ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk


                                                               Σε τούτα σκύβοντας,/ πλατιά τη δίψα μας,/
βαθιά την πίκρα μας/ να ξαλαφρώσουμε μπορούμε.
(«Μακρυγιάννης»)


«Με την έκρηξιν της Ελληνικής Επαναστάσεως, η οικογένειά μου (τούτο
δεν το θέλει η παράδοσις μόνον, αλλά ακριβείς πληροφορίαι) εθυσίασε περί τα 3 εκατομμύρια. Εθυσίασε δε και αίμα. Ο Πέτρος Σικελιανός, αδελφός του πάππου μου, έπεσε μαχόμενος εις την έξοδον του Μεσολογγίου. Καθ’ όλον το διάστημα του αγώνος, ο θείος μου (προππάπος) Μιχαήλ Σικελιανός ευρίσκετο εις διαρκή επικοινωνίαν με ό,τι ισχυρόν και αγνόν έχει να επιδείξει η Επανάστασις. Φίλος επιστήθιος του Καραϊσκάκη τον οποίον ελάτρευε και τον οποίον όταν έφτασεν είς βαθύ γήρας ενόμιζε ότι βλέπει, εφιλοξένησεν επί καιρόν την καταδιωκομένην υπό του Αλή πασά οικογένειαν του Κατσαντώνη, εστεφάνωσε τον Μπότσαρη, όπλισε σώματα εις Μεσολόγγι, ηγρύπνησε ψυχή τε και σώματι δια την έκβασιν του αγώνος»1.
Αυτά καταθέτει ο Άγγελος Σικελιανός στα 1912, σε επιστολή του προς τον Δημήτριο Καμπούρογλου σχετικά με τη συμμετοχή της οικογενείας του στον Αγώνα του 1821, τόσο σε υλική προσφορά όσο και σε έμψυχο δυναμικό. Ολοκληρώνει δε την αναφορά του περιγράφοντας τη μετεπαναστατική δραστηριότητα για την ανασυγκρότηση του νεοπαγούς κράτους όχι μόνο του Μιχαήλ Σικελιανού αλλά και του αδελφού του Άγγελου:

«Αργότερα, με την διοίκησιν του Καποδίστρια, [ο Μιχαήλ Σικελιανός] υπεδείχθη αμέσως ως εκ των υπηρεσιών του και της μεγάλης του νομικής δεινότητος ως υπουργός της Δικαιοσύνης. Υπήρξεν, όπως λέγει ο ιστορικός Βαρθόλδης, το δεξί χέρι του Καποδίστρια. Ίδρυσε διαφόρους εταιρίας προς αποκατάστασιν της ανωμάλου τότε πολιτειακής ζωής και της εκκολαπτομένης βιομηχανίας του τόπου. Ως εξάγω εκ τινος επιστολής του Ρώσση, ο Σολωμός τού έστειλε τα πρώτα του ποιητικά δοκίμια, δια να τα κρίνει. Ο αδελφός του Άγγελος, τον οποίον ο Αλ πασάς έβαλε να κλέψουν δια την εξαιρετικήν του ωραιότητα, πράγμα που δενκατόρθωσεν, είναι εκείνος που ενεφύσησε εις την Λευκάδα το πνεύμα της γεωργίας και ειργάσθη παντί σθένει προς τούτο»

Μάς πληροφορεί, επίσης, ο ποιητής, επικαλούμενος τη μαρτυρία του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ότι χάθηκε σε πυρκαγιά χειρόγραφο του Μιχαήλ Σικελιανού για την «Αληθινή Ελληνική Επανάσταση». Συνοψίζοντας με άλλη ευκαιρία αναφέρει επιγραμματικά ότι στο πατρικό του σπίτι «η πνοή κ’ η ζωή του Εικοσιένα λειτουργούσε σε ακοίμητο μνημόσυνο»2.
Παρά ταύτα ο Σικελιανός ελάχιστα ποιήματα έγραψε με θέμα εμπνευσμένο άμεσα ή έμμεσα από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και την Επανάσταση. Στα άμεσα ανήκουν μόνο δύο: το πρώιμο ποίημα «Το μαρτύριο του Όσιου Σεραφείμ στον Ελικώνα» (1920) και το «Μακρυγιάννης». Στα έμμεσα μπορούμε να εντάξουμε τα «Ανδρέας Κάλβος» και «Βλαχογιάννης». Τα τρία τελευταία δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της Αντίστασης, αφού η Επανάσταση του ’21 αποτελεί για τον ποιητή του Αλαφροΐσκιωτου το Αρχέτυπο κάθε αγώνα για την Ελευθερία, όπως καταγράφεται στα επικαιρικά ποιήματα που έγραψε κατά την περίοδο αυτή, τα οποία κινούνται στο πνεύμα της περίφημης παλαμικής προτροπής: «μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα», όπως στο ποίημα «25 Μαρτίου 1821-25 Μαρτίου 1946». Εδώ ο Σικελιανός επικαλείται τη μεγάλη ελληνική Επανάσταση ως «πρωτόβλεβα του αγώνα [της]». Ανάλογα και στο τετράστιχο ποίημα-αποστροφή στην Ελλάδα με τίτλο «Ανάσταση», όπου τη βλέπει «να ανασταίνεται σε νέο Εικοσιένα!»3.

Ελευθερία και Ποίηση

Την ολοκληρωμένη, ωστόσο, αντίληψη του Σικελιανού για την Εθνεγερσία μπορούμε να τη δούμε στην πληρότητά της σε άρθρο του το 1946, με τίτλο «25η Μαρτίου 1821»4, όπου υποστηρίζει σθεναρά ότι οι Έλληνες της Τουρκοκρατίας με τον Αγώνα τους κατέκτησαν το πρωταρχικό «Ανθρώπινο και Καθολικό αίτημα της Ζωής», την Ελευθερία, που ταυτίζεται με την Ποίηση ως πορεία προς την Καθολικότητα:

«Η Ελευθερία, όπως και η Ποίηση ενός λαού, δεν είναι δυνατόν να νοηθούνε στην ουσία τους και στο σύνολό τους παρά σαν μια επίμονη και κατακόρυφη πορεία προς την Καθολικότητα. Γιατί η Ελευθερία, όπως και η Ποίηση ενός λαού, έχουν την αιώνια ρίζα τους στο κέντρο του Παραδείσου της Ζωής, είναι αυτό το ίδιο το Δέντρο της Ζωής, που τείνει διαρκώς ν’ ανεβάζει με τον αγώνα του τον θαμμένο πλούτο των κρυφών ριζών του προς το Φως και τους Ρυθμούς της πιο μεγάλης δυνατής καρποφορίας […]

