ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk

 

Περί Ευρώπης, πολιτισμού και Χριστιανοσύνης

0
7661

Το δοκίμιο του μεταμαρξιστή Πολωνού φιλοσόφου Λέζεκ Κολακόφσκι, προσπαθεί να τονώσει την κλονισμένη πολιτισμική αυτοεκτίμηση του «ευρωπαίου», την πιστοποιούμενη από τη διάδοση του σχετικισμού και της απαξίωσης του ευρωκεντρισμού στην Ευρώπη. Δέχεται, ότι ο πολιτισμικός σχετικισμός είναι μια εύλογη στάση, απέναντι στην ποικιλία των πολιτισμών του κόσμου, αλλά, όπως ορθολογικότατα υποστηρίζει, ο ακραίος σχετικισμός είναι εσφαλμένος, όπως κι ο ακραίος σκεπτικισμός. Συνοψίζοντας την επιχειρηματολογία του, εισηγείται έναν ασυνεπή σχετικισμό και έναν καλώς νοούμενο ευρωκεντρισμό.

Διαβάζοντάς το, έπειτα από τόσα χρόνια, δεν μπορώ να μη διαπιστώσω, ότι οι προειδοποιήσεις του για τις συνέπειες της κυριαρχίας του σχετικισμού, δικαιώνονται πλήρως. Τις βλέπουμε, άλλωστε, στην προϊούσα «πολυπολιτισμική» εξάρθρωση των ευρωπαϊκών εθνών. Μιλά όμως για την «Ευρώπη», τον πολιτισμό «της», την «παγκοσμιότητά» του και τη «χριστιανοσύνη» της,  σαν το νόημα των γενικοτήτων αυτών να είναι αυτονόητο. Σαν να ανήκει στα «συμφωνημένα υπονοούμενα» όλων των ευρωπαϊκών λαών.

Στο κείμενο που ακολουθεί σκοπεύω να μιλήσω, για το τι είναι αλήθεια και τι φενακισμός στις γενικότητες αυτές.

Ποια «Ευρώπη»;

Για τους Γερμανούς ηγέτες, από τον Βίσμαρκ, ως τον Χίτλερ και από τον Αντενάουερ ως τη Μέρκελ και τον Σόϊμπλε, μία και μόνο έννοια «Ευρώπης» είναι νοητή: η Γερμανική Ευρώπη.

Διάβαζα πρόσφατα, ότι «Ο Bismarck έδειχνε να χάνει την υπομονή του, όταν γινόταν χρήση των λέξεων “Χριστιανοσύνη” ή “Ευρώπη” στη διπλωματική γλώσσα (συνήθως από τους Ρώσους και τον Υπουργό των Εξωτερικών τους Gorchakov). Στα Γερμανικά έγγραφα προ του 1914 υπάρχει μια Σημείωση που έκανε ο Bismarck σε υπόμνημα που είχε συντάξει ο Gorchakov: “Η συζήτηση περί Ευρώπης είναι άνευ αντικειμένου: πρόκειται για γεωγραφική έννοια. Ποια είναι η Ευρώπη;” (η φράση αυτή γραμμένη στα γερμανικά, στα γαλλικά και στη συνέχεια στα αγγλικά) ... Και όταν κάποτε ο ίδιος ο Gorchakov υποστήριξε την άποψη, ότι το Ανατολικό Ζήτημα δεν ήταν ούτε Γερμανικό, ούτε Ρωσικό, αλλά Ευρωπαϊκό ζήτημα, ο Bismarck έδωσε την ισοπεδωτική απάντηση: “Ανέκαθεν συναντούσα τη λέξη Ευρώπη στα χείλη των πολιτικών εκείνων, που ήθελαν κάτι από άλλες Δυνάμεις, το οποίο όμως δεν τολμούσαν να ζητήσουν εξ ονόματός τους...”» [1]

Οι διευρωπαϊκοί πόλεμοι, με επιστέγασμα τους δύο Παγκοσμίους πολέμους, απέδειξαν ότι η μόνη πραγματική Οντότητα στην ευρωπαϊκή Ήπειρο ήταν το Έθνος, - το Γερμανικό, το Γαλλικό, το Αγγλικό, το Ρωσικό, για να σταθούμε στα πρωταγωνιστικά ευρωπαϊκά έθνη. Δεν ήταν η «Ευρώπη». Τι άλλαξε άραγε μεταπολεμικά και η Ευρώπη έπαψε ξαφνικά να είναι κάτι παραπάνω, από μια πολιτισμική κενολογία; Ο Κολακόφσκι δεν μας το λέει. Θα πρέπει μήπως να υποθέσουμε, ότι κι αυτός, δεν ήταν παρά ένας Πολωνός Gorchakov, «που ήθελε κάτι», αλλά «δεν τολμούσε να το ζητήσει» εξ’ ονόματος της χώρας του; Να υποθέσουμε, ότι αγόρασε κι αυτός, όπως οι δικοί μας, στην ονομαστική αξία του, το αμερικανικής εμπνεύσεως, πιέσεως και αιγίδας, μεταπολεμικό «ευρωπαϊκό όραμα»;

Σήμερα, πάντως, μπορούμε να δούμε καθαρά, τι ήταν σκοπός και τι φενακισμός στο «ευρωπαϊκό όραμα». Σκοπός ήταν η νίκη της Αμερικανικής αυτοκρατορίας στον Ψυχρό Πόλεμο και η αναβάθμισή της σε Κοσμοκρατορία. Φενακισμός –δόλωμα ίσως- ήταν για τους δυτικοευρωπαίους «συμμάχους», μια Ευρώπη «από τον Ατλαντικό μέχρι τα Ουράλια». Ενώ για τους ανατολικοευρωπαίους, η είσοδός τους στον δυτικό καταναλωτικό «παράδεισο», στη συνέχεια.

Η υπερατλαντική Αυτοκρατορία νίκησε την «Αυτοκρατορία του κακού», αλλά για να κερδίσει, επαξίως, τον τίτλο της «Αυτοκρατορίας του χάους». Που βομβαρδίζει και καταστρέφει, το ένα μετά το άλλο τα αδύνατα κράτη που δεν είναι της αρεσκείας της, επικαλούμενη γελοία «ανθρωπιστικά» (R2P) προσχήματα. Και γενικά απειλεί τους πάντες, ακόμα και με «προληπτικό» πυρηνικό πλήγμα. Παράλληλα, η «Ευρώπη των 6» εκτοξεύτηκε σε «Ευρώπη των 28». Αλλά, φεύ, αφού έχει γίνει μια διευρυμένη μετενσάρκωση της καρολίγγειας μεσαιωνικής Ευρώπης. Δηλαδή μια Γερμανική «Ευρώπη», με τις Βρυξέλλες σε θέση «κοσμικού Βατικανού». Που φυσικά κανείς άλλος, πλην των Γερμανών, είχε θελήσει. Ήδη η Βρετανία αποχώρησε, οι χώρες Βίζεγκραντ προβληματίζονται, ενώ ο Νότος με απόγνωση φυλακισμένου μάταια ονειρεύεται την απόδραση.

Η ειρωνεία του πράγματος είναι, ότι ο υπερατλαντικός Ηγεμών, επεκτείνοντας το ΝΑΤΟ μέχρι τα ρωσικά σύνορα, την προορίζει, τούτη την «Ευρώπη», για ιερό σφάγιο στον βωμό του νέου Ψυχρού Πολέμου, που ξεκίνησε με «έγχρωμες επαναστάσεις» και «κυρώσεις», εναντίον της μετασοβιετικής Ρωσίας. Της Ρωσίας, που ο Πρόεδρος Ομπάμα, το «χαρισματικό» αυτό ίνδαλμα παντός «ευρωπαίου», επικύρωσε την αξιολόγησή της ως «κράτος-βενζινάδικο»!

Υπενθυμίζω, τέλος, τον διάσημο «τριλεκτικό» κυνικό ορισμό του ΝΑΤΟ: «Οι Αμερικανοί μέσα (στην Ευρώπη), οι Γερμανοί κάτω, οι Ρώσοι έξω».

Περί Πολιτισμού και Βαρβαρότητας

Έχει ειπωθεί, ότι «το πουλί της σοφίας πετάει το σούρουπο». Ή ότι «η εμπειρία είναι το πανεπιστήμιο των ηλιθίων», επειδή η εκ των υστέρων γνώση είναι άχρηστη. «Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα».

Θυμοσοφίες σαν κι αυτές αφορούν, κυρίως, στη σχέση του ατομικού νου με τον συλλογικό νου. Ο πρώτος, χάρη στη φυσική μνήμη του, «επί ίχνεσιν αλώπεκος βαίνει». Διδάσκεται από την πείρα του σχετικά εύκολα. Ο συλλογικός όμως νους διδάσκεται πάρα πολύ δύσκολα. «Κούφος ένεστι νόος». (Κατά τον Σόλωνα.) Κι αυτό επειδή η δική του μνήμη είναι μεταφυσική. Εξαρτώμενη, από το πόσο καλά έχει εμφυτευτεί στη φυσική μνήμη των ατόμων. -Μέσω του Μύθου, όταν ήταν παιδιά. Και μέσω της φιλοσοφικής εκλογίκευσης του Μύθου, στη φάση της ενηλικίωσής τους και μετά. Η «μεταφυσική» αυτή μνήμη, παρέχει στα άτομα την αναγκαία για τον συλλογικό τους βίο, εκ των προτέρων γνώση. Την κοινωνιο-οντολογική γνώση.

Προτού, λοιπόν, αναφερθώ στον «ευρωπαϊκό» πολιτισμό, στην «παγκοσμιότητά» του και στη «χριστιανοσύνη» του, ας μου επιτραπεί να ανασυνθέσω εδώ, ορισμένα στοιχεία αυτής της «εκ των προτέρων γνώσης», αντλημένα από τις αρχαίες πηγές της.

(α) Πολιτισμός υπάρχει, όπου υφίσταται «Σύστημα Πατρίδος»: Πόλις-Κοινό (Οίκος/Κοινότητα/Άστυ) στην Αρχαιότητα, Έθνοκράτος στη Νεωτερικότητα. Υπάρχει δηλαδή, όπου υφίσταται θεσμισμένος κοινωνικός χώρος, συντεταγμένη Πολιτεία και η βία μονοπωλείται εννόμως από την πολιτειακή Αρχή.

