ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk


~.~

— Μου αρέσει να σκέφτομαι τα ιστορικά μυθιστορήματά σου σαν μια τριλογία, λοξά παπαρρηγοπούλεια. Η κληρονομιά της (αρχαίας) Μεγάλης Ελλάδας στο Αγκριτζέντο, τα βυζαντινά νάματα στο Στέμμα των Αυγών, και τώρα στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, η ζωτικότητα του νεώτερου ελληνισμού της Διασποράς, και όχι μόνο. Και κάπου ανάμεσα, σαν κατακλείδα πρωθύστερη ή άδοξον –προσώρας;– επίλογο, τον Κύκλο του χώματος, αυτό το κωμικοτραγικό πορτραίτο της τωρινής, της μετά το ’74, πατρίδας μας, που όσο πάει και λιγοστεύει.

Τα συναισθήματα και οι σκέψεις του εσώτερου εαυτού μας έχουν βαθιές ρίζες και μυστικές, αν όχι σκοτεινές, αιτίες υπάρξεως. Εκείνα που από τα πρώτα του χρόνια, από το περιβάλλον και την καταγωγή του κανείς διαισθάνεται, εκείνα που με τον καιρό γνωρίζει, σαφώς ή αόριστα, και εκείνα που τελικώς πιστεύει (ή δεν πιστεύει), αλλά δεν μπορεί να αποδείξει, στη δική μου περίπτωση βρήκαν τελική διέξοδο στην αφηγηματική μυθοπλασία – ίσως και μεταμυθοπλασία, δεν ξέρω. Η τρίσημη ενότητα του παρελθόντος μας δεν είναι κατά τη γνώμη μου απλώς μια ιδέα, όπως θεωρούν με προφανή ιδιοτέλεια διάκονοι άλλων ιδεών. Είναι μια βιωμένη εμπειρία, είτε το θέλουμε είτε όχι. Κάπως έτσι η αρχαία ψυχή που κατά τον ποιητή που αγαπούμε «ζει μέσα μας αθέλητα κρυμμένη» με οδήγησε στο Αγκριτζέντο, τον αρχαίο Ακράγαντα και στον «χαμένο» ελληνισμό της Σικελίας. Δεν ήταν τυχαία η εκλογή εκείνη. Δεν με γοήτευσαν τόσο τα αρχαία σπαράγματα και οι επιβιώσεις π.χ. της νότιας Ιταλίας όσο αυτό που ζει μυστικά –αν ζει– μετά τον θάνατό τους. Αυτή είναι η περίπτωση της Σικελίας και της συμβολικής κατά βάθος πόλης-αφορμής του βιβλίου. Παρόμοια περίπτωση είναι η μυθιστορία για το βυζαντινών πηγών όνειρο που έσβησε βίαια και άδικα το 1922, η οδός που με έβγαλε σε μία άλλη «χαμένη» πόλη, τη Νίκαια της Βιθυνίας και στη γραφή του Στέμματος των αυγών. Ενδιαμέσως προηγήθηκε, όπως παρατηρείς, Ο κύκλος του χώματος, πρωθύστερος επίλογος μιας περιπέτειας που άρχισε με λαμπρές, θεωρώ, προϋποθέσεις πριν από δύο αιώνες και κατέληξε σε άδοξο τέλος (Σκέπτομαι τώρα πως θα μπορούσε και αυτό το βιβλίο να έχει τίτλο το όνομα μιας πόλης: Κερύνεια). Νομίζω πως έχει σημασία να πω εξαρχής ότι δεν πρόκειται για βιβλία που ανήκουν στο τυπικό ιστορικό μυθιστόρημα. Για το παρόν μας μιλούσα, για το παρόν μιλώ και στο Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη, όπου αποδίδω φόρο τιμής στο στοίχημα του Νέου Ελληνισμού και σε μία τάξη η οποία καίτοι νεκρή πλέον, ακόμη προκαλεί τον φθόνο εχθρών, άσπονδων φίλων ή κακών μιμητών της. Για να μην αναφερθώ στη δυσανεξία που προκαλούν στον περήφανο (ή πρόχειρα κρυμμένο μέσα μας) Βαλκάνιο κριτικό μορφές όπως η Μαρία Σπάρταλη.

— «Θα βρεθεί κάποιος να μας ανακαλέσει στη ζωή;», αναρωτιέται στο βιβλίο αυτό η ηρωΐδα σου. Ποιο έναυσμα είχες, τι στάθηκε αφορμή για να ασχοληθείς με την ζωή και την προσωπικότητα της Μαρίας Σπάρταλη;

Η εμμονική, παραδέχομαι, ενασχόλησή μου με την «τρίτη ιστορική εντολή» του ελληνισμού (της οποίας σταθήκαμε ανάξιοι προς δόξαν και μακροημέρευση τόσο του κοτζαμπασισμού όσο και της περιώνυμης κλεφτουριάς – για να θυμηθώ τον Περικλή Γιαννόπουλο), με οδήγησε αναπόφευκτα και στον ελληνισμό της Διασποράς. Όταν συνάντησα καθ’ οδόν την ζωγράφο Μαρία Σπάρταλη, κόρη της ιωνικής παροικίας του Λονδίνου, δεν περίμενα, για να είμαι ειλικρινής, τους δρόμους που θα ανοίγονταν σε κάθε βήμα που θα έκανα μετά την συνάντηση αυτή. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα πραγματικά ευρήματα της έρευνας για την ίδια και το περιβάλλον της ή για τον σύζυγό της (έναν σπουδαίο Αμερικανό που αγάπησε την Ελλάδα περισσότερο από τους Έλληνες των τριόδων) αλλά κυρίως σε όσα διαισθάνθηκα για τον χαρακτήρα και το ασκητικό της πνεύμα που συνδυασμένο με την ομορφιά και το ταλέντο αξίωνε (έτσι ένιωσα) να φωτιστεί με ένα έργο ειδικά για αυτήν. Έργο που θα συνέδεε παράλληλα την ελληνική ζωή με μία άλλη εκδοχή τέχνης, όπως αυτήν που υπηρέτησε η Μαρία Σπάρταλη. Αναφέρομαι βέβαια στο σπουδαίο κατά τη γνώμη μου κίνημα των Προραφαηλιτών.

— Οι Προραφαηλίτες, ως κίνημα καλλιτεχνικό, δεν ξέρω πόσο γνωστοί μάς είναι εδώ στην Ελλάδα. Εννοώ, ουσιωδώς γνωστοί, έξω από τον ξηρό εγκυκλοπαιδισμό. Προσωπικά περιπλανήθηκα στον κόσμο τους, όσο το κατάφερα, εμμέσως, μέσω του Γέητς και του Πάουντ, το έργο των οποίων αναμετράται διαφοροτρόπως με την κληρονομιά τους. Ίσως και στη λοιπή ηπειρωτική Ευρώπη η εικόνα τους δεν είναι πολύ απαλλαγμένη από τη θαμπή εικόνα του «δονκιχωτισμού».  Όπως και η Αναγέννηση ή ο ρομαντισμός, ήδη από την ονομασία τους, μοιάζει να επαγγέλλονται το αδύνατον για τις τωρινές παραστάσεις μας – την επιστροφή σε κάτι το ζείδωρο αλλά τώρα πλέον χαμένο. Κάτι που «οι μοντέρνοι κριτικοί βλέπουν με μισό μάτι».

Δεν έχεις άδικο. Έχω την εντύπωση πως ο στείρος νεοκλασικισμός και η σχολή του Μονάχου δεν επέτρεψαν να εμβολιαστεί η νεοελληνική εικαστική ζωή με τις αρχές των  Προραφαηλιτών παρότι μπορούμε να τις ανιχνεύσουμε στον ύστερο Γύζη ή στον Μπισκίνη. Επιπρόσθετα, ο δικός μας μεσαίωνας, ο βυζαντινός, δεν είχε τις δέουσες αντιστοιχίες με τον δυτικό μεσαίωνα που οι Προραφαηλίτες, ως τελευταία λάμψη του ρομαντισμού, θέλησαν να αποκαταστήσουν και να φωτίσουν. Για τον κόσμο της ελληνικής Διασποράς όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ζώντας με άμεσο τρόπο την ευρωπαϊκή ζωή, μπορούσαν να εκτιμήσουν την γνησιότητα και την πρωτοτυπία των Προραφαηλιτών, έστω ως «επιστροφή» και εν πάση περιπτώσει πιο αυθεντικούς από τις τυποποιημένες, «κούφιες» θεματικές της βρετανικής Βασιλικής Ακαδημίας των Τεχνών. Η γενναία απόρριψη της Αναγέννησης και η αποκατάσταση της δυτικής μεσαιωνικής τέχνης ξέρω πως προκαλεί έκπληξη. Οι ιδέες τους όμως για ρεαλισμό και επιστροφή στην φύση, η έξοδος από τα σκοτεινά ατελιέ, η πίστη στο πραγματικό φως, το λαμπερό χρώμα και την σχολαστική λεπτομέρεια, η πεποίθηση για μία τέχνη με ηθικό, κοινωνικό και πνευματικό βάρος, προετοιμάζει νομίζω τα μεγάλα ρεύματα που ακολούθησαν. Κι ας μη φαίνεται αυτό με μια πρώτη ματιά. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ακόμη και τα θρησκευτικά τους θέματα τα αποδίδουν με γήινο, σοκαριστικό για την εποχή ρεαλισμό. Και βέβαια δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε την άμεση επαφή με την μεγάλη ποίηση: από τον κύκλο του Αρθούρου, τον Δάντη και τον Σαίξπηρ ως τον Κητς και τον Τέννυσον. Χαίρομαι που υπενθυμίζεις την επιρροή τους στον πρώιμο Πάουντ και τον Γέητς, ο πατέρας του οποίου ήταν γνήσιος Προραφαηλίτης ζωγράφος. Το «Make it New» του μοντερνιστή Πάουντ και ο «Αποχαιρετισμός» του Hugh Selwyn Mauberley, η οριστική ρήξη με την αναζήτηση της ομορφιάς (υπό το πρόσχημα ότι ο κόσμος αλλάζει βίαια μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο), στάθηκαν μοιραίες κινήσεις, αν και βλέπω κάποιες επιβιώσεις του ρεύματος μέσα στον υπερρεαλισμό. Μα νομίζω πως ξέφυγα από την ερώτηση και την μελαγχολία της Μαρίας Σπάρταλη που με την ευφυΐα της είχε καταλάβει πολύ νωρίς πως ανήκε σε ένα κόσμο που πεθαίνει.