Εν συνεχεία, επισημαίνοντας τη διαφορά μεταξύ των λαών που, «λησμονώντας τον προορισμό τους, παλεύουνε [μόνο] για τη βιολογική τους επικράτηση, όπως-όπως, πάνω σ’ άλλους αριθμητικά μικρότερους λαούς», εκθειάζει τους Έλληνες που διαχρονικά («από τον Μαραθώνα») αγωνίζονται για την καθολική Ελευθερία. Το 1821, ο ελληνικός λαός, ισχυρίζεται, δεν πολέμησε μόνο για την ελευθερία του σε τοπικό επίπεδο, αλλά αγωνίστηκε για το καθολικό αίτημά της στις χειρότερες δυνατές συνθήκες επιτυγχάνοντας το λαμπρότερο δυνατό αποτέλεσμα:

«Πολύ περισσότερο, που τα φριχτά εμπόδια εναντίον της Ελευθερίας, βαρβαρότατα, όπως ήτανε, και με διάρκεια τόσων αιώνων, εδουλέψανε μες στην ψυχή του ελληνικού λαού σε αντίστροφη αναλογία, για να αποδώσουνε μιαν υπέρτατα λαμπρή καθολική εικόνα της, ή ακόμα ακριβέστερα, για να επαναφέρουν την εικόνα της Ελευθερίας και να την αναβαπτίσουν στην Πρωταρχική παραδείσια πηγή της. Τετρακόσια χρόνια φοβερής σκλαβιάς και τετρακόσια χρόνια ουσιαστικής χριστιανικής βίωσης κάτω από τούτη τη σκλαβιά, μας δώσαν άξαφνα τη θειότερη εκπύρωση ηρωισμού και αυτοθυσίας που να φανερώθη ώς τότε μες στην Ιστορία του Ελληνικού Λαού και μες στην Ιστορία ολόκληρου του κόσμου. Η ψυχολογική και η ηθική ωρίμανση της έννοιας της Ελευθερίας έφθασε σε ύψη τέτοια που, αν για κάποιους ειπωθήκαν «μεταφυσικά», όμως στην πραγματικότητα είναι τα ύψιστα και νόμιμα φυσιολογικά όρια ανθρώπινης ψυχής στη σφαίρα των αναπαλλοτρίωτων κ’ αιώνιών της δικαιωμάτων. Τέτοια, όπως είναι η εσώτατη δυναμική ανάταση των μορφών στους πίνακες του Γκρέκο, που εγκλείει την Ελληνική και τη βαθύτερη Ιδέα της «έκστασης», όχι ως απόσπασης απ’ την πραγματικότητα, αλλ’ ως θεληματικής «μετάστασης ἀπὸ τῶν αἰσχιόνων εἰς τὰ θεμιτὰ βέλτιστα».
Σ’ αυτούς τους «γίγαντες» αναφέρεται στο ποίημα «Ανδρέας Κάλβος»5,
μακαρίζοντας συγχρόνως τον ποιητή που αξιώθηκε να ζήσει σ’ εκείνη τη
μεγάλη εποχή:

Ω γεννημένε
σε χρόνους άγιους
που τους φώτιζεν η λάμψη των σπαθιών μας,
που τους εφλόγιζεν η φλόγα των πυρσών μας,
είδες το κύμα των γιγάντων
την κεφαλή να καταπνίγει των ανόμων,
είδες τις μέρες
πάνω στα ερείπια των αρχαίων ναών να φέγγουν
σαν όταν ο Έλληνας κι ο Θεός αδερφωμένοι
χειροκρατιούνταν όμοια ελεύθεροι κι ωραίοι,
κι όλων τα μέτωπα,
παιδιών, ανδρών, γερόντων,
χλωρή τα σκίαζε και τ’ ανάπαυε άγια δάφνη!
Είδες τη θεία, τη μεγαλόχαρη Μητέρα
από την κόμη να τραβά την τυραννίδα
στο χώμα κάτου
[…]

Εν κατακλείδι διατυπώνει τη βεβαιότητά του για τη διαχρονική και παγκόσμια απήχηση του Αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία και στο μέλλον:
«Την καθολική, την οικουμενική αυτή εικόνα από υλική, ηθική και πνευματική άποψη, η Ελληνική επανάσταση του 1821 μας τη δίνει σε μια φωτεινότητα και σε μιαν έκσταση που, περισσότερο από έναν αιώνα τώρα, δικαιούμεθα να λέμε ότι έχει καταυγάσει, και δεν έπαυσε έκτοτε να καταυγάζει—προμηνύτρα μιας καθολικής ιστορικής ελευθερίας— όλα ανεξαίρετα
τα έθνη και όλους ανεξαίρετα ως σήμερα τους λαούς.»6

Η «σχετική ελευθερία μας» και τα «τραγικά μετέπειτα»

Στην τελική αποτίμησή της από τον Σικελιανό, ωστόσο, η ελευθερία που αποκτήσανε οι Έλληνες μετά την Επανάσταση είναι περιορισμένη ή «σχετική», όπως τη χαρακτηρίζει εμφατικά7. Τη θέση του αυτή την επαναλαμβάνει σταθερά από τα πρώτα ως τα τελευταία του πεζά κείμενα και την καταγράφει διεξοδικά στο μακροσκελές άρθρο του με τίτλο «Η δελφική Ένωση. Ένα προανάκρουσμα, ΙΙ» δημοσιευμένο το 1931, βάζοντας αναδρομικά στο στόμα του πατέρα του τη δική του ιστορική θεώρηση για την «ελληνική αναγέννηση» ή μάλλον την «προστασία» των ξένων που είναι χειρότερη κι από την ίδια τη δουλεία:
«Αληθινά, παιδί μου, εγλυτώσαμε από τον Τούρκο, χάρη στην ψυχική δύναμη των μεγάλων μας παλικαριών απ’ το ’να μέρος κι από τ’ άλλο χάρη στην επέμβαση της ευρωπαϊκής διπλωματίας, όπου σπρώχτηκε σ’ αυτό περισσότερο κι από τον τότε φιλελληνισμό της από τη διαίσθηση πώς είμαστε λαός με ζωή, όπου συχνά θα της χρειαζόνταν και θα την εδούλευε γερά και χωρίς υπολογισμό. Δεν είμαστε λοιπόν καθαυτό δούλοι σήμερα, αλλά είμαστε, για λόγους που θα καταλάβεις άμα μεγαλώσεις, άθελά μας, σ’ όλη τη γραμμή, ως σήμερα προστατευόμενοι της Δύσης, της νοοτροπίας της, της πολιτικής της κλπ. Και αυτό είναι περισσότερο επικίνδυνο κι απ’ τη δουλεία, γιαένα μόλις χτες ελευθερωμένο λαό. Η δουλεία γενικά έχει μια μορφή και επομένως και η μορφή της αντίστασης είναι μία. Αλλά η προστασία απλώνεται και θ’ απλώνεται, ωσότου να ξυπνήσουμε απ’ το λήθαργο και να κοιτάξουμε τριγύρα μας και μέσα μας, πού είμαστε και τι είμαστε, ωσάν παράσιτο στην όλη τη ζωή μας εμποδίζοντας τη δημιουργική αντίδραση» [...].

