«Ο πόλεμος δεν εμφανίζεται ως ξαφνικό γεγονός· προηγείται πάντα μια περίοδος γλωσσικής εξοικείωσης και κοινωνικής πειθάρχησης.»
Μary Kaldor, καθηγήτρια Παγκόσμιας Διακυβέρνησης New and Old Wars,
Θεωρητική συζήτηση για προετοιμασία, γλώσσα, κανονικοποίηση πολέμου.
«Η κοινωνία καταλαβαίνει βαθμιαία ότι μια χώρα όπως η Γερμανία, με ένα τόσο μεγάλο εξωτερικό εμπόριο και με τόση εξάρτηση από αυτό… εν ανάγκη θα χρειασθεί να προσφύγει και στη στρατιωτική δράση για να διαφυλάξει τα συμφέροντά της…».
Χορστ Κέλερ, Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από τον Ιούλιο του 2004 έως τον Μάιο του 2010, επίσης επικεφαλής μέχρι τις 4 Μαρτίου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.
Ο πόλεμος δεν ξεκινά με την πραγματοποίηση του πρώτου βομβαρδισμού. Αρχίζει όταν οι κοινωνίες εκπαιδεύονται να αποδέχονται το ιδεολογικό αφήγημα των κυρίαρχων. Όταν ακρίβεια, φτώχεια, επισφάλεια και διάλυση ζωής παρουσιάζονται ως το αναπόφευκτο κόστος εξωτερικών απειλών, όταν οι κοινωνίες μαθαίνουν να απαιτούν λιγότερα και να αντιδρούν λιγότερο. Στο πεδίο αυτό εγκαθίσταται σταδιακά το πολεμικό καθεστώς, χωρίς να χρειάζεται να ονομαστεί πόλεμος.
Οι κοινωνίες στον ευρωπαϊκό χώρο μεταβάλλονται σε πολεμικές με την διαρκή επίκληση της «ασφάλειας», την κανονικοποίηση της εξαίρεσης, την αποδοχή των στερήσεων στ’ όνομα του εθνικού καθήκοντος. «Παλαιότερα υποθέταμε ότι μια ρωσική επίθεση κατά του ΝΑΤΟ θα ήταν πιθανή το 2029. Τώρα όμως ακούγονται εκτιμήσεις για πιθανή κλιμάκωση ήδη από το 2028, ενώ ορισμένοι στρατιωτικοί ιστορικοί εκτιμούν ότι ίσως έχουμε ήδη ζήσει το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι.»1
Αυτή είναι η απάντηση που έδωσε ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, στην γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung, σε ερώτηση σχετικά με το αν η Ρωσία θα μπορούσε να επιτεθεί σε χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ.
Η τελευταία φράση –ότι ίσως έχουμε ήδη ζήσει «το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι»– διατυπωμένη δημόσια από εν ενεργεία υπουργό Άμυνας, δεν αποτελεί μια απλή αναφορά σε «εκτιμήσεις ορισμένων στρατιωτικών αναλυτών». Εντάσσεται στα πλαίσια μιας ευρύτερης ρητορικής για την εξοικείωση του του ευρωπαϊκού κοινωνικού χώρου, που καλείται να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.
Η φράση «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι» ως πολεμικό μήνυμα δεν είναι τυχαία, ούτε καινούργια. Χρησιμοποιήθηκε εκ των υστέρων για να περιγράψει το καλοκαίρι του 1914, μια περίοδο φαινομενικής κανονικότητας, λίγο πριν την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής. Όπως εξηγεί ο ιστορικός Mark Mazower, «Το καλοκαίρι του 1914 παρουσιάστηκε στους ανθρώπους ως συνηθισμένη εποχή σταθερότητας· εκ των υστέρων όμως καταγράφηκε ως το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι μιας Ευρώπης που βάδιζε ήδη προς τον πόλεμο.»2
Η ίδια αυτή φράση επαναλαμβάνεται σήμερα από τον γερμανό υπουργό άμυνας, ως μέρος μιας πολεμικής τελετουργίας με σκοπό να σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής. Ο χρόνος παύει να είναι ουδέτερος και γίνεται μεταβατικός, οι κυρίαρχοι δεν ενημερώνουν, αλλά προετοιμάζουν. Δεν υποδεικνύουν έναν κίνδυνο, αλλά κατασκευάζουν ένα χρονικό κατώφλι. Όταν η εξουσία επαναφέρει τις μνήμες προηγούμενων πολέμων, δεν προβλέπει το μέλλον, προσπαθεί να το καταστήσει αναπόφευκτο, αφαιρώντας από τις κοινωνίες τη δυνατότητα να το αμφισβητήσουν.
Τα ιστορικά γεγονότα σπάνια επιστρατεύονται από την εξουσία για να αποτραπεί η επανάληψή τους. Αντίθετα η κυριαρχική αφήγηση της ιστορίας στοχεύει στην εξασφάλιση της κοινωνικής συναίνεσης με τους κρατικούς σχεδιασμούς. Η «ειρήνη» παρουσιάζεται ως παροδική διαχείριση που τελειώνει, όχι ως κοινωνική ανάγκη που απαιτεί σύγκρουση με τους μηχανισμούς βίας. Έτσι, η προειδοποίηση για «το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι» δεν έχει σκοπό να αποτρέψει, αλλά συνιστά πολεμικό σήμα: ο πόλεμος έρχεται, οπότε το ζητούμενο είναι με ποιους όρους θα τον δεχθούν οι κοινωνίες.
