ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk


ασπρόμαυρη εικόνα ανθρώπων με ζωγραφισμένα χαμόγελα

Εύκολα διαπιστώνουμε πόσο το άτομο μέσα στη μάζα διαφέρει από το μεμονωμένο άτομο. Τις αιτίες όμως μίας τέτοιας διαφοράς είναι λιγότερο εύκολο να τις ανακαλύψουμε.


Για να καταφέρουμε να τις διαβλέψουμε, πρέπει να θυμηθούμε κατ΄αρχάς αυτή την παρατήρηση της σύγχρονης ψυχολογίας: ότι δεν είναι μόνο στην οργανική ζωή, αλλά ακόμα και στη λειτουργία του νου, που τα ασυνείδητα φαινόμενα παίζουν ένα πρωταρχικό ρόλο. Η συνειδητή ζωή του πνεύματος δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα πολύ μικρό μέρος δίπλα στην ασυνείδητη ζωή του. Ο πιο οξυδερκής αναλυτής, ο πιο διεισδυτικός παρατηρητής δεν καταφέρνει να ανακαλύψει παρά έναν πολύ μικρό αριθμό των ασυνείδητων κινήτρων που την κατευθύνουν. Οι συνειδητές μας πράξεις απορρέουν από ένα ασυνείδητο υπόστρωμα, που διαμορφώνεται κυρίως από κληρονομικές επιδράσεις. Αυτό το υπόστρωμα περικλείει τα αναρίθμητα προγονικά κατάλοιπα που συνιστούν την ψυχή της φυλής. Πίσω από τις αναγνωρισμένες αιτίες των πράξεών μας, βρίσκονται μυστικές αιτίες που τις αγνοούμε. Οι περισσότερες από τις καθημερινές μας πράξεις είναι το αποτέλεσμα κρυμμένων κινήτρων που μας διαφεύγουν.

Είναι κυρίως, ως προς τα ασυνείδητα στοιχεία που συνθέτουν την ψυχή μίας φυλής, που μοιάζουν μεταξύ τους όλα τα άτομα αυτής της φυλής. Είναι ως προς τα ασυνείδητα στοιχεία, καρπούς της αγωγής αλλά κυρίως μίας ιδιαίτερης κληρονομικότητας, που διαφέρουν. Οι περισσότεροι ανόμοιοι ως προς την πνευματικότητά τους άνθρωποι έχουν ένστικτα, πάθη, αισθήματα ενίοτε ταυτόσημα. Σε όλα όσα έχουν να κάνουν με το συναίσθημα: θρησκεία, πολιτική, ηθική, πάθη, αντιπάθειες κτλ., οι πιο έξοχοι άνθρωποι δεν υπερβαίνουν παρά πολύ σπάνια, το επίπεδο των συνηθισμένων ατόμων. Μεταξύ ενός διάσημου μαθηματικού και του υποδηματοποιού του μπορεί να υπάρχει μία άβυσσος ως προς την πνευματική συνάφεια, όμως σε ό,τι αφορά στο χαρακτήρα και στις πεποιθήσεις η διαφορά είναι συχνά μηδαμινή ή πολύ ισχνή.

Όμως αυτές  οι γενικές ιδιότητες του χαρακτήρα καθώς διέπονται από το ασυνείδητο και τις διαθέτουν σχεδόν στον ίδιο βαθμό τα περισσότερα από τα κανονικά άτομα μίας φυλής, είναι ακριβώς αυτές που, μέσα στις μάζες, βρίσκονται συσσωρευμένες. Μέσα στη συλλογική ψυχή τα πνευματικά χαρίσματα των ανθρώπων και συνεπώς η ατομικότητά τους, παραμερίζονται. Το ετερογενές πνίγεται μέσα στο ομογενές και οι ασυνείδητες ιδιότητες κυριαρχούν.

Αυτή η συσσώρευση των κοινότυπων ιδιοτήτων μας εξηγεί γιατί οι μάζες δεν θα μπορούσαν να επιτελέσουν πράξεις που απαιτούν ένα υψηλό πνεύμα. Οι αποφάσεις γενικού ενδιαφέροντος, που λαμβάνονται από μία συνέλευση επιφανών ανθρώπων, αλλά με διαφορετικές ειδικότητες, δεν είναι υπερβολικά ανώτερες από τις αποφάσεις που θα έπαιρνε ένα συνέδριο ηλιθίων. Μπορούν μονάχα να συγκεντρώσουν πράγματι αυτές τις μέτριες ιδιότητες που διαθέτει όλος ο κόσμος. Οι μάζες συσσωρεύουν όχι το πνεύμα αλλά τη μετριότητα. Δεν είναι όλος ο κόσμος, όπως το επαναλαμβάνουμε τόσο συχνά, που έχει περισσότερο πνεύμα από το Βολταίρο. Ο Βολταίρος έχει σίγουρα περισσότερο πνεύμα από όλον τον κόσμο, αν το «όλος ο κόσμος» αφορά στις μάζες.

