναίκας Αγρότισσας (IYWF 2026). Γυναίκες αγρότισσες: ποιες είναι και τι κάνουν Οι γυναίκες αγρότισσες περιλαμβάνουν όλες τις γυναίκες που εργάζονται στα αγροδιατροφικά συστήματα, σε διαφορετικούς ρόλους και σε όλα τα στάδια των αλυσίδων αξίας. Σε αυτές συγκαταλέγονται γεωργοί και παραγωγοί, καλλιεργήτριες οικογενειακών και μικρών εκμεταλλεύσεων, εποχικές εργαζόμενες, αλιείς και εργαζόμενες στην αλιεία, μελισσοκόμοι, κτηνοτρόφοι, δασοκόμοι, εργαζόμενες στη μεταποίηση και το εμπόριο, φορείς παραδοσιακής γνώσης, γυναίκες στις αγροτικές επιστήμες, εργαζόμενες στον επίσημο και άτυπο τομέα, καθώς και γυναίκες με επιχειρηματική δραστηριότητα στην ύπαιθρο. Ο ορισμός είναι συμπεριληπτικός, καθώς αναγνωρίζει τη συμβολή των γυναικών τόσο στον επίσημο όσο και στον άτυπο τομέα εργασίας, ανεξαρτήτως ιδιοκτησίας γης ή καθεστώτος απασχόλησης. Αντανακλά τους ποικίλους και καθοριστικούς ρόλους που διαδραματίζουν οι γυναίκες στη διατήρηση των αγροδιατροφικών συστημάτων —μέσω της ηγεσίας, της φροντίδας και της οικιακής εργασίας— συμβάλλοντας στην επισιτιστική ασφάλεια, την οικονομική ευημερία και τη βελτίωση της διατροφής και των μέσων διαβίωσης των οικογενειών και των κοινοτήτων τους.
Μπορεί να είναι γραφικό κείμενο που λέει "Ελληνίδα ΕλληνίδαΑγρότισσα Αγρότισσα Σεπτέμβριος 2026 K A Δ T T n n Σ 1 2 3 6 7 4 5 8 9 10 13 14 11 15 12 16 17 20 18 21 19 22 23 φώτη เ က 24 27 25 28 29 26 30 'Άγνωστος 'Άγνωστοςφωτγράφος φωτογράφος ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ NaturefriendsGreece- Greece -Ελληνικά Οικολογία Korvwwia Πολιτισμός Ανθέων 72, 12461 http://www.naturefriends.g". Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "Ελληνίδα Αγρότισσα Φωτογράφος: Κώστας Μπαλάφας (1920 2011)". Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο που λέει "Ελληνίδα ΕλληνίδαΑγρότισσα Αγρότισσα Φωτγράφος:Φρεντερίκ Φρεντερίκ Μπουασονά (1858-1946) Μάζεμα ελιάς, Πρέβελη Κρήτης". Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και κείμενο που λέει "Ελληνίδα Αγρότισσα OHH3OEИBEЙ D H 어트F회드거 Ελλάδα 1955 Αρχείο Hans Gerber (1917-2009)". Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα, ανεμόμυλος και κείμενο που λέει "Ελληνίδα Αγρότισσα Άγνωστος Άγνωστοςφωτογράφος φωτογράφος"

Κοινοποίησε μια δημοσίευση

by : tinakanoumegk

 


16/09/2026 -

L’Italia è fondamentalmente un paese mediterraneo e non del tutto europeo

Fonte: Italia e il mondo

Roma ha fondato il proprio potere sulle sue province. All’indomani della Seconda Guerra Mondiale, l’Italia è diventata a sua volta una sorta di provincia dell’Impero americano. Si considera ancora tale oggi?

Da un punto di vista storico e geopolitico, non c’è quasi alcun dubbio che l’Italia sia stata, dopo il 1945, una provincia dell’Impero americano. Direi addirittura un semi-protettorato. Abbiamo delle istituzioni, un certo grado di autonomia, ma nel quadro della NATO e di una presenza militare che perdura, le basi sono il fondamento dell’Impero americano.

Siamo precisi: queste basi sono italiane, ma l’Italia ha firmato trattati (in parte pubblici, in parte segreti) che ne regolano l’uso con gli Stati Uniti. Dove non ci sono basi, come in Francia, è una cosa; dove ce ne sono, è tutta un’altra storia. L’idea, basata sul famoso articolo 5 del Trattato del Nord Atlantico, era semplice: ospitando queste basi, si beneficiava di una protezione americana quasi automatica. Il problema è che non si è mai avuta alcuna prova della loro efficacia, se non il fatto che non ci sono state aggressioni.

Soprattutto, questa protezione si basava sulla minaccia dell’Unione Sovietica e del comunismo. Tutto ciò è scomparso: il fondamento del sistema non esiste più, e ora sono gli americani a decidere, da soli, se intervenire o meno. E anche oggi i Paesi del Golfo diventano bersagli proprio perché ospitano basi americane.

L’Italia ha bisogno di questa tutela americana?