— Ας ξαναγυρίσουμε σ’ αυτήν λοιπόν. Ξέρουμε βεβαίως τα εικαστικά της έργα που εκτίθενται σε γνωστά μουσεία. Οι υπόλοιπες πηγές για τη ζωή της πόσο πλούσιες είναι, τι περιθώριο, μικρό ή μεγάλο, σου άφησαν για να την «νιώσεις»; Σε κάποιο σημείο την βάζεις να ξεφυλλίζει την μετάφραση του Φάουστ από τον Αριστομένη Προβελέγγιο, μετανοημένη που άφησε τις ελληνικές της ρίζες να ατροφήσουν. Ξέρουμε κι από άλλες πηγές, τον Βικέλα λ.χ., τις βιογραφίες του Καβάφη, πόσο καλά προσαρμοσμένοι ήταν οι Έλληνες στο περιβάλλον της βικτωριανής Αγγλίας. Αλλά και πόσο γρήγορα ενίοτε αφομοιώνονταν πλήρως…

Θίγεις ένα κρίσιμο σημείο που με απασχόλησε ιδιαίτερα πριν αφεθώ τελικά στην φαντασία και το ένστικτό μου – το μεγάλο πλεονέκτημα της μυθοπλασίας απέναντι στην ιστορική μελέτη και την βιογραφία. Δυστυχώς οι πηγές για την ίδια είναι ελάχιστες, ακόμη και οι επιστολές της λιγοστές. Αυτές δε που ελάμβανε ανύπαρκτες – μαρτυρείται ότι τις έκαψε. Τα περιθώρια συνεπώς ήταν μεγάλα, αντιστοίχως και η διακινδύνευση. Αντιθέτως για τον σύζυγό της, τον Ουίλλιαμ Στίλλμαν, τα πράγματα ήταν πιο εύκολα αφού έγραψε και εξέδωσε απομνημονεύματα. Η αναφορά στην μετάφραση του Προβελέγγιου είναι επινοημένη, όπως και η παρουσία της π.χ. στο φιλελληνικό συλλαλητήριο του 1922, που όντως έγινε στο Λονδίνο. Δυστυχώς η Μαρία συν τω χρόνω πήρε αποστάσεις από την ελληνική ζωή και δεν είναι τυχαίο ότι δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα. Θεωρώ βέβαιη την πικρία από τις επιθέσεις του αθηναϊκού τύπου κατά του πατέρα της (προξένου της Ελλάδας στο Λονδίνο και επιχειρηματία που χρηματοδοτούσε ελληνικά επαναστατικά κινήματα) αλλά και κατά του Στίλλμαν, φίλων αμφοτέρων του Χαρίλαου Τρικούπη. Η εχθρότης του μικροελλαδισμού που εξαντλείται σε ηρωικούς δεκάρικους και των λεγομένων «αυτοχθόνων» έναντι των Ελλήνων των παροικιών είναι νομίζω γνωστές τοις πάσι. Ωστόσο η Μαρία δεν αγγλοποιήθηκε. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι τα παιδιά και τα εγγόνια της κατέληξαν στις ΗΠΑ (εκεί ζουν σήμερα οι απόγονοί της). Καμιά μεταφύτευση όμως δεν φέρνει την ευτυχία. Σκέπτομαι πως ήταν μοιραίο (αφού αποτύχαμε να συγκροτηθεί ο ελληνικός κοσμοπολιτισμός) άλλοι να γίνουν κοσμοπολίτες κι άλλοι να οχυρωθούν νοσταλγικά στην ανάμνηση του εθνισμού μας – πριν τα σαρώσει όλα ο επελαύνων μηδενισμός. Η πληγή της αποτυχίας του νέου Ελληνισμού πάντως παραμένει ανοιχτή. Ό,τι κι αν πουν οι ξεριζωμένοι, όσες δικαιολογίες και αν εφεύρουμε.

— Όπως και τ’ άλλα σου βιβλία, το Υπέροχα ανέβηκε στα ύψη σχολιάζει διαμέσου του παρελθόντος το παρόν. Γράφεις λ.χ. «την πραγματική διαφορά μεταξύ των καθεστώτων δεν την κάνει το πρόσωπο των κυβερνώντων όσο ο χαρακτήρας των κυβερνωμένων». Ή, πιο ωμά αυτή τη φορά, «Ξένος πάλι – ανέχονται οι Ρωμιοί να βασιλεύει Ρωμιός;»

Κάθε φορά που αναλύουμε τις κακοδαιμονίες ή και τις συμφορές που μας πλήττουν, έχουμε την τάση να τις αποδίδουμε είτε σε μια «κρίση αξιών» είτε σε ανάξιες ηγεσίες είτε, ακόμη χειρότερα, σε συνωμοσίες. Πρόκειται για ακίνδυνα εικονικά φάρμακα που παρουσιάζονται ως πανάκεια. Στην πραγματικότητα οι «αξίες» είναι πολιτιστικά προϊόντα, η ιεραρχία των οποίων καθορίζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε προτιμήσεις και τα ενδιαφέροντά μας (για να μην πω συμφέροντα), οπότε και η εγκυρότητά τους μειώνεται καθώς οι προτιμήσεις και τα συμφέροντα εξελίσσονται. Προφανώς η εξουσία υποβάλλεται στην συνεχή βάσανο της αμφισβήτησης. Πότε όμως γίνεται αυτή η αμφισβήτηση ανταρσία και πολιτική μεταβολή; Οι κοινωνικοί επιστήμονες θα απαντούσαν όταν ωριμάσουν οι κοινωνικές συνθήκες. Εγώ θα έλεγα πως είναι οι χαρακτήρες των ανθρώπων που όταν συντονιστούν σε έναν κοινό τρόπο αντίδρασης οδηγούν στις μεγάλες ιστορικές αλλαγές. Στην ελληνική περίπτωση που αναφέρεις, ο ημιάγριος ατομικισμός και η ενδιάθετη ροπή προς συνεχείς εμφυλίους πολέμους υποχωρούν μόνο μπροστά στο αίσθημα μιας ξένης διαιτησίας. Από την κλήση ξένων βασιλέων ως την πρόσκληση διαιτητών ποδοσφαιρικών αγώνων, από την αναζήτηση προπονητών ως την αμφίθυμη υποδοχή αθλητών, καθηγητών και πολιτικών με διεθνείς τίτλους, δεν αποδεικνύεται ένα θηριώδες έλλειμμα εθνικής αυτοπεποίθησης; Αλίμονο δε αν κάποιος ξεχωρίσει – για να μην αναφερθώ σε όσα αντιμετώπισε ο ελληνισμός των παροικιών όταν θέλησε να υπηρετήσει αυτόν τον τόπο. Σε αντίθεση λοιπόν με τις εφήμερες και μεταβαλλόμενες αξίες, ίσως θα έπρεπε να ξαναμιλήσουμε για αυτό που οι Αρχαίοι ονόμαζαν αρετές. Αλλά πώς κανείς να επικαλεστεί τέτοιες λέξεις, αν δεν αναγνωρίσει έναν ηθικό κώδικα από τον οποίο αυτές πηγάζουν; Και τέτοιος κοινός κώδικας  δεν υπάρχει όταν τελειώνει ένας ολόκληρος κόσμος…

— «Λίγο πριν τελειώσει αυτός ο κόσμος» είναι και ο τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου. Τίτλος που μοιάζει να συνοψίζει επιγραμματικά την ψυχική διάθεση που το γέννησε, και την βαθύτερη επίγνωση που το υποβαστάζει. Σκέφτομαι τώρα ότι και εδώ και έξω τα πιο αξιόλογα πράγματα που γράφονται μοιάζουν όλο πιο πολύ με Ρέκβιεμ. Του Σινιόσογλου το Απομονωτήριο λ.χ. Ή κάποια από τα βιβλία του Ουελλμπέκ.

Ακριβώς! Βέβαια αυτή η αίσθηση δεν είναι νέα. Ήδη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο έχουμε τις πρώτες ρωγμές στην θεολογία της προόδου. Η Μαρία Σπάρταλη, έχοντας ζήσει την αισιοδοξία του 19ου αιώνα, λίγο πριν πεθάνει, με την εμπειρία ήδη του πρώτου τετάρτου του εικοστού αιώνα, νιώθει πως ο κόσμος που ήξερε τελειώνει. Σκέπτομαι πως εμείς, με την εμπειρία του πρώτου τετάρτου του εικοστού πρώτου αιώνα, μπορούμε να κάνουμε ένα ακόμη βήμα. Να πούμε πως πιθανότατα πεθαίνει όχι απλώς ο κόσμος «μας» αλλά ο κόσμος. Κοίταξε. Ένας πολιτισμός μπορεί να μην πεθάνει από μια φυσική ή πολεμική καταστροφή. Μπορεί να πεθάνει και από φυσικό θάνατο. Αυτό ίσως συμβαίνει και με τον δικό μας και ακριβώς αυτό που σημαίνει «τέλος», νομίζω, πρέπει να κατανοήσουμε. Τα εύστοχα παραδείγματα που ανέφερες καταδεικνύουν –μέσω της εξέτασης συγκεκριμένων χαρακτηριστικών της ιστορίας και του πολιτισμού– την παρακμή ενός κόσμου. Το τέλος αυτού του κόσμου όμως δεν είναι απαραίτητο να λάβει την χορογραφία καταστροφής στην οποία έλκονται οι περισσότεροι άνθρωποι. Δεν θα είναι απαραίτητα ένα κατακλυσμικό γεγονός ή ένας από εκείνους τους πολέμους των οποίων οι φρικαλεότητες είναι γνωστές και, εν πάση περιπτώσει, εύκολο να φανταστούμε. Τέλος του κόσμου και του πολιτισμού θα μπορούσε να έρθει και μέσω της ειρήνης, μέσω της πλήρους αισθητικής ισοπέδωσης ή της παγκόσμιας υπακοής σε ένα πρότυπο τεχνητής νοημοσύνης, με τους ανθρώπους να μη διαφέρουν από οικόσιτα ζώα ενώ οι μάζες θα ψυχαγωγούνται μέσω εξουσιοδοτημένων ποιητών, οι οποίοι θα στιχουργούν τις νέες πολιτικές αξίες και θα τραγουδούν την θρησκεία της κοινωνικής προσφοράς, όταν φτάσουμε να θεωρούμε το παρελθόν του πολιτισμού παρελθόν βαρβαρότητας και οι νεκροί μας θα γίνονται όλοι στάχτη και καπνός. Αυτό είναι το χειρότερο τέλος του κόσμου, ακόμη και αν τον αντικαταστήσει ένας νέος λαμπρός μύθος, με «αξίες» αλλά χωρίς καμία αρετή.

— Με μια έννοια, αυτό το «τέλος» ίσως έχει ήδη επέλθει: από το συνεχές ντοπάρισμα των αισθήσεων, από την άκριτη αγνόηση της φυσικής οικονομίας του ζην, από την πλήρη επικράτηση της Αρχής της Ηδονής επί της Αρχής της Πραγματικότητας, που έλεγε ο Κονδύλης. Ψυχικά –μήπως ήδη και νευρολογικά;– είμαστε ένας πολιτισμός εξαντλημένος. Γράφεις: «Όσα αισθήματα ξεκινούν σφοδρά γρήγορα αφανίζονται, το σώμα συνεχώς ζητάει νέες κολακείες, νέες πλάνες». Η αδιάκοπη ερωτοτροπία με τον ίλιγγο, οδηγεί στην κατακρήμνιση…