«Σύστημα Πατρίδος» είναι το «χάος» της βαρβαρότητας που έγινε «κόσμος», χάρη στην τιθάσευσή του από τη θεσμική «τάξη». Ένεκα τούτου, η βαρβαρότητα ενδημεί έξω από τα τείχη της Πόλεως, στον εισέτι αθέσμιστο χώρο των δια-κρατικών σχέσεων. Εκεί «πάντων βασιλεύς και δικαστής» είναι ο Πόλεμος. Ο πόλεμος βασίζεται στον δόλο, «στην πανουργία και την εξαπάτηση».

Μιλώντας, επομένως, για «ευρωπαϊκό» πολιτισμό, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τη διάκριση θεσμισμένου-εθνοκρατικού και αθέσμιστου-διακρατικού κοινωνικού χώρου, ή δεν ξέρουμε τι λέμε, ή είμαστε δηλητηριασμένοι από την τοξική γοητεία των «αεί ατόπων», -τυφλοί στις όπισθεν τούτων κατακτητικές και λεηλατικές βλέψεις.

(β) Σε αντίθεση με την Οικογένεια και την Κοινότητα, που είναι αναγκαίες για το Ζην, η Πόλις είναι αναγκαία για την επίτευξη του Ευ Ζην. Πολιτισμός και επιδίωξη του Ευ Ζην, είναι ένα και το αυτό. Το Ευ Ζην ταυτίζεται με το Κοινό Καλό, όπως η Πόλις το εννοηματώνει. Υπό την έννοια αυτή, σε κάθε Πόλι αντιστοιχεί το δικό της Κοινό Καλό και άρα ο δικός της «Πολιτισμός».

Η ετερότητα των πολιτισμών είναι έτσι απερίσταλτη. Το φάσμα τους συναγωνίζεται σε πολυχρωμία εκείνο του φωτός. Κατά σύμπτωση μάλιστα διακρίνουμε και σ’ αυτό τρεις ζώνες, οι οποίες διαμορφώνονται από τις τρεις επιλογές αυτοπροσδιορισμού του πολιτισμικού υποκειμένου, που είναι: Το «Εμείς χωρίς Εγώ». Το «Εγώ χωρίς Εμείς». Και το «Εμείς και Εγώ μαζί», ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Ήτοι: «Κολεκτιβιστική» επιλογή - «Ατομοκεντρική» επιλογή -  «Προσωποκεντρική» επιλογή. (Προσωποκεντρική, επειδή θέτει όψη προς όψηαδιαμεσολάβητα, τα Εγώ μεταξύ τους και με το Εμείς.)

Αντιστοίχως: κυρίαρχος ανθρωπολογικός τύπος είναι στις τρεις ζώνες του πολιτισμικού φάσματος, ο Δούλος, ο Μισθωτός και ο Φίλος. Ο πρώτος είναι «δούλος», επειδή κάνει το καλό από φόβο μην τιμωρηθεί. Ο δεύτερος, είναι «μισθωτός», επειδή κάνει το καλό επ’ αμοιβή. «Εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν». Ο τρίτος  είναι «φίλος», επειδή κάνει το καλό από αγάπη για το καλό. Του «καλού» νοουμένου εδώ, ως Κοινού Καλού, που δεν είναι το «άθροισμα των ατομικών καλών», αλλά κάτι το ριζικά διαφορετικό: η αναπαραγωγή και ανάπτυξη του κοινού πολιτισμού στη βάση της δεδομένης θεμελίωσής του. Είναι το «καλό της Πόλεως», το «καλό του Έθνους».

Εννοείται, τέλος, ότι κάθε άνθρωπος έχει «μέσα του» και τους τρεις «ελκυστές», της ούτω νοουμένης ευποιίας. Και επιλέγει σε ποιον και πώς θα ανταποκριθεί.

(γ) Η τρισσή ως άνω διάταξη δεν είναι τυχαία. Κι αυτό, γιατί όλοι οι πολιτισμοί θεμελιώνονται στη δεσμευτική θέσμιση των κοινωνικών σχέσεων. Η δεσμευτικότητα είναι αναγκαστική, διότι οι κοινωνικές σχέσεις διέπονται -σε όλο τους το φάσμα- από δύο αρχές, τη Φιλότητα και το Νείκος,  ώστε η «φιλότητα» των μεν, να βασίζεται στην επιδίωξη του νείκους, επί της «φιλότητας» των δε.

Στη βάση αυτή, οι τρεις προειρημένες επιλογές, η «δουλική», η «μισθωτική» και η «φιλική», αντιστοιχούν επακριβώς στους τρεις δυνατούς τρόπους δεσμευτικής «γεφύρωσης» της ασυμμετρίας μεταξύ του ατομικού καλού και του κοινού καλού και άρα μεταξύ του Εγώ και του Εμείς. Είναι δηλαδή, κυριολεκτικά κοινωνιο-οντολογικές επιλογές. Θεμελιώνουν πολιτισμό. Τον θεμελιώνουν όμως, όχι «μονολεκτικά», ούτε «διαλεκτικά», αλλά «τριλεκτικά». Ήτοι, συντιθέμενες ανά δύο ανισοβαρώς, στη βάση του αποκλεισμού της τρίτης από το θεσμικό τους γινόμενο.[2]

Ειδικότερα: Στην Κολεκτιβιστική θέσμιση ο αποκλειόμενος τρίτος είναι ο Μισθωτός (το «Άτομο»). Στην Ατομοκεντρική είναι ο Φίλος (η αμεσοσχεσιακή ισοτιμία). Και στην Προσωποκεντρική είναι ο Δούλος (η δουλεία τίθεται εκτός πολιτειότητας). Συγχρόνως, οι αντιστοίχως «δεύτεροι», υπόκεινται σε κυριαρχία και συνεπώς, σε λεηλασία-αλλοτρίωση των κοινωνικών σημασιών τους.[3]

Κατά συνάφεια: Στην πρώτη «σύνθεση» δεν νομιμοποιείται ύπαρξη ατομικής ελευθερίας. Στη δεύτερη νομιμοποιείται μόνο ιδιωτική ατομική ελευθερία. Ενώ στην τρίτη η κοινωνική θέσμιση είναι ανοιχτή, όχι μόνο στην ιδιωτική, αλλά και στην κοινωνική και την πολιτική ατομική ελευθερία. Όπου σκοπός της δεύτερης είναι κοινωνική δικαιοσύνη και της τρίτης το ισοτίμως/αδιαμεσολαβήτως «μετέχειν κρίσεως και αρχής».

Αν επομένως λάβουμε, ως αξιολογικό κριτήριο, τους βαθμούς της παρεχόμενης ατομικής ελευθερίας (0, 1, 3), αντιλαμβανόμαστε ότι μπορούν να θεωρηθούν, ως τρεις δυνητικές βαθμίδες στο εν γένει πολιτισμικό γίγνεσθαι. Κάτι, που στην περίπτωση του Ελληνισμού, επιβεβαιώνεται και ιστορικά. Και μας παρέχει μια, αλλιώς απρόσιτη, πρόσβαση στη βυζαντινή θεώρηση της Κλίμακας Δούλος – Μισθωτός – Φίλος, ως τριτάξιας οιονεί σχολής «σωζομένων».[4]

Αντικρίζοντας τις τρεις πολιτισμικές ζώνες με κριτήριο την ελευθερία, είναι φανερό, ότι ξεμπερδεύουμε προκαταβολικά, αφ’ ενός, με τον συμμετρικό ρατσισμό της πόλωσης Κολεκτιβισμού – Ατομοκεντρισμού, και αφ’ ετέρου, με τον πολιτισμικό σχετικισμό και «πολυπολιτισμό». Διαθέτουμε δηλαδή, «εκ των προτέρων», την αναγνώριση των κλασικών αυτών ιδεολογικών εργαλείων εξάρθρωσης της συνοχής των υποκειμένων του πολιτισμού.

(δ) Η δυνατότητα μετάπτωσης από τη μία πολιτισμική ζώνη στην άλλη, είναι σύμφυτη με την εγγενή αστάθεια της τριλεκτικής θεμελίωσης του πολιτισμού. Που σαν τα σάπια «πόδια» του κολασμένου, στον Κήπο των απολαύσεων του Ιερώνυμου Μπος, πατάνε σε δύο βάρκες. Εννοώ τις δύο δομικές αντιθέσεις: την προς τρίτον και κύρια και τη μεταξύ των δύο και δευτερεύουσα. Έτσι, που όταν εξαλειφθεί ο τρίτος, η «συμμαχία» των δύο χάνει τον «αναγκαίο εχθρό» και η μεταξύ τους αντιπαλότητα αποσυμπιέζεται, εξαρθρώνοντας την οντολογική υποδομή του πολιτισμού τους. Αυτό σημαίνει, ότι ενεργοποιείται η τέταρτη δυνατή επιλογή, η «Μηδενιστική», σύμφωνα με την οποία «ούτε το Εμείς ούτε το Εγώ» είναι πολιτισμικά υποκείμενα. (Διότι η «ιστορία δεν έχει νόημα», είναι «διαδικασία χωρίς υποκείμενο».)

Ο ρόλος της μηδενιστικής επιλογής είναι αποφασιστικός στις οντολογικές κρίσεις, γιατί αν η επιλογή αυτή καταστεί κυρίαρχη, η κατάρρευση επιταχύνεται. Τότε η αποκλεισμένη τρίτη επιλογή, από απλώς δυνητική-απειλητική, μεταπίπτει στην ενεργό κατάσταση, ως υποψήφιος κοινωνιο-οντολογικός «εταίρος» στη διάδοχη «σύνθεση». Αν βέβαια, στο μεταξύ, δεν έχει εξανδραποδιστεί ή εξοντωθεί ο πληθυσμός του συλλογικού υποκειμένου του εξαρθρωμένου πολιτισμού. Και τούτο διότι η πτώση στο πολιτισμικό «μηδέν», στον αθέσμιστο χώρο, συναντά τη βαρβαρότητα εκ των έσω, συνήθως με τη μορφή του Εμφυλίου πολέμου. Εξ ου κι ο υπόγειος σύνδεσμος ενδογενούς και εξωγενούς βαρβαρότητας, που επιτρέπει την αποσταθεροποίηση και την καταστροφή ενός έθνους-στόχου. Τα «Τρία Κακά», η τρομοκρατία, ο εξτρεμισμός και ο αποσχισμός, που χρησιμοποιούνται σήμερα κατά κόρον, για την κατάργηση της εθνικής κυριαρχίας, εδράζονται στην εργαλειοποίηση του μηδενισμού.