La constatazione che faccio è che l’Italia non è pienamente sovrana — del resto, chi lo è davvero in questo mondo? Lo è meno della Francia, perché abbiamo perso la guerra: questo fatto è sancito dalla Carta delle Nazioni Unite, con le famose enemy clauses. I giapponesi e i tedeschi hanno cercato di contestarle; noi, invece, ci siamo adattati. Viviamo quindi in una sovranità limitata, e dubito che qualcuno a Roma desideri davvero uscirne. A nostro avviso, è comunque meglio trovarsi in una sfera d’influenza lontana e familiare (dopotutto, siamo stati noi a scoprire gli americani) piuttosto che in quella della Germania, della Francia o della Spagna.

Si dice spesso che Giorgia Meloni si sia proposta come mediatrice tra l’Europa e Donald Trump. L’Italia può ricoprire questo ruolo?

Mi sorprende sempre l’attenzione che gli riservano la stampa francese, tedesca, britannica e persino americana: lo si dipinge, se non come un generale de Gaulle, almeno come una figura di enorme importanza. Con tutto il rispetto che nutro per il mio primo ministro, questo va un po’ oltre la realtà: l’Italia non può rappresentare l’Europa. L’idea che si abbia bisogno del capo del governo italiano — piuttosto che dei tedeschi, direi addirittura dei lussemburghesi — per fare da contrappeso agli americani è pura fantasia. E si continua, in Italia come in Francia, a parlare dell’Europa come se esistesse; si passa così dal principio di realtà a un principio dubbio, fondato sul desiderio e non sui fatti.

In sostanza, qual è la sua previsione per l’Europa?

La Germania si dota di una dottrina militare che la vuole come prima potenza convenzionale e tecnologica d’Europa nel 2039 — ovvero esattamente cento anni dopo il 1939. Non 38, non 40: 39. Perché scriverlo in modo così esplicito? Ciò che mi preoccupa non è tanto la Germania quanto la reazione degli altri — i francesi, naturalmente, ma anche i polacchi e forse persino gli svizzeri. Perché è un dato di fatto: se gli americani ci lasciano ai nostri affari, riprenderemo le nostre vecchie dispute. Abbiamo avuto ottant’anni di pace grazie alla divisione dell’Europa tra americani e sovietici; non sono sicuro che ne avremo altri venti da qui al 2050, perché stiamo riportando in vita i miti, le leggende e alcune realtà del passato.

«L’epoca in cui l’Europa poteva affidare la propria sicurezza ad altri e ignorare la geografia sta volgendo al termine.»

Questa storia dell’Europa, a mio avviso, è finita. Si può continuare a parlarne, ma ormai ognuno se ne fa un’idea ristretta. Nei rapporti franco-italiani, ad esempio, bisogna porre fine ai nostri litigi — che a volte, dal mio punto di vista, avevano una forte giustificazione: non fingere di amarci, ma essere un po’ realisti. Resta da vedere se tutto questo potrà reggere mentre, dal Medio Oriente, si levano ondate di guerra piuttosto incontrollabili. Staremo a vedere.

In definitiva, l’Italia si considera un paese europeo?

L’Italia, dal canto suo, è fondamentalmente un paese mediterraneo, ed è anche un segno della nostra sovranità limitata il fatto di accettare, non senza sofferenza, l’idea che non saremmo del tutto europei. La Francia, grazie al generale de Gaulle, ha evitato per un soffio di diventare una provincia dell’impero americano e ha potuto considerarsi europea. Noi abbiamo avuto l’AMGOT; voi l’avete evitato e questa è una differenza. Il nostro interesse vitale è un Mediterraneo aperto, collegato agli oceani, attraverso il quale arrivano energia e materie prime e da cui ripartono i nostri prodotti. Perché spesso lo si dimentica: l’Italia è il quarto esportatore mondiale, il che è notevole per un Paese privo di materie prime.

Cosa significa, esattamente, «essere mediterraneo» per un italiano?

Temo che alla domanda non ci sia una vera risposta, poiché la nostra coscienza mediterranea è soprattutto retorica: un Mediterraneo di pace, di dialogo… ovvero l’opposto della realtà. Lucien Febvre, o Marc Bloch, o entrambi, sostenevano che l’Europa sia nata con la fine dell’Impero romano, ovvero con la fine del circuito mediterraneo. È più o meno la tesi di Henri Pirenne. Questo ci riporta al VIIe e all’VIIIe secolo, alla penetrazione dell’Islam. Da allora non esiste più un vero e proprio circuito mediterraneo, ed è questo il nostro problema: o ricostruiamo l’Impero romano (cosa che non avverrà domani), oppure accettiamo che esistano, in quello che i russi chiamano «l’estero vicino», delle fratture che limitano il nostro potere e costituiscono un fattore di rischio permanente.

Non si può comprendere la geopolitica italiana senza questa ombra del passato. Del resto, non è stata Roma a creare l’Europa: è stato Cesare che, giunto al Reno, ha «inventato la Germania» – metto le virgolette – dividendo i Germani. La «lunga durata» non è solo una teoria; le rappresentazioni e gli stereotipi ereditati dal passato continuano a pesare fortemente sulle decisioni odierne.

E la Francia? È forse un paese mediterraneo?

Ricordo un atlante geografico francese — un Atlante del Mediterraneo — in cui una mappa classificava, in base ai colori, i paesi mediterranei e gli altri. La Francia vi figurava in bianco: né l’uno, né l’altro. È abbastanza giusto. È al tempo stesso latina, germanica e celtica, e questa indeterminatezza è senza dubbio un punto di forza. Del resto, la parola «mediterraneo», pronunciata da un tedesco, non ha lo stesso significato che ha nella bocca di un paese rivierasco come l’Italia, la Grecia o, appunto, il sud della Francia. Ognuno proietta su questo mare i propri secondi fini.