Η τελευταία αυτή φράση, όπως την υπενθυμίζεις, φωτίζει, νομίζω, το τραγικό μας αδιέξοδο που κάνει ακόμη και το τέλος (όπως με ακρίβεια το περιγράφεις) να μοιάζει με εισαγωγή σε κάτι χειρότερο. Οι αισιόδοξοι θα μας πουν βέβαια για αγώνες, για αρχές και άλλα ηχηρά και ηδονικά παρόμοια αλλά αδυνατούν να απαντήσουν στην απλή ερώτηση: «Προς τι;». Ξέρεις πολύ καλά ότι η παραδοσιακή κοινωνία βασιζόταν στην κυριαρχία, όχι στη βία. Είχε έναν «ολύμπιο», θα έλεγα χαρακτήρα, επιβαλλόταν άμεσα, όχι μέσω της βίας αλλά μέσω της άμεσης παρουσίας. Η προσήλωση και η αναγνώριση από τον κατώτερο αποτελούσαν την θεμελιώδη βάση κάθε ιεραρχίας. Η νικηφόρα και δημιουργική παρουσία στον κόσμο πραγμάτων που δεν είναι του κόσμου αυτού, ήταν επί χιλιετίες η προϋπόθεση κάθε πολιτισμού. Όταν όμως, όπως συνέβη με την εξέγερση των αγγέλων, ο επαναστάτης σκοτώσει την ιεραρχία μέσα του, ανατινάσσει και τις δυνατότητες που αντιστοιχούν στο εσωτερικό θεμέλιο της όποιας τάξης. Αυτό νομίζω, κατ’ αναλογίαν, πυροδότησε τη διαδικασία κατάρρευσης της νεωτερικότητας που δεν ήταν τελικά παρά η εξάπλωση της αδυναμίας και η απροθυμία να αντιληφθούμε τις υψηλότερες πτυχές της ύπαρξης. Σε αντικατάστασή τους δοθήκαμε στον ίλιγγο της διαρκούς προόδου, ξεχνώντας πως το τέλος της προόδου του ανθρώπου, του δρόμου προς το κενό, είναι η κατακρήμνιση. Δηλαδή ο θάνατος. Και τώρα, αμετανόητα αισιόδοξοι, νομίζουμε πως διά της Τεχνικής θα λύσουμε κι αυτή την αντίφαση. Αστεία πράγματα…

— Είπες πιο πριν ότι δεν θεωρείς τα λογοτεχνικά σου έργα ιστορικά μυθιστορήματα με την συμβατική έννοια του όρου. Από την άλλη, η ιστορία είναι διαρκώς παρούσα στα βιβλία αυτά, όχι μόνο επειδή αφηγείσαι εκτενώς ιστορικά συμβάντα, την Κρητική Επανάσταση του 1866 λ.χ. σε αυτό εδώ, αλλά επειδή διαλέγονται με την ιστορία αδιαλείπτως. Συγχρόνως είσαι βεβαίως και ιστορικός δεινός με κάμποσα βιβλία στο ενεργητικό σου. Πώς μοιράζονται μέσα σου οι δύο αυτοί ρόλοι, του ιστοριογράφου και του μυθοπλάστη; Και αν έχει βάση η παρατήρηση πως ο οψιμότερος Χατζηαντωνίου είναι πρωτίστως ο μυθιστοριογράφος και δευτερευόντως πλέον ο ιστορικός, τι σε οδήγησε σε αυτήν την ειδολογική  μετατόπιση της συγγραφικής σου εργασίας;

Εύλογη η παρατήρηση και θα είμαι απολύτως ειλικρινής. Η μετατόπιση ήταν μάλλον μια αλλαγή συγγραφικής στρατηγικής παρά η αποδοχή μιας απαγόρευσης που έθετε ακαδημαϊκές προϋποθέσεις χρήσης της ιδιότητας του ιστορικού και δεν απαντούσε επί της ουσίας σε επιχειρήματα (π.χ. της ελληνικής εθνογένεσης ή της σημασίας της μικρασιατικής εκστρατείας, με την οποία κάποτε ασχολήθηκα ιδιαιτέρως) ή εξέφραζε απλώς δυσανεξία προς το συναισθηματικό, το παπαρρηγοπούλειο (για να μην πω… ζαμπέλειο) ύφους του λόγου μου. Επί της ουσίας γράφω διαρκώς μιαν αφήγηση της ελληνικής υπάρξεως. Μου προκαλεί ωστόσο απορία πως όσοι υποστηρίζουν πως όλα είναι… αφηγήματα ή ταξικά ιδεολογήματα (ακόμη και η εθνική μας υπόσταση), ενθυμούνται την… επιστήμη όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν τα επιχειρήματα της ελληνικής εμπειρίας. Ας το πω όμως πιο καθαρά. Όλοι οι άνθρωποι του λόγου κάποια στιγμή επιλέγουν μεταξύ επιστήμης και τέχνης. Ουδείς δύναται ταις δυσί αυταίς κυρίαις δουλεύειν συγχρόνως. Μοιραία θα απατήσει μία από τις δύο ή … και τις δύο. Αλλά μήπως η ίδια μας η ζωή (για να μην πω η ζωή του ανθρώπου και το βαρύνω) δεν είναι μια αφήγηση που κανείς δεν ξέρει πώς θα ολοκληρωθεί;

– Είπες ότι γράφεις διαρκώς «το αφήγημα της ελληνικής υπάρξεως». Ξέρω κάμποσους κριτικούς και θεωρητικούς που και γι’ αυτήν και μόνη τη φράση θα σε πετούσαν στον καιάδα του αεθνούς τους κόσμου. Θα επανέλθω παρακάτω. Θέλω να ρωτήσω κάτι άλλο προηγουμένως. Τι σ’ έφερε στο γράψιμο, ποια ύλη βιωματική σε οδήγησε στα βιβλία που έγραψες μετέπειτα; Ήταν το οικογενειακό περιβάλλον, τα Δωδεκάνησα και η Ρόδος της καταγωγής σου, οι πολιτικές συνθήκες της λαμπρής μας Μεταπολιτεύσεως;

Ανέλαβα από νωρίς την ευθύνη των ιδεών και των λόγων μου και ένιωσα πολύ καλά αυτό που λες. Δεν με βρήκε ωστόσο απροετοίμαστο και χωρίς αντισώματα η κριτική τους. Ύψωσα τείχη κι έμαθα να προσέχω την κρίση μόνο ανθρώπων που εκτιμώ. Ας πάμε όμως στα πιο σημαντικά. Το περιβάλλον –οικογενειακό, κοινωνικό, φυσικό– είναι προφανές ότι ασκεί σοβαρή επιρροή στις επιλογές μας. Η ύπαρξη του ανθρώπου δεν είναι μια ύπαρξη σε κενό χώρου και χρόνου. Είμαστε εδώ και τώρα. Και μας καθορίζουν τα πρόσωπα εκείνα που πρωτοαντικρίσαμε, το χώμα που πρωτοπαίξαμε, η θάλασσα που πρωτομπήκαμε. Το γεγονός, για παράδειγμα, ότι ο πατέρας μου υπήρξε αλύτρωτος (στην ιταλοκρατούμενη Ρόδο) ή πολέμησε στο έπος του 1940 είχε ένα ειδικό βάρος. Περισσότερο όμως νομίζω πως σφράγισε την διαμόρφωση του χαρακτήρα μου και προδίκασε τις επιλογές μου, η τεράστια κοινωνική μετάλλαξη που επήλθε στο Αιγαίο συνεπεία της τουριστικής επέλασης, σε συνδυασμό με μιαν ηθική και αισθητική εξαχρείωση που έχει βαθιές ρίζες αλλά δυστυχώς ταυτίστηκε με την περίοδο που ονομάζουμε Μεταπολίτευση. Λέω δυστυχώς διότι οι προσδοκίες που γεννήθηκαν δικαίως μέσα στο κλίμα απελευθέρωσης του 1974 (παρά τις υποψίες που έπρεπε να μας προκαλέσει η εγκατάλειψη της Κύπρου – να μια παιδική ανάμνηση που υπήρξε για μένα καίριας σημασίας), διαψεύστηκαν οικτρά. Αναγνωρίζω πως για κάποιους που ανήλθαν κοινωνικά ή εν πάση περιπτώσει μετρούν την ζωή μόνο με το μέτρο της πολιτικής δημοκρατίας, αυτό ακούγεται έως και προκλητικό. Εγώ ωστόσο επιμένω να μιλώ για το σκουλήκι που κατέφαγε το αστραφτερό μήλο. Έστω με τον κίνδυνο της αυθαιρεσίας και της υποκειμενικότητας αφού ζούμε ακόμη εντός αυτής.

— Αναδρομικά, ποιοι συγγραφείς νομίζεις ότι σου στάθηκαν οδηγός στα χρόνια της διαμόρφωσης; Σε ποιους, δικούς μας ή ξένους, οφείλεις τα περισσότερα;

Στην μνήμη μου έρχεται αυτή την στιγμή μια σκηνή. Καλοκαίρι του 1976. Είμαι έντεκα χρονών και μόλις έχω τελειώσει το δημοτικό σχολείο της παιδαγωγικής ακαδημίας Ρόδου. Γονείς και συγγενείς, με βλέπουν έκπληκτοι να έχω παρατήσει το παιχνίδι στο κτήμα (όπου επιχειρούσαμε μια προσομοίωση των ολυμπιακών αγώνων εκείνης της χρονιάς) και να διαβάζω έναν ογκώδη τόμο με σκληρόδετο κόκκινο εξώφυλλο, θυμάμαι. Λέοντος Τολστόη, Πόλεμος και Ειρήνη. Μια μύηση στο έπος και συγχρόνως στην σιωπή. Και μετά, πλάι στους λυρικούς της γενιάς του Τριάντα (Βενέζης, Μυριβήλης, Τερζάκης) που είχαν προηγηθεί, ο Παλαμάς κι ο Καζαντζάκης. Πλάι στην Πηνελόπη Δέλτα και τον Ερωτόκριτο, ο Ιούλιος Βερν, ο Έκτωρ Μαλό, ο Κάρολος Ντίκενς και ο Ντοστογέφσκη, με το Έγκλημα και Τιμωρία. Αναφέρομαι, όπως βλέπεις, στα βιβλία των πρώτων μου αναγνώσεων, αν και ενδεχομένως πιο κρίσιμα στάθηκαν άλλα (αυτά των χρόνων της νεότητας: Γάλλοι και Ρώσοι κλασικοί αλλά κι όσοι εν προόδω ανακάλυπτα πως εξέφραζαν, όπως εγώ, δυσανεξία προς την νεωτερικότητα), γιατί πιστεύω στην θεωρία του υποστρώματος. Ίσως εκεί βρίσκεται η ιδέα μου για την συγγραφή ως μια μέθοδο αυτογνωσίας όσο και υπεράσπισης οριστικά χαμένων υποθέσεων και όχι συναισθηματικής εκτόνωσης ή φιλοδοξίας για την αφήγηση επεισοδίων της ζωής για να περνάει η ώρα. Η προσήλωσή μου σε μια θεωρία ταυτότητας ωστόσο, ποτέ δεν με εμπόδισε να χάνομαι σε κάθε σημείο του αναγνωστικού ορίζοντα προκειμένου να ανακαλύψω κάτι συγγενές με την ψυχή μου, σε όποια γλώσσα το συναντούσα και το συναντώ.

— Και από τους σημερινούς μας συγγραφείς; Έχεις εικόνα της φαντασμαγορικής, στους αριθμούς τουλάχιστον, λογοτεχνικής μας βιβλιοπαραγωγής; Διευθύνεις ένα λογοτεχνικό περιοδικό, υποθέτω ότι θα περνούν από τα χέρια και τα μάτια σου πολλά.