Εν κατακλείδι, ο κοινωνιο-οντολογικός μηδενισμός είναι η «χωματερή» των πολιτισμών. Συγχρόνως όμως είναι και η δυνητική διέξοδος-δίοδος προς άλλη ζώνη (ή βαθμίδα) του πολιτισμικού φάσματος.

Ποιος «ευρωπαϊκός» πολιτισμός;

Την ταυτότητα, λοιπόν, του σύγχρονου πολιτισμού, τη διαχρονική δηλαδή αυτοομοιότητα και συγχρονική ετερότητά του, δεν θα μας την πει η γεω-γραφία του («ευρωπαϊκότητα», «δυτικότητα», «παγκοσμιότητα»), ούτε η χρονο-γραφία του («αρχαιότητα», «μεσαίωνας», «νεωτερικότητα»). Την ταυτότητά του θα μας την πει η κοινωνική οντολογία του. Ως τέτοια, δύναται να συνοψιστεί στα ακόλουθα πέντε σημεία:

(α) Η κοινωνιο-οντολογική δομή, του εν λόγω πολιτισμού, είναι ατομοκεντρικήEξατομίκευση των υποτασσόμενων κολεκτιβιστικών κοινωνιών και αποκλεισμός της αμεσοσχεσιακής ισοτιμίας από την κοινωνική θέσμιση, μέσω της  απρόσωπης τεχνοσυστημικής διαμεσολάβησης των σχέσεων. Ήτοι Contra Errores Graecorum, κατά την πρώιμη φραγκο-λατινική διατύπωσή της.

(β) Πολιτισμικό υποκείμενο είναι εδώ το Εθνοκράτος. Προέκυψε από το αδιέξοδο «σημείο Μηδέν» της μεταρωμαϊκής κολεκτιβιστικής Εσπερίας, τον  Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648). Η Συνθήκη της Βεστφαλίας (1848), όρισε τα κράτη των εμπολέμων, ως αυτοκυρίαρχες οντότητες-υποστάσεις του «βεστφαλιανού» συστήματος διεθνούς τάξης. Ελλείψει όμως υπερκρατικής Αρχής, η δεσμευτικότητα της βεστφαλιανής διακρατικής θέσμισης εναποτέθηκε στην αμοιβαία εξισορρόπηση ισχύος. Την υπέγραψαν «κάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία». Κανείς δεν την είχε θελήσει. Το βεστφαλιανό Έθνος-Άτομο αντέκειτο στην αποκλειστικότητα του αυτοκρατορικού «Εμείς χωρίς Εγώ», του λατινικού-καθολικού κολεκτιβισμού. Ενώ η υποταγή του Έθνους-Ατόμου σε μια υπερεθνική θέσμιση, αντέκειτο στην αποκλειστικότητα του «χωρίς Εμείς Εγώ», του γερμανικού-προτεσταντικού ατομοκεντρισμού. (Μόνο ο προσωποκεντρικός πολιτισμός είναι συμβατός με την οργανική συνύπαρξη του εθνικού Εγώ και του υπερεθνικού Εμείς.)

(γ) Ο μεταβεσφαλιανός ατομοκεντρικός πολιτισμός αποκτά ολοκληρωμένη μορφή τον 18ο αιώνα και αναπτύσσεται έκτοτε κατά κύματα, με διακριτότερα τον Διαφωτισμό, τον Ρομαντισμό και τον Μοντερνισμό. Μέσω δε της Αποικιοκρατίας και του Ιμπεριαλισμού (του εδραζόμενου στη συμμαχία πλεονάζοντος εθνικού κεφαλαίου και αργούντος εθνικού όχλου), εντάσσει το σύνολο του πλανήτη στη ζώνη της κυριαρχίας του. Το παγκόσμιο πολιτισμικό φάσμα συνίσταται πλέον από δύο ενεργές πολιτισμικές ζώνες. Στην πρώτη δεσπόζει ο ιδιωτικός (ατομοκεντρικός) καπιταλισμός και στη δεύτερη ο κρατικός (κολεκτιβιστικός) καπιταλισμός. Με την υποκείμενη εννοείται πολυσημία των εθνικών τους υποστάσεων.

(δ) Ατομικό υποκείμενο του νεωτερικού πολιτισμού ήταν το δίδυμο Αστός και Διανοούμενος, διάδοχο του κολεκτιβιστικού-μεσαιωνικού διδύμου Ιππότη και Καλόγερου. Στη φάση του Μοντερνισμού το ατομοκεντρικό ιδρυτικό δίδυμο διασπάστηκε, καθώς ο Διανοούμενος στράφηκε εναντίον του Αστού, αρνούμενος να δεχθεί την καθήλωση της ατομοκεντρικής κοινωνικής θέσμισης στην ιδιωτική και μόνο ατομική ελευθερία. Τελικά ο Αστός ηττήθηκε, αφήνοντας ως κληρονόμο του τον Τεχνικό, στη διαχείριση του εταιρικού Θηρίου, που ο ίδιος δημιούργησε. Ο Διανοούμενος έπαψε κι αυτός να υπάρχει, αφήνοντας στη θέση του δύο μορφές συστημικού αυλικού, τον πανεπιστημιακό και τον δημοσιογράφο.

(ε) Στη δεκαετία του ’60-’70, στα κέντρα του ατομοκεντρικού πολιτισμού άρχισε να αναπτύσσεται ο «Βάλτος» του μεταμοντέρνου Μηδενισμού, υποδηλώνοντας, ότι ο ατομοκεντρικός πολιτισμός έχει «τελειώσει». Η καμπύλη Bell, του αναλογούντος ιστορικού χρόνου του, άγγιξε τον οριζόντιο άξονα. Και παραμένει εκεί.

Ας σταθούμε στο τελευταίο αυτό σημείο, όπου και βρισκόμαστε.

Ως «ευρωπαϊκός», ο αστικός πολιτισμός «εξεμέτρησε το ζην» στη δίνη του μοντέρνου Μηδενισμού των παγκοσμίων πολέμων και επαναστάσεων. Που ο ίδιος προκάλεσε, μη μπορώντας να συμβιβαστεί με τη βεστφαλιανή θέσμιση του ιστορικού διακρατικού χώρου του. Την οντολογική εξάντλησή του, την πιστοποίησε η υποστροφή του στον εθνικο-σοσιαλιστικό και στον διεθνο-σοσιαλιστικό ολοκληρωτισμό (δυο μορφές κρατικού κολεκτιβισμού). Ο εν συνεχεία υποβιβασμός των ευρωπαϊκών κρατών σε θλιβερά υποζύγια της Αυτοκρατορίας των δικών τους «αποβλήτων» στον «Νέο Κόσμο», θα επαληθεύσει το τέλος του. Με θλιβερότερη όμως περίπτωση τον νικητή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου: τη Ρωσία. Η οποία λεηλατήθηκε αδυσώπητα μετά το 1989. Και μόλις τώρα κατόρθωσε να ανακτήσει, μέρος έστω, της κυριαρχίας της. Το τέλος του νεωτερικού πολιτισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο επικυρώνεται, τελεσίδικα πλέον, από τη δημογραφική της κατάρρευση, που άρχισε να αναπτύσσεται ακάθεκτη στην ειρηνική μεταπολεμική εποχή.

Για τις ΗΠΑ, το μοναδικό σήμερα αυτοκρατορικό έθνος, η πολιτισμική κατάρρευση επρόκειτο να έρθει ετεροχρονισμένη. Και μεταμφιεσμένη σε «υπέρτατη ακμή», λόγω της μετάβασης στη μεταμοντέρνα μαζική «δημοκρατία». Εδώ θα συντελεστεί και η πλήρης έκλειψη του Αστού, ως πολιτισμικού υποκειμένου. Από το σκληροτράχηλο «ενδο-κατευθυνόμενο» Άτομο του αμερικανικού Μοντερνισμού, που είχε ένα «γυροσκόπιο φυτεμένο στο κεφάλι του», θα περάσουμε ευφρόσυνα στον Καταναλωτή της Αφθονίας, στο κεφάλι του οποίου έχει εμφυτευτεί ένα «ραντάρ», που του λέει ποιες είναι προσδοκίες της «κοινής γνώμης», ώστε να σπεύδει να προσαρμοσθεί.

Δεδομένου όμως, ότι την «κοινή γνώμη» της μαζικής καταναλωτικής «δημοκρατίας», την κατασκευάζει το εταιρικό ολιγοπώλιο των ΜΜΕ, δηλαδή η Ολιγαρχία που το χρηματοδοτεί, το αποτέλεσμα είναι, το περιώνυμο «Άτομο» να καταντήσει έρμαιο της πιο αποτελεσματικής χειραγώγησης, που έχει γνωρίσει ο κόσμος. Να αντιλαμβάνεται, δηλαδή, σαν «επιθυμίες δικές του», τις «προτάσεις» των αυτονομημένων εταιρικών συστημάτων. Και να τις προσλαμβάνει επίσης ως «δικές του επιλογές», που «αναδεικνύουν» μάλιστα την προσωπική του «ετερότητα» και «ελευθερία».

Αντί για το Οργουελικό ευρωπαϊκό παράδειγμα ανθρωπολογικής αποσύνθεσης, το αμερικανικό μοντέλο προσέγγισε το Χαξλεϋκό παράδειγμα, το βασισμένο στην ακώλυτη ελευθερία της ιδιωτικής επιθυμίας.[5] Δηλαδή της μηδενιστικής εκείνης «ελευθερίας», την οποία ήδη από την «Ωραία Εποχή», είχαν αντιτάξει στην αστική και τη σοσιαλιστική ελευθερία, οι αποχαλινωμένες καλλιτεχνικές «πρωτοπορίες» της γηραιάς ηπείρου. Και να φτάσουμε, μέσω αυτής, στην ψηφιακή μορφή του οργουελικού προτύπου, την ασύγκριτα πιο ολοκληρωτική.