Essere mediterranea significa, per l’Italia, aprirsi al mare? Si considera una potenza marittima?

La sua natura marittima è potenziale, non reale. La differenza sta nel fatto che il paese marittimo guarda la terra dal mare, mentre l’altro, pur avendo delle coste, guarda il mare dalla terraferma. Per noi, il mare è il luogo dove si nuota d’estate. In termini di volume di traffico su 12 mesi, il porto di Rotterdam è più importante di tutti i porti italiani messi insieme. Per mancanza di coordinamento, Venezia e Trieste sono nemiche acerrime. Eppure, dal punto di vista degli anglosassoni, dei tedeschi e dei paesi del Nord, restiamo un paese mediterraneo; il che non è privo di secondi fini, strettamente legati al carattere nazionale. Ricordo una conversazione con un alto diplomatico tedesco, a proposito di Maastricht. Gli chiesi: «Perché avete accettato l’Italia nell’euro?» Risposta: «Wir wollten euch nordifizieren», «volevamo nordificarvi». Gli ho citato Il Gattopardo: quando il principe di Salina vede sbarcare i garibaldini protetti dagli inglesi, dice di quegli ufficiali: « Sono venuti per insegnarci le buone maniere, ma non ci riusciranno, perché noi siamo dei1». L’idea che si possa cambiare la mentalità di un popolo è forse tedesca; in Sicilia, non ha alcun seguito. “Nordificarci” perché stavamo entrando nell’euro: non ha funzionato.

Come concepisce, quindi, l’Italia il proprio ruolo nel Mediterraneo?

Esiste questa dottrina, promossa dalla marina e diventata strategia nazionale: il Mediterraneo allargato, il «Mediterraneo allargato». Il problema è che non se ne conoscono i confini — alcuni vi includono persino l’Artico. In fondo, il Mediterraneo in senso stretto è un lago, quindi qualcosa di chiuso; ma non si può avere l’ambizione di rimanere in un lago. Bisogna raggiungere il mare aperto, e per farlo bisogna attraversare gli stretti: Gibilterra, Suez, Bab-el-Mandeb, lo stretto di Ormuz. Ciò che è cambiato è che, ad eccezione di Gibilterra, oggi tutti questi stretti sono teatro di conflitti o sono contesi. La potenza americana non è più, come si dice, willing and able a mantenere aperte queste linee di comunicazione con il Sud. Perché ciò che chiamiamo Mediterraneo non è solo l’asse nord-sud, ma anche l’asse ovest-est: l’Atlantico, l’Oceano Indiano, il Pacifico. Il nostro interesse vitale è che questo prolungamento verso l’oceano-mondo rimanga libero, pacifico e aperto. In caso contrario, l’Italia si ritroverebbe rinchiusa nel suo lago.

Leggi anche: La Sicilia: un’isola strategica da non lasciare alla Cina

Questo spiega l’avvicinamento alla Cina?

Si tratta piuttosto di un avvicinamento della Cina all’Italia: ciò che interessa a Pechino è il mercato europeo. Abbiamo fatto parte per due anni delle «vie della seta», prima di essere richiamati all’ordine da Washington. Con un certo ritardo, del resto, il che dimostra che la pressione americana non aveva la stessa forza che avrebbe avuto in epoca sovietica. La cosa più tipicamente italiana è che abbiamo istituito il Golden Power per controllare gli investimenti cinesi… e che, nella pratica, è servito soprattutto contro gli americani.

Non si tratta di progetti, ma delle meraviglie dell’Italia… Tutto nasce, del resto, da una trattativa tra il direttore del porto di Trieste e lo Stato cinese. Da una parte Xi Jinping, dall’altra un direttore portuale: un rapporto piuttosto asimmetrico. E l’atteggiamento del governo di allora fu quello di dire: «Non sono affari nostri, sono affari del porto di Trieste. » Perché Trieste, formalmente italiana, è in realtà molto lontana dall’Italia: storicamente, è il porto dell’Europa centrale, quello dell’Austria, dei tedeschi, dei cechi, degli ungheresi, più che il nostro. È anche, dal punto di vista militare, il porto degli americani nel nord-est, per le basi di Aviano e Vicenza; si è persino parlato di un data center controllato dai cinesi… cosa poco onorevole per loro.

Era proprio quella la zona su cui puntava il corridoio IMEC, destinato a collegare l’India, il Golfo, Haifa e il Mediterraneo: un progetto oggi praticamente impossibile, dopo la guerra. I cinesi, dal canto loro, l’hanno capito subito: non serve a nulla negoziare con Roma, è meglio trattare direttamente con gli attori locali.

E la proiezione italiana verso il Nord Africa e il Levante?