Είναι φανερό, ότι όταν τέτοιες διατυπώσεις δεν προέρχονται από «ειδικούς», αλλά από κρατικούς αξιωματούχους, δεν αποσκοπούν στην ενημέρωση. Αποσκοπούν στην προσαρμογή μέσω του φόβου. Και ο φόβος ανοίγει τον δρόμο να υλοποιηθεί το πραγματικό πρόγραμμα: επανεξοπλισμοί, ειδικά ταμεία, πολεμική ετοιμότητα, στρατιωτική πειθαρχία της καθημερινότητας. Μια κοινωνική αναδιάταξη, όπου η ζωή ξαναγίνεται παράρτημα της «ασφάλειας».
Η βαρύτητα αυτής της διατύπωσης ενισχύεται, όταν εκφέρεται από το γερμανικό κράτος.
Ένα κράτος που, μέσα σε περίπου 155 χρόνια από την ανακήρυξή του το 1871, έχει εγγράψει στο ιστορικό του αποικιακές γενοκτονίες και την συμμετοχή του στις δύο παγκόσμιες ανθρωποσφαγές. Η πρώτη μαζική σφαγή του 20ού αιώνα, πραγματοποιήθηκε στη Ναμίμπια της Αφρικής από το 1904 έως το1908 από τη γερμανική αποικιοκρατική δύναμη. Χιλιάδες οδηγήθηκαν στον σφαγιασμό ενώ πάρα πολλοί ακόμη ιθαγενείς πέθαναν από ασιτία, δίψα, καταναγκαστικά έργα, βασανιστήρια, πορείες θανάτου και άλλες στερήσεις, που υπέστησαν κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Όπως τονίζει ο γερμανός ιστορικός Jürgen Zimmerer, «Η γενοκτονία των Χερέρο και Νάμα (1904–1908) δεν αποτελεί παρέκκλιση της γερμανικής ιστορίας, αλλά πρόδρομο εργαστήριο πρακτικών μαζικής εξόντωσης και φυλετικής ιεράρχησης που αργότερα θα επανεμφανιστούν στην Ευρώπη.»3
Η μετάβαση από την «ειρήνη» στον πόλεμο δεν πραγματοποιείται ποτέ ως στιγμιαίο άλμα. Προηγείται πάντα μια περίοδος γλωσσικής εξοικείωσης, ιδεολογικής προετοιμασίας και κοινωνικής πειθάρχησης. Η προπαγάνδα προηγείται της χρήσης των όπλων.
Η εξασφάλιση της κοινωνικής αποδοχής προηγείται της ωμής στρατιωτικής βίας.
Η συγκεκριμένη πολεμική ρητορική εκφέρεται από έναν αξιωματούχο ενός κράτους που χρησιμοποίησε τις επιστήμες ταξινόμησης ανθρώπων, ενέταξε την ευγονική σε διοικητική λογική και δοκίμασε πάνω σε αποικιοκρατούμενα σώματα μεθόδους, που αργότερα επέστρεψαν στην Ευρώπη με διαφορετικό όνομα, αλλά με τον ίδιο πυρήνα. Οι ναζί, φυσικά, δεν επινόησαν τα πάντα. Όπως, εύστοχα, παρατηρεί η Hannah Arendt στο έργο της οι Ρίζες του Ολοκληρωτισμού, «Ο ναζισμός δεν γεννήθηκε στο κενό· πάτησε πάνω σε ήδη υπάρχοντα αποικιακά, διοικητικά και επιστημονικά πρότυπα βίας.» Όταν, λοιπόν, οι μηχανισμοί εξουσίας διακηρύσσουν το τέλος της «ειρήνης», δεν ενδιαφέρονται για τις ζωές που ζητούν να «θυσιαστούν». Ενδιαφέρονται. για το πώς θα θωρακίσουν τη λειτουργία τους, πώς θα εξασφαλίσουν την κοινωνική ανοχή, πώς θα βαφτίσουν τις επιλογές και τα συμφέροντα τους κοινωνική αναγκαιότητα. Στις ευρωπαϊκές συνόδους, στα κοινά προγράμματα παραγωγής πολεμικού υλικού και στις διακηρύξεις περί «ετοιμότητας», η κατεύθυνση είναι σαφής: περισσότερα όπλα, περισσότερη πειθαρχία, μεγαλύτερες στερήσεις για τους πολλούς και μεγαλύτερη συγκέντρωση ισχύος για τους λίγους.
Εννοείται ότι τα μικρότερα κράτη δεν είναι εξαίρεση, αλλά κρίκοι στην κυριαρχική αλυσίδα.
Δεν χωρά αμφιβολία, ότι «Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται όχι για να προστατεύσει τους ανθρώπους της, αλλά για να θωρακίσει τα συμφέροντα των κυρίαρχων μπλοκ ισχύος.»4 Τα εργοστάσια όπλων στην Ευρώπη, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της παγκόσμιας σύρραξης που μαίνεται σε ουκρανικό έδαφος και όχι μόνον, επεκτείνονται με ρυθμό τρεις φορές μεγαλύτερο από το παρελθόν, με πάνω από 7 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα νέας βιομηχανικής ανάπτυξης, σε μια κίνηση την οποία οι Financial Times χαρακτηρίζουν επανεξοπλισμό ιστορικών διαστάσεων. Τα καινούργια δεδομένα καταδεικνύουν, ότι η πολυδιαφημισμένη αναγέννηση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας –που υποστηρίζεται από δημόσιες επιδοτήσεις– αρχίζει να υλοποιείται όχι μόνο με υποσχέσεις και δηλώσεις, αλλά με συγκεκριμένα έργα από μπετόν και χάλυβα.