Όμως, αν τα άτομα μέσα στη μάζα περιορίζονταν να συγχωνεύουν τις συνηθισμένες τους ιδιότητες, θα υπήρχε απλώς μέσος όρος, και όχι, όπως το έχουμε πει, δημιουργία καινούριων χαρακτήρων.

Με ποιο τρόπο εγκαθίστανται αυτοί οι χαρακτήρες;

Διάφορες αιτίες καθορίζουν την εμφάνιση των χαρακτήρων που προσιδιάζουν στις μάζες.

1. Η πρώτη είναι ότι το άτομο ως μάζα αποκτά, από μόνο το δεδομένο του πλήθους, ένα αίσθημα ισχύος ακαταμάχητο, που του επιτρέπει να ενδίδει σε ένστικτα τα οποία, μόνο του, θα είχε κατ΄ανάγκη χαλιναγωγήσει. Τόσο περισσότερο πρόθυμα θα ενδίδει σε αυτά που, καθώς η μάζα είναι ανώνυμη, και κατά συνέπεια ανεύθυνη, το αίσθημα της υπευθυνότητας, που συγκρατεί πάντα τα άτομα, θα εξαφανιστεί τελείως.

2. Μία δεύτερη αιτία, η διανοητική μεταδοτικότητα, υπεισέρχεται ομοίως για να καθορίσει μέσα στις μάζες την εκδήλωση ιδιαίτερων χαρακτήρων και, ταυτόχρονα, τον προσανατολισμό τους. Η μεταδοτικότητα είναι ένα φαινόμενο που το διαπιστώνουμε εύκολα, αλλά δεν έχει ακόμη ερμηνευθεί. Μέσα σε μία μάζα, κάθε συναίσθημα, κάθε πράξη είναι μεταδοτική και μεταδοτική σε τέτοιο βαθμό θυσιάζει πολύ εύκολα το προσωπικό του συμφέρον στο συλλογικό συμφέρον. Εδώ υφίσταται μία δεξιότητα ενάντια στη φύση του και για την οποία ο άνθρωπος δεν γίνεται καθόλου ικανός, παρά μόνο στο βαθμό που αποτελεί μέρος της μάζας.

3. Μία τρίτη αιτία και εν πολλοίς η περισσότερο σημαντική, καθορίζει στα άτομα της μάζας ιδιαίτερους χαρακτήρες, ενίοτε πολύ αντίθετους με αυτούς του μεμονωμένου ατόμου. Για να καταλάβουμε αυτό το φαινόμενο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι ένα άτομο μπορεί να βρεθεί σε μία κατάσταση τέτοια που, έχοντας χάσει τη συνειδητή προσωπικότητά του, υπακούει σε όλες τις υποβολές του πειραματιστή που τον έκανε να τη χάσει και κάνει τα πράγματα τα περισσότερο αντίθετα στο χαρακτήρα του και στις συνήθειές του.

Έτσι, προσεκτικές παρατηρήσεις φαίνεται να αποδεικνύουν ότι το άτομο που για κάποιον καιρό, βυθίστηκε στους κόλπους μίας δραστήριας μάζας, πέφτει μετά από λίγο- ως συνέπεια των ηλεκτρικών εκκενώσεων που εκλύονται από αυτή, ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία που ακόμη την αγνοούμε –σε μία ιδιαίτερη κατάσταση, που πλησιάζει πολύ την κατάσταση γητείας του υπνωτισμένου μέσα στα χέρια του υπνωστιστή του.

Έχοντας παραλύσει η ζωή του εγκεφάλου στο υπνωτισμένο υποκείμενο, αυτό γίνεται ο σκλάβος όλων των ασυνείδητων ενεργειών του, που ο υπνωτιστής κατευθύνει κατά βούληση. Η συνειδητή προσωπικότητα εξαφανίζεται, η βούληση και η κρίση καταργούνται. Συναισθήματα και σκέψεις προσανατολίζονται τότε στην καθορισμένη από τον υπνωτιστή κατεύθυνση.