Ομολογώ την αμηχανία, αν όχι την αδυναμία μου, να μιλήσω με ονόματα για το σημερινό συγγραφικό τοπίο. Παρακολουθώ, στο μέτρο του δυνατού, την εξέλιξη, τις ρητορείες και τις αψιμαχίες στους βάλτους που οι εγκάτοικοί τους νομίζουν πως είναι θάλασσες, χαμογελώ με την επιστροφή της «μαντήλας», αναπόφευκτη αφού αποτύχαμε να συγκροτήσουμε τον νεοελληνικό αστικό μύθο. Ίσως να μην έχω την απαιτούμενη εποπτεία, πάντως δεν φείδομαι επαίνων σε όσα έργα και συγγραφείς μού «μιλούν». Δεν είμαι ο αρμοδιώτερος, ούτε είμαι βέβαιος αν ο υπερπληθωρισμός της γραφής και της έκδοσης λειτουργεί θετικά, αρνητικά ή είναι τελικά αδιάφορος ως προς την εξέλιξη της λογοτεχνικής ζωής. Υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα για κάθε άποψη. Το επ’ εμοί έχω καταλήξει πως μάλλον πρόκειται για ακόμη μια μορφή «εξέγερσης των μαζών», μια μορφή μαζικής δημοκρατίας της έκφρασης α λα γκρεκ. Αν η γενική εικόνα δεν μας αρέσει, αυτό κάτι λέει για την εποχή μας και τον τόπο μας, όχι ειδικά για την λογοτεχνία μας. Γι’ αυτό και θεωρώ επιβαλλόμενη την δημοσίευση ακόμη και μέτριων πραγμάτων διότι φωτίζουν το πραγματικό τοπίο. Αν μη τι άλλο έχουν (όταν την έχουν…) την αρετή της γνησιότητας. Θα το εκτιμήσουμε αυτό στο σύντομο μέλλον. Το κύριο πρόβλημα βρίσκεται, κατά την γνώμη μου, περισσότερο στην κριτική. Δεν μου αρέσει να κρίνω τις επιλογές των… κριτικών, των αναγνωστών ή των συγγραφέων. Συνηθίζω να λέω πως οι συγγραφείς με τον τρόπο τους επιλέγουν και αυτοί τους αναγνώστες τους. Οι κριτικοί όμως; Είμαι πεπεισμένος πως τα κριτήριά τους δεν είναι αισθητικά αλλά ιδεολογικά όσο ποτέ άλλοτε, ενώ δεν λείπουν οι ιδιοτέλειες, τα απωθημένα, τα πάθη, οι σουσουδισμοί. Άλλωστε συγγραφείς είναι, πρακτικώς, και αυτοί. Θέλω να τονίσω πως δεν μας λείπουν τα ταλέντα, μας λείπουν οι χαρακτήρες. Ας μην έχουμε λοιπόν αυταπάτες. Ξέρουμε όλοι πολύ καλά τι θέλει μια ορισμένη αγορά, μια ορισμένη εφημερίδα ή μια ορισμένη κριτική σχολή που γέρασε πριν την ώρα της. Αλλά όσο περνούν τα χρόνια θα ήταν φρόνιμο, νομίζω, να θυμόμαστε πως «δεν χρειάζεται να κουβαλά κανείς τα νεανικά του ελαττώματα στα γεράματά του γιατί τα γεράματα έχουν από μόνα τους τα δικά τους ελαττώματα», όπως έγραψε ο Γκαίτε.

— Να γίνω ευθύτερος; Έχεις τόσα βιβλία στο ενεργητικό σου, βραβεία εδώ και έξω, μεταφράσεις στο εξωτερικό, επανεκδόσεις, τα μυθιστορήματά σου βγαίνουν σε μεγάλο εκδότη, η παρουσία σου στη δημόσια σφαίρα είναι συνεχής και συνεπής. Όμως μια μερίδα της κριτικής, αυτή που το πορτραίτο της το σκιαγράφησες παραπάνω, παριστάνει ότι δεν σε ξέρει. Όπως καμώνεται ότι αγνοεί και κάμποσους άλλους, που δεν πληρούν τις ιδεολογικές της προδιαγραφές. Οι εκφραστές της, απομεινάρια του μεταψυχροπολέμου και των παρωπίδων του, αρρωσταίνουν με οτιδήποτε ελληνικό, βγάζουν φλύκταινες με όσους ασκούν κριτική στην παρακμιακή Δύση, ξεπατικώνουν τον τελευταίο συρμό απ’ έξω και μετρούν πάνω του στο προκρούστειο κρεβάτι τους το δικό μας παρόν και παρελθόν. Και, φυσικά, είναι πανταχού παρόντες στα θέσμια και τα παραθέσμιά μας.

Ας πούμε λοιπόν τα πράγματα με τα ονόματά τους. Υπάρχει ένα παρακμιακό τόξο, φοβικό και ανασφαλές, και για τούτο αμείλικτο, είτε για την πεζογραφία είτε για την ποίηση μιλούμε. Δεν είναι νέο το φαινόμενο και ούτε αφορά μόνο την λογοτεχνία. Αυτοί που κάποτε έκαναν λόγο για τις «κλίκες» της γενιάς του Τριάντα, σχημάτισαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες αδίστακτες φατρίες, δημοσιογραφικού μάλλον τύπου παρά κριτικού ή φιλολογικού πλαισίου. Δεν είχα ποτέ αυταπάτες. Η θητεία μου στο ιστορικό και πολιτικό δοκίμιο ή η αρθρογραφία μου, ήξερα πως θα έχει συνέπειες. Πολλοί μιλούν για την ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς. Δεν συμφωνώ. Πρόκειται κυρίως για πρώην ή κατά φαντασίαν αριστερούς, φθηνά εξαγορασμένους από τον καθεστωτικό τύπο, χωρίς ωστόσο το ταλέντο που είχε π.χ. κάποτε ένας Χουρμούζιος. Και πό κοντά καραμπινάτοι πλην ασπόνδυλοι δεξιοί που θέλουν απλώς να σταδιοδρομήσουν. Τους βλέπεις να συνεργάζονται σε θέσμια και παραθέσμια, όπως σημειώνεις, να εισάγουν από το εξωτερικό ομότροπους αλλά να αγνοούν έργα και συγγραφείς που διαφοροποιούνται και εκεί. Δέστε για παράδειγμα τις εκπομπές βιβλίου της κρατικής ραδιοτηλεόρασης ή το γραφείο ταξιδίων της Διεύθυνσης Γραμμάτων του υπουργείου Πολιτισμού, το Ίδρυμα Βιβλίου και τις επιδοτούμενες μεταφράσεις, ακόμη και τις λογοτεχνικές σελίδες δεξιών ή ακροδεξιών εφημερίδων. Δεν ξέρω αν φταίει το γεγονός πως έχουμε στην Ελλάδα την πιο αγράμματη, την πιο ιδιοτελή δεξιά της υφηλίου ή πως η αστική μας τάξη πέθανε κατ’  ουσίαν το 1922. Δεν είναι, επαναλαμβάνω, νέο το φαινόμενο. Θα ήταν κωμικά αυτά τα φαινόμενα αν δεν είχαν οδηγήσει στην διεθνή ανυποληψία της ελληνικής λογοτεχνίας. Γιατί, σε αυτά που λέω μπορεί κανείς να διαφωνήσει. Αλλά ότι διεθνώς είμαστε ανύπαρκτοι δεν μπορεί κανείς σοβαρά να το αμφισβητήσει. Είμαστε ακόμη στον αστερισμό του Καβάφη και του Καζαντζάκη και κοντεύει ένας αιώνας από τότε! Και βλέπεις να εκφράζονται περιφρονητικά για τον Παλαμά, άνθρωποι που χαρακτηρίζουν μεγάλους ποιητές ένδοξες μετριότητες της τελευταίας πεντηκονταετίας. Μία τέτοια κριτική πώς να την πάρει κανείς σοβαρά;

— Είναι βεβαίως και το κλίμα της ακρισίας στα φιλολογικά μας τμήματα, ένα μείγμα τραυλής θεωριοκρατίας (ο όρος του Βαγενά) και ατέρμονης ασημαντολογίας. Συναφές ίσως: τα ιστορικά σου συγγράμματα (τελευταίο τους δείγμα Η εξόριστη πολιτεία. Η ελληνική κυβέρνηση στη Μέση Ανατολή 1941-1944) έχουν νομίζω βρει τον δρόμο τους προς το ευρύτερο κοινό. Αναρωτιέμαι τι είδους υποδοχή τούς επεφύλαξε η θεσμική μας ιστοριογραφία.

Δεν διαφέρουν πολύ τα πράγματα σε αυτό το πεδίο αν και εδώ υπάρχει μεγαλύτερη ειλικρίνεια, οι ιδεολογικές συγκρούσεις είναι πιο καθαρές. Έχοντας διαφοροποιηθεί από τα κυρίαρχα ιστορικά αφηγήματα του μεταπολιτευτικού ακαδημαϊσμού, εξίσου ταξικά, είτε υποστηρίζουν την ηρωική μυθοπλασία της αριστεράς είτε τον αφελή δυτικισμό του κέντρου είτε τον μικροελλαδικό κυνισμό της δεξιάς, τα περιθώρια υποδοχής είχαν στενέψει πολύ εξαρχής. Όμως ήταν και είναι παρήγορο πως υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που βρίσκει στην αντίληψη που διαπερνά τα ιστορικά μου βιβλία, μια αντίληψη υπεράσπισης του δικαιώματος ενός αρχαίου λαού να ζήσει αυτόνομος στις πατρίδες του και ταυτόχρονα προάσπισης ασύνορων ηθικών ιδεών, αισθήματα και σκέψεις δικές τους για την συλλογική μας εμπειρία. Και αυτό με κάνει να πιστεύω πως το νεοελληνικό στοίχημα δεν έχει ακόμη χαθεί οριστικά· αποτρέπει, αν θέλεις, την βύθισή μου στη σιωπή. Γιατί ένας κόσμος χωρίς Έλληνες θα ήταν, για μένα τουλάχιστον, ένας κόσμος χωρίς νόημα.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ:                                                       https://neoplanodion.gr/2026/10/06/kostas-xatziantoniou-synenteuxi/?fbclid=IwY2xjawUxqwlleHRuA2FlbQIxMQBwZG9mBXNydGMGYXBwX2lkEDIyMjAzOTE3ODgyMDA4OTIAAR73XID1CQbqBo7s8F2HPPLuZEVF-QdWZk5R3E34a35jWDf6VyiKURKE9w9A7Q_aem_KxauI1g741B0WMQ1N4ob-Q

*

by : tinakanoumegk


Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια
Κοινοποίησε μια δημοσίευση από Tereza Louizou
Αγαπητοί φίλοι και συμπολίτες. Θέλω να σας ενημερώσω ότι ουδεμία σχέση έχω πλέον με την ομάδα ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΣΤΕΣ που επί 14 χρόνια δρούσε στην περιοχή Ροζενών - Δερβενίου με τη δική μου σκηνοθετική επιμέλεια. Η αποχώρησή μου δεν ήταν δική μου επιθυμία. Δύο από τα μέλη της δήλωσαν πως η αφιλοκερδής προσφορά μου στην πολιτιστική ανάδειξη της περιοχής μας δεν κρίνεται πλέον απαραίτητη.
📌Η πλειονότητα της ομάδας διαφώνησε με τις θέσεις τους οπότε συνεχίζουμε, όλοι παρέα, την καλλιτεχνική μας δραστηριότητα μέσω νέου φορέα σε άλλο δήμο.
Σας ευχαριστώ για την υποστήριξη τα 14 τελευταία χρόνια.
Τερέζα Λουίζου
by : tinakanoumegk

 

Ο Ντίνος Παπαντωνίου αναλύει τον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης - Ο λαβύρινθος, η λογοδοσία και τα 2,44 δισ. €

papantoniou ninos

Γράφει ο Ντίνος Παπαντωνίου

Ένας νέος Κώδικας ή ένας ακόμη πιο δύσκολος λαβύρινθος για τους Δήμους;

Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ο Ν. 5314/2026, δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α΄103/29.6.2026 και επιχειρεί να συγκεντρώσει σε ένα ενιαίο θεσμικό πλαίσιο ένα μεγάλο μέρος της νομοθεσίας που επί χρόνια ήταν κατακερματισμένη σε εκατοντάδες διατάξεις.