Πριν την συγκρότηση γερμανικού κράτους
Πριν υπάρξει η «Γερμανία» που γνωρίζουμε, υπήρχε ένας χώρος τεμαχισμένος, στρατιωτικοποιημένος και βίαιος. Ο «γερμανικός» χώρος του 18ου και 19ου αιώνα αποτελούσε ένα μωσαϊκό πριγκιπάτων, βασιλείων και δουκάτων, όπου η εξουσία λειτουργούσε ήδη μέσω στρατών, πειθαρχίας και καταναγκασμού. Η απουσία ενιαίου κράτους δεν σήμαινε απουσία εξουσίας: σήμαινε πολλαπλασιασμό της βίας.
Η Πρωσία, πριν ακόμη αναλάβει τον ρόλο του ενοποιητή, είχε συγκροτήσει έναν από τους πιο πειθαρχημένους στρατιωτικούς μηχανισμούς της Ευρώπης: «Η πρωσική κοινωνία δεν οργανώθηκε γύρω από δικαιώματα ή θεσμούς, αλλά γύρω από τον στρατό. Η υπακοή δεν επιβαλλόταν από νόμους, αλλά από τη στρατιωτική καθημερινότητα.»5
Η κρατική βία δεν ήταν αποτέλεσμα αποτυχίας, αλλά βασική προϋπόθεση της κρατικής συγκρότησης. Αντίθετα, όπου δεν υπήρχε ενιαίος μηχανισμός επιβολής, υπήρχε «κρίση» κυριαρχίας σχετικά με το πώς συγκεντρώνεται η εξουσία, πώς πειθαρχείται ο χώρος, πώς μετατρέπεται η πολυπλοκότητα του κοινωνικού χώρου σε ελέγξιμο σύνολο: «Το γερμανικό κράτος δεν γεννήθηκε από κοινωνική ανάγκη, αλλά από στρατιωτική επιβολή. Η ενότητα δεν ήταν στόχος· ήταν αποτέλεσμα βίας.»6
Όταν η εξουσία δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί χωρίς τριβές, σταθεροποιείται με πόλεμο. Έτσι, «Η ενοποίηση της Γερμανίας δεν υπήρξε ιστορική πρόοδος, αλλά στρατιωτική λύση σε κρίση εξουσίας.»7 Θα υπενθυμίσουμε ότι από αναρχικής σκοπιάς δεν υφίστανται «καλά» και «κακά» κράτη, αλλά η εξουσία ως κρατική συγκρότηση, ως μηχανισμός συγκέντρωσης και άσκησης βίας για την πειθάρχηση και την υποταγή. Όπως τονίζει ο Michel Foucault, «Το κράτος δεν εξανθρωπίζει τη βία. Τη συγκεντρώνει, τη νομιμοποιεί και την καθιστά απρόσωπη.»8
Όσο για την γερμανική περίπτωση, φυσικά, δεν αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα.
Μπίσμαρκ: «Αίμα και Σίδηρος»
Όπως είδαμε, το γερμανικό κράτος δεν συγκροτήθηκε ως απάντηση σε μια κοινωνική απαίτηση ούτε ως προϊόν «ωρίμανσης», αλλά ως «λύση» επιβολής σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό και κοινωνικό χώρο, που δεν μπορούσε να ενοποιηθεί «ειρηνικά». Εκφραστής αυτής της «λύσης» ήταν ο Otto von Bismarck. Ο Bismarck, πρωθυπουργός της Πρωσίας από το 1862 και πρώτος καγκελάριος του Ράιχ από το 1871, δεν υπήρξε θεωρητικός της ενότητας, αλλά θιασώτης της ωμής και απροκάλυπτης βίας. Το δόγμα του δεν διατυπώθηκε με υπαινιγμούς και υπεκφυγές: όχι λόγια, όχι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, αλλά «αίμα και σίδηρος». Όπως διακήρυσσε ο ιδρυτής της γερμανικής αυτοκρατορίας στην περίφημη ομιλία του στο Κοινοβούλιο το 1862, «Τα μεγάλα ζητήματα της εποχής δεν θα κριθούν με λόγους και αποφάσεις πλειοψηφίας, αλλά με αίμα και σίδηρο.»9
Οι πόλεμοι που οδήγησαν στην ενοποίηση ήταν κλιμακωτοί και στοχευμένοι: Δανία (1864), Αυστρία (1866), Γαλλία (1870-1871). Κάθε πόλεμος παρόπλιζε έναν αντίπαλο και ταυτόχρονα παρήγαγε εσωτερική πειθαρχία. Όπως επίσης τονίζει και ο γερμανός ιστορικός Hans-Ulrich Wehler, «Η ενοποίηση της Γερμανίας δεν ήταν αποτέλεσμα εθνικής αφύπνισης, αλλά προϊόν κρατικής επιβολής και στρατιωτικής αναγκαιότητας.»10 Η ανακήρυξη του Ράιχ σφράγισε αυτή τη λογική, καθώς δεν πραγματοποιήθηκε σε γερμανική πόλη, αλλά στις Βερσαλλίες, στο παλάτι του ηττημένου εχθρού. Το κράτος συγκροτήθηκε ως τρόπαιο πολέμου, σύμφωνα με την σχετική κρατική διακήρυξη, καθώς, όπως τονίζει Eric Hobsbawm, «Η Γερμανική Αυτοκρατορία γεννήθηκε στις Βερσαλλίες: η ενότητα σφραγίστηκε ως προϊόν πολέμου.»11
Από την πρώτη στιγμή, το κράτος ταύτισε την ενότητα με την υπακοή, ενώ πυρήνα του αποτέλεσαν ο στρατός, η διοίκηση και η γραφειοκρατία. Όπως εξηγεί ο γερμανός ιστορικός Hagen Schulze ,«Το Ράιχ δεν υπήρξε ποτέ κράτος πολιτών, αλλά κράτος υπηκόων.»12
Αποικιοκρατία, γενοκτονίες, πειράματα: εκεί που δοκιμάστηκε η μέθοδος
Η γερμανική κρατική βία δεν περίμενε τους παγκόσμιους πολέμους για να αποκτήσει μορφή. Δοκιμάστηκε νωρίτερα, μακριά από τον ευρωπαϊκό χώρο, εκεί όπου η εξουσία μπορούσε να λειτουργεί χωρίς προσχήματα και χωρίς εσωτερικό πολιτικό κόστος. Η αποικιοκρατία δεν ήταν «παρένθεση», αποτέλεσε εργαστήριο.