Αυτή περίπου είναι η κατάσταση του ανθρώπου που αποτελεί μέρος μίας μάζας. Δεν έχει πια συνείδηση των πράξεών του. Σε αυτόν, όπως και στον υπνωτισμένο, ενώ ορισμένες ικανότητες είναι κατεστραμμένες, άλλες μπορούν να οδηγηθούν σε ένα μέγιστο βαθμό έντασης. Η επίδραση μίας υποβολής θα τον σπρώξει σε μία ακατανίκητη ορμή στην επιτέλεση ορισμένων έργων. Ορμή περισσότερο ακατανίκητη ακόμη μέσα στις μάζες από ότι στο υπνωτισμένο υποκείμενο, γιατί η υποβολή, όντας η ίδια για όλα τα άτομα, διογκώνεται καθώς γίνεται αμοιβαία. Οι μονάδες μίας μάζας, που θα διέθεταν μία προσωπικότητα αρκετά δυνατή για να αντισταθούν στην υποβολή, υπάρχουν σε μικρό βαθμό και τις παρασύρει το ρεύμα. Το πολύ πολύ να μπορέσουν να επιχειρήσουν ένα αντιπερισπασμό με μία διαφορετική υποβολή. Ενας επιτυχημένος λόγος, μία εικόνα που ανακαλείται στη μνήμη εν καιρώ, έχουν ενίοτε αποτρέψει τις μάζες από τις πιο αιμοσταγείς πράξεις.

Άρα, αφανισμός της συνειδητής προσωπικότητας, επικράτηση της ασυνείδητης προσωπικότητας, προσανατολισμός, διαμέσου της υποβολής και της μεταδοτικότητας, των συναισθημάτων και των ιδεών στην ίδια κατεύθυνση, τάση να μεταμορφώσει αμέσως σε πράξη τις υποβεβλημένες ιδέες: αυτοί είναι οι κύριοι χαρακτήρες του ατόμου μέσα στη μάζα. Δεν είναι πια ο εαυτός του αλλά ένα αυτόματο, που η βούληση του έχει γίνει ανίκανη να το οδηγήσει.

Από μόνο το γεγονός ότι αποτελεί μέρος της μάζας, ο άνθρωπος κατεβαίνει λοιπόν πολλούς βαθμούς στην κλίμακα του πολιτισμού. Μόνος του θα ήταν ίσως ένα καλλιεργημένο άτομο, μέσα στη μάζα είναι ενστικτώδης, δηλάδή ένας βάρβαρος. Έχει τον παρορμητισμό, την ορμή, την αγριότητα καθώς και τους ενθουσιασμούς και τους ηρωισμούς των πρωτόγονων υπάρξεων. Πλησιάζει σε αυτές, ακόμα, με αυτήν του την ευκολία να εντυπωσιάζεται από τις λέξεις, τις εικόνες και να οδηγείται σε πράξεις που βλάπτουν τα περισσότερα φανερά του συμφέροντα. Το άτομο μέσα στη μάζα είναι ένας κόκκος άμμου εν μέσω άλλων κόκκων άμμου, που ο άνεμος παίρνει και σηκώνει κατά βούληση.


Πηγή: "Ψυχολογία των μαζών", (απόσπασμα) Γκυστάβ Λε Μπον, Εκδόσεις Ζήτρος

by : tinakanoumegk
by : tinakanoumegk

 Η 3η Μαΐου έχει καθιερωθεί από το 1993 ως παγκόσμια ημέρα για την ελευθεροτυπία, ημέρα που υπό τις παρούσες συνθήκες στην Ελλάδα ...

Απ΄ ότι φαίνεται (τουλάχιστον στο twitter) για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας μας, μεγαλύτερη σημασία είχε το “καλωσόρισμα” του ανοίγματος της εστίασης και η “απόλαυση ενός καφέ” και μιας “φιλικής κουβέντας”...
Αποκαλυπτική η ανακοίνωση της ΠΟΣΠΕΡΤ για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας News new-economy.gr
NEW-ECONOMY.GR
Αποκαλυπτική η ανακοίνωση της ΠΟΣΠΕΡΤ για την Πρόεδρο της Δημοκρατίας News new-economy.gr
Με μία ανακοίνωση που φεύγει από τις συνηθισμένες η Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Προσωπικού Επιχειρήσεων Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης (ΠΟΣΠΕΡΤ) παραθέτει και αναλύε....

by : tinakanoumegk

 .