Το μέγα πρόβλημα, πίσω από το φαντασμαγορικό screensaver του μεταμοντέρνου «γενναίου νέου κόσμου», είναι ο συνδυασμός τεχνοσυστημικής ακμής και ανθρωπολογικής παρακμής. Το γιατί, το αντιλαμβάνεται κανείς, αν λάβει υπόψη τον διττό θρυμματισμό, στον οποίο υπόκειται εδώ ο ανθρώπινος βίος: Τον «εσωτερικό» θρυμματισμό, όπου η κατάρρευση του αυτορρυθμιστικού κοινωνικού «υπερεγώ» (αστικού ή σοσιαλιστικού) διαλύει τη δομή της προσωπικότητας, καθώς μεταβιβάζει τον έλεγχό της στον όχλο των επιστημονικά χειραγωγούμενων από το Τεχνοσύστημα στοιχειωδών επιθυμητικών ψυχορμήτων. Και τον «εξωτερικό» θρυμματισμό του βίου, αφ’ ενός, σε χρονοανταλλακτικά των υπερκείμενων Συστημάτων και αφ’ ετέρου, σε επαχθή άνευ εισοδήματος εργασιακά κενά. Οι δύο αυτοί κατακερματισμοί αναιρούν τη φυσιολογία του ανθρώπινου χρόνου. Ο μεν «εσωτερικός», γιατί τον συρρικνώνει σε παροντικό και μόνο (εδώ και τώρα!). Ο δε «εξωτερικός», σε απρόσωπο και άνευ παροντικού επιθυμητικού νοήματος.

Οι συνέπειες είναι μοιραίες, τόσο για το «Άτομο», όσο και για την Αυτοκρατορία «του». Παράδειγμα: το ιδανικό του ατόμου, ως μεταμοντέρνου υποκειμένου της «μαζικής δημοκρατίας», είναι οι «Διακοπές» και όχι η εργασία, όπως συνέβαινε με τον προκάτοχό του, τον Αστό. Αλλά -ώ της κακοτυχίας του!- οι «Διακοπές» είναι πλέον, για τους όλο και πιο λίγους. Ενώ ο εφιάλτης του, η ανεργία κι ο κοινωνικός αποκλεισμός, είναι για τους όλο και πιο πολλούς. Χώρια, που άρχισε να εκπληρώνεται η προφητεία του Μαρξ, για την εκποδών τεχνολογική αποπομπή της μισθωτής εργασίας (ρομποτική κλπ).

Ο συνδυασμός αυτών των δύο υπαναπτύσσει το ψυχικό σθένος του ανθρώπου. Ο άνθρωπος διατηρεί τη βιολογική ατομικότητά του, αλλά η ανθρωπολογική ατομικότητά του αδειάζει από νόημα. Η ψυχή του «μικραίνει», «μαραζώνει» και «χάνεται». Φτάνουμε έτσι, ήδη φτάσαμε, στον κούφιο άνθρωπο. Όπως ακριβώς τον προείδε, από το 1925, ο μεγάλος ποιητής του Μοντερνισμού T. S. Eliot (1888-1965), στο διάσημο ποίημά του The Hollow Men. Και βέβαια, σαν Κούφιοι, Κούφοι και Κουφοί, «Καύκαλα μ’ άχυρα γεμάτα. Αλίμονο!», που είναι οι άνθρωποι της μαζικής «δημοκρατίας», «δεν εξεγείρονται!». Κωφεύουν στις «εκκλήσεις» στη Λογική τους, στην Ηθική και την Αξιοπρέπειά τους, που τους απευθύνουν από τους τάφους τους ο Μοντερνισμός, ο Ρομαντισμός και ο Διαφωτισμός. Ο ατομοκεντρικός μηδενισμός βρήκε, λοιπόν, στο «κούφισμα» του Ατόμου, την ολοκλήρωσή του. Κούφωση είναι το κενό συλλογικότητας εγκατεστημένο μέσα του.

Χαράς ευαγγέλια, λοιπόν, για την αυτοκρατορική Ολιγαρχία; Ναι, αλλά εκ πρώτης όψεως, γιατί η κούφωση του υποκειμένου δεν γνωρίζει κοινωνικά στεγανά. Δεν περιορίζεται στον μαζικό καταναλωτή. Πολιορκεί και την ηγετική ελίτ, την  αρμόδια για την αναπαραγωγή του Συστήματος. Που μόνο ελίτ ασκητών δεν είναι. Η ανθρωπολογική αποσάθρωση της ηγετικής ελίτ, είναι ήδη περίοπτη στα δύο πλοηγητικά υποσυστήματα της Αυτοκρατορίας: το Χρηματοπιστωτικό και το εξ αυτού αιματοδοτούμενο Πολιτικό. Το πρώτο έχει ήδη καταληφθεί από άπληστους τζογαδόρους και το δεύτερο από εξωνημένους εξουσιομανείς.

Ο λόγος της αποσάθρωσης είναι οντολογικός και όχι «ηθικιστικός» («διαφθορά» κλπ.). Ο ατομοκεντρικός νους βλέπει μόνο το εαυτό του και τους ανταγωνιστές του. «Υπάρχουν μόνο τα άτομα και το κενό». Βλέπει μόνο το «δικό του συμφέρον». Κι αυτό, «εδώ και τώρα», καθώς του αρέσει πολύ να επαναλαμβάνει τη βαθύτατα ατομοκεντρική εξυπνάδα του Κέϋνς, ότι «μακροπρόθεσμα θα έχουμε όλοι πεθάνει». «Εμού θανόντος γαία πυρί μιχθήτω», λοιπόν. Όμως η μέθη της δύναμης δεν αφήνει το θύμα της να αντιληφθεί, ότι ο υπαρξιακός θάνατος το περιμένει στην επόμενη γωνία. Για να το αφήσει μέσα στο σώμα του ανίατα τοξινωμένο και παντελώς «κούφιο».

Κοντολογίς: «το Σύστημα είναι τυφλό». Ο συλλογικός νους του είναι «κούφος». Η κουφότητα έκανε τους «δοκούντες άρχειν των εθνών», να πιστέψουν, πως ο εφελκυσμός στην εξατομίκευση των δημογραφικών γιγάντων του ασιατικού κολεκτιβισμού, θα εξασφαλίσει στα κέντρα της Αυτοκρατορίας την υπεραναπλήρωση του διευρυνόμενου εκεί, λόγω ανθρωπολογικής «κούφωσης», ελλείμματος ημεδαπών «εγκεφάλων». Αλλά στο μεταμοντέρνο μηδενιστικό λυκόφως του νεωτερικού πολιτισμού, οι επί εκατό χρόνια ταπεινωμένοι ανατολικοί γίγαντες, φρόντισαν ήδη να κάνουν ό,τι κι ο Αρμίνιος (17π.Χ.–21μ.Χ.), ο τετραπέρατος εκείνος Γερμανός πρόγονος της «Δύσης», ο οποίος μαθήτευσε στη λατινική τεχνογνωσία, προκειμένου να την οικειοποιηθούν οι Γερμανοί του και να υποτάξουν τη Ρώμη.

Ποια «χριστιανοσύνη»;

Ο Θεός στον οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν, δηλαδή εμπιστεύονται την κοινωνική τους ύπαρξη (δεν υπάρχει άλλη), δεν είναι ο «ίδιος» για τον Δούλο, τον Μισθωτό και τον Φίλο.

Ο Θεός του νεωτερικού Μισθωτού είναι το Χρήμα, ο Μαμωνάς. Μπορεί το άτομο να θεωρεί τον εαυτό του «χριστιανό», αλλά «ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν, Θεώ και Μαμωνά». Κατ’ αρχήν, λοιπόν, δεν έχει νόημα να μιλάμε για «χριστιανοσύνη» στην Ευρώπη, αν δεν κάνουμε την προκαταρκτική αυτή διάκριση.

Η «αληθινή θρησκεία» του νεωτερικού ανθρώπου είναι ο Καπιταλισμός. Σύμφωνα μάλιστα με τον γερμανο-εβραίο φιλόσοφο Βάλτερ Μπένγιαμιν (1892-1940), ο Καπιταλισμός είναι η πιο σκληρή θρησκευτική λατρεία, που έχει υπάρξει, γιατί «δεν γνωρίζει εξιλέωση», παρά «μόνο ενοχή και απόγνωση». Επιπλέον είναι μια θρησκεία–παράσιτο: «Ο καπιταλισμός έχει αναπτυχθεί παρασιτικά πάνω στον Χριστιανισμό της Δύσης με τέτοιον τρόπο, που τελικά η ιστορία του δυτικού χριστιανισμού είναι στην ουσία η ιστορία του παρασίτου του, του καπιταλισμού[6]

Αν δεν τον βλέπουμε ως θρησκεία, είναι επειδή φοράει το ιδεολογικό μανδύα της «εκκοσμίκευσης», που σαν το κράνος του Άδη, την καθιστά αόρατη. Η αποκάλυψη της σχέσης αυτής, μεταξύ του Καπιταλισμού ως θρησκείας-παρασίτου και του δυτικού Χριστιανισμού ως θρησκείας-ξενιστή του, αποτελεί καίρια γνωσιολογική τομή στη μοντέρνα σκέψη. Αποκαλύπτει, πώς λειτουργεί στον νεωτερικό ατομοκεντρικό πολιτισμό ο πυλώνας του Θυσιαστηρίου. [Θρόνος, ΘυσιαστήριοΣχολή, που είναι κατά την ορολογία του Σπ. Ζαμπελίου (1815-1881), οι τρεις τόποι-πυλώνες, όπου αναπαράγεται η κοινωνιο-οντολογική ταυτότητα των πολιτισμών.]