Η κωδικοποίηση ήταν αναγκαία.

Το κρίσιμο, όμως, ερώτημα είναι άλλο:

Μαζί με την τακτοποίηση της πολυνομίας ενισχύονται πραγματικά η τοπική δημοκρατία, η αντιπροσωπευτικότητα, η λογοδοσία και η διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων;

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της νέας αυτοδιοικητικής περιόδου.

Το Δημοτικό Συμβούλιο και το «πεντάλεπτο» της Δημοκρατίας

Μία από τις συζητήσεις που προκαλεί ο νέος Κώδικας αφορά τη λειτουργία του Δημοτικού Συμβουλίου.

Με το άρθρο 126 προβλέπεται δυνατότητα της μείζονος μειοψηφίας να επιβάλει την εισαγωγή θέματος έως τρεις φορές τον χρόνο, ενώ κάθε άλλη δημοτική παράταξη μπορεί να το πράξει μία φορά.

Παράλληλα, ο νέος Κώδικας δεν θεσμοθετεί αυτοτελή γενικό χρόνο πριν από την ημερήσια διάταξη για ερωτήσεις και παρεμβάσεις των δημοτικών συμβούλων.

Δεν πρόκειται ακριβώς για «κατάργηση του πεντάλεπτου». Πρόκειται για το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος χρόνος δεν προβλέπεται πλέον με τον ίδιο τρόπο στον Κώδικα.

Και εδώ βρίσκεται μία ουσιαστική θεσμική συζήτηση.

Ένας σύντομος χρόνος πριν από την ημερήσια διάταξη μπορεί να λειτουργεί ως άμεσος δίαυλος μεταξύ του αιρετού και της κοινωνίας.

Ένας δημοτικός σύμβουλος μπορεί να θέσει ένα πρόβλημα μιας γειτονιάς, μιας κοινότητας, ενός επαγγελματικού κλάδου ή ενός πολίτη χωρίς αυτό να εξαρτάται από την προηγούμενη ένταξη του ζητήματος στην ημερήσια διάταξη.

Ο νέος Κώδικας, πάντως, αφήνει περιθώριο στο ίδιο το Δημοτικό Συμβούλιο να καθορίσει λεπτομέρειες λειτουργίας του μέσα από τον Κανονισμό Λειτουργίας του.

Κατά τη γνώμη μου, αυτός ο χρόνος μπορεί και πρέπει να επανέλθει μέσα από τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας των Δημοτικών Συμβουλίων.

Γιατί δεν μιλάμε απλώς για πέντε λεπτά.

Μιλάμε για το δικαίωμα του αιρετού να ρωτά, να ελέγχει και να μεταφέρει τη φωνή της τοπικής κοινωνίας.

Και αυτό είναι ζήτημα Δημοκρατίας.

Λογοδοσία: από τους δύο στους τέσσερις μήνες

Μία ακόμη σημαντική αλλαγή αφορά την ειδική συνεδρίαση λογοδοσίας της δημοτικής αρχής.

Με το νέο πλαίσιο, η ειδική συνεδρίαση συγκαλείται υποχρεωτικά το αργότερο κάθε τέσσερις μήνες, εφόσον έχουν υποβληθεί θέματα προς συζήτηση.

Κάθε δημοτικός σύμβουλος μπορεί να καταθέσει ένα θέμα.

Σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς, όπου η διαδικασία προβλεπόταν σε συχνότερη βάση, δημιουργείται ένα εύλογο ερώτημα:

Η λογοδοσία γίνεται ουσιαστικότερη ή απλώς αραιώνει χρονικά;

Το ζήτημα δεν είναι μόνο αριθμητικό.

Η λογοδοσία αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς δημόσιου ελέγχου της δημοτικής αρχής.

Και όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα ανάμεσα στις συνεδριάσεις λογοδοσίας, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν οι υπόλοιποι μηχανισμοί ελέγχου του Δημοτικού Συμβουλίου.

Δήμαρχος και Δημοτικό Συμβούλιο: ποιος ελέγχει ποιον;

Η συζήτηση για τον νέο Κώδικα δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη συνολικότερη θεσμική αρχιτεκτονική της ελληνικής Αυτοδιοίκησης.

Ο καθηγητής Νικόλαος-Κομνηνός Χλέπας έχει περιγράψει το ελληνικό μοντέλο ως σύστημα με έντονα χαρακτηριστικά προεδρικής λειτουργίας, καθώς ο δήμαρχος εκλέγεται άμεσα για συγκεκριμένη θητεία και ασκεί την εκτελεστική εξουσία χωρίς να εξαρτάται από σχέση εμπιστοσύνης με το Δημοτικό Συμβούλιο.

Το ερώτημα, επομένως, είναι ευρύτερο:

Θέλουμε ένα Δημοτικό Συμβούλιο που ασκεί ουσιαστικό πολιτικό και διοικητικό έλεγχο ή ένα Συμβούλιο του οποίου ο ρόλος περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έγκριση των επιλογών της δημοτικής πλειοψηφίας;

Η απάντηση δεν είναι απλώς διαδικαστική.

Αφορά τον ίδιο τον χαρακτήρα της τοπικής δημοκρατίας.

Το νέο εκλογικό σύστημα και η αντιπροσωπευτικότητα

Ο Ν. 5314/2026 εισάγει σημαντικές αλλαγές και στο σύστημα ανάδειξης δημοτικών και περιφερειακών αρχών.

Μεταξύ άλλων προβλέπεται η δυνατότητα του εκλογέα να δηλώσει, στο ίδιο ψηφοδέλτιο, εναλλακτική ψήφο υπέρ άλλου συνδυασμού.

Εφόσον δεν αναδειχθεί επιτυχών συνδυασμός από την αρχική ψηφοφορία, προβλέπεται δεύτερο στάδιο προσμέτρησης των ψήφων των δύο επικρατέστερων συνδυασμών, μαζί με τις εναλλακτικές ψήφους που έχουν λάβει.

Δεν πραγματοποιείται, δηλαδή, δεύτερη εκλογική Κυριακή.

Παράλληλα, το εκλογικό σύστημα συνδέεται με ενισχυμένη εκπροσώπηση του επιτυχόντος συνδυασμού στο Δημοτικό ή Περιφερειακό Συμβούλιο.

Η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής έθεσε ζητήματα σχετικά με την αντιπροσωπευτικότητα του συστήματος και τη σχέση της ενισχυμένης πλειοψηφίας με την αρχή της αναλογικότητας.

Η επιστημονική συζήτηση, επομένως, δεν αφορά μόνο την κυβερνησιμότητα των Δήμων.

Αφορά και το ερώτημα κατά πόσο η σύνθεση του Δημοτικού Συμβουλίου αποτυπώνει με επαρκή τρόπο την εκλογική βούληση.

Οι διαφορετικές φωνές μέσα στην Αυτοδιοίκηση

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μία σημαντική διάκριση.

Η ΚΕΔΕ ως θεσμός δεν απέρριψε τον νέο Κώδικα.

Τον Δεκέμβριο του 2025 η Έκτακτη Γενική Συνέλευση της ΚΕΔΕ ενέκρινε την εισήγηση της διοίκησής της με 281 ψήφους επί 418 εγγεγραμμένων συνέδρων, ποσοστό 67,2%.

Τον Ιούνιο του 2026 ο πρόεδρος της ΚΕΔΕ Λάζαρος Κυρίζογλου υποστήριξε ότι πάνω από το 90% των αιτημάτων της Ένωσης ενσωματώθηκε στο νέο κείμενο και χαρακτήρισε τον Κώδικα «θετικό βήμα», επισημαίνοντας παράλληλα ότι παρέμεναν ζητήματα προς βελτίωση.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υπάρχει απόλυτη ομοφωνία.

Ο Χάρης Δούκας έχει εκφράσει αντιρρήσεις για τις αλλαγές στο εκλογικό σύστημα και έχει θέσει ζητήματα χρηματοδότησης και ουσιαστικής μεταρρύθμισης.

Ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος έχει εκφράσει επιφυλάξεις για την πολυπλοκότητα του νέου εκλογικού μοντέλου.

Άλλες αυτοδιοικητικές φωνές θεωρούν ότι ο νέος Κώδικας αποτελεί περισσότερο συγκέντρωση και κωδικοποίηση της υφιστάμενης νομοθεσίας παρά μια ριζική μεταβολή του μοντέλου σχέσεων κράτους και Αυτοδιοίκησης.

Η συζήτηση, επομένως, παραμένει ανοιχτή.

Το μεγάλο ζήτημα: τα οικονομικά των Δήμων

Πέρα από τα άρθρα και τις διαδικασίες, υπάρχει η πραγματικότητα των αριθμών.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η ΚΕΔΕ τον Ιούνιο του 2026, το συνολικό λειτουργικό κόστος των Δήμων ανέρχεται σε περίπου 5,34 δισ. ευρώ, ενώ οι Δήμοι λαμβάνουν για το 2026 περίπου 2,9 δισ. ευρώ.

Με βάση αυτά τα στοιχεία, η ΚΕΔΕ προσδιορίζει το χρηματοδοτικό κενό στα 2,44 δισ. ευρώ.

Από το ποσό αυτό, περίπου 1,3 δισ. ευρώ αφορούν λειτουργικές ανάγκες και περίπου 1,2 δισ. ευρώ επενδύσεις.

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο χειροπιαστό πρόβλημα της Αυτοδιοίκησης.

Δεν αρκεί να μεταφέρονται αρμοδιότητες.

Πρέπει να μεταφέρονται μαζί:

  • οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι,
  • το ανθρώπινο δυναμικό,
  • οι διοικητικές δυνατότητες,
  • τα εργαλεία άσκησης των αρμοδιοτήτων.

Διαφορετικά, η αποκέντρωση κινδυνεύει να μετατραπεί σε απλή μεταφορά ευθυνών.

Ελλάδα και Ιταλία: δύο διαφορετικές εικόνες οικονομικής αυτοτέλειας

Η σύγκριση με την Ιταλία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάζει η ΚΕΔΕ, το 50% των ελληνικών Δήμων καλύπτει λιγότερο από το 20% των εσόδων του από ίδιους πόρους.

Η εικόνα αυτή δείχνει υψηλή εξάρτηση σημαντικού τμήματος της Αυτοδιοίκησης από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης.

Στην Ιταλία, η IFEL – Fondazione ANCI, με βάση στοιχεία των ιταλικών Δήμων για το 2023, υπολογίζει τον εθνικό δείκτη οικονομικής αυτονομίας στο 70,5%, ενώ χωρίς τα έσοδα που συνδέονται με την υπηρεσία απορριμμάτων ο δείκτης διαμορφώνεται στο 65,1%.

Οι δύο δείκτες δεν είναι απολύτως ταυτόσημοι ως προς τη μεθοδολογία και επομένως δεν μπορούν να συγκριθούν μηχανικά.

Η εικόνα, όμως, είναι ενδεικτική.

Το ιταλικό Σύνταγμα, στο άρθρο 119, κατοχυρώνει για τους Δήμους οικονομική αυτονομία εσόδων και δαπανών, ίδιους πόρους και δυνατότητα θέσπισης και εφαρμογής τοπικών φόρων και εσόδων μέσα στο γενικό φορολογικό πλαίσιο.

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να αντιγράψει η Ελλάδα το ιταλικό μοντέλο.