THE BIG SLEEP

Όπως κόβει η πλάκα του μπετόν τον Παρθενώνα από το βράχο, μάλλον έτσι αισθάνονται οι αφοί Κορρέ και η Μενδώνη τη σχέση τους με την Ιστορία, ένα μεγάλο Χάσμα που επειδή δε γεφυρώνεται μέσα τους, το καταστρέφουν να μην υπάρχει, να μη θυμίζει αυτό που υπήρξε και συνεχίζει να υπάρχει με τα όσα μεγάλα τραύματα του δώρισε η Ιστορία. Ένα σύστημα που κακοφορμίζει και διαφθείρει τη μαγεία "της γεμάτης κίνηση ακινησίας του βράχου". Η καταστροφή της Ακρόπολης και των σπανίων ευρημάτων στο σταθμό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη μόνο σε δικτατορικά καθεστώτα μπορούσε να συμβεί, Μανόλη. Όλα τα υπόλοιπα εγώ δεν σου τα καταλογίζω, αλλά αυτό είναι το μέγιστο. Και κάπου μέσα σου γνωρίζεις ότι δεν υπάρχει κανένας ρομαντισμός απέναντί σου, υπάρχει μόνο η μαχητική αγάπη που διεκδικεί το δικαίωμα της να προστατεύει τη μνήμη. Και μη φοβάσαι, το λάθος είναι μέρος της δημιουργίας. Απλά ο χώρος του βράχου δεν είναι πεδίο άσκησης, ξεπερνάει όλους εμάς που νομίζουμε ότι ανακαλύψαμε την πυρίτιδα μέσω του μοντερνισμού. Ο μοντερνισμός δεν είναι τόσο φτηνός σαν το προχειροστρωμένο μπετόν πάνω στο βράχο της Ακρόπολης
Ο μοντερνισμός είναι όλα τα άλλα! είναι το φωτεινό μέλλον που μπόλιασε τον Cezanne, που γέννησε τη μεγάλη Ρώσικη επανάσταση, το Bauhaus, τον Mondrian, τον Pablo Picasso, τον πατέρα του μπετόν αρμέ Le corbuzier κι εμείς, σαν παιδιά του, παλεύουμε κόντρα στο σύστημα που στολίζεται με το Life style που εσείς του προσφέρετε. Κυβερνάτε μαζί, αλλά γεννάτε την απελπισία με αυτή σας την στάση, αυτή που έκανε κάποιους σπουδαίους ποιητές και διανοούμενους να φύγουν από τη ζωή πρόωρα και οικιοθελώς. Έχετε και μαχαίρι και την πίττα κι έχετε απέναντί σας έναν λαό σε τρόμο λόγω πανδημίας και σε βαθιά ύπνωση λόγω κατάθλιψης.... και εσείς του κλέβετε την Ακρόπολη.
by : tinakanoumegk

 

Επιμέλεια: Ελένη Γκίκα //

 

theof1

 

Παπαδιαμάντης, Κόντογλου, Πεντζίκης με τις ζωγραφιές του Θεόφιλου

 

Υπήρξαν κι οι τρεις, ασυνήθιστοι άνθρωποι.

Τόσο ιδιαίτεροι και ταυτοχρόνως τόσο ταπεινοί.

Τόσο σταυρωμένοι και ταυτοχρόνως αναστάσιμοι.

Στο περιθώριο κάπως και γι’ αυτό στο κέντρο, στον πυρήνα της ζωής.

“Ανάσταση χωρίς σταύρωση δεν υπάρχει”, το εμπεδώσαμε, κι ένα παιδί πια το ‘μαθε, “οι άγιοι των Γραμμάτων μας” και ο ζωγράφος του καθημερινού σταυρωμένου ανθρώπου και του Θεού.

 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Σκιαθίτης κοσμοκαλόγηρος, ανθρώπινος πάντα και τούτο υπερβατικός, ο διασώζων την ψυχή του λαού μέσα από τα έθιμα και τις συνήθειες, την πίστη και την βαθύτερη γνώση και λάμψη.

 

Φώτης Κόντολγου, ο Μικρασιάτης αγιογράφος που έκανε λογοτεχνία σημαντική τις ταπεινές κι αδάμαστες ψυχές, την Ορθοδοξία και την ελληνική παράδοση. Ανεπιτήδευτος πάντα, ουσιαστικός, λαικός και προσιτός.

 

Και Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο εύπορος Θεσσαλονικιός. Σπούδασε Φαρμακευτική στο Παρίσι, αλλ’ όταν το 1933 επισκέφτηκε για πρώτη φορά το Άγιον Όρος, ξαναπήγε έκτοτε ενενηντατρείς φορές! Ζωγράφισε και όπως και στο λογοτεχνικό του έργο υπήρξε παντού πρωτοπόρος. Μάστορας των εσωτερικών μονολόγων, με θρησκευτική προσήλωση και παραμπομπές στην βυζαντινή τέχνη και στη γενέθλια γη.