Όπως προαναφέρθηκε, στη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική, στις αρχές του 20ού αιώνα εφαρμόστηκε η λογική της πρωσικής πειθαρχίας: συλλογική τιμωρία, εκτοπισμός, εξόντωση μέσω πείνας, στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η γενοκτονία των Χερέρο και Νάμα (1904-1908) αποτέλεσε πεδίο δοκιμής. Όπως τονίζει η αμερικανίδα ιστορικός Isabel V. Hull, «Η εξόντωση των Χερέρο δεν υπήρξε αποτέλεσμα “εκτροπής”, αλλά συνειδητή κρατική απόφαση.»13 Εκεί εμφανίζονται μορφές που αργότερα θα επιστρέψουν στην Ευρώπη, στρατόπεδα, αριθμημένη εργασία, ιατρική επιτήρηση, μαζικός θάνατος χωρίς ατομική αναγνώριση. Ο άνθρωπος γίνεται υλικό προς διαχείριση.
Την ίδια άποψη διατυπώνει και ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman, γράφοντας ότι «Τα αποικιακά στρατόπεδα υπήρξαν πρόπλασμα των ευρωπαϊκών στρατοπέδων εξόντωσης.»14
Επιστήμονες κάθε ειδικότητας, ανθρωπολόγοι, γιατροί και βιολόγοι χρησιμοποίησαν τα σώματα των αποικιοκρατούμενων ως πειραματικό πεδίο με μετρήσεις, ταξινομήσεις και φυλετικές ιεραρχήσεις και παρουσιάστηκαν ως ρυθμιστές των νέων αξιών, ηθικών και πολιτισμικών. Κατασκεύασαν ένα λεξιλόγιο ανωτερότητας, που αργότερα θα γίνει ένα κρατικό ευαγγέλιο. Ο ευγονισμός δεν παρουσιάστηκε ως βαρβαρότητα, αλλά ως ορθολογισμός και διοικητική πρακτική. Η εξόντωση ξεκινά όταν ο άνθρωπος παύει να είναι πρόσωπο και γίνεται κατηγορία: «Η εξόντωση ξεκινά όταν ο άνθρωπος παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο και μετατρέπεται σε ταξινομικό δεδομένο.»15 Οι ναζί δεν επινόησαν τη μέθοδο. Μ’ άλλα λόγια, «Ο ναζισμός υπήρξε η αποικιοκρατία στραμμένη προς τα μέσα.»16
Αυτό που άλλαξε δεν ήταν η ωμότητα της βίας, ούτε η επιστημονική μέθοδος, αλλά η κλίμακα και η εγγύτητα. Στην περίοδο του μεσοπολέμου ο Αμερικανός ιστορικός και συγγραφέας Lothrop Stoddard, στο βιβλίο του The Rising Tide of Color που δημοσιεύθηκε το 1920, υποστήριξε ότι οι φυλετικές ομάδες, που θεωρούσε κατώτερες, θα προκαλούσαν την «καταστροφή» της δυτικής και ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς. Τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τα ευγονικά κινήματα γνωρίζουν μεγάλη άνθηση στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική κ.α.. Ευγονικές εταιρείες και προγράμματα κοινωνικής «υγιεινής» άνθησαν στην Κεντρική Νοτιοανατολική Ευρώπη, πρώτα στην Πράγα και τη Βιέννη το 1913 και μετά στη Βουδαπέστη το 1914 και την Πολωνία το 1917, ενώ ο φυλετικός εθνικισμός έγινε κανόνας σε αρκετά από τα παραπάνω κράτη.