Anche in questo caso, tutto avviene “all’italiana”. Siamo l’unico Stato mediterraneo a non aver delimitato realmente la propria zona economica esclusiva — se non, in parte, tramite accordi con la Francia e la Croazia, sul versante adriatico-ionico. L’ENI ha scoperto un grande giacimento di gas al largo della Libia, ma la costa libica è ormai turca, e questo è in parte colpa vostra, francesi, e anche nostra… Anziché opporci alla follia di Sarkozy, vi abbiamo persino preso parte. Per quanto riguarda l’Algeria, diventata fondamentale per il nostro gas dopo la guerra in Ucraina, essa considera il Mare di Sardegna come algerino. Ma dato che siamo buoni di cuore, perché litigare con gli amici?

Rimane poi Malta, quella sorta di tartaruga adagiata nel Canale di Sicilia, che detiene un potere di blocco almeno teorico. Durante la guerra fredda, tuttavia, avevamo una politica geniale: buoni rapporti con Gheddafi, al quale abbiamo salvato la vita più volte; Malta era sotto buona guardia; eravamo persino riusciti a piazzare il nostro uomo in Tunisia, Ben Ali, contro il candidato francese. Oggi, di fronte a noi, si erge un impero turco in espansione, dotato della sua dottrina della «patria blu» e, cosa quasi incredibile, sostenuto dagli Stati Uniti. Perché gli americani sostengono contemporaneamente Israele e la Turchia, i due nemici più accaniti del Mediterraneo.

Proprio la Francia sembra stia rivedendo la propria posizione nei confronti della Turchia. A scapito dell’Italia?

C’è una differenza tra noi e voi: il vostro approccio è piuttosto anti-turco, il nostro piuttosto filo-turco. Ma credo che, alla fine, la Francia modererà la sua opposizione ad Ankara. Limiterà quindi, di conseguenza, il suo sostegno alla Grecia e a Cipro, poiché non ha alcun interesse a una guerra contro i turchi nel Mediterraneo. Il vero rischio sta altrove: se Israele attaccasse la Turchia, per anticiparla prima che diventi troppo forte. Ci troveremmo allora tutti in una situazione molto, molto complicata. Ecco perché credo che nessuno — né a Parigi, né a Roma — abbia davvero interesse a spingere la mossa turca fino in fondo.

Una questione interna all’Italia, un po’ provocatoria per un romano come te, ma Roma sta diventando una provincia di Milano?

No, sinceramente. Milano è la città della moda e della finanza, va bene, ma tra questi due aspetti c’è una differenza di pochi millimetri. E se ci andate, vedrete che Milano è in declino. È una visione, in questo caso, un po’ troppo italiana: una parte del Paese, soprattutto al Nord, non ama Roma. Ciò che noi italiani non vediamo è che Roma non è una questione italiana, ma universale: un punto di riferimento a cui possono fare riferimento americani, russi, cinesi, turchi. Il problema di Roma è un problema con l’Italia, non con il resto del mondo — un po’ come «Parigi e il deserto francese», non è vero? E ciò che oggi la rende più della semplice capitale d’Italia è la Chiesa — da duemila anni, quindi rimarrà tale — e un papa attuale che, consapevolmente o meno, riveste nuovamente questo ruolo universale.

 


1 «Vengono a insegnarci le buone maniere, ma non ci riusciranno, perché noi siamo dei.»

Intervista a cura di Guy-Alexandre Le Roux In Conflits. Revue de Geopolitique

by : tinakanoumegk


Ζήλεψε ο Αυγερινός τη δόξα του Καραχάλιου με υπονοούμενα για εικονίσματα. Μετά την φυγή του από την ηγετική ομάδα της ΕΛΠΙΔΑΣ είχε πάρει το βανάκι του για κάποιες ακρογιαλιές και δειλινά. Παρά τις ερωτήσεις ποιες ήταν οι ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ διαφωνίες, απαξίωσε να απαντήσει. Επέμενα στην σελίδα του να μας ενημερώσει, αλλά κατάφερα να με σβήσει από τους «φίλους» του στο fb.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α: Ο Αυγερινός ζήλωσε την πολιτική τάξη επιχειρημάτων του νεοΣαμαρικού Καραχάλιου. Βρήκε η Πούλια τον Αυγερινό; Επιστρέφουν τα θρησκευτικά πιστεύω ως θεμελιώδη υπαρκτικά γνωρίσματα του πολιτικού ταυτοτικού είναι; Επειδή σπούδασε στη Μόσχα ο Αυγερινός, ξεσκόνισε τα έργα του Στάλιν; ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΒΟΥ: Ο Αυγερινός, προφανώς βρίσκεται σε αμηχανία. Διακατέχεται από το αίσθημα του αδικημένου που δεν έχουν κατανοήσει την προγραμματική πολιτική αξία του, την οποία ωστόσο δεν έχει αποκαλύψει. Εμφάνισε ένα πραξεολογικό πρωτείο σε κενό ισοδύναμης θεωρίας, παρότι προσπαθούσε να δείξει το αντίθετο. Τα ασαφή κίνητρα ανάκλησής του σε θέση πολιτικού αντιπροσώπου μας θέτουν στην αναμονή.