Το ερώτημα είναι πολύ απλούστερο:

Μπορεί να υπάρξει πραγματική διοικητική αυτοτέλεια χωρίς πραγματική οικονομική αυτοτέλεια;

Ο λαβύρινθος παραμένει

Η συγκέντρωση εκατοντάδων διάσπαρτων διατάξεων σε έναν ενιαίο Κώδικα αποτελεί ένα βήμα θεσμικής τάξης.

Όμως η μεταρρύθμιση της Αυτοδιοίκησης δεν μπορεί να εξαντλείται στην κωδικοποίηση.

Η πραγματική δοκιμασία θα κριθεί:

  • από το πόσο ισχυρό είναι το Δημοτικό Συμβούλιο,
  • από το πόσο ουσιαστικά ασκείται ο έλεγχος,
  • από το πώς συνδυάζονται κυβερνησιμότητα και αντιπροσωπευτικότητα,
  • από την οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων,
  • από την επάρκεια προσωπικού,
  • από τη σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους, Περιφερειών και Δήμων.

Ο νέος Κώδικας επιχειρεί να χαρτογραφήσει καλύτερα έναν θεσμικό λαβύρινθο δεκαετιών.

Το ερώτημα είναι αν δείχνει και την έξοδο.

Η Αυτοδιοίκηση ως θεσμικό «οχύρωμα»

Έχω γράψει και συμφωνώ με όσες φωνές αντιστέκονται, γιατί το μεγάλο πρόβλημα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν είναι τεχνικό.

Είναι βαθιά θεσμικό και πολιτικό.

Κατά τη γνώμη μου, το μοντέλο των 332 Δήμων και η συνολική αρχιτεκτονική που διαμορφώθηκε από το 2010 και μετά χρειάζονται επανεξέταση.

Δήμοι και Περιφέρειες ανέλαβαν διαδοχικά νέες αρμοδιότητες, χωρίς πάντοτε να διαθέτουν τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους, το προσωπικό και τα απαραίτητα διοικητικά εργαλεία.

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της σημερινής συζήτησης.

Η Αυτοδιοίκηση δεν είναι το μακρύ χέρι του κεντρικού κράτους.

Είναι —ή τουλάχιστον οφείλει να είναι— η θεσμική έκφραση των τοπικών κοινωνιών.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, μπορεί να αποτελέσει ένα θεσμικό ανάχωμα απέναντι στην υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο κεντρικό κράτος.

Και, για να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα από την Ιστορία, ίσως χρειάζεται να ξαναθυμηθούμε τα περίφημα «ξύλινα τείχη» του Θεμιστοκλή.

Η σωτηρία της Αθήνας δεν ήρθε τότε από ψηλότερα και ισχυρότερα τείχη.

Ήρθε από μία διαφορετική αντίληψη άμυνας: από τον στόλο, από μία δύναμη που βρισκόταν έξω από τα συμβατικά τείχη της πόλης.

Κάπως έτσι βλέπω και την Αυτοδιοίκηση σήμερα.

Όχι ως έναν ακόμη διοικητικό μηχανισμό του κεντρικού κράτους.

Αλλά ως ένα «ξύλινο τείχος» της Δημοκρατίας.

Κοντά στον πολίτη.

Κοντά στον τόπο.

Κοντά στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.

Γι’ αυτό και η υπεράσπιση της αυτοτέλειας των Δήμων και των Περιφερειών δεν είναι συντεχνιακό αίτημα των αιρετών.

Είναι ζήτημα δημοκρατικής λειτουργίας του ίδιου του κράτους.

———————————————————————————
Καθημερινή Ενημέρωση με Άποψη και Επίκεντρο τον Δημότη

🔹IsthmosNews

🔹 ΔΗμότης Της Κορινθίας

🔹ΔΗμότης Της Κορινθίας - by IsthmosNews Κορινθιακά Νέα  

by : tinakanoumegk

 

Una breve introduzione alla filosofia della religione

di Alberto Giovanni Biuso - 30/09/2026

Una breve introduzione alla filosofia della religione

Fonte: GRECE Italia

Il sacro come evento universale

La polarità tra μῦθος e λόγος intesi come dimensione sacra e pensiero logico non è universale ma costituisce una delle peculiarità della cultura europea e poi occidentale. In ogni caso la realtà storica e concettuale è assai più complessa della semplice contrapposizione oppure della riduzione dell’uno all’altro. Racconto mitico e narrazione razionale si presentano infatti in forme, aspetti e relazioni molteplici all’interno sia delle singole culture – comprese quelle del Mediterraneo antico – sia tra le differenti tradizioni. E, soprattutto, non si dà alcuna evoluzione ‘progressista’ e lineare (alla Levy-Bruhl) dall’oscurità del mito alla luce della ragione.

Il μῦθος non esclude affatto la pratica razionale ma la inquadra in presupposti simbolici e in scansioni logiche diverse rispetto al λόγος. I racconti platonici costituiscono un esempio molto chiaro ed efficace di tale continuità. Essi sono infatti dei «paradigmi conoscitivi, strutture simboliche capaci di sintetizzare in poche immagini densi aggregati di significato» [1]. Platone è un inventore ma anche un traduttore di miti, in particolare di quelli propri della tradizione orfica, che utilizza come efficaci strutture concettuali lungo il cammino della conoscenza teoretica.

Lo stesso vale per la magnifica molteplicità della mitologia gnostica, ispirata alla tradizione filosofica greca e di essa intessuta. Il λόγος gnostico è rivelato nei testi ma ha valore solo perché è radicato nella persona dello gnostico, che quindi si fa salvezza a se stesso in quanto conosce se stesso. Si tratta di un dispositivo compiutamente filosofico-socratico.

Il μῦθος produce verità allo stesso modo del λόγος. Una verità che non fa parte dell’ordine storico o naturale poiché diventerebbe altro da se stessa, che non ha bisogno di dimostrazione perché non chiede o pretende di essere dimostrata. Il μῦθος costituisce un luogo di conoscenza diverso dal λόγος ma non contrapposto al λόγος. Perché è assai probabile «che il ‘pensiero mitico’, secondo quanto affermano numerosi studiosi delle diverse scienze dell’uomo, sia una categoria della psiche umana» [2].

Del pensiero mitico è elemento e manifestazione centrale il pensiero religioso, il quale si esprime in una straordinaria varietà di forme, tempi e concetti. E tuttavia «per quanto ricca e diversa sia la storia religiosa dell’umanità, essa non mostra sostanziali discontinuità» [3], a conferma del fatto «che l’uomo è in qualche modo inguaribilmente religioso e che ciò dipende dalla condizione e dalla natura umana. Gli immensi misteri e le incertezze dell’universo e l’autocoscienza dell’uomo, che indaga e valuta, rendono inevitabile l’emergere di valori e di realtà ultime: è soltanto un modo differente per definire la ricerca religiosa» [4].

Religione è dunque la forza e la capacità di porre domande ultime e radicali ed è anche la debolezza di cercare le risposte anche in un ambito che si può definire generalmente consolatorio. E tuttavia anche su questo punto fondamentale si danno molte e profonde differenze.

Cerchiamo dunque di chiarire i termini fondamentali che coinvolgono il fatto religioso.

La fede riguarda un atteggiamento personale, interiore e privato.

Le religioni costituiscono l’espressione collettiva delle fedi e richiedono almeno un minimo di credenze relative ai miti fondativi delle religioni stesse; richiedono soprattutto dei riti pubblici e condivisi da parte di una data comunità, più o meno ampia.

Le teologie nascono dal tentativo di trovare o attribuire un fondamento razionale alle fedi religiose.

Il sacro si pone invece su un altro livello sia epistemologico sia ontologico. Il sacro non implica infatti nessuna fede, pur non escludendola; non si struttura in organizzazioni ben definite, anche se può benissimo farlo; non si esprime necessariamente in dei riti storicamente stratificati, pur manifestandosi spesso anche attraverso di essi. Il sacro è il vero oggetto delle teologie, le quali dunque non hanno a che fare con le persone divine (una o molte che siano) bensì con l’esigenza e la capacità umana di pensare sino in fondo le questioni relative alla struttura e al significato del cosmo, alla presenza in esso della vita in generale e di quella umana in particolare, alla possibilità di dare un fondamento razionale alle credenze sulle origini, il senso e il destino dell’esserci individuale e collettivo.

Per queste e altre ragioni il concetto e la prassi centrale delle religioni abita nel sacro, nel legame intrinseco e profondo tra la specie umana e il cosmo, tra tutti i viventi vegetali e animali – umani compresi – e la Terra che li genera e li nutre. Terra che nei politeismi è abitata in ogni anfratto dall’elemento divino, il quale trova sede ufficiale nei templi ma è struttura epifanica ovunque.

Nel mondo greco la causa originaria di tutti gli eventi non è una persona – anche se gli dèi hanno molti nomi – ma è una struttura universale che intride e guida enti, eventi e processi, assumendo le denominazioni diverse, plurali e convergenti di fato (Μοίρα), destino (Εἱμαρμένη), legge naturale (Δίκη), «una sorgente cosmica di tutte le entità esistenti (physis), la sorte o casualità universale (tyche), i decreti del Cielo e degli dèi, la ragione universale (logos)» [5].

Tali forme religiose esigono il rispetto dell’Intero e il limite posto alla dismisura umana. Anche per questo l’apprezzamento e la difesa della sacralità politeistica e pagana è – nel pieno della dissoluzione capitalistica – una modalità di autentico rispetto dell’ambiente-mondo (Umwelt) che viene affrancato dal dominio dell’Identità totalitaria monoteistica a favore della Differenza e pluralità di credenze, direzioni, riti, dèi. La struttura temporale che ci intride (il tempo che siamo) viene in questo modo esaltata e salvaguardata nell’immanenza del nunc fluens e nella trascendenza del nunc stans. 

 