Δεν ήταν λίγοι, λοιπόν, όσοι εκκόλαψαν το «αυγό του φιδιού». Ή μήπως όχι;
Δύο παγκόσμιες ανθρωποσφαγές
Η Γερμανία δεν «παρασύρθηκε» τυχαία σε δύο παγκόσμιους πολέμους, αντίθετα οι πόλεμοι αυτοί συνδέονται με ένα κράτος δομημένο ως μηχανή πειθαρχίας, και επέκτασης της μαζικής βίας.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η πρώτη πλήρης εφαρμογή της κρατικά οργανωμένης, βιομηχανικής σφαγής, καθώς για πρώτη φορά τα κράτη που συμμετείχαν κινητοποίησαν ολόκληρη την κοινωνία ως υλικό μάχης: «Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε πόλεμος μαζικής κινητοποίησης όπου ολόκληρη η κοινωνία έγινε αναλώσιμο υλικό.»17
Λέγεται, συχνά, ότι οι όροι που επιβλήθηκαν στο γερμανικό κράτος μετά το 1918 ταπείνωσαν τον γερμανικό λαό. Όμως όταν ένα κράτος έχει προκαλέσει –μέσω συγκεκριμένων πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών ελίτ, και όχι μέσω του συνόλου της κοινωνίας– έναν πόλεμο που εξελίχθηκε σε κρατικά οργανωμένη, βιομηχανική σφαγή και στη συνέχεια κυρίως τα μεσαία κοινωνικά στρώματα προσλαμβάνουν τους επιβληθέντες όρους της ήττας –εδαφικές απώλειες, αυστηρούς στρατιωτικούς περιορισμούς, βαριές πολεμικές αποζημιώσεις και καθεστώς διεθνούς επιτήρησης– πρωτίστως ως εθνική και θρησκευτική ταπείνωση, τότε δεν πρόκειται, απλώς, για αίσθημα αδικίας, αλλά για μερική ταύτιση με την πολεμική μηχανή, που είχε ήδη συμβάλει στον θάνατο περίπου 10 εκατομμυρίων ανθρώπων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για μια ταύτιση που δεν εξαφανίζει την ευθύνη, αλλά τη μετασχηματίζει σε πολιτικό αίτημα αποκατάστασης μέσω ισχύος – και ακριβώς μέσα σε αυτό το ρήγμα μεταξύ ήττας και ευθύνης θα βρει έδαφος η επόμενη, ακόμη πιο καταστροφική, ιστορική συνέχεια.
Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι οι Ναζί ήταν οι πρώτοι, ως κόμμα, που τοποθετήθηκαν με επιτυχία ως ένθερμοι εθνικιστές υπερασπιστές υπέρ της αγροτικής μεσαίας τάξης, η οποία ένιωθε θύμα της νέας οικονομικής και πολιτικής τάξης και δυσαρεστημένη με το συγκριτικά ποικιλόμορφο, αριστερόστροφο Βερολίνο. Πολλοί Γερμανοί Προτεστάντες ένιωθαν δικό τους το παλιό καθεστώς, ένα ρητά προτεσταντικό κράτος για το οποίο εργάζονταν πολλοί, και όσοι εργάζονταν, αποκόμιζαν μεγάλο κύρος από την υπηρεσία τους στον Βασιλιά και τον Κάιζερ. Η νέα, μετά τον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο, δημοκρατία, αντίθετα, διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από καθολικά και εργατικά σοσιαλιστικά κόμματα, δημιουργώντας ένα σύστημα στο οποίο οι προτεσταντικές μεσαίες τάξεις ένιωθαν άστεγες.
Η ήττα του 1918 δεν διέλυσε, φυσικά, τον κρατικό μηχανισμό, απλά τον αποδυνάμωσε για μικρό χρονικό διάστημα. Η Βαϊμάρη κληρονόμησε ένα κράτος που στελέχωναν στρατιωτικοί, δικαστές, δημόσιοι υπάλληλοι και στήριζαν οι βιομήχανοι. Ο ναζισμός εμφανίστηκε ως «λύση συνέχειας» και μάλιστα ελπιδοφόρα, όπως εξηγεί ο ιστορικός Ian Kershaw, «Ο Χίτλερ δεν κατέλαβε απλώς το κράτος: ένα μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού τον αναγνώρισε ως λύση.»18
Η επιστημονικά οργανωμένη εξολόθρευση των φυλετικά «κατώτερων», που έλαβε χώρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν εκτελέστηκε από «τέρατα», αλλά από υπάκουους λειτουργούς, μέσα από κανονικές διοικητικές διαδικασίες: «Το Ολοκαύτωμα δεν υπήρξε παρέκκλιση του πολέμου· υπήρξε κρατικό πρόγραμμα.»19
1945: ήττα χωρίς κάθαρση – διχοτόμηση, ψευδής παύση
«Η γενοκτονία εκτελέστηκε από “κανονικούς” ανθρώπους που έκαναν τη δουλειά τους.»20
Το 1945 δεν σήμανε την κατάρρευση των μηχανισμών που παρήγαγαν τη γερμανική κρατική βία, παρά την στρατιωτική ήττα. Οι διακηρύξεις για αποναζιστικοποίηση, αποστρατιωτικοποίηση και εκδημοκρατισμό εφαρμόστηκαν επιλεκτικά και εγκαταλείφθηκαν, όταν άλλαξαν οι διεθνείς ισορροπίες. Η προτεραιότητα δεν ήταν ο μετασχηματισμός της κοινωνίας, αλλά ο έλεγχος του χώρου.