 

theof2

 

Το Fractal, τη φετινή Λαμπρή καταφεύγει στον δικό τους καθαρό, αναστάσιμο λόγο. Με αποσπάσματα από τα πιο γνωστά πασχαλιάτικα έργα τους, διαχρονικά, ιαματικά και λυτρωτικά.

Καθαγιάζοντας κατά κάποιον τρόπο την καθημερινότητα και την εποχή που όπως όλες οι εποχές με τον δικό της αλλόκοτο, μυστηριακό λόγο, αποτελεί μια νεκραναστάσιμη, εν τέλει, εποχή.

 

theof3

 

Με του Θεόφιλου, φυσικά, τις λαϊκές, λαμπριάτικες ζωγραφιές.

papadiamantis_pasxa

 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:

 

“Εξοχική Λαμπρή”, “Παιδική Πασχαλιά”, “Χωρίς στεφάνι”…

μ’ αυτά μεγαλώσαμε. Ειδικά την Λαμπροβδομάδα. Αναστάσιμος, κατ’ εξοχήν. Φύση και Ποίηση, ανθρωπιά και ελπίδα, Προσευχή κι αρμονία στις σελίδες του.

Αλήθεια, ποιος δεν θυμάται εκείνον τον τρισχαριτωμένο παιδικό καυγά. Για μια λαμπάδα. Ξανά επίκαιρο, ναι;

“…Μια παιδίσκη και εις παις πενταετής ήρχισαν να φιλονικώσι περί του τίνος η λαμπάδα ήτο ευμορφωτέρα.

– Όχι, η δική μου η λαμπάδα είναι καλύτερη.

– Όχι, η δική μου.

– Εμένα ο πατέρας μ’ την εδιάλεξε και είναι πιο καλή.

– Εμένα η μάνα μ’ την εστόλισε μοναχή της.

– Και ξέρει να κάνη λαμπάδες η μάνα σ’;

– Τέτοια παλιολαμπάδα!

– Ναι, παλιολαμπάδα; …να!…

– Να κι εσύ!

– Να κι άλλη μια!

Και ήρχισαν να τύπτουν αλύπητα τας κεφαλάς αλλήλων με τας λαμπάδας των, εωσού έβαλαν τα κλάματα και οι δύο”. (Παιδική Πασχαλιά).

Γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 3 Μαρτίου του 1851 και ήταν γιος του ιερέα Αδαμάντιου Εμμανουήλ και της Αγγελικής κόρης Αλεξ. Μωραϊτίδη. Τελείωσε το δημοτικό και τις δύο πρώτες τάξεις του ελληνικού σχολείου στη Σκιάθο. Φοίτησε σε σχολείο της Σκοπέλου, του Πειραιά και τελικά πήρε απολυτήριο Γυμνασίου από το Βαρβάκειο το 1874. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ’ όπου όμως ποτέ δεν αποφοίτησε, ενώ γράφει το πρώτο λυρικό του ποίημα για τη μητέρα του. Έμαθε αγγλικά και γαλλικά μόνος του. Για να ζήσει έκανε ιδιαίτερα μαθήματα και δημοσίευε κείμενα και μεταφράσεις στις εφημερίδες. Τον Ιούλιο του 1872 ακολούθησε το μοναχό Νήφωνα στο Άγιο Όρος, όπου έμεινε μερικούς μήνες, αλλά διαπίστωσε ότι δεν του ταίριαζε το μοναχικό σχήμα. Ωστόσο δεν έλειπε ποτέ από τον κυριακάτικο εκκλησιασμό στον Άγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι, όπου έψελνε ως δεξιός ψάλτης. Το 1879 δημοσιεύει το μυθιστόρημα η “Μετανάστις” στην εφημερίδα “Νεόλογος”. Το 1882 άρχισε να δημοσιεύει το μυθιστόρημά του “Οι έμποροι των Εθνών” στην εφημερίδα “Μη χάνεσαι”. Το 1884 άρχισε να δημοσιεύει στην “Ακρόπολη” το μυθιστόρημά του “Γυφτοπούλα”, όπου από το 1892 ως το 1897 εργάζεται ως τακτικός συνεργάτης. Από το 1902 ως το 1904 μένει στη Σκιάθο απ’ όπου δημοσιεύει τη “Φόνισσα”. Το έργο του περιλαμβάνει περίπου 180 διηγήματα και νουβέλες που αναφέρονται στις φτωχές τάξεις της Αθήνας και της Σκιάθου και ελάχιστα ποιήματα θρησκευτικού περιεχομένου. Στις 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στον “Παρνασσό” η 25ετηρίδα του στα ελληνικά γράμματα, υπό την προστασία της πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Αμέσως μετά επιστρέφει στην πατρίδα του όπου και μένει ως το τέλος της ζωής του. Πεθαίνει το ξημέρωμα της 3ης Ιανουαρίου του 1911 από πνευμονία.