Με άλλη ευκαιρία ο Σικελιανός, αναφερόμενος στο «φριχτό πνευματικό, κοινωνικό μας και εθνικό κατάντημα», εντοπίζει τις αιτίες αυτής της παρακμής«[σ]τα τραγικά μετέπειτα της Επανάστασης του Εικοσιένα». Ο «τεράστιος και απόλυτα λαϊκός στη βάση του και στην ουσία του» αγώνας των Ελλήνων προδόθηκε, κατά την άποψη του ποιητή, πρωτίστως από τους πολιτικούς του που ήταν στραμμένοι και εξαρτημένοι από τη Δύση, από την ανύπαρκτη ουσιαστικά πνευματική του ηγεσία και από τους ξενόφερτους θεσμούς που τού επιβλήθηκαν υποχρεωτικά, αφού:

«Όταν κατασίγασε [ο αγώνας] και πίστεψε [ο ελληνικός λαός] πως θα ’μπει
πια μες σε μια κοίτη αληθινής ζωής και προόδου, βρήκεν άξαφνα αντιμέτωπό του κι άσπονδον εχθρό του τον ρηχόν εμπειρισμό των Φραγκοφορεμένων του πολιτικών8, το Φαναριωτισμό, το Λογιοτατισμό, την ξιπασιά9 που μας εφόρτωσεν η Δύση και τα “φώτα” της, και φυσικά μαζί μ’ αυτά τα “φώτα”, κι όλη απάνω μας την εγκληματική διπλωματία της Δύσης, με τους “βασιλιάδες” της και τα “καλούπια”των διάφορων π’ ολοένα μας επέβαλε θεσμών»10. Στην ίδια τραγική διαπίστωση θα καταλήξει αργότερα:

«Και είδαμε τότε ξαφνικά ένα λαό, που στο βωμό αυτής της Λευτεριάς του έδωσε ό,τι ήταν δυνατό να δώσει, να μην αναπνέει αμέσως έπειτα καθόλου τον αγνό, το δροσερόν αέρα της Ελευθερίας αυτής για την οποίαν επάλεψε έτσι θαυμαστά και ηρωικά. Αλλ’ αντίς αυτό, και κάθε μέρα που περνούσε, περισσότερο ν’ ασφυκτιά σε μιαν ατμόσφαιρα εντελώς για την ψυχή του ξένη, μέσα σε μιαν επιμηθεϊκή, ψευτοευρωπαϊκή και πιθηκιστική ζωή, κινούμενη με ξένα ελατήρια, εμψυχωνόμενη ή μαθητευόμενη από ξένες θέλησες και σκέψες. Και είδαμε άξαφνα έναν ακέραιο επικό και θείο λαό, που σηκωνόντανε κατατραυματισμένος από τη δουλεία τεσσάρων φοβερών αιώνων, να μην ξέρει διόλου πια πού να πιθώσει το ποδάρι του στερεά, να μην μπορεί να συνταιριάσει στην ψυχή του οργανικά το παρελθόν με το παρόν του και το μέλλον του, αποπροσανατόλιστον εντελώς από πραγματικούς και υπεύθυνους ηγέτες, σέρνοντας μιαν ύπαρξη απαθλιωμένη, χωρίς θετικό εθνικό περιεχόμενο, χωρίς συγκεκριμένη ιστορική του ευθύνη, δίχως γενικότερα εκπαιδευτικό ή πολιτικό του
νήμα, δίχως άξιο και ισότιμο των μόχθων του σκοπό»11.

Συμπερασματικά, ο Σικελιανός φαίνεται να προσυπογράφει χωρίς ενδοιασμούς τον διορατικό χαρακτηρισμό του νεοελληνικού κρατικού μορφώματος από τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό ως «ψευτορωμαίικο και χαρτοβασίλειο». Τη θέση αυτή, που φαίνεται να διαμόρφωσε ο ίδιος πολύ πρώιμα, τη διατυπώνει συχνά ως συλλογικό «εγώ» με διαπιστώσεις του τύπου: «φυτοζωούμε», «ζούμε σαν παράσιτα» κ.ά. Εντοπίζοντας το πρόβλημα κυρίως στην έλλειψη πνευματικής ηγεσίας εκφράζει την ελπίδα ότι οι σημερινοί πνευματικοί ηγέτες του λαού δεν θα ανεχτούνε την εις βάρος του «επανάληψη του δράματος, που περισσότερο από έναν αιώνα τώρα στοίχισε στο έθνος το τραγικό και — ίσαμε χθες—ανεπανόρθωτο σχεδόν σταμάτημά του»· αν και στην τελευταία του, ανολοκλήρωτη συνέντευξη στον Νικηφόρο Βρεττάκο12, λίγο πριν από τον θάνατό του, θέτει ρητά το (ρητορικό) ερώτημα: «αλλά πόσοι στάθηκαν άξιοι οδηγοί και ταγοί του λαού από το 1821 και μετά;».