Paganesimi

Il paganesimo mediterraneo è scomparso come pratica di culto ma è rimasto ben dentro la cultura europea come sistema di riferimento culturale e teoretico. In questo senso non è mai morto e in ogni caso rinasce continuamente in molteplici forme: il Rinascimento è una delle più importanti e note ma non è certo l’unica. Anche per questo una formula più corretta è ‘paganesimi’, al plurale. Questa ancestrale e antica modalità di intendere la vita e il mondo è infatti per sua essenza molteplice, aperta, cangiante, rispettosa della varietà delle forme. Ciò che accomuna i paganesimi è un radicale immanentismo per il quale il Dio, i divini, non abitano altrove, non sono il totalmente altro ma costituiscono la manifestazione, il senso, il timore e la gioia d’esserci. Ciò che li accomuna è un sentimento del sacro che rifiuta i dualismi, a partire dal dualismo che fonda, esprime e dà identità al giudeo-cristianesimo, la distinzione e separazione tra l’ente creato e l’ente creatore, tra il mondo e Dio.In queste concezioni il mondo creato è non soltanto diverso dal creatore ma gli è naturalmente del tutto inferiore: l’Origine è necessaria, immutabile, eterna; l’originato è contingente, mutevole, finito. L’angoscia che un simile dualismo produce negli umani, che sanno di essere parte del creato (e quindi mortali) induce a collocare l’unico luogo e strumento di possibile contatto con l’Originario non nella potenza della materia ma nello spazio dell’interiorità, nella psiche. 
In questo modo una delle tante manifestazioni del mondo, il corpomente umano trasformato in anima e quindi ulteriormente impoverito, assume una rilevanza e una centralità del tutto ingiustificate, origine poi di ogni pretesa e violenza antropocentrica sul mondo, origine dunque della distruzione. L’obiettivo di tale antropocentrismo psicologico ed esistenziale è la salvezza individuale, la salvaguardia della propria anima. Idea, questa, assente nei paganesimi, tranne in alcune specifiche correnti minoritarie.Aver trasformato l’altrove del divino e il qui dell’anima nel luogo della salvezza ha privato di senso, dignità e sacralità il mondo. Nelle sue origini indoeuropee, la parola «dio» si riferisce al cielo, alla grandiosa potenza che gli umani sentivano sovrastare e tessere le loro notti immense e splendenti. Dunque divino è il cielo, è la notte, sono gli astri, è la materia.La vittoria dei monoteismi biblici ha dissolto e infine cancellato questo profondo significato del divino, sostituendolo con delle versioni più o meno esagerate della psiche umana. Dio è diventato una sorta di superuomo (‘il Padre Eterno’) che c’è da sempre, che non muore mai, che sa fare tutto ma che condivide ira, desiderio, gelosie e tutte le altre caratteristiche che il libro ebraico-cristiano attribuisce a Yahweh. Da questa prospettiva, si potrebbe dire che i veri atei sono i cristiani e gli altri monoteisti, i quali hanno tolto ogni sacralità al mondo.Un altro elemento che rende assai diversi politeismi e monoteismi è il fatto che nei paganesimi la moralità non ha come condizione una qualche regola dettata dal dio – il Decalogo o altro – ma nasce dal rispetto verso la natura, verso ciò che non è umano, e dall’accoglimento realistico dei molteplici e contraddittori comportamenti umani. Uno degli effetti di tale diverso rapporto tra ontologia ed etica è che mentre il naturalismo morale dei Greci sa che l’effetto della benevolenza e della dedizione si stempera e dissolve con la distanza e l’estraneità – mettendo dunque al centro delle relazioni l’amicizia –, la morale cristiana impone invece l’amore universale, il cui effetto è rischioso poiché l’impossibilità socio-psicologica di un simile ‘amore’ verso tutti, per tacere di quello verso i ‘nemici’, induce a giustificarsi continuamente con se stessi e a inventare tutta una casistica comportamentale che di fatto dissolve ogni sincerità e ogni possibilità di relazioni corrette tra le persone.Se i paganesimi della tradizione storica sono ancora vivi, lo sono in questo spazio e in tale direzione di misura e di realismo, non certo nei miti regressivi, nei culti New Age di vario tipo, negli esoterismi e occultismi privi di senso e francamente bizzarri, nell’adesione a ‘chiese pagane’ che con le loro gerarchie e testi sacri rappresentano la brutta copia di quelle cristiane, pretendendo adesioni dottrinarie che sono aliene dai paganesimi.

Per comprendere tutto questo è feconda la distinzione formulata da Michel Onfray, filosofo materialista e anarchico, tra paganesimi e politeismi. I primi costituiscono delle religioni dell’immanenza «en vertu de laquelle l’homme n’est pas séparé de la nature ou du cosmos, mais partie prenante au même titre qu’un ruisseau ou qu’une forêt»; il politeismo poi «associe ces forces à des divinités. Le paganisme est une sagesse philosophique ; le polythéism, le début de la sagesse religieuse» [6].

Essere pagani significa cercare di vivere con misura e con gioia, consapevoli dei limiti dell’esistere e pronti però a coglierne le tante possibilità. Il politeismo tiene unite identità e differenza. Il monoteismo elimina la differenza a favore di un’identità rigida e insieme contraddittoria, nella quale l’elemento umano è nello stesso tempo del tutto diverso rispetto al divino e superiore a ogni altro nell’ambito mondano. 

 

Religioni dell’intero e religioni della coscienza

«Essendo desacralizzato, [il mondo] diventa oggetto inanimato, materia integralmente assumibile e praticabile da parte dell’uomo» [7]. Conseguenza di questo radicale antropocentrismo è, come abbiamo visto, la riduzione dell’elemento cosmico a quello etico. La moralizzazione dell’Intero priva la vita della sua lievità. Dal sacro, invece, riceve luce lo statuto necessario e innocente del tempo e, viceversa, la temporalità permette di avere rispetto della sacralità di un mondo che è sempre diveniente/diverso ed è sempre anche costante/identico. La ciclicità ‘pagana’ non vuol dire immutabilità o irrilevanza del tempo ma, al contrario, è una conferma della sua centralità. Il tempo ciclico, infatti, non consiste in una sterile e insensata ripetizione degli eventi, l’eterno ritorno non rende sacro l’immutabile ma afferma invece la possibilità di ogni forma del mutamento e del movimento, compresa la forma del ritorno.L’insieme di queste prospettive e strutture dà vita a una religiosità antropodecentrica, il cui nucleo abita nella Φύσις e non nell’ἄνθρωπος. L’antropomorfismo (il dio che ha forma umana) e l’antropopatismo (il dio che nutre sentimenti umani) che pure esistono anche nella religione greca sono in realtà delle metafore utili a indicare la continuità tra tutte le dimensioni dell’essere – terra e cielo, divini e mortali (la Geviert / Quadratura heideggeriana) – e non sono certo la riconduzione del divino alla dimensione umana. Il pensare dei Greci è molto vicino alla tesi del filosofo cinese Wang Ch’ung (probabilmente fiorito intorno al I secolo e.v.) che «paragonava la significatività di un essere umano a quella di una pulce o di un pidocchio nascosti tra le pieghe dell’abito dell’universo: l’ordine ultimo del mondo non può venire influenzato dalle azioni di una simile creatura» [8].

Gli dèi, il divino, abitano dentro il sacro poiché gli dèi e il divino abitano dentro il mondo, sono una sua parte. Non si dà quindi né una creazione dal nulla (nihil ex nihilo) né un dualismo ontologico tra il cosmo e il divino. Dualismo che invece è la vera cifra del monoteismo biblico, il quale si origina e si conclude nella separazione assoluta tra un’entità che crea e un’entità che viene creata. Essendo il cosmo creato, esso non ha nulla di sacro. Esso è soltanto il prodotto ‘buono’ del Dio, non è Dio.

È da tale desacralizzazione che si genera la visione del mondo ebraica e cristiana, da questa natura totalmente altra del divino che, proprio per non svanire nella distanza e nell’insignificanza, ha poi bisogno di postulare un ulteriore elemento che per le civiltà politeistiche risulta impensabile: il diventare ‘perfettamente uomo’ di qualcosa che all’origine è ‘perfettamente Dio’. Soltanto dove umano e divino vengono pensati come inconciliabili può essere poi postulato un dogma come l’incarnazione. Dove invece umano e divino sono parte di un insieme che li (r)accoglie senza confonderli né separarli, un simile postulato non può nascere perché non ha ragione di nascere.

La religione e la lingua ebraica non hanno infatti alcun termine che indichi la φύσις, incentrate come sono sull’adorazione e sottomissione a un Dio dagli evidentissimi tratti antropomorfici (nonostante il divieto di raffigurarlo) e però del tutto separato dal mondo e dagli umani. A essere umane sono infatti le passioni, le decisioni, i pentimenti, le ire di Yahweh, divinità antropopatica, che per molte correnti gnostiche e cristiane (seppur ereticali) altri non è che un Dio inferiore, un demiurgo incapace che ha generato un mondo di dolore. Secondo i Valentiniani, ad esempio, «il mondo non fu creato da Dio e dal nulla, ma fu prodotto da un Demiurgo che copiò direttamente o indirettamente (a seconda delle versioni) un mondo archetipico (il Pleroma) che già esisteva fuori di lui. In questa dottrina la creazione del Demiurgo assomiglia all’azione di un artefice, che costruisce un robot che imita, ma non riproduce perfettamente, il suo modello vivente» [9]. E infatti «un tema consueto della letteratura gnostica, ampiamente diffuso fra le prime comunità cristiane, è che il mondo è un ambiente negativo, e che non è opera di un essere benevolo e onnipotente, ma il risultato di un errore divino. Il suo creatore è indegno di devozione religiosa da parte dell’uomo ed è un ostacolo al fine religioso di liberazione da questo mondo malvagio» [10].

Una concezione del divino personale/antropopatica o una impersonale/naturale costituisce pertanto uno tra gli elementi di maggiore differenziazione tra le credenze religiose. La prima caratterizza in generale le religioni del Mediterraneo, la seconda quelle asiatico-orientali. A fondamento di tale distinzione sta una ancor più fondamentale differenza tra la continuità che lega tra di loro il divino e il cosmo, di contro a una progressiva e da alcuni secoli vincente centralità dell’elemento interiore e coscienzialistico. Tale percorso coincide con l’abbandono della natura e dell’intero a favore dell’umano e dell’io, elementi questi ultimi del tutto trascurabili nelle religioni primitive e in quelle politeistiche, come la religione greca e romana.

Un altro elemento di differenziazione è la via della redenzione – le religioni sono sostanzialmente degli strumenti di salvezza – identificata con l’obbedienza a una volontà suprema o con la crescita della conoscenza quanto più oggettiva e profonda di che cosa sia il mondo. La conoscenza come redenzione è caratteristica primaria delle tante forme di gnosticismo e di illuminazione; «così, molti sistemi religiosi indiani attribuiscono i problemi fondamentali dell’uomo all’ignoranza (avidyā). Per contrasto, vi è la dottrina cristiana del peccato originale» [11]. 

 

Teodicea

Con quest’ultimo concetto – il peccato, la colpa – perveniamo al cuore dell’esperienza religiosa in genere e di quella teistico/monoteistica in particolare. Peccato e colpa sono due concetti volti a giustificare la pervasiva presenza del male nelle vite individuali e collettive. Ciascun umano infatti «trova il male già presente nel mondo; nessuno dà inizio al male, ma al contrario tutti sentono di appartenere a una storia del male più antica di ogni singolo atto malvagio» [12].

Da qui il problema della teodicea, che è il vero tema chiave delle religioni. Esso consiste nel tentativo di sostenere contemporaneamente: a) Dio è onnipotente; b) Dio è infinitamente buono; c) il male esiste ed è reale. Se due qualsiasi di tali affermazioni sono vere, la terza è necessariamente falsa. Si tratta di un trilemma logico che coinvolge l’onnipotenza e bontà di Dio e la presenza nel mondo di un enorme peso di sofferenza. Se Dio fosse buono e onnipotente, non dovrebbe esserci alcuna sofferenza nel mondo da lui pensato e prodotto. Se c’è sofferenza vuol dire che o Dio è onnipotente e malvagio oppure è buono e impotente.

Le risposte, o meglio i tentativi di soluzione, al trilemma logico sono numerose e assai diverse ma tutte sostanzialmente implausibili. Una delle più diffuse, in particolare nell’Ebraismo e nel Cristianesimo, fa riferimento al libero arbitrio umano e quindi alla sua capacità di compiere un male che non è voluto da Dio. Ci si può chiedere subito perché mai a soffrire sia non soltanto la specie che si presume dotata di libero arbitrio ma tutti gli animali che abitano il nostro pianeta, che si presume invece siano privi di tale facoltà.

Un’altra tesi centrale in questo tipo di giustificazione è «che un mondo che contiene creature che compiono liberamente azioni buone e rispondono liberamente alla bontà del loro creatore è di gran lunga migliore di un mondo di automi che fanno sempre ciò che è giusto perché non possono fare altrimenti» [13]. E perché mai? L’idea di essere gli unici animali dotati di libertà e intelligenza è una tipica espressione del patetico orgoglio umano, convinto di non fare parte della natura, la quale opera sempre come opera poiché non può fare altrimenti. L’unica spiegazione plausibile è invece che la materia inorganica sia perfetta perché fa sempre ciò che non può non fare e lo fa senza soffrirne, invece la materia sensibile è un insignificante errore intriso in ogni sua struttura di sofferenza, insignificante ma non per questo comunque meno grave per chi ne è vittima, vale a dire per noi viventi.