 

Fotis_Kontoglou_pasxa

 

Φώτης Κόντογλου:

 

“Ο Χριστός ανάστησε τον Λάζαρο πριν σταυρωθή, για να πιστέψουμε στη δύναμή του οι Ιουδαίοι και για να στερεωθή η πίστη στους μαθητές του, όπως πρωτήτερα είχε μεταμορφωθή στο όρος Θωβώρ για την ίδια αιτία…”

(Ανέστη Χριστός: η δοκιμασία του Λογικού, εκδ. Αρμός)

Ο ολόφρεσκος κι ανεπιτήδευτος λόγος του Κόντογλου παραθέτει σ’ αυτό ειδικά το βιβλίο, τα Ευαγγελικά γεγονότα της Μεγάλης Βδομάδας ξεκινώντας από την Ανάσταση του Λαζάρου και φτάνοντας και μετά την Λαμπρή, ως “την Ανάληψη του Κυρίου”.

Γεννημένος στο Αιβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ου αιώνα.

Ταξίδεψε πολύ στην Ευρώπη ως νέος, μαθαίνοντας την λεγόμενη “Δυτική” ζωγραφική, αλλά αφιερώθηκε στη Βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην Αγιογραφία όταν επισκέφθηκε το 1923 το Άγιον Όρος.

Στη συνέχεια της ζωής του εικονογράφησε εκκλησίες που σήμερα θεωρούνται μνημεία, συντήρησε τοιχογραφίες του Μυστρά και προπαντός έγραψε’ για την ελληνική ζωγραφική και για την βυζαντινή αγιογραφία, για την ελληνική φύση, την παράδοση και την Ορθοδοξία, για την θάλασσα και τους απλούς ανθρώπου του λαού. Βραβεύτηκε για το έργο του από την Ακαδημία Αθηνών και πέθανε το 1965 στην Αθήνα.

Ανάμεσα στα έργα του: “Το Αιβαλί η πατρίδα μου”, “Η πονεμένη ρωμιοσύνη”, το “Ευλογημένο καταφύγιο”, “Γίγαντες ταπεινοί”, “Ο κουρσάρος”, “¨Πέδρο Καζάς”, “¨Το ασάλευτο θεμέλιο”, “Ταξιδευτές και ονειροπόλοι” και φυσικά μεταξύ άλλων πολλών και το “Ανέστη Χριστός: Η δοκιμασία του λογικού” (εκδόσεις “Αρμός”).

 

pentzikis_g

 

Νίκος Γαβριήλ Παντζίκης:

 

“Γεννήθηκα στα 1908” αυτοβιογραφείται. “Πήγα σχολείο μονάχα στην Στ Δημοτικού, διδαχθείς κατ’ οίκον. Oι οικοδιδάσκαλοί μου, μου εμφύτευσαν την αγάπη στη Γεωγραφία και το Δημοτικό τραγούδι.

Δεκατεσσάρων χρονών έγραψα μιά Παγκόσμια Γεωγραφία. Eν συνεχεία άρχισα να γράφω εκφραζόμενος προσωπικά πάνω στο σχήμα «H Λαφίνα» και του «Kίτσου η μάνα». Θαύμαζα τον Kαρκαβίτσα για το ότι μνημόνευε και εκμεταλλευόταν πάρα πολλές παραδόσεις μας.

Φοιτητής στο Παρίσι, η νορβηγική και γενικώτερα η σκανδιναυϊκή συμβολιστική λογοτεχνία μ’ επηρέασε και άρχισα να κινούμαι σε άλλο επίπεδο. Tότε ήταν που διάβασα και το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα».

Στο Στρασβούργο, συνεχίζοντας τις σπουδές μου, μου επεβλήθη ο Γάλλος Kλωντέλ. Aπό το 1936 και μετά, πέρασα σε άλλον κόσμο με τους Bυζαντινούς χρονογράφους.

Aπό τους αρχαίους Έλληνες, επειδή ποτέ δεν υπήρξα ευφυής και έξυπνος, εκτός από τον Πίνδαρο και προπαντός τον Όμηρο, σε κανέναν άλλον απάνω δεν στηρίχτηκα.

Mιας εξ αρχής η τάση μου ήταν μυθικής και παραμυθικής ερμηνείας των εγκοσμίων. Tα βιβλία που εξέδωσα, ορίζουν σειρά συναισθηματικών απογοητεύσεων. Aυτό άλλωστε μ’ έκανε ολοένα και φανατικώτερο υπηρέτη και μιμητή των βυζαντινών συγγραφέων.