«Η αποναζιστικοποίηση υπήρξε περιορισμένη και συχνά υποχώρησε μπροστά στη “λειτουργικότητα” του κράτους.»21 Η Βέρμαχτ διαλύθηκε τυπικά, τα στελέχη της όμως αξιοποιήθηκαν στην συνέχεια με κάθε τρόπο στον κρατικό μηχανισμό. Αξιωματικοί, τεχνικοί, διοικητικοί, δικαστές μετακινήθηκαν, αποσύρθηκαν προσωρινά και αξιοποιήθηκαν εκ νέου σε λειτουργικά πόστα. Το κράτος κράτησε τη μνήμη λειτουργίας του. Η κυβέρνηση του καγκελαρίου Κόνραντ Αντενάουερ προσέφερε μια υλική βάση για την αναβίωση της εθνικής αξιοπρέπειας, αλλά και μια έμμεση συμφωνία στους πρώην Ναζί: τον περιορισμό των διώξεων με αντάλλαγμα την πολιτική συμμόρφωση. Με την διχοτόμησή της η Γερμανία εντάχθηκε στην μεταπολεμική παγκόσμια τάξη, καθώς «Η μεταπολεμική Γερμανία δεν απελευθερώθηκε απλώς· εντάχθηκε σε νέο πλέγμα ισχύος.»22
Μ’ άλλα λόγια, οι νικητές του 1945 δεν λειτούργησαν ως φορείς κάθαρσης, όπως καμώνονταν μέσω των γνωστών διαδικασιών του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης. Λειτούργησαν πρώτιστα ως διαχειριστές της ισχύος που απολαμβάναν έναντι των ηττημένων. Με την έναρξη, όμως, του Ψυχρού Πολέμου, ο πρώην εχθρός έγινε χρήσιμος. Και τότε η μνήμη έγινε άβολη. «Η μεταπολεμική δικαιοσύνη τιμώρησε κυρίως πρόσωπα, αφήνοντας δομές και συνέχειες ανέπαφες.»23
Η τεχνογνωσία που χρησιμοποιήθηκε για τις ναζιστικές θηριωδίες δεν απορρίφθηκε, αλλά αφομοιώθηκε, ενώ πρώην ναζί αποδείχθηκαν χρήσιμοι, αλλάζοντας, απλά, στρατόπεδο. Οι υποτυπώδεις δίκες υπήρξαν σε γενικές γραμμές τελετουργικές, ενώ η ίδρυση της Bundeswehr και η ένταξη της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ (1955) δεν ήταν μόνον η «επιστροφή», αλλά και η θεσμική ακύρωση της μεταπολεμικής τιμωρίας: «Ο επανεξοπλισμός και η ένταξη στο ΝΑΤΟ σήμαναν στρατηγική αποκατάσταση της Δυτικής Γερμανίας μέσα στη νέα τάξη.»24
Πόλεμος ως κανονικότητα: επανεξοπλισμός και κοινωνική πειθάρχηση
Ο σημερινός «ασταθής» κόσμος παρουσιάζεται, όπως είδαμε, ως μια «απόκλιση» από μια ειρηνική μεταπολεμική κανονικότητα ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, που καθιέρωσαν κανόνες και νόμους, διευκόλυναν το ανοικτό παγκόσμιο εμπόριο, την διεθνή ναυσιπλοΐα και υπεράσπισαν τους στενούς τους συμμάχους. Τα ευρωπαϊκά κράτη επανέρχονται στη διαχείριση «κρίσεων» στον ευρωπαϊκό χώρο μέσω της στρατιωτικής βίας. Από τα μέσα του εικοστού αιώνα, η δυναμική της ισχύος και το σύστημα συμμαχιών, που αποτελούσαν την μεταπολεμική παγκόσμια τάξη, παρείχαν υποτίθεται έναν ισχυρό έλεγχο στις εκστρατείες για την κατάκτηση και την απόκτηση εδαφών. Εν ολίγοις οι διεθνείς και απροσχημάτιστες αρπαγές γης επιστρέφουν στο τραπέζι, μαζί με τις απειλές εδαφικής κατάκτησης.
Το σφαγείο της Ουκρανίας λειτουργεί παραδειγματικά, εκτοπίσεις πληθυσμού, στρατεύσεις γενεών, μόνιμη «έκτακτη ανάγκη», δοκιμές νέων όπλων και για μια ακόμη φορά, «Ο σύγχρονος πόλεμος δεν στοχεύει μόνο στον αντίπαλο· στοχεύει στη διάλυση της κοινωνίας που τον υφίσταται.»25 Παράλληλα, η καταστροφή γίνεται οικονομικό προσχέδιο με δάνεια, ανοικοδομήσεις, ιδιωτικοποιήσεις, μελλοντικές επενδύσεις, ενώ η «Η αξία της ανθρώπινης ζωής, στη διεθνή τάξη, κρίνεται από τον καταμερισμό ισχύος.»26 Θα επαναλάβουμε, ότι ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης δεν αφορά ένα αμιγώς στρατιωτικό ζήτημα, αφορά, επίσης, τη μετατροπή κοινωνιών σε υποστηρικτικούς μηχανισμούς πολέμου: «Όταν η οικονομία οργανώνεται γύρω από την ασφάλεια, η κοινωνία οργανώνεται γύρω από τον φόβο.»27
Κοινωνίες σε καθεστώς πολέμου χωρίς πόλεμο: πειθάρχηση, σιωπή, συνενοχή
«Η εξουσία δεν χρειάζεται πάντα καταστολή· όταν ο φόβος εσωτερικευθεί, η πειθαρχία γίνεται αυθόρμητη.»28
Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ξεκίνησε μια συστηματική ανάπτυξη της έννοιας «Δυτικός τρόπος πολέμου», με σκοπό να αναδειχθούν στοιχεία συνέχειας στον τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών, στα ιδιαίτερα ιδεολογικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά των πολεμιστών και σε ειδικούς τρόπους χρησιμοποίησης της τεχνολογίας του πολέμου. Ακολούθησε η κήρυξη της παγκόσμιας «αντι-τρομοκρατικής» εκστρατείας μ’ αφορμή τις επιθέσεις της 11ης Σεπτέμβρη το 2001, ενώ θα ήταν σοβαρή παράλειψη η μη αναφορά της κήρυξης ενός παγκόσμιου πολέμου ενάντια σ’ ένα «αόρατο εχθρό» την περίοδο εμφάνισης του Covid-19 και των απαγορευτικών μέτρων που επιβλήθηκαν παγκόσμια, με τον απροκάλυπτο ολοκληρωτικό χαρακτήρα που έλαβαν.