Ο «Μακρυγιάννης» και η καθολική δικαιοσύνη

Το ποίημα «Μακρυγιάννης»13, αφιερωμένο στον Γιώργο Θεοτοκά (η γενιά του ’30 έχει ήδη ανακαλύψει και ενθουσιαστεί με τα Απομνημονεύματα), δημοσιεύεται στις αρχές του 1942. Στο σημείο αυτό εστιάζει και ο Σικελιανός:
στο «δίστομο σπαθί του Λόγου του στρατηγού, μακαρίζοντας πρώτα αυτόν
που τα ανακάλυψε και τα εξέδωσε, τον Γιάννη Βλαχογιάννη:«Χαρά σ’ αυτόν
που πρωτοσήκωσε το σπαθί του Λόγου σου από τη σκόνη μέσα, Μακρυγιάννη
!».
Αυτό, επομένως, που φαίνεται να ενθουσιάζει τον Σικελιανό περισσότερο και από τα πολεμικά του κατορθώματα είναι το συγγραφικό επίτευγμα του Μακρυγιάννη. Κατασκευασμένο ολόκληρο σχεδόν το ποίημαμε υλικό των Απομνημονευμάτων, καθώς ακούγεται ατόφιος ο λόγος του στρατηγού βγαλμένος«απ’ τις εφτά πληγές» του, που τρέχουν σαν «εφτά πηγές, σαν άγια κεφαλάρια», όπου «πλατειά τη δίψα μας, βαθειά την πίκρα μας να ξαλαφρώσουμε μπορούμε!», εστιάζει στην έννοια της Δικαιοσύνης και της Ενότητας, στο περίφημο μακρυγιαννικό «Εμείς». Και εδώ ο Σικελιανός υπογραμμίζει εμμέσως τη συμβατική ελευθερία που αποκτήθηκε μετά από τόσες θυσίες.

 Η μυστικιστική ανάγνωση της ιστορίας και ο ρόλος του ποιητή

Την εξάρτηση από τη Δύση ο Σικελιανός την εννοεί ως εξάρτηση πρωτίστως πνευματική, ως υποδούλωση στον στεγνό ορθολογισμό της («ρατσιοναλισμός» είναι ο όρος που χρησιμοποιεί ο ίδιος). Ο αντιδυτικισμός του αυτός, ωστόσο, δεν είναι συνολικά απορριπτικός, όπως φαίνεται από τα παραπάνω κείμενά του, αλλά είναι κυρίως ο δυτικός τρόπος σκέπτεσθαι και ζην, ο οποίος, κατά την άποψή του, στομώνει τις δημιουργικές δυνάμεις του λαού. Αυτόν τον τρόπο έχουν υιοθετήσει ακρίτως τόσο οι πολιτικοί, ήδη από
την εποχή της Βαυαροκρατίας, όσο και οι πνευματικοί ηγέτες του, ακυρώνοντας στην πράξη «τους παλιγγενετικούς αγώνες [του] σαν την επανάσταση του 21» (σ. 125). Ο αντιορθολογισμός όμως, τον οποίο είχε υιοθετήσει ο ίδιος και ως τρόπο ζωής και ως τρόπο ερμηνείας του παρελθόντος, είναι η φυσική συνέπεια της «αυτοδιδαχής» του, καθώς φαίνεται να περιφρονεί από νωρίς την πανεπιστημιακή παιδεία. Αυτό τον οδήγησε στη μυστικιστική ανάγνωση της ιστορίας14μέσα από το πρίσμα του ευρωπαϊκού εσωτερισμού και στην ενδελεχή μελέτη αποκρυφιστικών κειμένων15. Η ευρύτερη αυτή εκ μέρους του
πρόσληψη του ιστορικού παρελθόντος ερμηνεύει και την στάση του απέναντι στα «τραγικά μετέπειτα» του ’21. Βασιλόφρων και οπαδός της Μεγάλης Ιδέας κατ’ αρχάς, όταν αυτή ναυαγήσει στο λιμάνι της Σμύρνης, θα την αντικαταστήσει με τη δική του Δελφική Ιδέα. Η Δελφική Προσπάθεια, για την οποία έχει γράψει εκατοντάδες σελίδες, εγκαταλείποντας, όπως επισημαίνει ο ίδιος, για μια δεκαετία το κατ’ εξοχήν ποιητικό του έργο16πραγματώνει την αντίληψή του για τον ρόλο του ποιητή.
Ο Ποιητής είναι για τον Σικελιανό «παιδευτής του σύμπαντος βίου». Αυτό σημαίνει, ότι είναι όχι μόνον ο θεματοφύλακας των εθνικών αξιών ενός λαού, αλλά και οδημιουργός του μέλλοντός του. Μέσω της Παιδείας που ο ποιητής ονειρεύτηκε να παράσχει στους συμπατριώτες του, με όχημα το Δελφικό Πανεπιστήμιο, τον σημαντικότερο στόχο ίσως της Δελφικής Προσπάθειας17, όπου κυρίαρχο ρόλο θα είχε η διδασκαλία του Ευρωπαϊκού Εσωτερισμού, ήτοι, των αποκρυφιστικών λεγομένων επιστημών. Και βεβαίως, μέσω του θεατρικού του έργου, της Θυμέλης, όπου ο ποιητής αναπτύσσει με δραματικό τρόπο την καθολική παιδευτική του ιδέα18. Μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε πλήρως την καταληκτήρια πρόταση στην προαναφερθείσα (υποτιθέμενη) αφήγηση του πατέρα του, για την πραγματική ελευθερία της πατρίδας:

«Για να λευτερωθεί λοιπόν πραγματικά η Ελλάδα, πρέπει πρώτα να ξανάβρει ακέριο το κρυφό της πνεύμα, εκείνο που δεσπόζει μυστικά19απάνω απ’ όλη της την ιστορία και που είναι εκείνο που σε περασμένους αιώνες εγονιμοποίησε μέσα της ό,τι καλό και ό,τι μεγάλο». Ουσιαστικό αίτημά του, που διέπει και τις έξι τραγωδίες της Θυμέλης, αποτελεί η προσπάθεια να αφυπνίσει «το απύθμενο υποσυνείδητο του ελληνικού λαού»20, όπως υποστηρίζει
και στα 1950 ακόμα, το οποίο θα συντελέσει στην πλήρη αυτοανέλιξη του καθενός. Αυτό το ξύπνημα από τον λήθαργο ο Σικελιανός το εννοεί ως αφύπνιση του νεοελληνικού συλλογικού ασυνειδήτου· αν και το επικαλείται ήδη στον Λυρικό Βίο, το πραγματεύεται διεξοδικά στη Θυμέλη, διατυπώνοντάς το επιγραμματικά στους στίχους 1630-1633 της Σίβυλλας21:

Το γένος, βουλιαγμένο μες στον αιώνα,
Να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί.
Μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια Μνήμη,
Βαθιά του, αδάμαστη και τρομερή!».