Με την είσοδο της «Νεωτερικότητας» στη φάση του ολοκληρωμένου μηδενισμού, το Παράσιτο έχει αφαιμάξει πλήρως τον ξενιστή του, με αποτέλεσμα να πεθαίνει κι αυτό το ίδιο στα ιστορικά κέντρα του, τρώγοντας τις σάρκες του σαν τον μυθικό Ερυσίχθονα. Αυτό που βλέπουμε σήμερα, είναι το φάντασμά του. Το πραγματικό Χρήμα έγινε fiat money: εικονικό χρήμα. Το «δημιουργεί» ο ιδιωτικός κεντρικός Σάϋλωκ, εκ του μηδενός, στο πληκτρολόγιό του. Εσωκλείει τη μηδενική του αξία σε ηλεκτρονικά πακέτα δισεκατομμυρίων και τρισεκατομμυρίων δολαρίων και τα δανείζει στην κυβέρνηση της Αυτοκρατορίας, προκειμένου να τα πάρει αργότερα σε πραγματικό πλούτο και μάλιστα με τόκο! Με τον ζεστό αυτόν ηλεκτρονικό αέρα, η Αυτοκρατορία θα χρηματοδοτήσει τις εκατοντάδες ανά την υφήλιο στρατιωτικές βάσεις της και τους αλλεπάλληλους πολέμους της, καθώς και τα πελώρια ελλείμματά της.

Μιλάμε για την απάτη των αιώνων. Την οποία ουδείς διανοείτο, μαστουρωμένοι καθώς ήταν όλοι από την απεριόριστη πιστωτική επέκταση, στη σκιά της οποίας ο Σάϋλωκ μεθόδευε απερίσπαστος τον σκοπό του: κρέας αντί χρέους και ειδικά από την καρδιά του θύματος. Στον τελευταίο όμως τρύγο πραγματικού πλούτου, που στο Οργουελικό new speak ονομάζεται «κρίση», το μυστικό διέρρευσε σε μεγάλη έκταση. Ήδη ανατολικοί στρατηγοί το μελετούν, ηγέτες επεξεργάζονται αντίμετρα και η διεθνής ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται επικίνδυνα. Ο Αυτοκρατορικός «Θεός», το απόλυτο Τίποτα, αποκαλύφθηκε. Και η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.

Στο νεκρόσιτο αυτό περιβάλλον, δεν είναι παράξενο, που οι άνθρωποι στρέφονται στον Θεό και τον καλούν να «επιστρέψει». Ενώ η αξιοσέβαστη ακαδημαϊκή θεωρία της «εκκοσμίκευσης», δεν ξέρει πλέον πού να κρυφτεί.

Πριν όμως διερωτηθούμε, αν είναι η «ευρωπαϊκή χριστιανοσύνη» που «επιστρέφει», πρέπει να λάβουμε υπόψη, ότι στη μεταρωμαϊκή Ευρώπη δεν ήταν μία η «χριστιανοσύνη», αλλά τρεις και μάλιστα ασύμβατες μεταξύ τους, οπότε το πρώτο ερώτημα είναι τούτο: τι είδους κοινωνικότητα ανέπτυσσαν; Τι σήμαινε η ασυμβατότητά τους; Επειδή όμως υπάρχει και η κοινωνικότητα που ευαγγελίζεται ο Χριστός, το δεύτερο και ποιο σημαντικό ερώτημα είναι: ποια είναι η σχέση της ευαγγελικής κοινωνικότητας με τα τρία είδη της χριστεπώνυμης αυτής «ευρωπαϊκής» κοινωνικότητας; Δοθέντος, τέλος, ότι στο περιβάλλον του ολοκληρωμένου μηδενισμού δεν υπάρχει καν κοινωνικότητα, πράγμα που επεκτείνεται πλέον (σκόπιμα μάλιστα) και στον οικογενειακό χώρο, τίθεται το ερώτημα, αν μπορεί να υπάρχει «χριστιανοσύνη» σε συνθήκες κοινωνικού κενού.  Ας δούμε τα ερωτήματα αυτά.

(α) Γιατί οι νοτιο-ανατολικο-ευρωπαίοι έγιναν ελληνο-ορθόδοξοι, οι νοτιο-δυτικο-ευρωπαίοι ρωμαιο-καθολικοί και οι βορειο-δυτικο-ευρωπαίοι ξεκίνησαν ως αρειανοί, για να γίνουν έπειτα με το ζόρι καθολικοί και στη συνέχεια προτεστάντες; Το ίδιο Ευαγγέλιο δεν άκουσαν; «Ευρωπαίοι» δεν ήταν όλοι τους;

Η απάντηση, ότι έτσι το κατάλαβαν (το Ευαγγέλιο) ο Αυγουστίνος, ο Ουλφίλας και μετά ο Λούθηρος κι ο Καλβίνος, ή ο Κύριλλος κι ο Μεθόδιος νοτιο-ανατολικά, αντανακλά μάλλον την ψευδαίσθηση του Διανοούμενου, ότι «αυτός» τάχα (διά των ομοίων του) είναι που «κατασκευάζει» την ιστορία... Η χριστιανική τριπολικότητα της μεταρωμαϊκής Ευρώπης, υποδηλώνει, απλώς, την ασυμμετρία των ήδη κεκτημένων τύπων κοινωνικότητας, βάσει των οποίων οι αντίστοιχοι λαοί προσέλαβαν τον Χριστιανισμό, προκειμένου να ανακαινίσουν τα αρχαϊκά τους Θυσιαστήρια. Τυχαία η Ορθοδοξία ήταν προσωποκεντρική, ο Καθολικισμός κολεκτιβιστικός και ο Προτεσταντισμός ατομοκεντρικός;

(β) Η κοινωνικότητα του Ευαγγελίου είναι ριζικά διαφορετική. Κι αυτό γιατί είναι προσιτή μόνον ως διωκόμενη και όχι ως κυρίαρχη. «Ει εμέ εδίωξαν και υμάς διώξωσι», λέει ο Ιησούς στους μαθητές του. «Η βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», λέει στον Πιλάτο.

Είναι έτσι, επειδή «τούτος ο κόσμος» είναι θεμελιωμένος στη βία. Βία είναι και η νόμιμη βία της δεσμευτικής κοινωνικής θέσμισης των πολιτισμών. Αναρίθμητα είναι τα θύματά της. Είναι η «κατάρα του νόμου». Που θα βαραίνει ακέραιη πάνω στην ανθρώπινη φύση, όσο οι κοινωνικές σχέσεις θα υπόκεινται στο δίπολο φιλότητας – νείκους. Αυτό δεν είναι άλλωστε το κοινωνιο-οντολογικό νόημα της Πτώσης; Όπου οι αιωνίως πρωτόπλαστοι προτιμούν να αποβάλλουν από την κοινωνία τους τον Θεό-Πατέρα τους, ως αναξιόπιστο; Το ίδιο δεν μας λέει και το ύπατο χριστιανικό δόγμα, ότι ο Θεός είναι Τριαδικός και όχι «τριλεκτικός»;

Η «Βασιλεία των Ουρανών» δύναται να υπάρξει «μέσα μας», αλλά δεν μπορεί να γενικευθεί «έξω μας», ως ιστορικός πολιτισμός. Εκεί μόνο ως σταυρική – αυτοθυσία μπορεί να υπάρξει. Ως «άλας της γης»: κοινωνικό ένζυμο αντισηπτικό-αντιμηδενιστικό. Και ως πνευματική ρομφαία αμφίστομη: «φως του κόσμου», αποδομητικό παντός φαρισαϊκού-φενακιστικού σκότους.

Ανταποκρινόμενη στη διττή αυτή «προδιαγραφή», η Εκκλησία του Χριστού είναι «άλλο σύστημα πατρίδος» και ως τέτοιο, θα μισείται και θα αποπέμπεται από τον κόσμο. Παρά ταύτα θα αγαπά τον κόσμο, «όπως η ψυχή το σώμα», ενωμένη μ’ αυτό ως τη συντέλειά του, κατά την πρωτοχριστιανική «Επιστολή προς Διόγνητον». Αυτό δεν σημαίνει, πως αποκλείεται να μεταλλαχθεί η Εκκλησία, από «ψυχή» του εκάστοτε τοπικού της «κόσμου», σε σκέτο «σώμα» του, υποκύπτοντας στους τρεις πειρασμούς, που αρνήθηκε ο Ιησούς στην έρημο. Δεν σημαίνει, ότι δεν μπορεί να εγκαταλείψει το «πολίτευμα του Σταυρού», για να «συσχηματισθεί» και εσωτερικά με τα πολιτεύματα του κόσμου (μοναρχία, αριστοκρατία, δημοκρατία και τις παρακμιακές παρεκβάσεις τους, τυραννία, ολιγαρχία, οχλοκρατία).

Διακρίνουμε, λοιπόν, απόλυτα τις πολιτισμικές μορφές της χριστεπώνυμης κοινωνικότητας, από την Σταυρική κοινωνικότητα. Κι αυτό όχι μόνο σε σχέση με τον καθολικό Δούλο και τον προτεσταντικό Μισθωτό, αλλά και σε σχέση με τον προσωποκεντρικό Φίλο, που ως «τριλεκτικός», διαφέρει κι αυτός ριζικά από τον σταυρικό Φίλο. Ας τονιστεί όμως, ότι η απόλυτη αυτή διάκριση, κάθε άλλο παρά αμφισβητεί την αξία της κοινωνιο-οντολογικής διαβάθμισης του ιστορικού χριστιανισμού, με κριτήριο τους βαθμούς κοινωνικής θέσμισης της ατομικής ελευθερίας.

(γ) Απαντάται έτσι και το τρίτο ερώτημα: Εκτός πολιτισμικού σώματος, δηλαδή μη «ενδημοποιημένη» σε ζωντανό Δήμο, δεν νοείται χριστιανική Εκκλησία. -Ό,τι και αν λένε σήμερα οι «θεολογίες» της «συσχηματιστικής» προσαρμογής στα δεδομένα του κυρίαρχου «παγκοσμιοποιητικού» μηδενισμού.

Συμπέρασμα

Θετική διέξοδος από την κατάρρευση του ατομοκεντρικού πολιτισμού θεωρητικά υπάρχει και βρίσκεται στην προσωποκεντρική κοινωνιο-οντολογική μετάλλαξη των αντίστοιχων εθνών. Επαφίεται δε στη δυνατότητα της «ευρωπαϊκής χριστιανοσύνης» να λειτουργήσει, ως αποτελεσματικό ανάχωμα στον «παγκοσμιοποιητικό» μηδενισμό. Υπ’ αυτή την έννοια η διαίσθηση του Κολακόφσκι, ότι η «χριστιανοσύνη» μπορεί να σώσει την Ευρώπη, δεν είναι άστοχη. Θα πρέπει μόνο να προσθέσουμε, ότι διαμορφώνεται και η εναλλακτική προς αυτήν εκδοχή: η κολεκτιβιστική κοινωνιο-οντολογική μετάλλαξη της Ευρώπης, μέσω του Ισλάμ.