Η τωρινή λεγόμενη δημόσια συζήτηση που αφορά τον επανεξοπλισμό των ευρωπαϊκών κρατών διεξάγεται μ’ αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, μια πολεμική σύρραξη που λαμβάνει χώρα σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο σε πλήρη μετάβαση και εδράζεται στην «αναγκαιότητα» του επανασχεδιασμού του ευρωπαϊκού μοντέλου ασφάλειας. Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν εξουσιαστικό μονόλογο για τα νέα στρατιωτικά δόγματα, τα τεχνικά ζητήματα που αφορούν την πολεμική οικονομία, τα διαθέσιμα οικονομικά κονδύλια, την αντιστοίχιση με τα ποσοστά του ΑΕΠ, τα οπλικά συστήματα που θα αποκτηθούν, την αναθεώρηση των στρατιωτικών νομοθεσιών κοκ.
Συγκεκριμένα, τα κράτη της ΕΕ ανακοίνωσαν μέσα στο 2025 το εξοπλιστικό πρόγραμμα ReArm Europe, ύψους 800 δις ευρώ, μέχρι το 2030. Το ουσιώδες, βέβαια, εξαφανίζεται: ποιος αποφασίζει, ποιος πληρώνει, ποιος πεθαίνει. Οι μνήμες των πολέμων απονευρώνονται: «Η ιστορική μνήμη γίνεται ακίνδυνη όταν αποσπάται από το παρόν.»29 Τα ΜΜΕ λειτουργούν συστηματικά ως μηχανισμοί εξοικείωσης με την πολεμική συνθήκη που κατασκευάζεται βήμα-βήμα, προβάλλοντας συνεχώς μια κατάσταση ανησυχίας, που δικαιολογεί τις πολεμικές προετοιμασίες και σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της «κανονικότητας». Στην γλώσσα της εξουσίας οι λέξεις αποστειρώνονται: «νέα πραγματικότητα», «ανθρώπινες απώλειες», «ανθεκτικότητα», «μακροχρόνια πολεμική συνθήκη», «εθνικός κίνδυνος» κοκ. Οι εξουσιαστές γνωρίζουν ότι δεν είναι εύκολη για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις η κινητοποίηση της λεγόμενης κοινής γνώμης για κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτό οι κοινωνικές αντιδράσεις εμφανίζονται ως παράλογες ή και εθνικά επικίνδυνες. Ενδεικτικές είναι οι δηλώσεις του Φαμπιέν Μαντόν, αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Άμυνας, ο όποιος τον περασμένο Νοέμβριο προειδοποίησε ότι, «Εάν η χώρα μας παραπαίει, επειδή δεν είναι έτοιμη να αποδεχτεί ότι μπορεί να χάσει τα παιδιά της ή ότι μπορεί να υποφέρουν οικονομικά, επειδή θα δοθεί προτεραιότητα στην αμυντική παραγωγή, τότε διατρέχουμε κίνδυνο».
Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, λοιπόν, καλούνται με το «καλό» ή με το «άγριο» να προσαρμοστούν, να εσωτερικεύσουν το κρατικό αφήγημα, να παραιτηθούν από κάθε ιδέα αμφισβήτησης, καθώς «Η μεγαλύτερη επιτυχία της εξουσίας είναι όταν η αντίσταση μοιάζει αδιανόητη.»30
Μέρος της πολεμικής προετοιμασίας αποτελεί η εκπαίδευση των κοινωνιών, καταρχήν στην σιωπή, κατόπιν το ζητούμενο είναι η έξοδός τους από την «ουδετερότητα» στην ενεργητική υποστήριξη μιας παρατεταμένης πολεμικής συνθήκης. Οι κυρίαρχοι χρειάζονται χρόνο και επιπλέον «έδαφος», όχι στο πεδίο των θεσμών και των επιτελείων αλλά εκείνο το «έδαφος» που απαιτούν να τους παραχωρήσει ο κοινωνικός χώρος για να προχωρήσουν στους σχεδιασμούς τους. Ως εκ τούτου, η κοινωνική παθητικότητα δεν είναι ουδέτερη, δεν ήταν πότε και θα καταστεί ποτέ ουδέτερη, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει κανενός είδους αθωότητα στην παθητική προσαρμογή. Δεν υπάρχει ουδετερότητα στο «δεν γίνεται αλλιώς». Κάθε αποδοχή της στρατιωτικοποίησης ως παρεπόμενο ενός «ρεαλισμού» παραχωρεί χώρο. Κάθε σιωπή διευκολύνει την κρατική βία.