Το καταφύγιό του σε υπονοούμενα δεν καλλιεργεί κύρος πολιτικού ανθρώπου.
KEΦΑΛΑΙΟ ΒΟΥ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α: Η Καρυστιανού δεν έχει πολιτική εμπειρία (της πολιτικής αυτής όπως λέγεται αγοραίως, κοινώς και αρμοδίως). Έχει όμως έναν υπαρκτικό καθορισμό και κοινωνικό γνώρισμα. Κεφαλαιοποιεί ένα μέρος της κοινωνικής αγανάκτησης. Κρίνεται κατά πρώτον ως πολιτικά καθορισμένο εγχείρημα αμφισβήτησης του όλου πολιτικού και θεσμικού ελλαδικού συστήματος για την επιστροφή της εντιμότητας στην πολιτική, την δημοκρατία, την ατομική και συλλογική αξιοπρέπεια. Καλύπτει το ελάχιστο ως απαιτούμενο: την αποχή από την κομφορμιστική κομματοκρατική προσαρμογή. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΒΟΥ: Δεν θα είναι η μόνη «αφυπνισμένη» μη ελεγχόμενη ατομικότητα. Η ιστορία γεννάει εκπλήξεις, άλλους τους ανεβάζει, άλλους τους κατεβάζει, παρέχει νέα σώματα, αναζητήσεις, ιδέες, ακόμα και πολιτικά υποκείμενα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΓΟΥ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α: «ποιος στ΄ αλήθεια είμαι εγώ και που πάω» είναι το διαρκές ερώτημα που πρέπει να μας καταδιώκει. Όλους, και τον Αυγερινό. Σε προηγούμενο σημείωμά μου διαπίστωνα τα πολιτικά του ασύμπτωτα: βρισκόταν εκτός τόπου, χρόνου και εκτός του ελάχιστου κοινού ιδεόκοσμου ενός νέου πολιτικού υποκειμένου. Σημείωνα ότι στην πρώτη παρουσίαση της ΕΛΠΙΔΑΣ, κυκλοφορούσε με τη στάμπα τριών Ρώσσων ανθρώπων του πνεύματος. Σημασιοδότησε το υποκειμενικό του πρόβλημα και όχι μια περιεκτική εικόνα του συλλογικού υποκειμένου, την εννοιολογική πρόταση ταυτότητας αυτού που είχε ενταχθεί και έδειχνε ότι ήθελε να υπηρετήσει. ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΒΟΥ: Είναι γενικό: η πολιτική κρίση, η ανακατανομή εξουσιών, οι παραγωγικές αναδιαρθρώσεις και εδώ και παγκόσμια δεν παράγουν, αναδεικνύουν ισοδύναμες ή εναλλακτικές θεωρίες. Ελπίζω ο Αυγερινός αυτή την αδυναμία να μην την εντοπίζει μόνο στην Καρυστιανού. Το επίτευγμα στο χάος ιδεολογικής απροσδιοριστίας είναι να τίθεσαι στην πλευρά άρνησης της καταπίεσης και επιτήρησης. Δρόμοι ανοίγονται πολλοί, μα κάπου υπάρχει μια αρχή.
Γρηγόρης Κλαδούχος – Ξυλόκαστρο – 16 Σεπτεμβρίου 2026
by : tinakanoumegk


04 settembre 2026




Per quasi un secolo la struttura degli scambi internazionali ha risposto a un paradigma radicato: le materie prime risalivano dal Sud del mondo verso i centri industriali avanzati del Nord globale, per poi essere ridistribuite sotto forma di manufatti ad alto valore aggiunto e capitali finanziari denominati in valute occidentali, principalmente dollari statunitensi e sterline. Questo baricentro storico sta cedendo il passo a una riconfigurazione orizzontale profonda. L’interscambio commerciale diretto tra mercati emergenti ed economie in via di sviluppo — il cosiddetto commercio Sud-Sud (South-South trade) — è diventato il vero motore di traino degli scambi globali, crescendo a ritmi doppi rispetto alle storiche rotte transatlantiche e transpacifiche. Non si tratta di una transitoria oscillazione ciclica, ma del consolidamento di una complessa rete industriale, demografica e diplomatica che unisce direttamente America Latina, Africa, Medio Oriente, Asia meridionale e sud-orientale.



Oltre le materie prime: l'ascesa delle filiere industriali orizzontali

La vera rottura rispetto al passato risiede nella composizione merceologica dei flussi commerciali. Se all'inizio degli anni Duemila l'interscambio tra i Paesi del Sud globale riguardava prevalentemente idrocarburi, minerali grezzi e derrate agricole, oggi oltre la metà del valore scambiato lungo queste direttrici è costituita da semilavorati industriali, macchinari, componentistica elettronica, chimica di base e tecnologie avanzate per la transizione energetica, come moduli fotovoltaici e celle per batterie.

Le imprese emergenti commerciano tra loro non solo per soddisfare una domanda interna spinta da una classe media in rapida espansione, ma anche per accorciare le filiere produttive, ridurre i costi di trasporto ed evitare i colli di bottiglia normativi o tariffari dei mercati occidentali. Il potenziamento di grandi intese regionali sta accelerando questa convergenza:

In Africa, la progressiva attuazione dell'AfCFTA (African Continental Free Trade Area) mira ad abbattere oltre il 90% delle barriere doganali interne, favorendo l'agroindustria e la manifattura leggera regionale.

Tra Asia e America Latina, nazioni come Brasile, Cile e Argentina hanno consolidato legami diretti con i poli industriali di Cina, India e Sud-Est Asiatico, scambiando metalli critici (rame e litio), soia ed energia in cambio di beni strumentali avanzati e infrastrutture di telecomunicazione.