Σημειώσεις

[1] http://cosmoidioglossia.blogspot.gr/2017/05/blog-post_31.html

[2] Για τις τριλεκτικές δομές του πολιτισμού βλ. Ἀσγκερ Γιόρν, Αγριότητα, Βαρβαρότητα και Πολιτισμός, Εισαγωγή-μτφ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης. (Εκδ. Αλήστου Μνήμης, 2003.)

[3] Θ. Ι. Ζιάκας, Πέρα από το ΆτομοΤο αίνιγμα της ελληνικής ταυτότητας. Γενική εισαγωγή. (Εκδ. Αρμός, 2003.)

[4] Μαξίμου Ομολογητή (580-662), Μυσταγωγία (Εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 1989.)

[5] Εννοούνται τα δύο προφητικά μυθιστορήματα του 20ου αιώνα: Τζώρτζ Όργουελ, 1984Ο Μεγάλος Αδελφός. (Κάκτος. Μτφ. Νίνα Μπάρτη 1978.) Και Άλντους Χάξλεϋ, Γενναίος καινούργιος κόσμος. (Γρηγόρης. Μτφ:  Μανώλης Χαιρετάκης 1971.)

[6] Walter Benjamin, Ο Καπιταλισμός ως Θρησκεία 1921. Ges. Schriften, VI, S. 100, Frankfurt / M., 1991.

by : tinakanoumegk

Ο Όρμπαν έχασε.
Είχα γράψει πριν από μια μέρα ότι, αν και γνωρίζω ότι αν ζούσα στην Ουγγαρία θα ήμουν για διάφορους λόγους αντίπαλός του, ως αντίπαλος των πολεμοχαρών πολιτικών της Δύσης δεν μπορούσα παρά να ευχηθώ την παραμονή του Βίκτορ Όρμπαν στην εξουσία.
Αυτό γιατί, με την ήττα του, τα σύννεφα ενός στρατιωτικού και πιθανώς πυρηνικής σύγκρουσης μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας – προς το οποίο η Φον ντερ Λάιεν, ο Μερτς και ο Στάρμερ συνέχισαν να εργάζονται ακόμη και αυτές τις μέρες που ήμασταν όλοι απορροφημένοι από τη σύγκρουση στο Ιράν – επιστρέφουν για να πυκνώσουν περαιτέρω.
Πέρα από τους εσωτερικούς λόγους της ουγγρικής πολιτικής που σίγουρα θα έπαιξαν ρόλο και για τους οποίους δεν έχω αρμοδιότητα, στο επίπεδο της διεθνούς επικοινωνίας πρέπει να ειπωθεί ότι η στρατηγική του Όρμπαν ήταν αυτές τις μέρες αυτοκτονική. Το να βασιστεί στην υποστήριξη των Τραμπ και Νετανιάχου, πράγματι, υπό τις τρέχουσες συνθήκες δεν μπορούσε παρά να έχει καταστροφικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, αυτό το γεγονός μας δείχνει επίσης ότι η ιδέα – πολύ διαδεδομένη στην Ιταλία μεταξύ των υποστηρικτών του Τραμπ – σύμφωνα με την οποία ο αγώνας για την εθνική κυριαρχία και για έναν πολυπολικό κόσμο πρέπει να διεξαχθεί στο πλαίσιο του διπολισμού δεξιάς-αριστεράς, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και πρέπει επομένως να εγκαταλειφθεί πλήρως.
Ούτε η δεξιά ούτε η αριστερά εκφράζουν ένα «λιγότερο κακό»: είναι απλώς οι δύο ψευδείς εναλλακτικές που εμποδίζουν την ανάδυση ενός αυθεντικά λαϊκού και αυτόνομου κινήματος των λαών ενάντια στις κυβερνήσεις και τις οικονομικές ελίτ.
Η δεξιά και η αριστερά είναι τα δύο ψέματα που επιτρέπουν, επίσης, την καθολική επιβολή μιας κοινωνιοπαθητικής οπτικής που επιδιώκει μια σφαγή που θα επαναφέρει τον κόσμο στο μηδέν, ένα μέλλον υποταγής της ζωής στις αγορές και υποδούλωσης των ανθρώπων στις μηχανές.
Επομένως, πρέπει να ξεφύγουμε από αυτόν τον όγκο της σκέψης που είναι η πόλωση δεξιά-αριστερά.
Μόνο όποιος περιφρονεί και αντιτίθεται εξίσου στη δεξιά και στην αριστερά, σήμερα, μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερος άνθρωπος.
by : tinakanoumegk




Η εμπειρία των Ζαπατίστας στο Τσιάπας θα ήταν αδιανόητη χωρίς τα κοινά αγαθά: όχι μόνο η γη, αλλά και υποδομές όπως σχολεία και νοσοκομεία, καθώς και το ίδιο το εργατικό δυναμικό, έχουν αναγνωριστεί ως κοινά αγαθά. Αυτό σημαίνει όχι μόνο ότι τα οφέλη τους έχουν κοινωνικοποιηθεί, αλλά και ότι ολόκληρη η κοινότητα έχει δικαίωμα στη διαχείρισή τους. Για αυτό το λόγο, στα εδάφη της Τσιάπας που ανακαταλήφθηκαν από τους Ζαπατίστας, η άσκηση των κυβερνητικών λειτουργιών είναι επίσης κοινή και δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να θεωρηθεί ιδιοκτήτης αυτών των αγαθών.

Τίποτα δεν απέχει περισσότερο από αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας, όπου η πρόσβαση στα αγαθά της ζωής (ακόμη και στο νερό!) μεσολαβείται από το κεφάλαιο ή το κράτος, δηλαδή από τον δημόσιο ή τον ιδιωτικό ιδιοκτήτη. Δεν υπάρχει τρίτη επιλογή. Το να αναγνωρίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά ως κοινά σημαίνει να εγκαινιάσουμε την πρακτική της αυτοδιαχείρισής τους και, επομένως, να αναδιαμορφώσουμε την πολιτική από τα κάτω, αναθέτοντας τη διαχείριση των συλλογικών συμφερόντων στην ίδια την κοινότητα. Επιπλέον, η κατάργηση της λογικής της ιδιοκτησίας σημαίνει να ξανασκεφτούμε τον άνθρωπο, ο οποίος γίνεται πρωταγωνιστής του οικοσυστήματος και θέτει τη δουλειά του, παραγωγική και αναπαραγωγική, σε ισορροπία με τους κανόνες του.
---
I beni comuni in Chiapas | Per un ecosistema auto-governato oltre l’alternativa tra pubblico e privato – di Antonio Semproni

L’esperienza zapatista in Chiapas sarebbe impensabile senza i beni comuni: non solo la terra, ma anche infrastrutture come scuole e ospedali, nonché la stessa forza-lavoro, sono state riconosciute come beni comuni. Ciò significa non solo che ne sono stati socializzati i benefici, ma anche tutta la comunità è ammessa alla loro gestione. Per questo nei territori del Chiapas riconquistati dagli zapatisti è condiviso anche l’esercizio delle funzioni governative e non si dà alcuno che possa dirsi proprietario di questi beni.

Niente di più lontano da quel che avviene a casa nostra, dove l’accesso ai beni della vita (anche dell’acqua!) è mediato dal capitale o dallo Stato, dunque dal proprietario pubblico o privato. Tertium non datur. Riconoscere a quanti più beni possibile la natura di comuni significa inaugurare la prassi della loro autogestione e dunque riconfigurare la politica dal basso, affidando la gestione degli interessi collettivi alla collettività medesima. Inoltre, caducare la logica proprietaria significa ripensare l’essere umano, che si fa attore dell’ecosistema e pone il proprio lavoro, produttivo e riproduttivo, in equilibrio con le sue regole.

****

Nella notte del 1° gennaio 1994 qualche migliaio di indigeni maya, operando a volto coperto, chi armato di fucile e chi provvisto di bastone, fionda o arco con frecce, occupano diverse città del Chiapas, nell’estremo sud-est del Messico. Sono i componenti dell’Esercito Zapatista di Liberazione Nazionale, il loro portavoce è il noto Subcomandante Marcos e con quest’azione dichiarano guerra allo Stato federale messicano in nome delle loro comunità di appartenenza. Rivendicano la terra, il lavoro, un tetto dignitoso, cibo, assistenza e istruzione, nonché quelle condizioni fondamentali per la vita di un popolo come l’indipendenza, la libertà, la democrazia, la giustizia e la pace. La risposta violenta del governo messicano non si fa attendere, però dopo brevi ma cruenti combattimenti viene dichiarato un cessate il fuoco: gli zapatisti, cacciati dalle città che avevano occupato, riescono a conquistare numerosi comuni rurali, nonché ettari ed ettari di terra di proprietà di potenti latifondisti. Da allora le loro comunità vivono in quei territori, ove hanno dato luogo a una vasta comunitarizzazione di beni e risorse, materiali e immateriali. L’esperienza politica zapatista si radica sui beni comuni: è la messa in comune dei beni a consentire la sopravvivenza, la riproduzione e l’armonia entro le comunità zapatiste.

Come racconta Raùl Zibechi (Mondi altri e popoli in movimento, Hermatena, 2022), negli anni precedenti l’insurrezione i grandi proprietari terrieri possedevano le terre migliori e cospicue mandrie di bestiame, e arruolavano e armavano miliziani privati e sicari – rispettivamente detti guardias blancas e pistoleros – per espellere i campesinos, cioè i contadini, spingendoli verso le montagne. Gli zapatisti hanno ribaltato questa situazione consolidata: il loro auto-governo ha collettivizzato i terreni, tuttavia lasciando a ciascuna famiglia la propria milpa, parcella di terra tradizionalmente dedicata alla coltivazione di mais, fagioli e zucche. Ma non solo: gli zapatisti hanno stabilito che si sarebbero presi cura delle terre comuni tramite il lavoro collettivo.