Ο επιτάφιος χορός και «Το μαρτύριο του Οσίου Σεραφείμ στον Ελικώνα»

Ο Σικελιανός εξαίρει ιδιαιτέρως τη συμμετοχή του κλήρου στην Επανάσταση σε πολυσέλιδο άρθρο του που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1945 με τίτλο «Το σημερινό κεντρικό εθνικοπνευματικό μας πρόβλημα»22. Αφού αναφέρεται στο εν υπνώσει γιγάντιο λαϊκό υποσυνείδητο, αλλά και στην έλλειψη πνευματικής ηγεσίας, προβάλλει εμφατικά το «ζωντανό, λαϊκό και φιλολαϊκό» στοιχείο του Ελληνικού κλήρου, στον οποίο αποδίδει τα εύσημα:

«Χωρίς την παραμικρότερη αμφισβήτηση, ειδικά στις κρισιμότερες στιγμές του έθνους και του λαού, κεντρισμένος πάντα απ’ το βαθύτερο εθνικό και λαϊκό του ένστικτο, ο ελληνικός κλήρος αποδείχτη πάντα τιμιότατος, δραστηριότατος κι ουσιαστικότατα ευεργετικός. Σ’ ορισμένες μάλιστα εξαιρετικές ιστορικές κρίσεις και ώρες [όπως έγινε] για παράδειγμα κατά την προεπαναστατικήκαι επαναστατική περίοδο του Εικοσιένα, ο ρόλος του υπήρξε εθνικά σωτήριος κι απαράβλητα ευθύς και ηρωικός».

Το ποίημα «Το μαρτύριο του Όσιου Σεραφείμ στον Ελικώνα», εμπνευσμένο από τη διαμονή του στη Ιερά Μονή Οσίου Σεραφείμ Δομπούς, τον Απρίλιο του 1920, με ημερομηνία 5 Μαΐου, είναι κατ’ αρχάς αφιερωμένο στον ηγούμενο της μονής Κυριακό Ναούμ. Τον Δεκέμβριο, ωστόσο, του ίδιου χρόνου, αφού με το δημοψήφισμα της 21ης του μηνός έχει επανέλθει ο Κωνσταντίνος, ο Σικελιανός δίνει στο εορταστικό τεύχος των Γραμμάτων «Στου Βασιλιά το Γυρισμό» το ίδιο ποίημα, αφιερωμένο τώρα στη μνήμη του Ίωνα Δραγούμη. Ο θάνατος του Οσίου Σεραφείμ, τον οποίο ποιητική αδεία ο Σικελιανός μετέρεψε από οσιακό σε μαρτυρικό, υπηρετεί το μυητικό σχήμα που έχει εφαρμόσει κυρίως στους δραματικούς του ήρωες: αθλητής, ιερέας και προφήτης ή κατά άλλη εκδοχή «ασκητής, μύστης, τεχνίτης, ήρωας»23. Στο ποίημα, που ανήκει στους Επίνικους Α΄, ο Σικελιανός δείχνει τον Όσιο Σεραφείμ«στον Όρθρο ακόμα το βαθύ, πρωτού ξυπνήσουν τα πουλιά στον Ελικώνα απάνω», να δέεται φλεγόμενος κυριολεκτικά, όπως, άλλωστε, δηλώνει και το όνομά του, και οι σκλαβωμένοι Έλληνες βλέπουν μια ουρονομήκη φωτιά που τους εμψυχώνει. Το φαινόμενο εξαγριώνει του Τούρκους:

Τί σ’ όλη ακούστη την Τουρκιά πως, σαν τσοπάνικη φωτιά,
στην άκρη του Ελικώνα,
πότε το βράδυ πότε αυγή, πότε στην τρίσβαθη νυχτιά
φαινόντανε μια εικόνα
π’ όλον εγιόμιζε μεμιάς, σαν αστραπή, τον ουρανό,
χιλιόδοξα μεγάλη,
των Γκιαούρηδων καρφώνοντας όλα τα μάτια στο βουνό
και δεν τη βλέπαν οι άλλοι
Κι από την ώρα πόβγαινεν η φοβερή φεγγοβολή,
σα να μην ξέραν άλλο,
ουδέ Σουλτάνο, ουδέ Πασά, μηδέ την ψεύτρα Ανατολή,
παρά ένα φως μεγάλο…»


Αυτό το φως που βλέπουν οι σκλαβωμένοι Έλληνες, όταν ο Άγιος υψώνει τα χέρια του σε ολονύχτια δέηση, κάνει τους Τούρκους να τον αναζητήσουν με «μυστική παγάνα» και να τον δολοφονήσουν άνανδρα την ώρα της εκστατικής προσευχής του. Το μαρτυρικό του αίμα, όμως, θα πυρπολήσει τώρα τις ψυχές τους και θα ανάψει ακατάλυτο τον πόθο της Ελευθερίας. Τώρα το λυτρωμένο Γένος γιορτάζει τη μνήμη του Οσίου με πάνδημο χορό και πανηγύρι:
Κι όλος τραντάζει μυστικά ο Ελικώνας ο ιερός,
Τραντάζει άπάνω ως κάτου,

Σα γύρα από τον τάφο του πηγαίνει κ’ έρχεται ο χορός,
χαρά στα λείψανά του.

Εδώ, ο Άγγελος Σικελιανός, παράλληλα με τον φόρο τιμής που αποτίει στον ελληνικό κλήρο για την προσφορά του στον Αγώνα, συμπυκνώνει την τελεστική διάσταση της μυητικής διαδικασίας, όπως τη διατύπωσε ποιητικά στο ανιόν μυητικό σχήμα του μεγάλου ποιήματος Πάσχα των Ελλήνων:
«αθλητής, ιερέας και προφήτης» ή «ασκητής, μύστης, τεχνίτης, ήρωας» σε άλλη εκδοχή24. Παρακολουθούμε εδώ τη μυητική Αναχώρηση, την Ορειβασία στο όρος των Μουσών, την Κάθαρση, τη Μετάληψη και τέλος τη Θυσία. Τελικό αποτέλεσμα αυτής της θυσίας του Οσίου είναι η αφύπνιση των Ελλήνων. Ο πάνδημος Χορός που λαμβάνει χώρα στην κορυφή του Ελικώνα πραγματώνει το περιεχόμενο της ελευθερίας, σύμφωνα με το κοσμοείδωλο του Σικελιανού. Με τον Χορό επιτυγχάνεται η ταύτιση του καθενός με τη συλλογική Ψυχή,
δηλαδή το «θιασεύεται ψυχάν», το αίτημα των Βακχῶν του Ευριπίδη.