De-dollarizzazione pragmatica e nuovi circuiti finanziari

A fungere da catalizzatore sistemico di questa integrazione è stata la crescente necessità di mitigare il rischio geopolitico derivante dall'uso extraterritoriale delle sanzioni economiche, dalle restrizioni all'accesso ai mercati finanziari e dalla volatilità dei tassi d'interesse della Federal Reserve. Di fronte all'arma delle sanzioni secondarie e al congelamento delle riserve sovrane, molti governi del Sud hanno accelerato la diversificazione dei propri circuiti di pagamento.

Questa transizione non segna la scomparsa immediata del biglietto verde, bensì una frammentazione controllata e pragmatica:

Regolamenti in valute locali: Si moltiplicano gli accordi bilaterali di swap valutario e i meccanismi di clearing per regolare i contratti su greggio, gas liquefatto, grano e prodotti finiti direttamente in Yuan (RMB), Rupie indiane, Dirham degli Emirati Arabi Uniti o Real brasiliani, appoggiandosi a circuiti di messaggistica finanziaria alternativi allo SWIFT occidentale, come il CIPS cinese o la piattaforma continentale africana PAPSS.

Corsa all'accumulo di oro fisico: Le banche centrali dei mercati emergenti guidano da diversi trimestri gli acquisti istituzionali di riserve auree, riducendo l'esposizione netta ai titoli di Stato emessi dalle economie del G7 per tutelare i propri bilanci sovrani da possibili shock geopolitici.





Le sfide: asimmetrie commerciali e deficit infrastrutturale

Nonostante l'espansione record, l'architettura del commercio Sud-Sud deve affrontare nodi strutturali complessi. Il primo è rappresentato dai forti squilibri commerciali interni: il peso preponderante del gigante manifatturiero cinese genera surplus marcati a scapito di partner commerciali minori, alimentando rischi di dipendenza tecnologica e debitoria. Il secondo ostacolo riguarda il deficit infrastrutturale: le connessioni marittime, ferroviarie e digitali intra-continentali (soprattutto in Africa e Sud America) rimangono frammentate rispetto alle direttrici storiche dirette verso i porti europei o nordamericani.

Il commercio Sud-Sud non è più un semplice manifesto di cooperazione diplomatica post-coloniale, ma la nuova spina dorsale della globalizzazione multipolare, in grado di spostare il baricentro dell'influenza industriale e dei capitali mondiali verso i bacini degli oceani Indiano e Pacifico.

Immagine: Porto di Shangai (2004). Crediti: Tibor Vengh () via Wikimedia Commons


Istituto della Enciclopedia Italiana fondata da Giovanni Treccani - Riproduzione riservata
by : tinakanoumegk