Το «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι» δεν είναι προφητεία. Είναι εργαλείο. Δεν περιγράφει ένα ζοφερό μέλλον, σκοπεύει να το καταστήσει αναπόδραστο, ερήμην κοινωνιών φοβισμένων και εκπαιδευμένων να αντέχουν, αντί να συγκρούονται.
Αν υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο από το κράτος που προετοιμάζει τον πόλεμο, είναι η κοινωνία που μαθαίνει να ζει μαζί του. Γιατί τότε ο πόλεμος έχει ήδη γίνει κανονικότητα.
Και εκεί τελειώνουν τα άλλοθι. Για όλους.
Παραπομπές – Πηγές
(1)Συνέντευξη/δηλώσεις Μπόρις Πιστόριους για χρονικό ορίζοντα ρωσικής απειλής και «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι», Frankfurter Allgemeine Zeitung (αναφορά στο ερώτημα περί επίθεσης σε ΝΑΤΟ).
(2) Mark Mazower, Σκοτεινή Ήπειρος – Η Ευρώπη του 20ού αιώνα (ελληνική έκδοση), αναφορές στο 1914 και στην «τελευταία ειρηνική» αίσθηση πριν την κατάρρευση.
(3) Jürgen Zimmerer, μελέτες για Χερέρο και Νάμα και τη θέση τους στη γερμανική ιστορική συνέχεια.
(4) David Harvey, The New Imperialism (ιμπεριαλιστική αναδιάταξη/μπλοκ ισχύος και υλικές βάσεις).
(5) Hagen Schulze, Το γερμανικό έθνος (Πρωσία/πειθαρχία/στρατιωτική συγκρότηση).
(6) Hans-Ulrich Wehler, Η Γερμανική Αυτοκρατορία (κρατική συγκρότηση/ενοποίηση ως επιβολή).
(7) Sebastian Haffner, Ιστορία ενός Γερμανού (ιστορική ερμηνεία της ενοποίησης/πολιτικής κουλτούρας).
(8) Michel Foucault, Η κοινωνία πρέπει να αμυνθεί (κράτος/βία/πειθαρχία ως μορφή εξουσίας).
(9) Otto von Bismarck, ομιλία στο Πρωσικό Κοινοβούλιο (1862), το γνωστό απόσπασμα «Blut und Eisen» («Αίμα και Σίδηρος»).
(10) Hans-Ulrich Wehler, Η Γερμανική Αυτοκρατορία (ενοποίηση, πόλεμοι, κρατική επιβολή).
(11) Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων (ιστορικοί συμβολισμοί, εθνικισμοί, πόλεμοι/κράτος).
(12) Hagen Schulze, Το γερμανικό έθνος (Ράιχ/υπήκοοι/κρατική μορφή).
(13) Isabel V. Hull, έργα για γερμανική αποικιακή διοίκηση και στρατιωτική βία.
(14) Zygmunt Bauman, Νεωτερικότητα και Ολοκαύτωμα (μηχανισμοί/προτυπώσεις/νεωτερική διοικητική βία).
(15) Enzo Traverso, έργα για τη συνέχεια αποικιακής και ευρωπαϊκής βίας (νεωτερική ταξινόμηση/εχθροποίηση).
(16) Aimé Césaire, Λόγος για την αποικιοκρατία (η αποικιοκρατία ως «επιστροφή» εντός Ευρώπης).
(17) Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων (μαζικοί πόλεμοι, ολοκληρωτική κινητοποίηση).
(18) Ian Kershaw, έργα για Χίτλερ/ναζιστικό κράτος (σχέση καθεστώτος και κρατικής συνέχειας/ελίτ).
(19) Saul Friedländer, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι (κρατικό πρόγραμμα εξόντωσης).
(20) Hannah Arendt, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ (η «κοινοτοπία» της διοικητικής βίας).
(21) Norbert Frei, έργα για αποναζιστικοποίηση και θεσμική συνέχεια.
(22) Tony Judt, Μετά τον πόλεμο – Μια ιστορία της Ευρώπης μετά το 1945 (διχοτόμηση/αναδιάταξη/Ψυχρός Πόλεμος).
(23) Πρακτικά/αναλύσεις Δικών Νυρεμβέργης (πρόσωπα vs δομές).
(24) Tony Judt, Μετά τον πόλεμο (Bundeswehr, επανένταξη, ΝΑΤΟ και μεταπολεμική στρατηγική αποκατάσταση).
(25) Mary Kaldor, New and Old Wars (πόλεμος που διαλύει κοινωνίες/υβριδικές μορφές).
(26) David Harvey, The New Imperialism (ιεραρχίες αξίας/ισχύος στο διεθνές σύστημα).
(27) Michel Foucault, Η κοινωνία πρέπει να αμυνθεί (ασφάλεια/φόβος/πειθαρχία ως καθεστώς).
(28) Zygmunt Bauman, δοκίμια για φόβο/κοινωνική υπακοή/νεωτερικότητα.
(29) Tony Judt, Μετά τον πόλεμο (μνήμη, μουσειοποίηση, μεταπολεμικές κουλτούρες).
(30) Michel Foucault, Η κοινωνία πρέπει να αμυνθεί (παραγωγή κανονικότητας/απονεύρωση αντίστασης).
Λούπους
Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.267, Φεβρουάριος 2026