Altre critiche del tutto logiche alla teodicea del libero arbitrio sono quelle di Anthony Flew e J.L. Mackie, i quali sostengono che «dal momento che la condotta di esseri liberi non è priva di condizionamenti da parte di fattori causali, Dio avrebbe potuto creare la natura umana e l’ambiente fisico circostante in modo che gli esseri liberi non facessero mai il male. Oppure, sempre secondo questi due filosofi, dal momento che è logicamente possibile per qualsiasi essere libero non fare mai il male, non ci sarebbe nulla di illogico se Dio avesse creato una razza di essere liberi, nessuno dei quali compie mai azioni malvagie» [14].

Inoltre, dato che la sofferenza naturale generata da inondazioni, terremoti, pestilenze «non può dipendere da un abuso della libertà umana, secondo questi argomenti Dio deve essere in ultima analisi considerato responsabile della sua esistenza» [15].

Un altro argomento di teodicea – definito educativo – sostiene che la sofferenza fa crescere gli umani, li plasma, li rende liberi e consapevoli. E tuttavia moltissime forme di sofferenza rendono gli umani più disperati e miserabili di quanto non siano già di per sé per il fatto di essere mortali. E soprattutto: «Che razza di educazione è, alcuni chiedono, se uccide un così grande numero di studenti?» [16].

L’argomento ultimo della teodicea è, e non può che essere, l’asylum ignorantiae; un argomento certo misero ma onesto. Di fronte all’obiezione di sottovalutare la pervasività e la ferocia del dolore che intride la vita, «piuttosto che ridurre la loro fede nella giustizia e nella potenza di Dio, però, alcuni di questi credenti hanno scelto di negare che il mistero della sofferenza possa essere capito fino in fondo. Hanno preferito differire la comprensione e confidare nella suprema bontà e potenza di Dio» [17].

Un racconto islamico immagina una conversazione che intercorre in cielo tra Dio, un adulto e un bambino. Alla domanda del bambino sul perché l’adulto abbia in cielo una posizione più elevata di lui, Dio risponde che quell’uomo ha compiuto molte opere buone. Il bambino insiste chiedendo perché morendo così giovane lui non ha invece avuto la possibilità di compiere tali azioni buone. Dio risponde che lo ha fatto morire bambino perché se fosse diventato adulto sarebbe stato malvagio. Al che i dannati agli abissi dell’inferno si alzano tutti insieme gridando: «Perché, o Dio, non ci hai fatto morire prima che divenissimo peccatori?» [18].

È un racconto davvero significativo dei controsensi con i quali i monoteismi cercano di giustificare il loro Dio, che non è giustificabile in nessun modo né logico, né empirico, né morale. Di gran lunga più coerente e saggia è una religiosità politeistica che non attribuisce agli dèi onnipotenza e amore; più saggia è soprattutto una religiosità metafisica come quella di Spinoza, che esclude in Dio e nell’accadere ogni personalismo, volontarismo, libertà.

Molto più sapiente e misurata è anche la pratica hopi. Le madri di questo popolo nativo dell’America del Nord camminano verso est, sollevano i loro neonati verso il sole e annunciano «Padre Sole, questo è tuo figlio» [19]. Degli astri infatti i viventi sulla Terra sono figli, delle dinamiche fisiche e delle reazioni chimiche che hanno condotto la materia alla consapevolezza e dunque alla sofferenza, rendendo questa materia bisognosa di una giustificazione che può consistere soltanto nel caso che l’ha generata e nella necessità intrinseca alla materia viva di morire e, prima ancora, di soffrire. Tutti gli enti che compongono il cosmo sono sottoposti alla generazione, trasformazione e dissoluzione, in tempi molto diversi ma tutti necessari. La materia consapevole lo sente e lo sa e questo pone i viventi dotati di coscienza alla tenace e malinconica ricerca di una spiegazione che però fuori dalla materia non esiste. 

 

Religio perennis

 

Le identità e le differenze che abbiamo visto tra alcune delle grandi religioni del mondo mostrano che esse non sono nate per derivazione reciproca, per prestito o per imposizione dell’una sull’altra ma costituiscono i diversi dialetti di una sola lingua, sono le formulazioni alternative di una dottrina che affonda e si perde nelle più remote antichità umane. Le religioni e le filosofie costituiscono un solo lago, dalle diverse rive del quale si attinge la medesima acqua chiamandola in modi diversi.

Nelle prospettive induiste e buddhiste il significato e l’obiettivo delle religioni non sono soltanto concettuali e logici ma sono anche pratici ed esistenziali in un senso diverso rispetto ai monoteismi mediterranei, nel senso di trasformarsi nell’oggetto stesso che si sta cercando. Conoscere la verità eterna, universale e immutabile significa diventare la Verità, cogliere e comprendere l’identità delle domande e la costanza delle risposte nelle civiltà, luoghi, concezioni e opere più diverse e tra di loro lontane.

Al centro sta il Sé inteso non come ego, come un Io separato dall’intero, come semplice parola/suono che indica stati continuamente cangianti, bensì come manifestazione, espressione e sostanza di Tutto, sostanzialmente di Dio. Dunque non il sé/anima – ψυχή, nefeś, śarīra-ātman – ma il Sé spirito – πνεύμα, ψυχήs ψυχή, rush, aśarīra-ātman – ben espresso nell’augurio pronunciato da Ananda K. Coomaraswamy in occasione dei suoi 70 anni: «Possa io conoscere e divenire ciò che sono, non più quest’uomo Tal-dei-tali, ma il Sé che è anche l’Essere di tutti gli esseri, il mio Sé e il vostro Sé» [20].

La religione diventata Philosophia Perennis è né dualistica né monistica, è una filosofia non-dualistica, molteplice, fondata sulla Differenza e sull’Identità; è diventata l’Uno che è il molteplice e il molteplice che è l’Uno, come in Plotino e nei libri sacri dell’Induismo.

Il metodo per accostarsi a simili evidenze e contenuti non può essere naturalmente empirico, nominalistico e neppure dialettico ma si fonda piuttosto su una radicale convergenza di intelligibilità e fede.

In questo modo, su tale μέϑοδος/strada, si può giungere al cuore della Philosophia Perennis, alla Gnosi, jnāna, alla «Gnosi della Luce» [21]. Tale Gnosi non consiste in una struttura e pratica devozionale, non è misticismo dell’animo, semplice esercizio religioso, ma consiste in una ‘deificazione’ nel preciso senso del ‘diventare dio’, obiettivo comune a tutte le pur assai diverse esperienze dello gnosticismo storico; si perviene alla fusione tra l’amante e l’amato, al superamento di uno dei dualismi più tenaci e caratteristici del Moderno, quello tra il soggetto che conosce e l’oggetto conosciuto.

A chi cerca di comprendere la realtà sine ira et studio, al di là di ogni centralità dell’umano e del vivente,è ben chiaro il limite del mondo e dunque delle sue strutture e dei suoi momenti oscuri. La sfera della materia, dei corpimente, dei luoghi, degli istanti appare come un limite strutturale e inemendabile ma il cui fondamento di esistenza e di possibilità è in ogni caso «la luce [che] riempie lo spazio pur rimanendo se stessa senza discontinuità; le cose si distinguono così l’una dall’altra non per una qualche differenza inerente alla luce ma per la loro differente capacità di rifletterla» [22].

Il tempo è parte e sostanza di questa dinamica incessante di identità e differenza, di tenebra e di luce. Il tempo è una successione di enti, eventi e processi che implica l’esistenza reale di elementi tra loro diversi. Ogni struttura, ogni cosa che ora è, prima di diventare ciò in cui adesso consiste è stata altro – se è cosa viva è stata giovane – e diventerà altro – se è cosa viva invecchierà. Un essere definitivo, una sostanza immobile, un’esperienza statica, non si trovano da nessuna parte. Di nessun ente, evento e processo si può dire che è ma soltanto che diventa. Il cosmo in quanto energia senza fine e senza posa è inseparabile dalla sua sostanza e struttura temporale.

Di tale dinamica è forma, causa e conseguenza la Necessità, il karma, poiché esso si fonda sull’essere parte di una realtà/struttura assai più ampia, universale, le cui leggi interne non possono essere infrante da niente e da nessuno. Le grandi religioni asiatiche del Buddhismo e dell’Induismo «sembrano avere una percezione minima, o nulla, di un essere radicalmente altro e ultimativo. L’idea fondamentale e il modello per l’azione è qui, infatti, l’unità che associa l’uomo all’universo che lo circonda. […] Viene enfatizzata l’immanenza del sacro, piuttosto che la sua trascendenza» [23].

‘Immanenza del sacro’ è una formula chiara e profonda con la quale indicare il cosmo. Comprendere e sapere che così funziona la realtà, che questo è l’essere, conduce all’obiettivo pratico e primario dello stare in una pace che è data dal non ritenersi più il centro della vita, del mondo e di se stessi, il centro di alcunché. Ogni cosa che è non è stata per un tempo infinito e impensabile, non sarà per un tempo infinito e impensabile, ogni cosa che è è una vibrazione, un’increspatura, un accenno del nulla.

Dialoghi Mediterranei, n. 81, settembre 2026 

 

Alberto Giovanni Biuso

Note
[1] G.P. Caprettini, G. Ferraro, G. Filoramo, Mytos / Logos, in Enciclopedia Einaudi, Einaudi, Torino 1980, vol. 9: 667.
[2] Ivi: 677.
[3] M. Eliade e L.E. Sullivan, voce Ierofania, in Dizionario delle concezioni religiose, a cura di M. Eliade, trad. a cura di D.M. Cosi, L. Saibene, R. Scagno, Jaca Book, Milano 2019: 301.
[4] W.L. King, voce Religione, ivi: 513.
[5] J.B. Long, voce Legge cosmica, ivi: 351.
[6] M. Onfray, in Sagesses païennes, «Éléments pour la civilisation européenne», numero hors-série, n. 1 – Juin 2022: 66.
[7] A. de Benoist – T. Molnar, L’eclisse del sacro [L’éclipse du sacré, 1986], trad. di G. Del Ninno, Edizioni Settecolori, Vibo Valentia 1992: 131.
[8] K.W. Bolle, voce Destino, in Dizionario delle concezioni religiose, cit.: 148.
[9] B. Moon, voce Archetipo, ivi: 84.
[10] G.A. James, voce Ateismo, ivi: 101.
[11] N. Smart, voce Soteriologia, ivi: 569.
[12] P. Ricoeur, voce Male, ivi: 372.
[13] R.M. Green, voce Teodicea, ivi: 606-607.
[14] Ivi: 607.
[15] Ibidem.
[16] Ivi: 608.
[17] Ibidem.
[18] Ivi: 614.
[19]  B.C. Sproul, voce Tempo sacro, in Dizionario delle concezioni religiose, cit.: 599
[20] A.K. Coomaraswamy, La tenebra divina. Saggi di metafisica [Selected Papers. 2. Metaphysics, a cura di R. Lipsey], edizione it. a cura di R. Donatoni, Adelphi, Milano 2017: 473.
[21] Ivi: 34.
[22] Ivi: 35.
[23] W.L. King, voce Religione, in Dizionario delle concezioni religiose, cit.: 503.