Κοινοποίησε μια δημοσίευση από Stamatios Sekliziotis
Μπορεί να είναι εικόνα δίκυκλο ανώμαλου δρόμου. Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.. Μπορεί να είναι εικόνα διϋλιστήριο πετρελαίου και το φράγμα Χούβερ. Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.. Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
Αιολικά, γιατί να είναι ΑΠΕ.... (....????)
(για όποιον ενδιαφέρεται....)
Τα μέταλλα Πρασεοδύμιο (Pr), το Νεοδύμιο (Nd), το Τέρβιο (Tb) και το Δυσπρόσιο (Dy) είναι τα στοιχεία σπανίων γαιών (REE) που χρησιμοποιούνται στην τεχνολογία των ανεμογεννητριών και τα οποία προέρχονται από διάφορες εξορύξεις ανά τον κόσμο.. Η Χρήση των σπάνιων γαιών δεν περιορίζεται μόνο στις ανεμογεννήτριες, αλλά βρίσκουν ευρύτατη γκάμα εφαρμογών στην βιομηχανία....
Τα Πρασεοδύμιο (Pr) και το Νεόδμιο (Nd), εμπορικά ανακτώνται από Μοναζιτική άμμο (φωσφορικό ορυκτό των σπανίων γαιών ή αλλιώς λανθανιδών για όσους διατηρούν βιβλία ορυκτολογίας... ) και από τον Βαστανίτη με διαδικασίες εκχύλισης και τεχνικές ανταλλαγής ιόντων. Η μοναζιτική άμμος (μοναζίτης) προέρχεται κυρίως από Ινδία, Βραζιλία, Αυστραλία, Μαδαγασκάρη και Νότια Αφρική....
Το Τέρβιο (Tb) περιέχεται σε πολλά ορυκτά, όπως ο κερίτης, ο γαδολινίτης, ο μοναζίτης, το ξενότιμο και ο ευξενίτης. Οι κύριες χώρες εξόρυξης και προέλευσης, είναι η Κίνα, οι ΗΠΑ, η Ινδία, η Κεϋλάνη, η Βραζιλία, και η Αυστραλία...
Μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ποσότητας Δυσπρόσιου (Dy) εξορύσσεται από κοιτάσματα αργίλου στη νότια Κίνα υπό εξαιρετικά επιβλαβείς για το περιβάλλον συνθήκες... Χρησιμοποιείται για την παραγωγή μόνιμων μαγνητών αλλά και ως βασικό συστατικό των ανεμογεννητριών και των ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
Παραδόξως, σύμφωνα με σχετικά ρεπορτάζ και δημοσιεύσεις το Δυσπρόσιο θεωρείται από "κάποιους" κρίσιμο υλικό για την "ενεργειακή μετάβαση" και την "πράσινη μετάβαση".... Βέβαια για ποια "μετάβαση" μπορεί να ομιλεί κάποιος, όταν τα συστατικά αυτά προέρχονται από τεράστια ορυχεία και εξορύξεις που καταστρέφουν τον φυσικό χώρο και τα τοπία του κόσμου ενώ εξορύσσονται σε περιβαλλοντικές και εργασιακές συνθήκες απαράδεκτες και άθλιες (πολλές άγνωστες και μη δημοσιεύσιμες καθότι οι κανόνες ούτε υπάρχουν και όπου υπάρχουν παραβιάζονται )...
Σε αντίθεση με ότι υποδηλώνει το όνομα, οι σπάνιες γαίες (REE) είναι άφθονες στον φλοιό της γης. Το ζήτημα είναι ότι έρχονται σε χαμηλές συγκεντρώσεις σε ορυκτά, και ακόμη όταν εντοπιστούν, είναι δύσκολο να διαχωριστούν από άλλα στοιχεία, κάτι που τα κάνει «σπάνια», μέσα από πολύπλοκες χημικές βιομηχανικές διαδικασίες που και αυτές εκπέμπουν ρύπους στο περιβάλλον....
Ίσως αυτά τα στοιχεία να παίρνουν το όνομά τους ("σπάνιες γαίες") επειδή όντως σπάνια συζητιούνται, παρόλο που τα πάντα, από το iPhone μέχρι τους ηλεκτρικούς κινητήρες και τα φώτα LED χρησιμοποιούν σπάνιες γαίες... Ένα τυπικό ηλεκτρικό αυτοκίνητο απαιτεί εξαπλάσιες εισροές ορυκτών συστατικών από ένα συμβατικό αυτοκίνητο, ενώ μια χερσαία εγκατάσταση αιολικής ενέργειας απαιτεί εννέα φορές περισσότερους ορυκτούς πόρους από ένα παρόμοιου μεγέθους εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας με φυσικό αέριο (https://www.iea.org/.../the-role-of-critical-minerals-in...)...
Το Πρασεοδύμιο (Pr) και το Νεόδμιο (Nd) χρησιμοποιούνται για την παραγωγή μόνιμων μαγνητών υψηλής αντοχής, αξιοπιστίας και μείωσης κόστους συντήρησης... Η μοναδική αντοχή, το μικρό βάρος και η αξιοπιστία αυτών των μαγνητών είναι το κλειδί για την εφαρμογή τους σε υβριδικά, ηλεκτρικά οχήματα και ανεμογεννήτριες. Το Τέρβιο χρησιμοποιείται στον μόνιμο μαγνήτη της γεννήτριας της τουρμπίνας, όπου μπορεί να αντικαθιστά το Δυσπρόσιο (Tb)..
Μελέτες έχουν δείξει ότι η μακροχρόνια έκθεση σε σπάνιες γαίες (REE) μπορεί να προκαλέσει λευκοπενία (σημαίνει μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων κάτω από τα φυσιολογικά όρια), να αυξήσει τη δραστηριότητα της τελομεράσης στα ανθρώπινα μονοκύτταρα του περιφερικού αίματος και ακόμη να οδηγήσει σε λέμφωμα και λευχαιμία... (Βλ.: Bai, Y.; Long, C.; Hu, G.; Zhou, D.; Gao, X.; Chen, Z.; Wang, T.; Yu, S.; Han, Y.; Yan, L. Association of blood chromium and rare earth elements with the risk of DNA damage in chromate exposed population. Environ. Toxicol. Pharmacol. 2019, 72, 103237.
και Yu, L.; Dai, Y.; Yuan, Z.; Li, J. Effects of rare earth elements on telomerase activity and apoptosis of human peripheral blood mononuclear cells. Biol. Trace Elem. Res. 2007, 116, 53–59).