I terreni comuni sono dedicati alle piantagioni, in particolare di caffè; il ricavato del raccolto appartiene alla comunità e talvolta viene impiegato per acquistare cavalli e mucche, anch’essi di proprietà della comunità. La comunitarizzazione investe così tutti gli snodi del ciclo produttivo: materia prima, prodotto, ricavato e investimenti.

Prima della rivolta, il lavoro collettivo era comunque diffuso, però veniva effettuato perlopiù all’interno di ciascuna comunità o villaggio. L’innovazione portata dagli zapatisti è di averlo “moltiplicato a tutti i livelli della loro autonomia” (Mondi altri e popoli in movimento, cit., p. 34), e dunque di praticarlo non solo fra gli abitanti di una comunità, ma anche fra quelli di un municipio, comprendente più comunità, e di una regione, che a sua volta ricomprende più municipi.

Estendere il lavoro collettivo ad ambiti territorialmente più vasti della singola comunità ha permesso agli zapatisti di unire le loro forze per costruire centinaia di beni infrastrutturali come scuole, cliniche e ospedali. In un’intervista rilasciata a Laura Castelllanos il Subcomandante Marcos racconta che “[a]bbiamo le cliniche con tutti gli inconvenienti che ne derivano perché è la nostra stessa gente che le manda avanti come operatori sanitari, senza essere né dottori né infermieri. Vengono dei dottori e delle infermiere ad aiutare ogni tanto, però sono i nostri che tengono in piedi il sistema sanitario” (Punto e a capo. Presente, passato e futuro del movimento zapatista, Alegre, 2009, p. 103).

Vengono avviate, sostenute e gestite sempre grazie al lavoro collettivo anche le botteghe zapatiste, situate nei capoluoghi dei municipi, e altre iniziative imprenditoriali, come la produzione di stivali intrapresa dai calzolai di Oventic.

A ogni modo, non tutto il lavoro produttivo è collettivo: le assemblee di comunità, municipi e regioni stabiliscono di comune accordo che alcuni giorni sono dedicati a quello collettivo, mentre altri a quello individuale e dunque essenzialmente alla parcella di terra di famiglia. Di norma, “il mese si divide in 10 giorni di lavoro collettivo e 20 giorni per il lavoro familiare”, ma ci si può mettere d’accordo per variare il numero di questi giorni (Mondi altri e popoli in movimento, cit., p. 37). Le modalità di svolgimento dei lavori collettivi e la loro distribuzione sono comunque decise tenendo conto che ci sono famiglie con pochi figli e altre con molti e quindi le possibilità di dedicare tempo al lavoro collettivo e a quello familiare variano di caso in caso.

Il lavoro collettivo viene dunque auto-governato dalle stesse persone che se ne servono, cioè dagli zapatisti, articolati nelle assemblee comunitarie corrispondenti a ciascun livello territoriale di governo: comunità, municipio e regione. La forza-lavoro diviene così un bene comune che le comunità zapatiste gestiscono in sede assembleare, al riparo da interferenze esterne. Le assemblee, d’altronde, impegnano buona parte della vita quotidiana: per evitare le spaccature che potrebbero essere comportate da decisioni a maggioranza, non vengono mai abbreviate dal voto e così, in caso di disaccordo, “ogni passo di un progetto viene discusso e ridiscusso da tutti decine di volte” (F. Minerva, Cooperazione e autonomia. Progetti di sviluppo dal basso in Chiapas, Messico, in Subire la cooperazione?, a cura di F. Zanotelli e F. Lenzi Grillini, ed.it, 2008, p. 78).

Chi presta lavoro collettivo non viene retribuito, però la comunità si occupa di curare la sua milpa, nonché le sue coltivazioni di caffè e le sue aree di pascolo. Come spiega una comunera intervistata da Zibechi, per il servizio comunitario non viene corrisposto alcun salario perché si tratta di «lavoro che tutti dobbiamo svolgere a sostegno della vita comunitaria» (Mondi altri e popoli in movimento, cit., p. 36).

Per esempio, quando qualcuno è addetto presso le botteghe zapatiste, gestite sempre a rotazione, la comunità si occupa della sua milpa, e ciò per un mese intero, dato che questo è il periodo di tempo per cui si viene ordinariamente impiegati in questa mansione. Allo stesso modo la comunità provvede quando qualche comunero viene eletto per svolgere un incarico nelle Giunte di Buon Governo, le quali provvedono all’amministrazione delle regioni. La logica collettivistica non sopraffà le necessità dei singoli: siamo al cospetto di una radicale applicazione solidale del motto marxista “da ciascuno secondo le sue capacità, a ciascuno secondo i suoi bisogni”, che inscrive il singolo e la sua comunità di appartenenza in un rapporto di mutuo sostegno.

Se non tutto il lavoro collettivo è produttivo, è anche vero che non tutto il lavoro collettivo è produttivo: “il lavoro collettivo non vale soltanto per la produzione, ma per ogni aspetto della vita, materiale e no” (Mondi altri e popoli in movimento, cit., p. 35): così, anche l’esercizio delle cariche politiche è considerato lavoro collettivo. Questa visione consente di intendere il potere politico come un bene comune, condiviso, e così di superare lo iato fra rappresentanti e rappresentati caratteristico delle nostre democrazie occidentali.

L’organizzazione politica zapatista è strutturata su tre livelli: dal basso verso l’alto troviamo le comunità (cioè i villaggi, spesso piccoli e talvolta minuscoli); municipi autonomi (raggruppamenti territoriali di più comunità); caracoles (che coordinano i municipi autonomi di una regione). I caracoles sono cinque, rispettivamente corrispondenti a ciascuna delle cinque regioni zapatiste, mentre ventinove sono i municipi autonomi e più di mille le comunità. In ognuno dei tre livelli di auto-governo vige un principio assembleare e rotativo: l’intero gruppo di persone che compone l’assemblea cambia in periodi piuttosto brevi, consentendo

a tutti, in capo ad un certo periodo di tempo, di imparare a governare. La rotazione si compie ai tre livelli dell’autogoverno zapatista: in ogni comunità tra le persone che la compongono, in ogni municipio autonomo tra i delegati eletti, che si avvicendano e sono revocabili, e in ogni regione nella Giunta di Buon Governo. Ci sono più di mille comunità, 29 municipi autonomi e circa 300.000 persone che si governano in questo modo. (Mondi altri e popoli in movimento, cit., p. 111)

In ciascun caracol si riunisce la Giunta di Buon Governo, composta da un massimo di venticinque persone ed eletta dall’assemblea del caracol stesso, in cui siedono le autorità di tutti i municipi del caracol (Mondi altri e popoli in movimento, cit., p. 124). Le Giunte di Buon Governo ricevono le donazioni, accolgono i volontari e i visitatori, valutano i progetti e le iniziative a seconda dei benefici che possono arrecare alle comunità.

Come dichiara il Subcomandante Marcos,

“coloro che fanno parte delle Juntas del Buen Gobierno o delle autorità autonome sono contadini che durante il periodo in cui dura il loro incarico lasciano le campagne e nel frattempo la comunità provvede a loro, però devono tornare. Questo è uno dei pochi posti nel mondo in cui un governante, dopo essere stato al governo, ritorna a casa sua povero come prima, con gli stessi bisogni, a lavorare e fare le stesse cose che faceva prima. D’altra parte, si tratta di un processo di governo partecipativo“. (Punto e a capo. Presente, passato e futuro del movimento zapatista, cit., p. 36)

Il potere viene così frammentato non solo tra più o meno piccoli enti locali, espressione di un potere non statale, che si coordinano in vista di un progetto comune, ma anche tra tutta la popolazione, che si ritrova a turno a esercitarlo.

L’esigenza, avvertita nella comunità, di evitare l’accumulazione di ricchezza in capo a pochi a scapito dei molti ha condotto all’istituzione di banche, che, incaricate di gestire il denaro ricavato dai lavori collettivi, lo prestano esclusivamente per progetti comunitari o per bisogni sanitari, affinché nessun comunero sia costretto ad abbandonare il proprio villaggio in cerca di lavoro per coprire le spese mediche. “Il garante di ogni persona che chiede un prestito è l’autorità della sua comunità, e la gente funge da testimone. Così tutti sanno che uno di loro ha chiesto alla banca una piccola somma di denaro e che deve restituirla” (Mondi altri e popoli in movimento, cit., p. 140 s.).

Sono collettivi anche i corpi di autodifesa, composti da membri in carica per brevi periodi e sempre revocabili, e incaricati di tutelare gli zapatisti dagli attacchi dei governi e delle grandi imprese multinazionali, cioè dei protagonisti di quel binomio pubblico-privato che i beni collettivi e la loro autogestione consentono di lasciarsi alle spalle. Queste forze difensive non si limitano a scongiurare le aggressioni, ma provvedono anche al mantenimento dell’ordine nei territori riconquistati e all’amministrazione della giustizia: in questo contesto, comunque, non si arriva mai al verdetto di un giudice, ma si dialoga finché non si trova un accordo.

Così le forze dell’ordine, anziché rimanere espressione unilaterale delle determinazioni autoritarie del potere statale, vengono collettivizzate e dunque diventano un’estensione in armi di quel corpo collettivo che è la comunità.

La comunitarizzazione attraversa anche la costellazione femminile del cosmo zapatista: per esempio, nella comunità “8 marzo”, ricompresa nel municipio “17 novembre”, all’interno del caracol Morelia, il “collettivo delle donne ha una piantagione di caffè oltre a un pollaio comunitario. Questo permette loro di disporre di risorse proprie per partecipare a laboratori e riunioni di donne” (Mondi altri e popoli in movimento, cit., p. 120). Siamo al cospetto di un buon esempio di come la comunitarizzazione dei beni risponda non solo alla necessità di riprodurre la vita e perpetuare la società, ma anche a esigenze di giustizia sociale.

Insomma, in Chiapas i beni comuni hanno innescato delle relazioni sociali che non potrebbero darsi in un universo dominato dalle logiche del capitale o dalle manovre di uno Stato accentratore. Si tratta di relazioni improntate alla solidarietà e al sostegno reciproco fra gli esseri umani e alla loro aggregazione in unioni provenienti dal basso, nonché al rispetto per l’ecosistema. Uomini e donne si inscrivono nell’ambiente con la consapevolezza che la propria sopravvivenza dipende da esso e viceversa, e così dismettono la veste di appropriatori ed estrattori.

Con una tendenza inversa a quella che si registra tra gli zapatisti, nell’Occidente progredito e sviluppato pare restringersi sempre più il novero dei beni che si sottraggono al binomio pubblico-privato. Noi non possiamo dire di godere di un accesso diretto alle risorse necessarie alla sopravvivenza, alla riproduzione della vita e al benessere: tanto lo Stato quanto il capitale fungono da mediatori fra noi e questi beni. Affermare che l’acqua debba rimanere proprietà pubblica o che la terra debba appartenere allo Stato significa comunque ricondurle tra le braccia di un padrone. La supposizione che lo Stato abbia a cuore il benessere della collettività ben più di quanto non lo abbia il ceto dominante è plausibile, ma non può essere data per scontata quando, come nell’attuale epoca neoliberale, spesso e volentieri i beni pubblici vengono privatizzati e con ciò ricondotti nell’arena del libero mercato. E comunque, anche quando le risorse essenziali alla vita scampano alle privatizzazioni, è sempre lo Stato a elargirle e noi a riceverle. Sappiamo poco o nulla della loro origine, gestione, manutenzione e preservazione; ci limitiamo a goderne e perciò non possiamo percepirle se non come oggetti: è proprio la mediazione di Stato o capitale a oggettificarle ai nostri occhi. In queste condizioni è difficile sviluppare quella sensibilità che ci induce ad avvertire queste risorse, questi beni, come elementi integranti dell’ecosistema di cui siamo parte e a sollevarci come gli zapatisti ogniqualvolta si palesi l’intento di mercificarle, di condizionarne l’accesso a requisiti escludenti quali, appunto, la disponibilità di denaro.

Édouard Jourdain (L’autogoverno dei beni collettivi, eléuthera, 2023) e Ugo Mattei (Beni comuni. Un manifesto, Laterza, 2011) credono che quanto più si riconoscano dei beni (terra, mare, fiumi, laghi, lavoro, conoscenze ecc.) quali comuni tanto più si ammetta l’interdipendenza tra gli esseri umani e tra essi e la natura. A sua volta, l’ammissione di questa interdipendenza implica il riconoscimento dell’esistenza di un ecosistema in cui esseri umani, animali e cose della natura interagiscono reciprocamente, in altre parole di una geografia scritta quotidianamente dalle complesse relazioni tra gli esseri che sono attori dei luoghi. Di questa trama di rapporti e dei suoi snodi nessuno può dirsi legittimamente proprietario: ne siamo tutti attori in pari grado.

Secondo Mattei, riconoscere i beni comuni significa, in particolare, mettere al primo posto “gli interessi di tutti (umani e non), concepiti come un ecosistema di relazioni di reciproca dipendenza, e solo successivamente gli interessi individuali” (Beni comuni. Un manifesto, cit., p. 49).

Secondo Jourdain, riconoscere l’esistenza dei beni comuni rende le persone interdipendenti, cosicché “la soddisfazione dei [loro] bisogni non dipende unicamente da un semplice rapporto di gestione fra gli esseri umani e le cose ma anche da rapporti fra gli stessi esseri umani” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 61). Infatti, i beni comuni possono essere concepiti “come ambienti abitati da una comunità di persone”, ciascuna delle quali è chiamata “a rispettare la Terra, la nostra ecumene o ambiente” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 18).

La visione dei beni comuni come ambienti, spazi più o meno vasti in cui tutti gli esseri viventi sono attori, implica che essi non possano essere di pertinenza di alcuni soltanto di questi “esseri in quanto tali – umani, Stati, scimpanzé o multinazionali” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 19). Anche Mattei conviene sulla circostanza che i beni comuni non possano avere un proprietario classicamente inteso:

non «abbiamo» un bene comune (un ecosistema, dell’acqua), ma in un certo senso «siamo» (partecipi del) bene comune (siamo acqua, siamo parte di un ecosistema urbano o rurale). La stessa separabilità fra l’essere e l’avere, così come quella fra il soggetto e l’oggetto, viene posta in discussione da una teoria politica che ponga al centro i beni comuni. (Beni comuni. Un manifesto, cit., p. 52 s.)

L’interdipendenza si esplicita, a parere di Jourdain, in “rapporti giusti ed equilibrati” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 19): l’equilibrio esige che donne e uomini riconoscano i limiti ecologici “che tracciano la nostra condizione umana di tessitori: annodati alle altre forme di vita che compongono l’ambiente” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 19 s.). L’essere umano è “tessitore”: con il suo lavoro modifica l’ecosistema, ma a esso è “annodato”, e se prova a sciogliere questo nodo distrugge sia se stesso che le altre forme di vita.

Sebbene i beni comuni coincidano con “ecosistemi” e “ambienti”, termini ordinariamente riferiti alla natura, non si deve trascurare la dimensione relazionale che essi sottendono. Per questo la comunitarizzazione non risparmia, nella visione di Mattei, nemmeno il lavoro, che, se tutelato quale bene comune, può

consentire ai lavoratori l’accesso a un’esistenza libera e dignitosa nell’ambito di una produzione ecologicamente sostenibile, che rispetti perciò anche i diritti di chi non lavora (ancora o più) e in quella comunità vive. (Beni comuni. Un manifesto, cit., p. 54)

Proprio l’esperienza zapatista in Chiapas mostra come pure il lavoro, inteso non solo come forza-lavoro messa all’opera ma anche quale forma di relazione sociale e di cooperazione, possa divenire un bene collettivo.

Jourdain e Mattei ritengono che i beni comuni, nella misura in cui rifondano la relazione tra gli esseri umani e tra questi e la natura, possano inaugurare una nuova razionalità umana. Ma chi sono le donne e gli uomini deputati a gestire i beni comuni all’insegna di questa rinnovata razionalità?

Jourdain li individua in “gruppi auto-governati” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 39), composti dalle persone che vivono nei luoghi in cui i beni comuni sono localizzati: in altre parole, da quegli attori che più di altri, anche della macchina statale, dispongono di “informazioni sufficienti per valutare la politica più consona da applicare” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 17). Autogestire i beni comuni consente non solo di prendere decisioni meglio informate sulla loro sorte, ma anche di de-assolutizzare il capitale finanziario e così rompere nettamente con l’etica capitalista secondo cui esso costituisce la sola entità che merita di essere salvaguardata e conservata; esseri umani e natura smettono finalmente di essere mezzi per assurgere a fini: si tratta di “garantire condizioni di vita decente [ai primi] e preservare l’ambiente naturale” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 21), inteso come un’eredità da trasmettere.

Mattei, con termini più generali, reputa che la tutela dei beni comuni spetti a “movimenti (destrutturati e a potere diffuso)”, connotati da “diffusione del potere e inclusione partecipativa” (Beni comuni. Un manifesto, cit., p. 81; il corsivo è dell’Autore); la loro natura di veri e propri laboratori di democrazia dal basso esclude che possano essere compatibili “con la struttura dei partiti politici, ma anche con quella di ogni altro tipo di istituzione, privata o pubblica, che si muova nella logica della concentrazione del potere” (Beni comuni. Un manifesto, cit., p. 81).

Il governo condiviso dei beni comuni è quanto gli zapatisti hanno realizzato in Chiapas, dove ai tre livelli di comunità, municipi e caracoles corrispondono quelle che Mattei chiama “strutture di governo partecipato” (Beni comuni. Un manifesto, cit., p. 60).

Solo gestendo i beni collettivi di comune accordo ci si può tirare fuori dalla contraddizione dell’ordine economico capitalistico, che ci costringe ad agire in modo indipendente – cioè esprimendo le nostre rispettive preferenze e massimizzando l’interesse personale – in una situazione di interdipendenza – cioè all’interno di un ecosistema in cui la nostra vita dipende dalla disponibilità e dalla conservazione delle risorse. Entro quest’ordine, “la razionalità individuale sfocia nell’irrazionalità collettiva” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 71), perché la massimizzazione del proprio interesse individuale mette a repentaglio le risorse e l’ecosistema, dunque la stessa collettività. Al contrario, discutere faccia-a-faccia delle proprie preferenze e dei vincoli reciproci ci permette di scampare a questo rischio:

“considerando che non è la razionalità capitalista a modellare i mercati capitalisti, bensì sono i mercati capitalisti, in quanto istituzioni, a modellare i comportamenti, è allora possibile ipotizzare che sono i beni collettivi, in quanto istituzioni, a facilitare e sviluppare una razionalità maggiormente basata sulla cooperazione”. (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 78 s.)

Praticare l’autogestione dei beni comuni ci induce in altre parole a negoziare in una prospettiva che non si riduce al nostro rispettivo interesse individuale immediato: siamo costretti a riconoscere che dai beni comuni dipende “lo stesso sostentamento della società” e dunque che essi sono “da preservare per l’esistenza collettiva” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 50). Questa rinnovata prospettiva fa sì che concilieremo spontaneamente “il diritto d’uso con la conservazione delle risorse” (L’autogoverno dei beni collettivi, cit., p. 49).

Così i beni comuni assurgono non solo a ecosistemi nei quali siamo immersi come pesci nel mare che li mantiene in vita, ma anche a istituzioni che, determinando i nostri comportamenti, plasmano una nuova razionalità umana: quella di cittadini dell’ecosistema che abitiamo, titolari di diritti e doveri scaturenti dall’interdipendenza con i beni comuni ancor prima che dal rapporto con Stato e capitale.

Questa visione dei beni comuni fonda un’antropologia alternativa, che ha al suo centro un essere umano non più proprietario né tantomeno padrone, ma attore che si prende cura dell’ecosistema che abita e modula il proprio lavoro sulla base del suo equilibrio. I beni comuni delineano così una profonda faglia teorica e pratica lungo la quale costituire nuove forme di aggregazione umana da contrapporre alla tenaglia Stato-capitale, proprio come le comunità zapatiste in Chiapas.



Immagine in evidenza: scritte femministe sotto la cattedrale di San Cristóbal de Las Casas, in Chiapas