Σημειώσεις

1. Μπουρναζάκης 2000, σσ. 64-65.
2. Είναι αξιοσημείωτη η παρατήρηση του Νάνου Βαλαωρίτη για την εντύπωση που έδινε ο Σικελιανός στον ίδιο και στη γενιά του, όταν τον γνωρίσανε κατά τη διάρκεια της Κατοχής: «Τον φανταζόμαστε πάντοτε [τον Σικελιανό] σε μια ψηλή κορφή ν’ αγναντεύει σαν νέος αρματωλός ή κλέφτης τους κάμπους όπου κατοικούν οι προσκυνημένοι, οι υποταγμένοι […]. Βαλαωρίτης, σ. 27.
3. Λ.Β. Ε΄, σ. 165 και 170 αντίστοιχα.
4. Π.Λ. Ε΄, σ. 103-104 και 105-107.
5. Το ποίημα, γραμμένο το 1942, δημοσιεύτηκε το 1946 στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Κάλβο. Περισ-
σότερα γι’ αυτό, βλ. Βογιατζόγλου, σσ. 101-126.
6. Π.Λ. Ε΄, σ. 104.
7. Σε κείμενο του 1919 αναφερόμενος στον αγώνα του Περικλή Γιαννόπουλου: «που θυμίζει κάπως τους
αγώνες των «αρματολών» απ’ τα βουνά, που εδημιούργησαν την σχετικήν ελευθερία μας», ΠΛ, Α΄, σ. 67.
8. Ανάλογο χαρακτηρισμό —και πολύ βαρύτερους!—έχει επιδαψιλεύσει ο Σικελιανός στον Ελευθέριο
Βενιζέλο στο πολυσέλιδο (αποκηρυγμένο σιωπηρά αργότερα) Ανοιχτό Υπόμνημα στη Μεγαλειότητά του,
στον Κωνσταντίνο, τον Μάρτιο του 1922: «ο επιτήδειος άνθρωπος, όταν ξαφνικά από βρακοφόρος εβα-
φτίστη φρακοφόρος, το χάρμα των διπλωματών της Δύσης…» κ.α., Π.Λ. Α΄, σ. 81.
9. Πρβλ. τον χαρακτηρισμό του για την Αθήνα των αρχών του 20ου αιώνα, όταν ερωτήθηκε από τον Ρο-
ντέν στα 1912 «πώς ζούνε στην Ελλάδα και προ πάντων στην Αθήνα», απάντησε: «η Αθήνα κολακεύεται
να γίνει Παριζιάνα» ΠΛ Α΄, σ.38.
10. Π. Λ.Β΄, σ. 345. 11. Π. Λ. Ε, σ. 46-47.
12. Ό. π., σ. 302-306: 305.
13. Λ.Β., Ε΄, σ. 15-18. 14. Βλ. Μαλάμου 2011.
15. Σήμερα, μπορούμε να κατανοήσουμε τις δραστηριότητες του Σικελιανού υπό το πρίσμα του NewAge
κινήματος.
16. Ολόκληρος ο ογκώδης δεύτερος τόμος του Πεζού Λόγου,
17. Βλ. Π.Λ. Β΄, σ.131-161.
18. Π.Λ., Ε, σ. 65.
19. Δικές μου οι υπογραμμίσεις.
20. Μπουρναζάκης 2013, σ. 124.
21. Βλ. Θ.Α΄, σ. 140, Περισσότεραγια τη Σίβυλλα, βλ. Μαλάμου 2014, σ.295-326.
22. Π.Λ. Ε, 11- 80: 37-38. Επίσης βλ. Π.Λ. Δ΄, σ. 42-48 για τη μεγάλη προσφορά του «Πρωθιεράρχη» Δαμα-
σκηνού στη διάρκεια της Κατοχής.
23. Βλ. Μαλάμου 2014. Το θέμα αυτό πραγματεύομαι σ’ όλη την έκταση της διατριβής μου.

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΩΝ
Λ.Β. Α΄-ΣΤ΄ =Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος, τ. Α΄-ΣΤ, φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης,
Ίκαρος, Αθήνα 1965-1969.
Θ. Α΄-Γ΄= Άγγελος Σικελιανός, Θυμέλη, τ. Α΄-Γ΄, φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης, Ίκαρος,
Αθήνα 1970-1975.
Π.Λ.Α΄-Ε΄= Άγγελος Σικελιανός, Πεζός Λόγος Α΄-Ε΄, φιλολογική επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδης,
Ίκαρος, Αθήνα, 1978-1985.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΒαλαωρίτης = Νάνος Βαλαωρίτης, «Ο Σικελιανός όπως τον είδαμε», Α. Σικελιανός. Πενήντα
χρόνια από τον θάνατό του
, Πρακτικά ΣΤ΄ Συμποσίου Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών, Αθήνα
2002, σσ. 21-28.
Βογιατζόγλου = Αθηνά Βογιατζόγλου, Η γένεση των πατέρων. Ο Σικελιανός ως διάδοχος των
εθνικών ποιητών
, Καστανιώτης, Αθήνα 2005.
Μαλάμου 2011= Μαντώ Μαλάμου, «Μύθος και ιστορία στο θέατρο του Σικελιανού», Εισαγωγή
στην ποίηση του Σικελιανού. Επιλογή κριτικών κειμένων
, επιμέλεια Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος,
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2011, σσ. 447-457.

ΑΠΟ ΑΝΤΙΦΩΝΟ

 

by : tinakanoumegk

 ΣΥΝΕΔΡΙΟ «ΠΑΣΟΚ». ΜΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΥΠΟΠΟΛΙΤΙΚΗΣ. ΜΙΑΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΣΧΕΣΕΩΝ ΤΗΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΚΑΣΤΑΣ.

Ένα ακόμα διεκπεραιωτικό θέαμα ενός εκφυλισμένου «κινήματος». Ήταν εκεί καριερίστες, βολεμένοι του κόμματος σε κρατικές θέσεις, πολλοί χειροκροτητές. Στην συνιστώσα του κομματικοκρατικού ανήθικου καρτέλ μεσιτείας, βρωμιά στην πολιτική ιστορία της χώρας.
Θεωρήθηκε ότι η αναφορά του ονόματος Μιχάλης Χαραλαμπίδης από φολκλόρ συνεδριακό «λόγο» θα έδινε προσθετική αξία.
Στην βρωμιά δεν ταιριάζουν στολίδια.
Οι έντιμοι βίου και πολιτικής είναι ύβρις να γίνονται χρήσιμοι αποενοχοποίησης «πολιτικών» ανθρώπων και κομμάτων υποπολιτικής.



by : tinakanoumegk

 Άλλες δημοσιεύσεις

Ηλίας Σιαμέλας
4 ώρ.
·
Όταν σκέφτομαι ή μιλάω για τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη νιώθω ότι η ψυχή μου όλο κι ανεβαίνει για να φτάσει κάπου ψηλά, σ' απάτητα βουνά, όπου ακόμη και η πέτρα ευωδιάζει αγνότητα. Ο Μιχάλης ήρθε στη ζωή, ενηλικιώθηκε, σπούδασε, μπλέχτηκε με τον σύγχρονο βούρκο της πολιτικής, έγραψε, μίλησε, και πριν από δύο χρόνια "έφυγε" αμόλυντος και πλέρια νικητής! Η Κίρκη της εξουσίας δεν μπόρεσε να τον μεταμορφώσει...
Ο κόσμος είναι πολύπλοκος. Δεν ξέρω αν μπορεί κάποιος να τον αλλάξει. Όσοι μέχρι τώρα το επιχείρησαν απέτυχαν. Όμως κάποια πράγματα μένουν και περιμένουν. Η σοφία που εμπεριέχεται μέσα στα βιβλία του Μιχάλη, ίσως γίνει κτήμα κι όραμα για κάποιες γενιές του μέλλοντος.
Δεν θέλω να μακρυγορώ. Τελευταία συντάχθηκα με το "λακωνίζειν" του Πλάτωνα! Όμως σήμερα θα παραβώ αυτόν τον όρκο για να ευχαριστήσω τον αγαπητό μου φίλο Γρηγόρη Κλαδούχο, που μού έκανε την τιμή ν' αφιερώσει σε μένα το περισπούδαστο άρθρο του για τον Μιχάλη.
Πάντα οι καθαρές ψυχές επιδιώκουν μέσα απ' τον γραπτό τους λόγο, ειδικά εδώ στα ΜΚΔ, να μας υπενθυμίζουν πρόσωπα και καταστάσεις που άφησαν τα υπέρλαμπρα αχνάρια τους σε τούτα τα καθημαγμένα χώματα.
Ο Γρηγόρης με θυμήθηκε όταν στις εκλογές του 2000, μετά την ήττα της Δημοκρατικής Περιφερειακής Ενωσης, βγήκα στη Συνέλευση και μίλησα για το όνειρο που είχα δει την παραμονή των εκλογών. Δεν ήταν το "Έχω ένα όνειρο" του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, που μιλούσε για τα δικαιώματα των μαύρων στις ΗΠΑ. Ήταν ένα πραγματικό όνειρο που μ' άνοιξε βαθιά μες την ψυχή μου έναν λάκκο. Είχα ξεκινήσει απ' το σπίτι του πολυαγαπημένου μου εξάδελφου Γιώργου Κόνιαρη, (πλατεία Αγίας Μαρίνας), όπου με φιλοξενούσε, για ν' ανέβω στην Ακρόπολη. Όταν έφτασα είδα ότι ο ιερός βράχος ήταν όλος σκεπασμένος από χιόνι. Η ανάβαση φαινότανε αδύνατη. Όμως δεν το έβαλα κάτω. Ψάχνοντας εδώ κι εκεί, μέσα απ' τα βουνά του χιονιού διέκρινα πελώρια αχνάρια από άρβυλα που σήμαινε ότι κάποιος είχε επιχειρήσει να φτάσει εκεί που κι εγώ τόσο επιθυμούσα. Πατώντας κι εγώ πάνω στα ίδια αχνάρια έφτασα στην Πύλη της Ακρόπολης. Εκεί, είδα, και τι δεν είδα! Μια σιδερένια πόρτα, βαμμένη μαύρη με κατράμι, να είναι κλειδαμπαρωμένη , και μπροστά της να στέκεται πελώριος, ωσάν κάποιος αρχαίος θεός, ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης!
Το όνειρο τελείωσε, ξύπνησα, "κι ο Ήλιος μπροστά μου ανέβηκε/ και μόφεξε τα βλέφαρα..." (Άγγ. Σικ.)
Ο Μιχάλης, ο Μιχάλης, που θ' άνοιγε το δρόμο για έναν νέο Χρυσό Αιώνα Δημοκρατίας, συνάντησε τη μαυρίλα του Συστήματος. Του έκοψε το δρόμο! Είναι το ίδιο το Σύστημα, που στην ακόμη χειρότερη του μορφή, κυβερνάει, σαν μια εξωχώρια αδίσταχτη επιχείρηση, τούτον τον μαύρο κι άραχνο τόπο!!!
# Οι φωτογραφίες είναι από το άρθρο του Γρηγόρη Κλαδούχου, που τον σύνδεσμο θα τον βρείτε στα σχόλια.
Ευχαριστώ σας...