Δεν ξεχνάμε βέβαια και τον χαλκό ο οποίος είναι απαραίτητος για την καλή λειτουργία και απόδοση των ανεμογεννητριών. Το μέταλλο παίζει κεντρικό ρόλο στην εσωτερική λειτουργία της γεννήτριας, γειώνει τους πύργους από κεραυνούς και μεταφέρει το ηλεκτρικό ρεύμα όπου χρειάζεται.
Για παράδειγμα, μια ανεμογεννήτρια 3MW μπορεί να περιέχει έως και 4,7 τόνους χαλκού με το 53% να προέρχεται από το καλώδιο και την καλωδίωση, το 24% από τα εξαρτήματα του στροβίλου/παραγωγής ενέργειας (τουρμπίνας), το 4% από τους μετασχηματιστές και το 19% από τους μετασχηματιστές στροβίλου. Τα χερσαία αιολικά πάρκα χρησιμοποιούν περίπου 7.766 λίβρες χαλκού ανά MW κατά μέσο όρο..(!!!!!!.....)..
Ο χαλκός μετά το πέρας λειτουργίας των ανεμογεννητριών είναι από τα πρώτα ανακυκλώσιμα υλικά... Οι μεγαλύτεροι παραγωγοί χαλκούχων ορυκτών, είναι οι ΗΠΑ, ο Καναδάς, η υποσαχάρια και η Ν. Αφρική, η Χιλή, το Μεξικό, η Ρωσία, οι Σκανδιναβικές χώρες, η Ιαπωνία, η Κούβα, το Περού, η Σερβία, η Τουρκία και άλλες με λιγότερες ποσότητες...
Θα ήταν υπεκφυγή να πούμε ότι η Αιολική ενέργεια στο μέτρο που της αναλογεί δεν εξαρτάται από την παραγωγή χαλκού, επομένως και τις εξορύξεις των χαλκούχων μεταλλευμάτων ανά τον κόσμο (περί τα 13 στο σύνολό τους).. Εδώ να πούμε ότι η παγκόσμια ζήτηση για χαλκό συνεχίζει να αυξάνεται, ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης ανάγκης για τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά, αλλά και την παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων, ώστε πολλοί ενδιαφερόμενοι της εξορυκτικής βιομηχανίας να αναζητούν πιθανές πρόσθετες επενδυτικές ευκαιρίες.
Με τα παραπάνω, γίνεται αντιληπτό ότι την κάθε επένδυση.., συνήθως την παρατηρούμε από ένα στάδιο και μετά της διαδικασίας.... (βλέπουμε το έργο από τη μέση χανοντας την αρχή....)
Για τα αιολικά για παράδειγμα, ασχολούμαστε με τις επιπτώσεις στο περιβάλλον, από την ώρα που ξεκινά η κατασκευή ενός αιολικού πάρκου μέχρι και το πέρας του λειτουργικού του χρόνου... (15 ή και έως 20 με 25 χρόνια....).. Εάν όμως προσέξουμε και τι συμβαίνει με τις πρώτες ύλες κατασκευής του εξοπλισμού και καθενός από τα εξαρτήματα, τα πράγματα δείχνουν μια διαφορετική εικόνα την οποία δύσκολα έως καθόλου την αποκαλείς "φιλική προς το περιβάλλον"... ξεκινώντας αρχικά από τα γιγαντιαία ορυχεία εξόρυξης που αλλοιώνουν ολόκληρες περιοχές του κόσμου, με άκρως δαπανηρή την προσπάθεια αποκατάστασης του τοπίου, γεγονός που οδηγεί στην εγκατάλειψή τους μετά την εξάντληση των γήινων πόρων... και στην νέκρωση ολόκληρων επαρχιών..., χωρίς να συνυπολογίσουμε τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις...
Παύεις να την αποκαλείς ΑΠΕ, καθότι δεν μπορεί να είναι ανανεώσιμη πηγή, όταν χρησιμοποιεί γήινους φυσικούς πόρους (ορυκτές ύλες) μη ανανεώσιμους και δημιουργεί μη αποκαταστάσιμα φυσικά τοπία.....
Μάλλον να βαφτίζονταν "Αιολική Βιομηχανία"..." σκέτο"..., ούτε "Πάρκο" (πάρκο είναι άλλο πράγμα...), ούτε "Ανανεώσιμη"...
Έχουμε υιοθετήσει και δεχθεί ένα προκλητικό και εξοργιστικό παράδοξο....
"...δεχόμαστε ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί μια δυσάρεστη και άγνωστης διάρκειας περιβαλλοντική μεταβολή, την οποία σπεύδουμε να την ανακόψουμε με επινοήσεις όπως οι "πράσινες και ενεργειακές μεταβάσεις" οι οποίες την επιδεινώνουν και την επιταχύνουν ακόμη περισσότερο, καθότι οι νεο-βαφτισμένες ως "πράσινες πολιτικές" προωθούνται επιλεκτικά με επιχειρηματικά και κερδοσκοπικά κριτήρια σε ένα πλαίσιο διαπλοκής με τις πολιτικές ηγεσίες κρατών οι οποίες ηγεσίες από την πλευρά τους τις επιδοτούν πλουσιοπάροχα.., όταν είναι σαφές "επιστημονικά" ότι συνδέονται με επιπτώσεις που προσθέτουν νέα προβλήματα στην ήδη φθίνουσα περιβαλλοντική κατάσταση κατά τόπους και στον πλανήτη..."..
Το εξοργιστικό, εκτός του περιβαλλοντικού, είναι ότι οι επιδοτήσεις των πράσινων επενδύσεων προέρχονται από την φορολογία των πολιτών (Βλ. ΕΕ)..., ο οποίος πολίτης δεν ερωτάται εάν και κατά πόσον συμφωνεί... Το κόλπο της "διαβούλευσης¨ουδέποτε έπιασε τόπο... Αυτό που θέλουν τελικά το κάνουν, και όπου θέλουν... Για τα μάτια του κόσμου γευόμαστε μικροαλλαγές...
Σ. Σεκλιζιώτης
ΦΩΤΟ: μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα εξορυκτικών δραστηριοτήτων "σπάνιων γαιών" και "χαλκού" από τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Χιλή, οι οποίες είναι μεν αναγκαίες, χωρίς όμως να τις θεωρούμε φιλικές στο περιβάλλον, αλλά ούτε τις συσκευές, τους εξοπλισμούς και τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα που βασίζουν τις λειτουργίες τους στις σπάνιες γαίες..... Τα αιολικά είναι ένα από αυτά τα προϊόντα...