Aπό το 1967 καθημερινά εργάζομαι πάνω στο Συναξαριστή του Aγίου Nικοδήμου του Aγιορείτου. Έκανα μιά μικρή, μεσαία και μεγάλη περίληψη του Συναξαριστή. Aπό τότε μέχρι σήμερα, ό,τι κι αν επιχειρώ να γράψω, βασίζεται στην αριθμητική και ψηφαριθμητική επεξεργασία του συναξαρίου της ημέρας.

Tα βιβλία μου που κυκλοφόρησαν (και πρέπει να σημειωθεί ότι εκδότης σπάνια δεχόταν να μου εκδώσει βιβλίο και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού να δημοσιεύσει κείμενό μου) είναι: ο Aνδρέας Δημακούδης, το πρώτο μου μυθιστόρημα. Στον Aνδρέα Δημακούδη δίνεται μιά εικόνα της ερωτικής απαλλοτριώσεως του εγώ. Στον Πεθαμένο και Aνάσταση, το απαλλοτριωμένο και νεκρό εγg ανασταίνεται χάρις σε στοιχεία επαφής με τον τόπο. Aρχινώ ταυτόχρονα τότε να καταγίνομαι με τη ζωγραφική. Mε τον Στρατή Δούκα, τον Παπαλουκά και το Xατζηκυριάκο-Γκίκα, διδασκόμενος. Στην ποιητική συλλογή Eικόνες το νόημα αποδίδεται με τη φράση: «H αγάπη πρέπει να μας μάθει και τα κόπρανα ν’ αγαπάμε του άλλου». H Πραγματογνωσία, περιγράφει τα γεγονότα ενός γάμου, μιας πεντάμορφης νεαράς κόρης, μ’ έναν σαραβαλιασμένο, με τό ’να πόδι ξύλινο, ναυτικό. H Aρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής είναι μιά προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών. Tο Mυθιστόρημα της Kυρίας Έρσης γράφτηκε όταν είχα πια παντρευτεί. Aπό το 1969 και μετά, χάρις στην προβολή που μου έκανε στο Γερμανικό Iνστιτούτο Γκαίτε ο κ. Σαββίδης, άρχισαν να βγαίνουν συχνά τα βιβλία μου. Συλλογή διηγημάτων αποτελεί η Συνοδεία? η Mητέρα Θεσσαλονίκη, είναι κείμενα σε πεζό, με κέντρο την αγάπη μου για την πόλη που γεννήθηκα και ζω. Tο Προς εκκλησιασμό είναι μια σειρά ομιλιών, χαρακτηριστική της προσπάθειάς μου για ένταξη στην εκκλησία. Σε ανάλογο επίπεδο, όχι όμως θεωρητικό, κινούνται οι Σημειώσεις εκατό ημερών και τα Oμιλήματα. Στο Aρχείον που είναι ένα βιβλίο έμμεσου έρωτος, η έννοια του χρόνου καταλύεται και οριστικά θεμελιώνεται η εσωτερική μου μυθολογία. Mια εικόνα μυθολογικής αντιλήψεως είναι τέλος το βιβλίο μου, Πόλεως και Nομού Δράμας παραμυθία”.

Πέθανε το 1993 στην πόλη όπου γεννήθηκε, από καρδιακή ανακοπή.

Ανάμεσα στα έργα του, και τα: “Μητέρα Θεσσαλονίκη”, “Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής”, “Προς εκκλησιασμόν”, “Το μυθιστόρημα της κυρίας Έρσης”, “Ομιλήματα”, “Ψιλή η περισπωμένη”, “Υδάτων υπερχείλιση”, “Ποιήματα” και βεβαίως “Ο πεθαμένος και η Ανάσταση” που έχει εκδοθεί και επανεκδοθεί. Τελευταία φορά το 1999 από τις εκδόσεις Άγρα, με πυρήνα το υπαρξιακό συγγραφικό βάσανο, όπως ακολουθεί:

“Απορώ με τ’ ανθρώπινο σχήμα που το συνηθίζουμε και μας φαίνεται σταθερό. Ερωτώ, τι λογής είναι το κεφάλι, τα χέρια, το κορμί; Η όρθια στάση τι μπορεί να σημαίνει; Τι μπορώ να πω; Ποια μαρτυρία να δώσω; Καμιά ισχυρή μαρτυρία δεν βρίσκω. Πού χρειάζεται να προχωρήσω; Σε