Ηλίας Σιαμέλας

Όταν σκέφτομαι ή μιλάω για τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη νιώθω ότι η ψυχή μου όλο κι ανεβαίνει για να φτάσει κάπου ψηλά, σ' απάτητα βουνά, όπου ακόμη και η πέτρα ευωδιάζει αγνότητα. Ο Μιχάλης ήρθε στη ζωή, ενηλικιώθηκε, σπούδασε, μπλέχτηκε με τον σύγχρονο βούρκο της πολιτικής, έγραψε, μίλησε, και πριν από δύο χρόνια "έφυγε" αμόλυντος και πλέρια νικητής! Η Κίρκη της εξουσίας δεν μπόρεσε να τον μεταμορφώσει...
Ο κόσμος είναι πολύπλοκος. Δεν ξέρω αν μπορεί κάποιος να τον αλλάξει. Όσοι μέχρι τώρα το επιχείρησαν απέτυχαν. Όμως κάποια πράγματα μένουν και περιμένουν. Η σοφία που εμπεριέχεται μέσα στα βιβλία του Μιχάλη, ίσως γίνει κτήμα κι όραμα για κάποιες γενιές του μέλλοντος.
Δεν θέλω να μακρυγορώ. Τελευταία συντάχθηκα με το "λακωνίζειν" του Πλάτωνα! Όμως σήμερα θα παραβώ αυτόν τον όρκο για να ευχαριστήσω τον αγαπητό μου φίλο Γρηγόρη Κλαδούχο, που μού έκανε την τιμή ν' αφιερώσει σε μένα το περισπούδαστο άρθρο του για τον Μιχάλη.
Πάντα οι καθαρές ψυχές επιδιώκουν μέσα απ' τον γραπτό τους λόγο, ειδικά εδώ στα ΜΚΔ, να μας υπενθυμίζουν πρόσωπα και καταστάσεις που άφησαν τα υπέρλαμπρα αχνάρια τους σε τούτα τα καθημαγμένα χώματα.
Ο Γρηγόρης με θυμήθηκε όταν στις εκλογές του 2000, μετά την ήττα της Δημοκρατικής Περιφερειακής Ενωσης, βγήκα στη Συνέλευση και μίλησα για το όνειρο που είχα δει την παραμονή των εκλογών. Δεν ήταν το "Έχω ένα όνειρο" του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, που μιλούσε για τα δικαιώματα των μαύρων στις ΗΠΑ. Ήταν ένα πραγματικό όνειρο που μ' άνοιξε βαθιά μες την ψυχή μου έναν λάκκο. Είχα ξεκινήσει απ' το σπίτι του πολυαγαπημένου μου εξάδελφου Γιώργου Κόνιαρη, (πλατεία Αγίας Μαρίνας), όπου με φιλοξενούσε, για ν' ανέβω στην Ακρόπολη. Όταν έφτασα είδα ότι ο ιερός βράχος ήταν όλος σκεπασμένος από χιόνι. Η ανάβαση φαινότανε αδύνατη. Όμως δεν το έβαλα κάτω. Ψάχνοντας εδώ κι εκεί, μέσα απ' τα βουνά του χιονιού διέκρινα πελώρια αχνάρια από άρβυλα που σήμαινε ότι κάποιος είχε επιχειρήσει να φτάσει εκεί που κι εγώ τόσο επιθυμούσα. Πατώντας κι εγώ πάνω στα ίδια αχνάρια έφτασα στην Πύλη της Ακρόπολης. Εκεί, είδα, και τι δεν είδα! Μια σιδερένια πόρτα, βαμμένη μαύρη με κατράμι, να είναι κλειδαμπαρωμένη , και μπροστά της να στέκεται πελώριος, ωσάν κάποιος αρχαίος θεός, ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης!
Το όνειρο τελείωσε, ξύπνησα, "κι ο Ήλιος μπροστά μου ανέβηκε/ και μόφεξε τα βλέφαρα..." (Άγγ. Σικ.)
Ο Μιχάλης, ο Μιχάλης, που θ' άνοιγε το δρόμο για έναν νέο Χρυσό Αιώνα Δημοκρατίας, συνάντησε τη μαυρίλα του Συστήματος. Του έκοψε το δρόμο! Είναι το ίδιο το Σύστημα, που στην ακόμη χειρότερη του μορφή, κυβερνάει, σαν μια εξωχώρια αδίσταχτη επιχείρηση, τούτον τον μαύρο κι άραχνο τόπο!!!
# Οι φωτογραφίες είναι από το άρθρο του Γρηγόρη Κλαδούχου, που τον σύνδεσμο θα τον βρείτε στα σχόλια.
Ευχαριστώ σας...
by : tinakanoumegk


 ΙΡΑΝ, Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΕΞΑΝΤΛΕΙ ΤΗΝ ΑΜΕΡΙΚΗ

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΥΡΚΑΓΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ
(Giuseppe Gagliano – lafionda.org) – Υπάρχει μια στιγμή, σε κάθε πόλεμο, κατά την οποία η στρατιωτική υπεροχή παύει να αποτελεί εγγύηση και μετατρέπεται σε ερώτημα. Είναι η στιγμή κατά την οποία η δύναμη συνεχίζει να χτυπά, αλλά δεν γνωρίζει πλέον ακριβώς για ποιο πολιτικό αποτέλεσμα πολεμά. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται σήμερα η Ουάσιγκτον στην αντιπαράθεσή της με το Ιράν. Όχι μπροστά σε μια θεαματική ήττα, όχι μπροστά σε μια ταπεινωτική υποχώρηση, αλλά μπροστά σε κάτι πιο ύπουλο: τη σταδιακή διάβρωση της στρατηγικής της αξιοπιστίας.
Η ΗΤΤΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεχίσουν να επιτίθενται. Μπορούν ακόμα να προκαλέσουν σοβαρές καταστροφές. Μπορούν να διευρύνουν τη σύγκρουση και να ανεβάσουν το επίπεδο της βίας. Όμως, όλα αυτά δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν τη νίκη. Για να νικήσει κανείς, πρέπει να υποτάξει τη βούληση του αντιπάλου και να μετατρέψει τη δύναμη σε πολιτική τάξη. Μέχρι στιγμής, αυτό δεν έχει συμβεί.
Το Ιράν δέχτηκε πολύ σκληρά πλήγματα, αλλά δεν κατέρρευσε. Έχασε άνδρες και υποδομές, αλλά όχι την ικανότητα να πολεμάει ούτε αυτή να αντιστέκεται. Αντίθετα, φαίνεται να έχει μετατρέψει την ευπάθειά του σε μια μορφή στρατηγικής δύναμης: τη δύναμη εκείνου που αναγκάζει τον αντίπαλο να ξοδεύει περισσότερα, να εκτίθεται περισσότερο, να αμφιβάλλει περισσότερο.
Γι' αυτό το λόγο, ο πραγματικός κίνδυνος για την Ουάσιγκτον δεν είναι μια κλασική στρατιωτική ήττα. Είναι μια πιο λεπτή και πιο σύγχρονη ήττα: να εισέλθει σε έναν πόλεμο με όλη την υπεροχή του κόσμου και να βγει από αυτόν με λιγότερη εξουσία από πριν.
(ΑΠΟ: 28 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026 – INFOSANNIO)
1 ημ. 
Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια