ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk

 

Μια κοινότητα στην κοινωνία

 

Η Ιταλία, ως το πολιτικό εργαστήριο της Δύσης, στο οποίο οι στρατηγικές των κυρίαρχων δυνάμεων έχουν εκπονηθεί εκ των προτέρων στην ακραία τους μορφή, είναι σήμερα μια χώρα σε ανθρώπινη και πολιτική κατάρρευση, στην οποία έχει συμμαχήσει μια αδίστακτη και αποφασιστική τυραννία. μάζα στα χέρια ενός ψευδοθρησκευτικού τρόμου, έτοιμου να θυσιάσει όχι μόνο αυτό που κάποτε ονομαζόταν συνταγματικές ελευθερίες, αλλά ακόμη και όλη τη ζεστασιά στις ανθρώπινες σχέσεις. Στην πραγματικότητα, το να πιστεύεις ότι το «πράσινο διαβατήριο» σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα είναι πραγματικά αφελές. Ακριβώς όπως ήδη επιβάλλεται ένα τρίτο εμβόλιο, θα επιβληθούν νέα και θα κηρυχθούν νέες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και νέες κόκκινες ζώνες, εφόσον η κυβέρνηση και οι εξουσίες που εκφράζει το θεωρούν χρήσιμο. Και όσοι υπάκουσαν άδικα θα πληρώσουν το τίμημα πρώτα και κύρια.

Σε αυτές τις συνθήκες, χωρίς να καταρρίψουν κάθε δυνατό μέσο άμεσης αντίστασης, οι αντιφρονούντες πρέπει να σκεφτούν να δημιουργήσουν κάτι σαν μια κοινωνία στην κοινωνία, μια κοινότητα φίλων και γειτόνων μέσα στην κοινωνία της εχθρότητας και της απόστασης. Οι μορφές αυτής της νέας μυστικότητας, που θα πρέπει να αυτονομηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από θεσμούς, θα προβληματιστούν και θα πειραματιστούν κατά καιρούς, αλλά μόνο αυτές θα είναι σε θέση να εγγυηθούν την ανθρώπινη επιβίωση σε έναν κόσμο που έχει αφιερωθεί περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή αυτοκαταστροφή.

 

17 Σεπτεμβρίου 2021

Τζόρτζιο Αγκάμπεν

ΑΠΟ ΤΗΝ ΡΟΥΜΠΡΙΚΑ ΤΟΥ G. A. ΣΤΟ https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-una-comunit-14-ella-societa                                                                                                       


 UNA VOCE

RUBRICA DI GIORGIO AGAMBEN
by : tinakanoumegk


Ο Δήμος Αιγιαλείας, σε συνδιοργάνωση με την Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Αιγιαλείας ΔΗ.Κ.ΕΠ.Α. και τον οργανισμό Πριμαρόλια, διοργανώνει το πρώτο συνέδριο για την μαύρη σταφίδα, ένα διήμερο συνέδριο με τίτλο «Μαύρη σταφίδα: Η συμβολή της στο σύγχρονο ελληνικό κράτος», 1 και 2 Οκτωβρίου 2021, στο Πολύκεντρο συνεδριακό κέντρο Αιγίου.

Το συνέδριο αποτελεί το πρώτο μέρος του διμερούς συνεδρίου «Πολύπτυχη Βοστίτσα. Διπλωματία, εποχή, μαύρη σταφίδα» και τελεί υπό την αιγίδα Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού και της Επιτροπής Ελλάδα 2021.

Ειδικοί επιστήμονες, μελετητές- ερευνητές αναλύουν την ιστορία και τον πολιτισμό της μαύρης σταφίδας. Είναι γεγονός άλλωστε ότι τη σημασία και την πολυτιμότητα του προϊόντος την διαπίστωσαν οι κυβερνήσεις αλλά και οι Εθνοσυνελεύσεις με την έναρξη της Επανάστασης.

Συμμετέχουν και εισηγούνται οι (αλφαβητικά): Αθανασιάδης Χάρης – Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Διευθυντής του ΜΠΣ Δημόσια ιστορία του ΕΑΠ, Βερράρου Βούλα – Διδάκτορας του Τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, Δρούλια Έλλη – Ιστορικός, Προϊστάμενη Δ/νσης Βιβλιοθήκης της Βουλής, Καραγεώργου-Κουρτζή Όλγα – Διδάκτωρ Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Επ. Σχ. Σύμβουλος Φιλολόγων, Κοντόλαιμος Παναγιώτης, Μεταδιδακτορικός ερευνητής, ΕΜΠ, Κουτρουβίδης Στάθης – Ιστορικός, Ph.D. οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας, Μπεντεβή Βάνα – Ιστορικός, φιλόλογος, Μπιτσάνης Ηλίας – Δημοσιογράφος, συγγραφέας, Πολυδώρου Αντώνης – Ιστορικός, Τραμπαδώρος Διονύσης – Οικονομολόγος, Ιστορικός (ΜΑ), Πιζάνιας Πέτρος – Ομ. Καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Φραγκιάδης Αλέξης – Διδάκτωρ Οικονομικής Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας.

Οι συνεδρίες/ενότητες του συνεδρίου είναι:

Παρασκευή 1/10/21

Α΄: «Η μακρά διαδρομή της μαύρης σταφίδας στον χρόνο»

Β΄: «Βοστίτσα: τόπος, σταφίδα και ιστορία»

Γ΄: «Ιστορίες πόλεων της μαύρης σταφίδας»

Σάββατο 2/10/21

Δ΄: «Η κοινωνική διάσταση της μαύρης σταφίδας»

Ε΄: Βιβλιοπαρουσιάσεις

ΣΤ΄: «Η μαύρη σταφίδα σήμερα: προϊόν, ανάπτυξη, άυλη πολιτιστική κληρονομιά»

Η Οργανωτική επιτροπή του συνεδρίου αποτελείται από τους:

  • Πρόεδρος: Μαρία Τσουκαλά, Πρόεδρος Δ.Σ. ΔΗ.Κ.ΕΠ.Α.
  • Δημήτριος Καλογερόπουλος, Δήμαρχος Αιγιαλείας
  • Ελευθέριος Αγγελόπουλος, Πρέσβης ετ, Διπλωματικός σύμβουλος ΥΕΘΑ
  • Έλλη Δρούλια, Ιστορικός, Προϊστάμενη Δ/νσης Βιβλιοθήκης της Βουλής
  • Στάθης Κουτρουβίδης, Ιστορικός, Ph.D. οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας
  • Παναγιώτης Αγγελόπουλος, M.Sc. Ιστορίας
  • Αντώνιος Πολυδώρου, Ιστορικός, M.Sc. νεότερης και σύγχρονης Ελληνικής
  • ιστορίας
  • Σωτήριος Μπόλης, Πρόεδρος Δ.Σ. Πριμαρόλια

Η διοργάνωση είναι υβριδική, δηλαδή πέραν της φυσικής παρουσίας θα μεταδίδεται διαδικτυακά μέσω live streaming.

Θα τηρηθούν όλα τα μέτρα πρόληψης κατά της πανδημίας CoViD-19.

Η συνεδρία ΣΤ΄ συνδιοργανώνεται από την ΑΧΑΪΑ – ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ Α.Ε. στο πλαίσιο της εκδήλωσης «RAISINg AWARENESS @ Πριμαρόλια – Στους δρόμους της μαύρης σταφίδας» που υλοποιείται στο πλαίσιο της διατοπικής συνεργασίας «Πριμαρόλια – Στους δρόμους της μαύρης σταφίδας» του Υπομέτρου 19.3, του τοπικού προγράμματος LEADER/CLLD 2014-2020, που υλοποιείται στην Π.Ε. Αχαΐας από την ΑΧΑΪΑ – ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ Α.Ε.

Posted on : Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2021 [ 0 ] comments Label:

ΔΥΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ ΣΕ ΤΟΞΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΟΛΕΣ ΣΤΟ (facebook)

by : tinakanoumegk

 


 



 





                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                 Α. ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ Δ.Π.

 1. Η κριτική προς πολίτες διέπεται από νόμους αλληλοσεβασμού. Η κριτική που πρέπει να τους απευθύνουμε είναι: είτε να μην είναι αδιάφοροι για τα κοινωνικά ζητήματα είτε γιατί λόγω ελλείμματος παιδείας υπηρετούν, έστω ασύγνωστα, με δουλικότητα φαύλες εξουσίες. Στους τελευταίους ανήκουν και οι ανεπανόρθωτα αποικιοποιημένοι από τις υπερκείμενες δυνάμεις επιτηρητικής ιδεολογίας Μητσοτάκη – Τσιόδρα – Θεοδωρικάκου – Πλεύρη – Ξανθού. ΔΗΛΑΔΗ: ΟΡΙΟΘΕΤΟΥΜΕ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΟΥΜΕ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ.
2. Μη λερώνεις την σελίδα μου με γενικευμένους απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς και ύβρεις προς πολίτες.
3. Επειδή περιδιαβαίνεις τους ναρκισσιστικούς δρόμους του διαδικτύου, εδώ ύβρεις, εκεί αποφθέγματα συναισθηματισμού να γνωρίζεις ότι κατά τον Κάρλ Γιούγκ «ο συναισθηματισμός είναι το άλλο πρόσωπο της κτηνωδίας».
4. Το μωρό δεν μπορεί να μιλήσει και για να του δώσουν σημασία κάνει κάποια ζημιά, τσιμπάει, κλαίει. Για τους μεγαλύτερους υπάρχει ο λόγος και η ανάπτυξη συλλογισμών.
5. Πρόταση: θα νικήσεις, ΑΝ ΠΡΟΣΘΕΣΕΙΣ όχι την έκφραση των ατομικών προβλημάτων ή αναγκών αλλά κάτι για την δημόσια ευτυχία και ανάγκη.


Β.

Αγαπητοί φίλοι, ( Π. Τ. και Θ. Μ.),
από μια πλευρά έχετε δίκιο. Δεν μπορεί να υπάρξει απάντηση με επιχειρήματα στην απαιδευσία και κακοβουλία. Έχω πει όμως ότι δεν απαντώ μονοδιάστατα σε κάποιον. Με αφορμή κάποιο σχόλιο απαντώ, με τρόπο ώστε να είναι ευρύτερων προορισμών και σε άλλους φίλους.
Υπάρχει πράγματι ένα «όμως». Τους παραπάνω δύο «σχολιαστές», (που υποψιάζομαι ότι αναφέρεστε), τους γνωρίζω πολύ καλά. Δεν περίμενα από αυτούς επεξεργασμένη σκέψη. Όμως τα πράγματα στο διαδίκτυο έχουν εκτραπεί σε μικρές εμφυλιοπολεμικές λεκτικές μάχες μεταξύ πολιτών. Ενώ στόχος πρέπει να είναι η συγκρότηση κοινωνικού κεφαλαίου. Είναι γεγονός ότι οι πολίτες βρίσκονται σε άμυνα, διασωλήνωση με τον φόβο, κατεστραμμένα πολιτικά και ατομικά υποκείμενα. Υποκινείται η κοινωνική μηχανική φρικαλέου ενδοκοινωνικού κανιβαλισμού.
Μετά από όλα αυτά και αναφορικά με τους σχολιασμούς στην σελίδα μου από ανθρώπους χωρίς επάρκεια λόγου, αλλά με πληθωρισμό κακόβουλης αντιλογίας, εγωπαθούς αυτοπροβολής, αήθειας αυτοδηλητηριασμένων μυαλών, αποφάσισα ότι:
1. Τα σχόλια κάτω από μια ανάρτησή μου πρέπει να περιορίζονται στην κριτική ΑΥΤΗΣ της ανάρτησης και μόνο. Γενικότερα θέματα με αφορμή την ανάρτησή μου ο καθένας στην σελίδα του. Στην σελίδα του ο καθένας γράφει, όποτε θέλει, ό,τι θέλει. Στην σελίδα μου στο facebook όπως και στην ιστοσελίδα μου tinakanoume.gr θέλω την διατήρηση ενός επιπέδου, δεν είναι δοχείο νυχτωμένων, συμπλεγματικών που εξωτερικεύουν την ανημπόρια τους.
2. Όταν ένα σχόλιο αφορά τις παραπάνω εξαιρέσεις ύπαρξης στην δική μου σελίδα, θα μεταφέρεται στην σελίδα του γράφοντος σχολιαστή. Είναι άποψή του, εκεί έχει θέση, ούτε χάνεται, ούτε υποβιβάζεται.
Υπάρχουν κανόνες για την διασφάλιση ενός επιπέδου αλληλοκατανόησης. Απευθυνόμαστε στην σκέψη.

by : tinakanoumegk

 

Ο ποιητής είναι λίγο πολύ ένα άτομο μη φυσιολογικό, αν δεχτούμε βέβαια ότι «φυσιολογικοί» άνθρωποι είναι οι μπακάληδες και οι χωροφύλακες.
Ο κόσμος λέει συνήθως πως οι ποιητές είναι «ευαίσθητοι», «αλαφροΐσκιωτοι», ο Σεφέρης λέει κάπου πως όλη η Ελλάδα τον πληγώνει, νομίζω όμως πως ουσιαστικά όλος ο κόσμος τον «πληγώνει», γιατί ο ποιητής αισθάνεται υπεύθυνο τον εαυτό του για καθετί που συμβαίνει γύρω του.
Ο ποιητής, λέει ο Μαγιακόβσκι, μένει πάντοτε χρεώστης απέναντι στον κόσμο. Πληρώνει πάντα τόκους και πρόστιμα για τον πόνο των ανθρώπων.
Ο ποιητής, απ’ τη φύση του, δεν μπορεί παρά να εκφράζει τις απόψεις του ατόμου. Αργά ή γρήγορα θα έρθει σε σύγκρουση με την κοινωνία ή την ομάδα και θα ακολουθήσει (βασικά) έναν απ’ τους εξής τρεις δρόμους: Ή θα ασκήσει κριτική στις κυβερνήσεις και στις ηγεσίες των κομμάτων, ή θα κλειστεί στον γυάλινο πύργο του, ή θα συμβιβαστεί και θα γίνει ένας κομφορμιστής.
Στη δεύτερη περίπτωση, όπως συνέβη με τους οπαδούς της «Τέχνης για την Τέχνη» στη Γαλλία τον 19ο αιώνα, μπορεί να ασκήσει μια έμμεση κριτική, μια κριτική που δεν φτάνει στην ουσία του ζητήματος, που αποδείχνει όμως, όπως λέει ο Πλεχάνοβ, ότι υπάρχει διάσταση ανάμεσα στους καλλιτέχνες και στο κοινωνικό περιβάλλον. Για μένα, γνήσιοι ποιητές είναι εκείνοι που διαλέγουν τον πρώτο δρόμο. Θα ‘φτανα μάλιστα να πω ότι θεωρώ δυνάμει ποιητές όλους εκείνους που, όπως περίπου λέει ο Καντ, διαθέτουν ένα μυαλό και έχουν την τόλμη να το μεταχειριστούν χωρίς την καθοδήγηση κανενός.
Ο ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος της Αντιγόνης και ποτέ με το μέρος του Κρέοντα. Είναι πάντοτε με το μέρος του Παστερνάκ και ποτέ με το μέρος της Ενώσεως Σοβιετικών Συγγραφέων- άσχετα αν ο Παστερνάκ προτίμησε να υποκύψει στην πίεση της σοβιετικής εξουσίας. Περιττό να προσθέσω ότι ο ποιητής είναι πάντοτε με το μέρος των διωκόμενων απ’ τη Γενική Ασφάλεια πνευματικών ανθρώπων, άσχετα απ’ τις πολιτικές τους πεποιθήσεις κι άσχετα βεβαίως απ’ την ποιότητα του έργου τους.
Οι κυβερνήσεις και οι ηγεσίες των κομμάτων καθοδηγούνται πάντα από τη σκοπιμότητα. Ο ποιητής βλέπει μακρύτερα απ’ τις σκοπιμότητες της πολιτικής. Ο στίχος μου, λέει ο Μαγιακόβσκι στους απογόνους, θα φτάσει σ’ εσάς περνώντας πάνω απ’ τα κεφάλια των ποιητών και των κυβερνήσεων. Ο ποιητής είναι το αντίθετο του πολιτικού διότι αρνείται να υποταχτεί στη σκοπιμότητα της πολιτικής. Ο δρόμος της ποιητικής ανυποταξίας είναι φυσικά ο δυσκολότερος. Οι κυβερνήσεις και οι ηγεσίες των κομμάτων μεταχειρίζονται κάθε μέσο για να καναλιζάρουν και να ελέγξουν την ποιητική δημιουργία. Παντού και πάντα κι ως τις μέρες μας, σ’ Ανατολή και Δύση, εξάσκησαν και εξασκούν κάθε μορφή βίας για να αναγκάσουν τους ποιητές να συμμορφωθούν με τις εκάστοτε σκοπιμότητές τους. Οι δυσκολίες πληθαίνουν ακόμη περισσότερο απ’ το γεγονός ότι ο ποιητής, όπως και κάθε καλλιτέχνης, είναι «μάστορης». Για να αποδείξει τη μαστοριά του (και για να κερδίσει χρήματα), δέχεται να γράφει ωδές επί πληρωμή, δέχεται να γίνει αυλικός στιχοπλόκος, ακαδημαϊκός ή μέλος της Ενώσεως Σοβιετών Συγγραφέων. Το γεγονός ότι αρκετά έργα, γραμμένα «κατά παραγγελίαν», είναι πράγματι αξιόλογα επιτείνει ακόμη περισσότερο τη σύγχυση.
Αυτή η ανάγκη που νιώθουν οι ποιητές να αναγνωριστεί η μαστοριά τους και γενικά η αξία τους εξηγεί την ύπαρξη των βραβείων. Ομολογώ ότι λυπήθηκα διαβάζοντας τις διαμαρτυρίες των νέων ποιητών μας για την πρόσφατη απόφαση των «Δώδεκα» να μην απονείμουν το βραβείο τους. (Διότι περί αυτού ακριβώς πρόκειται: περί του βραβείου. Αν ένας οποιοσδήποτε κριτικός ή έστω και πολλοί κριτικοί διατυπώνανε την άποψη ότι δεν υπάρχει σήμερα αξιόλογη ποίηση, αμφιβάλλω αν θα αγανακτούσαν τόσο οι νέοι ποιητές μας.) Λυπήθηκα διαβάζοντας τις διαμαρτυρίες τους, γιατί μου δίνουν το δικαίωμα να υποθέσω ότι δεν έγραψαν τα ποιήματά τους επειδή αισθάνθηκαν την ανάγκη να τα γράψουν, αλλά γιατί απέβλεπαν σε μια «καθιέρωση». Λες και ένα βραβείο θα μπορέσει ποτέ να προσθέσει έστω και το ελάχιστο στην όποια αξία του έργου τους. Λες και δεν έχουνε μάθει ακόμα πως απονέμονται τα βραβεία (όλα ανεξαιρέτως, συμπεριλαμβανομένων και των βραβείων Στάλιν, Νόμπελ και Πούλιτζερ). Λες και δεν υπέπεσε στην αντίληψή τους το γεγονός ότι, όταν η επιτροπή είναι «μεικτή», το βραβείο μοιράζεται στα δυο (Ρίτσος- Δικταίος, Καραντώνης- Λειβαδίτης).
—Από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη, περιοδικό «Εικόνες», 15 Ιουνίου 1959
ΠΗΓΗ: Άρης Αλεξάνδρου, «Έξω απ’ τα δόντια, Δοκίμια 1937- 1975» | Εκδόσεις «Πατάκη», Ιούνιος 2021 (Α’ Έκδοση: Βέργος, 1977 | B’ Έκδοση: Ύψιλον, 1982)
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/.../aris-alexandrou-oi.../
Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και κείμενο που λέει "Άρης Αλεξάνδρου I Οι ποιητές και τα βραβεία"

by : tinakanoumegk

 

ΒΑΣΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΛΟΓΙΚΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821:


Να πεθαίνεις για την “αλήθεια”. Δεν θα δεχόμαστε να καούμε για τις απόψεις μας. Δεν είμαστε τόσο σίγουροι γι’ αυτές. Αλλά θα δεχόμαστε ίσως να καούμε για να μπορούμε να έχουμε απόψεις και να μπορούμε να τις αλλάζουμε.

Εχθροί της αλήθειας. Οι πεποιθήσεις είναι χειρότεροι εχθροί της αλήθειας απ’ ό,τι τα ψέματα.

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

1Η φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να προσεγγισθεί με βάση τις πολιτιστικές λογικές που συνέχουν τη δημόσια σφαίρα της. Είναι γνωστόν, ότι σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό υπάρχει μια κυρίαρχη πολιτισμική λογική. Συγχρόνως όμως, ενυπάρχουν και άλλες μικρότερες εμβέλειας πολιτιστικές λογικές που είτε βρίσκονται σε αποδρομή (είναι φθίνουσες) είτε αναδύονται σιγά-σιγά, επιχειρώντας να αναδειχθούν σε κυρίαρχες.[2]

Από τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους, ενυπάρχουν δύο βασικές αλλά αντιτιθέμενες απόψεις (πολιτιστικές λογικές) που κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία: η δυτικότροπη εκσυγχρονιστική και η εθνικορομαντική. Η ιδιομορφία[3] της ελληνικής περίπτωσης έγκειται στην αδυναμία ολοκληρωτικής κυριάρχησης της εκσυγχρονιστικής πολιτιστικής λογικής με το πέρασμα του χρόνου επί της εθνικορομαντικής, για τους γνωστούς λόγους που συνάδουν με τη διαμόρφωση της δομής των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων στο νέο ελληνικό κράτος. Η αδυναμία ολοκληρωτικής επικράτησης της εκσυγχρονιστικής πολιτιστικής προσέγγισης, παρά τις πολλές προσπάθειες που ανιχνεύονται στην ιστορία του νέου ελληνικού κράτους, επέτρεψε την επιβίωση της εθνικορομαντικής πολιτιστικής λογικής ως ενυπάρχουσας βασικής συνιστώσας της πολιτιστικής λογικής των Ελλήνων. Βεβαίως, ανάλογα με τις προσλήψεις της συγκυρίας από την κοινωνία και τις διεργασίες που προκαλούσε σε αυτήν, η ισχύς τής καθεμίας από τις δύο πολιτισμικές συνιστώσες , κυμαίνονταν αντιστοίχως. Εξυπακούεται, ότι και οι δύο λογικές “εξελίσσονται” προσπαθώντας να “ανταποκριθούν” στα συνεχώς νέα προβλήματα που “θέτει” η εγχώρια και η διεθνής πραγματικότητα. Οι εξελισσόμενες πολιτιστικές λογικές, παρότι επιτρέπουν μια συνεχή “προσαρμογή” στην πραγματικότητα, εν τούτοις διατηρούν ανέπαφο το σκληρό ιδεολογικό πυρήνα τους.

Στην ελληνική κοινωνία των τελευταίων τριάντα-σαράντα ετών διαπιστώνεται, ότι δίπλα στις δύο βασικές πολιτιστικές λογικές, άρχισε να αναδύεται, σιγά αλλά σταθερά, μια τρίτη άποψη η οποία καταλαμβάνει θέση στο προσκήνιο της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται για την μεταμοντέρνα πολιτιστική λογική. Και οι τρεις πολιτισμικές λογικές[4] καταθέτουν τις ερμηνείες τους και τους λόγους εμφάνισης του φαινομένου, ενώ συγχρόνως σηματοδοτούν και τους τρόπους αντιμετώπισής του. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στις τρεις συγκεκριμένες πολιτισμικές λογικές που “δρουν” στην ελληνική κοινωνία.

2

Η κυρίαρχη πολιτιστική λογική, στο επίπεδο των πολιτικών ελίτ που άσκησαν την εξουσία τη συγκεκριμένη περίοδο, είναι αναμφισβήτητα αυτή που αναφέρεται στον εκσυγχρονισμό και κατά συνέπεια στον μοντερνισμό. Η άποψη αυτή δέχεται κάθε “νεωτεριστικό” άνοιγμα στο διεθνές περιβάλλον ως σημάδι προόδου και επίτευξης του οικουμενικού οράματος του Διαφωτισμού, όπως ο τελευταίος διαβάζεται από τους ντόπιους εκσυγχρονιστές. Η άποψη αυτή συνάδει με την αντίληψη που υποστηρίζει την ολοκλήρωση του αστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας ως πρωταρχικό καθήκον,[5] αρνούμενη να αντιληφθεί ότι το μοντέρνο σήμερα δεν είναι παρά «ένα εκβλάστημα του μεταμοντέρνου» και η όποια λειτουργία ή χρησιμότητά του είναι να υποβοηθήσει την αποτελεσματικότερη λειτουργία της μεταμοντέρνας κοινωνίας. Η αναλυτικότερη επεξήγηση των παραπάνω θα πρέπει να ξεκινήσει από την αποδοχή της άποψης που υποστηρίζει ότι : «δεν υπάρχουν ιστορικά παρωχημένες ή οριστικά ξεπερασμένες ιδέες. Αυτό που στη ροή της Ιστορίας και της πολιτισμικής διαφοροποίησης αποθνήσκει είναι τα συλλογικά υποκείμενα, που κάποτε ενστερνίσθηκαν μια κοσμοεικόνα ή μια δέσμη κανονιστικών αρχών. Οι αρχές αυτές, ήτοι ο φέρων οργανισμός της κοσμοεικόνας, μπορεί κάλλιστα να αναβιώσουν εν όλω ή εν μέρει, σε άλλα πλαίσια, και να καταστούν αντικείμενο προσεταιρισμού από υποκείμενα εντελώς άσχετα με όσα αρχικώς είχαν εγκολπωθεί τα χαρακτηριστικά τους, οικοδομώντας δι’ αυτών μια ταυτότητα».[6]Στην αναπτυγμένη Δύση, in senso lato, ήταν η αστική τάξη, που αναγνώρισε εαυτήν στην αξιολογία του μοντερνισμού. Όμως, αυτή η αστική τάξη έχει σχεδόν πλήρως εξαφανισθεί και σε λίγο οι εναπομείναντες διανοούμενοι εκπρόσωποί της, όσοι δεν ανήκουν στην κατηγορία των επ’ αμοιβή προπαγανδιστών στον χώρο της πολιτικής επικοινωνίας, της διαφήμισης ή του κρατικού μηχανισμού, θα μοιάζουν εξίσου γραφικοί με τα κατάλοιπα της nobilita nera που διακωμωδούσε ο Φελίνι στις πρώτες ταινίες του.[7] Αν αυτή είναι η κατάληξη του συλλογικού υποκειμένου, η αστική τάξη, στην αναπτυγμένη Δύση, πώς μπορούν να μην αντιλαμβάνονται, όσοι επικαλούνται την ολοκλήρωση του σχεδίου της νεωτερικότητας στη σημερινή Ελλάδα, ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον και φαντάζει ως απολύτως εξωπραγματικό, κυρίως για λόγους χρονικότητας (οι πλανητικές εξελίξεις οδηγούν σε εντελώς άλλους δρόμους) αλλά και επιπλέον λόγω της απουσίας μιας δυναμικής εθνικής αστικής τάξης, με την ουσιώδη έννοια του όρου, από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους. Όταν ο πλανήτης οδηγείται σε άλλους ατραπούς, η Ελλάδα θα θέτει ως στόχο την ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης! Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο μοντερνισμός ως σώμα ιδεών επιβιώνει απονευρωμένος και ενσωματώνεται απολογητικά σε κοσμοεικόνες συνδεδεμένες με νέα συλλογικά υποκείμενα. «Οι παλαιοί θαλαμηπόλοι της αστικής τάξης, δηλαδή τα κάθε λογής «στελέχη», οι διαχειριστές της γραφειοκρατικής τεχνοδομής και οι “διανοητικοί εργάτες” του τομέα των υπηρεσιών και της πληροφορικής, έχουν πλήρως εκτοπίσει το αστικό εναρμονιστικό ιδεώδες από τον μαζικοδημοκρατικό ιστό της μετανεωτερικότητας».[8]Όλοι οι υπερασπιστές της νεωτερικότητας (και μαζί με αυτούς οι πιθηκίζοντες εγχώριοι αντιπρόσωποι) αρέσκονται να επιβεβαιώνουν στον στίβο της ιδεολογικής διαπάλης τις αποκαμωμένες αστικοφιλελεύθερες ιδέες, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του τοποτηρητή ενός μεγαλόπνοου και εν εξελίξει, υποτίθεται, διαφωτιστικού σχεδίου. Το οποίο λοιδορείται με τη σειρά του ως αναχρονιστικό ή πεθαμένο από μεταμοντέρνους διανοητές του μεταβιομηχανικού πολιτισμού και της πολιτισμικής βιομηχανίας. «Αν οι σύγχρονοι υποστηρικτές της μοντέρνας εποχής ως εποχής του Διαφωτισμού, είχαν αναγάγει το εγχείρημά τους ώς τις πιο μακρινές και εν μέρει κρυφές του ρίζες μέσα στην ιστορία των ιδεών, θα έβλεπαν ότι έχουν χάσει το παιχνίδι. Θα διαπίστωναν ότι ο αγώνας τους ενάντια στο μεταμοντέρνο είναι απλώς η μάχη οπισθοφυλακών ενός στρατού ο οποίος αποτελείται πια μόνο από τις οπισθοφυλακές του, γιατί το κύριο σώμα του αποδεκατίσθηκε ακριβώς την εποχή της διαμόρφωσης του λογοτεχνικού-καλλιτεχνικού μοντερνισμού και μάλιστα εξαιτίας του»[9].

3

Υπάρχει επίσης η πολιτιστική λογική που αντιλαμβάνεται τα όσα συμβαίνουν ως έσχατη πτώση του έθνους και του ελληνισμού. Πρόκειται για ένα μη συνεκτικό σώμα ιδεολογικών και κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων, που επιχειρεί να προβάλλει διάφορες σκέψεις σχετικά με την αναζήτηση διαφορετικών πηγών νοήματος από αυτές που προβάλλει η κυρίαρχη δυτική και δυτικότροπη σκέψη, πάντοτε όμως χρησιμοποιώντας ως αρχή την ελληνική ιστορία και παράδοση κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης πορείας της ανά τους αιώνες. Πρόκειται για το (τα) ρεύμα(-τα) του(των) αναφερόμενου (-ων) ως εθνορομαντισμού.[10]

Όμως «Μπορεί να ειπωθεί με σχετική βεβαιότητα ότι αυτό το ρεύμα εμφανίζεται κυρίως ως μια sui generis αναζήτηση μετανεωτερικής αποδέσμευσης, δηλαδή ως προσπάθεια σύγχρονης μετάπλασης επιλεγμένων στιγμών του εγχωρίου παρελθόντος: των ανθενωτικών εμπειριών μιας βαθιάς και μυστικής Ορθοδοξίας, των ελληνοκεντρικών αγωνιών του παλαιού ρομαντισμού, του Δραγούμη και της γενιάς του ’30, των βιωματικών κοιτασμάτων της πολύμορφης εξέγερσης εναντίον της “ξενοκρατίας, όπου φυσικά αναγνωρίζεται και μια πλευρά της παραδοσιακής ελληνικής αριστερής συνείδησης. Όλα αυτά όμως συγχωνεύονται διαρκώς σε παράδοξα μείγματα ιδεών και αξιών τα οποία βρίσκουν σημείο επαφής με τις ανατροπές της μετανεωτερικής ευαισθησίας».[11]

Όπως είναι γνωστό, στη ρίζα της ρομαντικής κοσμοαντίληψης υπάρχει μια εχθρότητα προς την πραγματικότητα του παρόντος, μια απόρριψη της στασιμότητας που ενέχεται στην ιδέα του παρόντος ως «οριστικού δεδομένου», η οποία συχνά φορτίζεται σχεδόν αποκλειστικά και εντονότατα με ένα συναισθηματικό φορτίο.

Το ρεύμα του εθνορομαντισμού στηρίχτηκε κατ’ αρχάς σε μια ριζική κριτική και απόρριψη των τριών βασικών αφηγημάτων της νεοελληνικής ιστορικής ταυτότητας: του «μεταπρατικού δυτικότροπου εκσυγχρονισμού», του πολιτισμικού ρηχού εθνικισμού της κλασικής εθνικοφροσύνης, και του μαρξιστικής προσέγγισης στη βάση του ιστορικού υλισμού». Όμως η ανάδυσή της ως μιας από τις τρεις βασικές πολιτισμικές λογικές της σύγχρονης Ελλάδας, οφείλεται κυρίως στη λειτουργία της ως αντιπολίτευση στην κατεστημένη πολιτισμική λογική του “εκσυγχρονισμού”. Προφανώς δεν πρόκειται, απλά, για μια αντίθεση προς την επικρατούσα κατάσταση στην Ελλάδα την εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Πρόκειται για μια γενικότερη και βαθύτερη αιτιολόγηση της δυσφορίας προς τη δυτική νεωτερικότητα. Συγχρόνως, εκφράζεται παρόμοια δυσφορία για τους “ανατολικές” κοινωνικές εξελίξεις, είτε πρόκειται για τις “καθ’ ημάς”, είτε τις “απώτερες” γεωγραφικά. Η δυσφορία και προς τους δύο ιστορικά μεγάλους παγκόσμιους κοινωνικούς σχηματισμούς, Δύση και Ανατολή, δημιουργεί την ανάγκη παρουσίασης, ενός άλλου ιστορικού παραδείγματος ικανού να σηκώσει το βάρος μιας θετικής πρότασης η οποία να υπερβαίνει τα προβλήματα των δύο υπαρκτών παραδειγμάτων και να οριοθετεί το νέο. Το προτεινόμενο παράδειγμα είναι ο ελληνισμός.Οι άξονες πάνω στους οποίους εδράζεται αυτή η αιτιολόγηση είναι οι εξής:

Προτείνεται μια, σχεδόν ολοκληρωτικά πολιτισμική,[12] ανάγνωση των εξελίξεων. Σύμφωνα με αυτήν, ο πολιτισμός ανάγεται σε προσδιοριστικό παράγοντα όλων των κοινωνικών και ατομικών πρακτικών, από την πολιτική συμπεριφορά των κομμάτων ώς τα καταναλωτικά ήθη των μαζών, τις καλλιτεχνικές μόδες και τα πρότυπα οργάνωσης του κράτους και της διοίκησης. Ο πολιτισμός λαμβάνει τη μορφή του βασικού προσδιοριστικού παράγοντα των πάντων στην κοινωνική ζωή. Υπό μια έννοια, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι καταλαμβάνει τη θέση που έχει στη μαρξιστική ανάγνωση η οικονομική βάση. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι, δηλαδή, με μιαν απόλυτη αντιστροφή με τη μαρξιστική λογική. Επιπλέον βρίσκεται και στον αντίποδα της αντίληψης που προάγει σε πρώτο πλάνο το πολιτικό και την πολιτική πράξη. Ο ρομαντισμός αρνείται επί της ουσίας την αμείλικτη αιτιότητα και συνέπεια που χαρακτηρίζει την πολιτική πραγματικότητα[13]

Παράλληλα, η έννοια του πολιτισμού συνδέεται με μια οντολογική/θρησκευτική θεώρηση, κύρια έκφραση της οποίας ήταν η “νεορθόδοξη σκέψη”. «Καρπός της συνεισφοράς αυτής υπήρξε το αίτημα μιας καινούργιας αφομοίωσης του ελληνορθόδοξου τρόπου στην οντολογική του διαφορά και στην ποιοτική του ετερότητα από τα κοσμοθεωρητικά και ηθικοπρακτικά συστήματα της Δύσης και της Ασίας».[14]

Τούτη η σκέψη οδηγεί ευθέως στη διαμόρφωση της αντίληψης, ότι ο ελληνικός πολιτισμός χρειάζεται να εξαπλωθεί στα μήκη και τα πλάτη της οικουμένης ως εναλλακτικός τρόπος του «συμπεριφέρεσθαι». Δηλαδή πρόκειται , επί της ουσίας, για ένα αίτημα εξελληνισμού του όλου κόσμου.

«Η ρομαντική ψυχή νοσταλγεί διακαώς να επιστρέψει στην “πατρίδα της”. Ό,τι το παρόν έχει απολέσει υπήρχε κάποτε, σε ένα περισσότερο ή λιγότερο μακρινό παρελθόν. Το καθοριστικό χαρακτηριστικό αυτού του παρελθόντος είναι η διαφορά του από το παρόν. Είναι η περίοδος κατά την οποία οι αλλοτριώσεις του παρόντος δεν υπήρχαν ακόμη».[15] Η νοσταλγία ενός απολεσθέντος παραδείσου πολύ συχνά συνοδεύεται από μια αναζήτηση αυτού που έχει απολεσθεί. Η καπιταλιστική αρχή της κυριαρχίας και εκμετάλλευσης της φύσης έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη ρομαντική αναζήτηση για μιαν ολοκλήρωση και αρμονία της ανθρωπότητας μέσα στο σύμπαν. «Και η ώθηση προς επαναδημιουργία της ανθρώπινης κοινότητας (νοούμενη με ποικίλους τρόπους: ως αυθεντική επικοινωνία με τους άλλους, ως μετοχή στο οργανικό σύνολο ενός λαού, Volk, καθώς και στη συλλογική του φαντασία όπως αυτή εκφράζεται μέσω της μυθολογίας, της λαϊκής τέχνης κλπ. (με τη μορφή της κοινωνικής αρμονίας ή μιας μελλοντικής αταξικής κοινωνίας κλπ.) αποτελεί εναρμόνιση προς την άρνηση του κοινωνικού κατακερματισμού και της απομόνωσης του ατόμου μέσα στον καπιταλισμό».[16]Βεβαίως, είναι αδύνατον στο πλαίσιο αυτού του άρθρου να αναπτυχθούν περαιτέρω οι συγκεκριμένες απόψεις.

4

Όμως, πέρα από τα παραπάνω, πιστεύω, ότι η κυρίαρχη πολιτιστική λογική στο επίπεδο της καθημερινότητας και οποία διαπερνά οριζοντίως και καθέτως την πραγματική ζωή των Ελλήνων αναδεικνύεται η μεταμοντέρνα λογική της υπερκατανάλωσης, του σύγχρονου lifestyle, της αυτοπραγμάτωσης του εαυτού, του χρηματιστηριακού τρόπου αντιμετώπισης των κοινωνικών γεγονότων, η οποία αντιμετωπίζει κάθε τι ως ευκαιρία απόδρασης από τα βάρη και τα πάθη του παρελθόντος, αδιαφορεί για τις μελλοντικές εξελίξεις, επιδιώκοντας να βιώσει μόνο το παρόν.

Ο μεταμοντερνισμός, ανεξάρτητα με το πώς θέλει να εμφανίζεται, είναι επί της ουσίας ένας παροξυσμός θρησκοληψίας. Μια μυστικιστική εμμονή στη μοναδική ορθότητα των επιλογών και των πράξεών του. Όπως στην αναπτυγμένη Δύση, έτσι και στην Ελλάδα από την αρχή της δεκαετίας του 1990, παρατηρούνται παρόμοιες συμπεριφορές : άνοδος των πολιτισμικών σπουδών δίπλα στα gay και lesbian studies, αγωνία για την “ποιότητα ζωής”, στροφή στη “χορτοφαγία”, στον “μαζικό αθλητισμό”, αύξηση των συνοικιακών γυμναστηρίων διακίνησης αναβολικών και φουσκωτών, απέραντος θαυμασμός για τις προκλητικές στάρλετ/είδωλα, για ποδοσφαιριστές που αδυνατούν να αρθρώσουν μια σωστή πρόταση, για τα “λαϊκά αναγνώσματα” του Πάολο Κοέλιο, για τους άλαλους/-ες τραγουδιστές/-ριες. Στην Ελλάδα την περίοδο αυτή κυριαρχεί ο μαζικοδημοκρατικός πολτός. Όλοι μπορούν να συνυπάρξουν με όλους χωρίς δυσκολίες κοινωνικής φύσης, μορφωτικού επιπέδου ή οικονομικής δυνατότητας. Ο πορτιέρης του νυχτερινού κέντρου, ο πανεπιστημιακός, ο πολιτικός, ο ιερωμένος, η τραγουδίστρια, ο τραπεζίτης, ο ταξιτζής, συμψηφίζονται στο ουτιδανό, στη μηδαμινότητα του κενού και νεκρού χρόνου της μετανεωτερικότητας. Σε ένα χαρίεν και γλυκανάλατο μαυσωλείο ιδεών και αισθημάτων.

Όμως το ελληνικό παρόν δεν είναι προσδιορισμένο από τις ίδιες ιστορικές εξελίξεις όπως το παρόν των δυτικών ανεπτυγμένων χωρών. Οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, όπως άλλωστε και πολλών άλλων χωρών, είναι συνήθως εμφανείς δια γυμνού οφθαλμού. Επομένως, η συμπερίληψη ορισμένων φορτίων ιστορικής μνήμης και παράδοσης αλλά και σύγχρονων συμπεριφορών, είναι σαφές ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι λειτουργούν ως διαμεσολαβητικοί παράγοντες στην επέλαση του μεταμοντέρνου, δημιουργώντας, ως επί το πλείστον, υβριδικές καταστάσεις σε χώρες όπως η Ελλάδα. Με μια φράση θα μπορούσαμε να ορίσουμε ότι η ελληνική περίπτωση διέπεται από «ιδιομορφίες, ιδιοτυπίες και παθογένειες».[17] Η βασική ιδιομορφία στην ελληνική περίπτωση είναι η σχέση Κράτους και κοινωνίας. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε αναλύσεις και λεπτομέρειες, άλλωστε αυτό αποτελεί ίσως το κεντρικότερο πρόβλημα της πολιτικής θεωρίας, σημειώνουμε τη διαφορετική ιστορική πορεία Κράτους και Κοινωνίας των χωρών της Δυτικής Ευρώπης από τη μια μεριά και της Ελλάδος από την άλλη. Στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, από όπου ξεκίνησε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, η ιστορική αυτή πορεία χαρακτηρίζεται από μια γενική αντιστοιχία ανάμεσα στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων από τη μια μεριά, και από την κρυστάλλωση των θεσμικών και ιδεολογικών δομών από την άλλη. Παρ’ όλες τις διαφορές ανάμεσα τους, οι μεγάλες χώρες του καπιταλιστικού κέντρου εξέθρεψαν τους θεσμούς εκείνους που ανταποκρίνονταν προς τις ανάγκες των κυρίαρχων κοινωνικών σχέσεων και οικοδόμησαν ένα ολοκληρωμένο σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου Κράτος και Κοινωνία αρθρώνονταν μέσα από τη θεσμική και ιδεολογική τους διάκριση.

Στην Ελλάδα, αντιθέτως, η εξέλιξη είναι διαφορετική. Η διείσδυση των ευρωπαϊκών θεσμικών μορφών και ιδεολογικών ρευμάτων, υπήρξε το αναγκαίο συνακόλουθο της σταδιακής ενσωμάτωσης της Ελλάδος στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, και όχι η βαθμιαία κρυστάλλωση “αυθεντικών” καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων στη χώρα.

Το σύνολο περίπου των πολιτειακών και οργανωτικών θεσμών, που αποτέλεσε το Ελληνικό Κράτος, κινήθηκε στο πλαίσιο των φιλελεύθερων προτύπων των ανεπτυγμένων δυτικών κοινωνιών. Από την άλλη μεριά, ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής παρέμεινε προβιομηχανικός, τα ιδιωτικά συμφέροντα παρέμειναν ανοργάνωτα και ασθενικά και οι διάφορες κοινωνικές κρυσταλλώσεις, που στην Δυτική Ευρώπη εξελίσσονταν παράλληλα προς τους πολιτειακούς θεσμούς, στην Ελλάδα είτε έλειπαν τελείως είτε παρέμειναν υποτονικές. Παρ’ όλη την απουσία σύμπτωσης στις εξελίξεις τους, εντούτοις υπήρξαν (και συνεχίζουν να υπάρχουν) ιδιαίτερες μορφές αλληλοδιείσδυσης μεταξύ τους. Έτσι, από τη μια μεριά η υποτονικότητα της κοινωνίας ιδιωτών (πολιτών) προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο ανάπτυξης και τη συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία του κρατικού μηχανισμού. Όπως και αντίστροφα, η πρωιμότητα της θέσπισης των αστικοδημοκρατικών προτύπων στο θεσμικό επίπεδο επηρεάζει αποφασιστικά την αναδίπλωση των εξωκρατικών κοινωνικών μορφωμάτων.

Στην Δυτική Ευρώπη, διαπιστώνεται ο τυπικός (επί της ουσίας πλασματικός) χωρισμός του Κράτους από την Κοινωνία,[18] που είχε ως αποτέλεσμα να εγκατασταθεί μια αυτόνομη, περισσότερο ή λιγότερο, λειτουργική γραφειοκρατία. Στην Ελλάδα, αντιθέτως, δεν “καθορίστηκαν” ποτέ ευκρινώς τα όρια ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια συνεχής αλληλοδιείσδυση μεταξύ των δύο, θυμίζοντας έντονα αυτό που συμβαίνει στη σημερινή (πλανητική) μαζικοδημοκρατία. Η συνεχής μεταβολή των ορίων Κράτους-Κοινωνίας στην ελληνική περίπτωση, στέρησε από τη χώρα τη δημιουργία μιας λειτουργικής γραφειοκρατίας ικανής να διευθετήσει κατ’ αρχάς ικανοποιητικά τις ανάγκες των πολιτών. Δηλαδή, να δημιουργήσει έναν κρατικό μηχανισμό αξιόπιστο και λειτουργικό, προσανατολισμένο στη διευθέτηση των αναγκών του οικονομικού και κοινωνικού εκσυγχρονισμού. Στην κατάσταση αυτή, βεβαίως, συνέβαλε η πελατειακή νοοτροπία που αναπτύχτηκε μεταξύ των ιθυνόντων —των αρχηγεσιών και των διαφόρων κοινωνικών ομάδων— στρωμάτων, όπως αυτά διαμορφώθηκαν στο νέο ελληνικό κράτος. Παρόμοια φαινόμενα συναντώνται, σε διαφορετικούς βαθμούς, και σε άλλες χώρες, ακόμη και σε δυτικές αναπτυγμένες χώρες. Όμως, αντίθετα απ’ ό,τι συνέβη σε πολλές άλλες χώρες, όπου επιβιώνουν και αναπαράγονται οι τοπικές δυναστείες των αρχηγεσιών κατά βάση λόγω της οικονομικής τους δύναμης και συνεπώς μέσω των οικονομικών μηχανισμών, στην Ελλάδα η αναπαραγωγή τους πραγματοποιείται μέσω πολιτικών διαμεσολαβήσεων και μόνον.

5

Η απλή αναφορά στις πολιτιστικές λογικές που ενυπάρχουν στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία σαράντα χρόνια, θέτει το σημαντικό ζήτημα της περαιτέρω ενασχόλησης με αυτές σε όλες τις εκφάνσεις τους, αλλά, κυρίως, δεικνύει κατά τρόπο απόλυτο την απουσία μιας “αριστερής” πολιτιστικής λογικής από τα κοινωνικά δρώμενα σε αγαστή συνεργασία με τις δυσκολίες επεξεργασίας εναλλακτικής πολιτικής πρότασης. Η συντελεσθείσα αποδόμηση του πόλου της λαϊκής υποκειμενικότητας συμπαρασύρει στην αποσύνθεση τις όποιες πολιτιστικές προτάσεις έχουν μέχρι σήμερα προταθεί. Οι πολιτιστικές προτάσεις της αριστεράς, όπως τουλάχιστον διαμορφώθηκαν από τη μεταπολίτευση και μετά, εξακολουθούν άραγε να είναι ισχυρές και επίκαιρες; Πώς μπορεί να αντιπαρατεθεί στο τηλεοπτικό τσουνάμι και στη δύναμη των ΜΜΕ; Η κατάργηση του δημόσιου χώρου και ο ευτελισμός του καθετί που απλά αναφέρεται ως δημόσιο, συμπαρασύρει έναν δικαιϊκό και πολιτικό πολιτισμό που, παρά τις ελλείψεις και τα προβλήματά του, αποτελούσε ένα πρόχωμα στην κατακλυσμιαία επίθεση του αδηφάγου κεφαλαίου. Μόνο η ανασύνθεση της λαϊκής υποκειμενικότητας στον ελληνικό χώρο μπορεί να αποτελέσει την προϋπόθεση για μια καινούργια πορεία. Αυτό θεωρητικά, μπορεί να γίνει μόνο αν τα προβλήματά του αντιμετωπισθούν ως προβλήματα που γεννιούνται από τον ύστερο πολυεθνικό διεθνοποιημένο καπιταλισμό. Στην ουσία, όμως, χρειάζεται να αντιμετωπίσει τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά ζητήματα που γεννά η μετανεωτερικότητα. Παράλληλα, αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει αναλυτικές κατηγορίες, οι οποίες να δύναται να προσλαμβάνουν τη σύγχρονη πολιτισμική πραγματικότητα. Σήμερα η αριστερά σε μέγιστο βαθμό εξακολουθεί να προβάλλει την έννοια του λαϊκού πολιτισμού με τη διαφορά ότι δεν επιχειρεί καν να ορίσει το περιεχόμενο της έννοιας στις παρούσες συνθήκες, αλλά αρκείται να αναφέρεται στο περιεχόμενο όπως αυτό είχε διαμορφωθεί στα χρόνια της εθνικής αντίστασης και των πρώτων δεκαετιών της μετεμφυλιακής περιόδου που οι κοινωνικές συνθήκες στην Ελλάδα ήταν παντελώς διαφορετικές. Αρκεί να σκεφτούμε απλά, ποιες εξακολουθούν να είναι, ακόμη και σήμερα, οι εμβληματικές μορφές του πολιτισμού στο χώρο της αριστεράς:

Πρόσωπα που αναφέρονται κυρίως στα πρώτα τριάντα χρόνια μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

ΚΩΣΤΑΣ Ι. ΜΕΛΑΣ


Σ  Η  Μ  Ε  Ι  Ω  Σ  Ε  Ι  Σ

[1] Το θέμα αυτό αναλύεται στο α΄ μέρος του βιβλίου με τίτλο Το Ανυπόφορο Βουητό του Κενού, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2016, των Κ. Μελά-Γ. Παπαμιχαήλ. Το δεύτερο μέρος έχει συγγραφεί από τον δεύτερο.

[2] Williams, R., «Base and Superstructure in Marxist Cultural Theory»: Problems in Materialism and Culture, Verso, Λονδίνο, 1980.

[3] Πρόκειται για ιδιομορφίες τελικά που διαπερνούν διαχρονικά την πορεία του νέου ελληνικού κράτους. Οι παθογένειες θα πρέπει να αναζητηθούν τελικά στη στρεβλή λειτουργία των ιδιομορφιών/ιδιοτυπιών και όχι σε σύγκριση με τους αναπτυγμένους κοινωνικούς σχηματισμούς της Δύσης. Βλ., Μελάς, Κ., Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία, Αθήνα, Πατάκης, 2013. Ο Κώστας Κουτσουρέλης στο: 1821-2021, Η Ελλάς των Ελλήνων, Δύο αιώνες εθνικά δεινά στον καθρέφτη της ποίησης, Αθήνα, Gutenberg, 2021 μου παρείχε σημαντικό υλικό προς επίρρωση της άποψής μου. Πέρα από το υλικό που περιέχεται στο βιβλίο —ειρήσθω εν παρόδω πρέπει να πω ότι μέσα από την προσεκτική μελέτη του ημερήσιου τύπου και των πολιτικών και λογοτεχνικών περιοδικών των διαφόρων εποχών, κατάλαβα αυτό που ονομάζω ιδιομορφίες και ιδιοτυπίες ως κάτι που εμμένει διαχρονικά στην ελληνική κοινωνία, βεβαίως μεταλλασσόμενο και εξελισσόμενο, αλλά ανιχνευόμενο συνεχώς— γράφει ο Κουτσουρέλης αφού έχει προηγουμένως έχει αναφερθεί σε αρνητικά χαρακτηριστικά του εθνικού μας βίου:«Ωστόσο η εμμονή των ποιητών μας σ’ αυτά πείθουν ότι έχουμε εδώ να κάνουμε με συμπεριφορές επίμονες, με καταστάσεις πάγιες, με σταθερές κατά κάποιον τρόπο του εθνικού μας χαρακτήρα».Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί δεν έχουν γιατρευθεί επί διακόσια χρόνια; Και γιατί θα γιατρευτούν στο μέλλον; Μήπως πρέπει να συμφιλιωθούμε με αυτές τις ιδιομορφίες τελικά και να χαράξουμε μια πορεία στην οποία θα τις λάβουμε σοβαρά υπόψη; Το κρίσιμο σημείο είναι να καταλάβουμε πως οι ιδιομορφίες μετατρέπονται σε παθογένειες, και να προσπαθήσουμε να τις αποτρέψουμε. Οι ιδιομορφίες δεν αποτελούν τεχνικά ζητήματα αλλά πολιτισμικές και κοινωνικές διαμορφώσεις που ακολουθούν από τη δημιουργία του το νέο ελληνικό κράτος. Ίσως, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της επιστημολογίας του Imre Lakatos, να αποτελούν τον σκληρό πυρήνα του.

[4] Είναι εντυπωσιακό ότι στους περισσότερους Έλληνες μελετητές-αναλυτές των πολιτισμικών δρώμενων στον ελληνικό χώρο δεν υπάρχει χώρος στις αναλύσεις τους για τη μεταμοντέρνα πολιτισμική λογική. Αδυνατούν να αντιληφθούν, ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, πως σε πλανητικό επίπεδο η μεταμοντέρνα πολιτισμική λογική είναι επικυρίαρχη και βρίσκεται στον αντίποδα της μοντέρνας πολιτισμικής λογικής, η οποία έχει ήδη καταρρεύσει υπό το βάρος του ύστατου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Συνεχίζουν να αναφέρονται σε αντίπαλες έννοιες, όπως “εκσυγχρονισμός-παρωχημένο” ή “εκσυγχρονισμός-εθνικισμός” χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι οι έννοιες αυτές χρειάζεται να ερμηνευθούν, δηλαδή να τους δοθεί περιεχόμενο, σύμφωνα με τις νέες, επικρατούσες συνθήκες στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα που εγκατέστησε σε πλανητικό επίπεδο η παγκοσμιοποίηση, η μαζικοδημοκρατία και η χρηματοπιστωτική κυριαρχία ως τρόπος ζωής. Επίσης, κι η πολυχρησιμοποιημένη έννοια του λαϊκισμού ως αναλυτική κατηγορία δεν εξηγεί απολύτως τίποτε για την ελληνική περίπτωση, τόσο για λόγους ιστορικού παρελθόντος —δεδομένου ότι ανιχνεύεται από τα πρώτα έτη ύπαρξης του νέου ελληνικού κράτους— όσο και γιατί στη σημερινή εποχή κυριαρχεί στο σύνολο της Δύσης και όχι μόνο, κι αυτό γιατί αποτελεί συστατικό στοιχείο της μαζικοδημοκρατίας. Στην ελληνική κοινωνία πρέπει να αναζητήσουμε τις ιδιαιτερότητές που τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες δυτικές ή άλλες κοινωνίες.

[5] Οι Έλληνες “εκσυγχρονιστές“ προσεγγίζουν τις εθνικές ιδιαιτερότητες και ιδιοτυπίες με επιτιμητικό τρόπο, και με τη βεβαιότητα ότι εύκολα μπορούν να εξαλειφθούν, κάτι που οδηγεί σε προσεγγίσεις με όρους συνετισμού. Ενοχοποιούνται και στιγματίζονται οι ελληνικές ιδιαιτερότητες. Η σύγχρονη πορεία του ελληνικού κράτους παρουσιάζεται κυρίως ως συσσώρευση αποτυχιών, λαθών ή άκαρπων προσπαθειών. Όλα αυτά εδράζονται στη γνωστή θεωρία του στρεβλού και εξαρτημένου καπιταλισμού που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα. Έχω προσπαθήσει να δείξω στο Μελάς, Κ., Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία, γιατί δεν είναι δυνατό να ονοματίζονται όλες οι ελληνικές ιδιομορφίες ως ασθένειες, και γιατί συνεπώς χρειάζεται να αντιμετωπιστούν με διαφορετικό τρόπο

[6] Μεταξόπουλος, Α., Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, Αθήνα, Α. Α. Λιβάνης, 2005, σ. 288.

[7] Στο ίδιο, σ. 288

[8] Στο ίδιο, σ. 289.

[9] Κονδύλης, Π., Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Αθήνα, Θεμέλιο, 1991, σ. 59.

[10] Είναι αρκετά δύσκολο να ενταχθούν όλες οι απόψεις σε ένα ρεύμα σκέψης με σαφή προσανατολισμό και κοινή πολιτισμική λογική, στον βαθμό που εμφανίζονται διαρκώς νέες αναφορές από το συγκεκριμένο περιβάλλον.

[11] Σεβαστάκης, Ν., Κοινότοπη Χώρα, Αθήνα, Σαββάλας, 2004, σ. 120.

[12] «Στον σύγχρονο, προφορικό και κυρίως γραπτό —δοκιμιακό— λόγο, καθίσταται αναγκαία η διαφοροποίηση ανάμεσα στον τεχνικό πολιτισμό και στην πνευματική καλλιέργεια. Η εν λόγω αντίθεση δηλώνεται σε άλλες γλώσσες από το ζεύγος λ.χ. της γαλλικής γλώσσας civilisation και culture, και αφορά τη λεπτή διαφορά που χωρίζει τον πολιτισμό ως πνευματικό μέγεθος, ως εθνική ιδιοπροσωπία, από τον πολιτισμό ως σύνολο εκφάνσεων και δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στο να ικανοποιήσουν πνευματικές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις, να προσφέρουν πολιτισμό ως πράξη. Προκειμένου να επιτευχθεί η ως άνω διαφοροποίηση, πρέπει να γίνεται διακριτή χρήση των επιθέτων πολιτιστικός και πολιτισμικός. Το επίθετο πολιτιστικός χρησιμοποιείται περισσότερο για τον πολιτισμό ως σύνολο δραστηριοτήτων, καθώς και για τη δήλωση του τεχνικού πολιτισμού (λ.χ. ο πολιτιστικός ιμπεριαλισμός της αγγλικής γλώσσας/η πολιτιστική δράση, έκφραση, ανάπτυξη, κληρονομιά ενός έθνους/οι πολιτιστικές δραστηριότητες, εκδηλώσεις ενός συλλόγου/το πολιτιστικό στοιχείο, επίπεδο, δυναμικό ενός λαού), ενώ το επίθετο πολιτισμικός τείνει να δηλώσει περισσότερο την αφηρημένη πλευρά του πολιτισμού, καθώς και τον πολιτισμό ως πνευματική καλλιέργεια (λ.χ. τα πολιτισμικά γνωρίσματα ενός έθνους/η πολιτισμική αξία ορισμένων παραδόσεων/οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες ενός λαού/τα πολιτισμικά γνωρίσματα ενός έθνους/το πολιτισμικό σοκ). Γενικά, θα μπορούσε να λεχθεί πως ο χαρακτηρισμός “πολιτισμικός” είναι περισσότερο στατικός, ενώ ο χαρακτηρισμός “πολιτιστικός” είναι περισσότερο δυναμικός». http://ngradio.gr/blog/foivos-piompinos-blog/

[13] Schmitt-Dorotic, C., Politishe Romantik, Βερολίνο, Duncker and Humblot, 1919.

[14] Σεβαστάκης, Ν., Κοινότοπη Χώρα, ό.π., σ. 125.

[15] Sayre, R.– Lowy, M., Μορφές Ρομαντικού Αντικαπιταλισμού, Αθήνα, Έρασμος, 1991, σ. 33.

[16] Στο ίδιο, σσ. 38-39.

[17] Μελάς, Κ., Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία, ό.π.

[18] «Στην πραγματικότητα, την πρώτη δεκαετία της βασιλείας του Όθωνα, όταν η βασιλική απολυταρχία και η βαυαρική επιρροή αποτελούσαν τα κύρια χαρακτηριστικά του ελληνικού πολιτικού συστήματος, η όλη προσπάθεια ήταν εμπνευσμένη από τον αντικειμενικό σκοπό να δημιουργηθεί αποτελεσματικός και εύρυθμος μηχανισμός, με τον οποίο το κράτος θα μπορούσε απρόσωπα να ικανοποιεί βασικές ανάγκες, όπως ήταν η τάξη, η ασφάλεια, η εκπαίδευση, η δικαιοσύνη καθώς και η είσπραξη των αναγκαίων εισοδημάτων που θα του επέτρεπαν να καλύπτει τις ανάγκες του. Έτσι, επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και λαϊκής υφής κράτος, με την επίβλεψη και προστασία της βαυαρικής αντιβασιλείας, του βασιλιά και των δυτικομαθημένων Ελλήνων. Η διοίκηση, συγκεντρωμένη στην πρωτεύουσα, διεξαγόταν σύμφωνα με δυτικότροπες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Η απονομή της δικαιοσύνης, γινόταν σύμφωνα με τον γερμανο-ρωμαϊκό νόμο και μέσα από ένα ιεραρχικό οργανωμένο σύστημα δικαστηρίων που είχαν πολλά στοιχεία όμοια με τα ανάλογα δικαστήρια της Δύσεως. Τακτικός επαγγελματικός στρατός είχε δημιουργηθεί για να αντικαταστήσει τους προηγούμενους στρατιωτικούς σχηματισμούς των “ατάκτων”. Η Εκκλησία, αποχωρίσθηκε από τη διοικητική εξάρτηση της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και υπήχθη στην κοσμική εξουσία. Όλοι αυτοί οι χαρακτηριστικοί τρόποι λειτουργίας του επίσημου πολιτεύματος απειλούσαν να υποκαταστήσουν τους παραδοσιακούς θεσμούς, διαμέσου των οποίων είχαν αναδειχθεί ηγετικές ομάδες, όπως ο κλήρος, οι πρόκριτοι, οι οπλαρχηγοί. Η αποτελεσματική λειτουργικότητα όμως αυτού του διοικητικού συστήματος προϋπέθετε τη βασιλική απολυταρχία, μαζί με τη δημιουργία μιας νέας γραφειοκρατικής ηγεσίας, ανεξάρτητης από τις παραδοσιακές κυβερνώσες ηγετικές ομάδες». Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΓ′, σ. 15.

ΑΠΟ: https://neoplanodion.gr/2021/05/24/βασικές-θεωρητικές-πολιτισμικές-λογ/