ποιο βάθος πρέπει να κατέβω; Να συλλάβω τ’ αληθινό νόημα, να βρω τη βάση, την εξήγηση που εγώ στέκουμαι όρθιος ενώ με ειδοποιεί για το μέλλον ο άλλος πλαγιασμένος παντοτινά. Είμαι υποχρεωμένος να κλείσω τα μάτια μου και να δω με τη μνήμη. Για ν’ ανακαλύψω το σχήμα που έσβησε σταθερότερα, πρέπει να περιορίσω τις ανάγκες μου, να μείνω φτωχό περισσότερο με τη δίψα παρά με το νερό που πίνεται στη βρύση. Σκύφτω μέσα στο λάκκο που τον έχουν κάψει βαθύ. Πού ‘ναι ο θεμέλιος λίθος; Πού υψώνεται, η πολύεδρη οικοδομή, η ευρύτερη από το χώρο, η ακατάλυτη από τον χρόνο; Διακρίνω μόνο πλήθος ποικίλες αναγκαίες απόψεις. Σκέφτουμαι. Συλλογιέμαι τον τρόπο που θα φύγω από τον καθημερινό δρόμο. Πώς θα καθαριστώ από το ιδιωτικό μου συμφέρον που με βρωμίζει; Πώς θα μπορέσω να δεχτώ τα λόγια που ξεπερνούν τις διαστάσεις από κάθε κτίσμα; Ράντισέ με ουρανέ με ύσωπο για να καθαριστώ, να πλυθώ, ν’ ασπρίσω περισσότερο από το χιόνι. Σκυμμένος απάνω στο μνήμα των δικών μου, γυρεύω παρήγορο χαιρετισμό. Πού να ‘βρω το ουρανόχρωμο του ερχομού της άνοιξης λουλούδι; Πώς να περπατήσω στο περιβόλι που αποδρά κάθε θλίψη και στεναγμός; Σαν παιδί ακουμπώ στο σταυρό που ‘ναι η μαρτυρία του πατέρα μου, τρομάζοντας την έλλειψη κάθε υλικής παρουσίας.

Τα δάκρυα της περισσότερης δυστυχίας καίνε το μαντίλι που σφουγγίζοντας το κάθιδρο πρόσωπό του αποτύπωσε τη φυσιογνωμία του, Πώς θα μπορέσω να πιστέψω την απ’ τον τάφο ανάσταση του Χριστού; Δεν μπορώ να καταλάβω τη βεβαιότητα μιας αναμονής της ενδόξου ανάστασης, την ώρα που το σώμα κρέμεται από το ξύλο σταυρωμένο, καταστρέφοντας κάθε υπόσχεση χαράς. Πώς μπορώ να εννοήσω ότι ο θάνατος είναι η συνέχεια που μας συμπληρώνει, ενώ βλέπω όρθιο τον παπά πάνω στον τάφο, να ρίχνει με το φκυάρι το πρώτο χώμα που θα κρύψει το πρόσωπο; Βροντούν τα σβολάρια του χώματος κατρακυλώντας ανακατωμένα με το κρασί που αδειάσαν , σχηματίζοντας λάσπη που λερώνει τ’ άσπρο βαμβάκι, που ‘ναι στρουμωγμένο στο στόμα. “Χριστός Ανέστη”, ακούω ξανά εγώ ο άπιστος δούλος, ο αρνητής. “Χριστός Ανέστη” την ώρα που βλέπω όλη τη ζωή μου, και την ξανακερδίζω με τη μνήμη. “Χριστός Ανέστη”, η φωνή των αιώνων επιμένει και καταλαβαίνω το χρέος μου…”

 

theof4

 ΑΠΟ: https://www.fractalart.gr/oi-agioi-twn-grammatwn/

by : tinakanoumegk


Η ιστοριογραφία, ως στοχασμός του χρόνου και στις τρεις του διαστάσεις, είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη υπόθεση, την οποία ως ιστορικοί αλλά και ως αναγνώστες της ιστορίας θεωρώ ότι οφείλουμε να την προσεγγίζουμε με δέος. Όσον αφορά ειδικά τους ιστορικούς, οι οποίοι την περίοδο αυτή διεκδικούν κάπως και το ρόλο των λοιμωξιολόγων, ας τονίσουμε προκαταβολικά ότι δεν είναι ούτε ιδιοκτήτες ούτε διαιτητές της ιστορίας (ακόμη και αν το επιζητούν διακαώς…), αλλά δυναμικά ευαίσθητοι υπουργοί του αινίγματός της, αίνιγμα το οποίο ακριβώς συγκροτεί το ίδιο το μυστήριο του ανθρώπου και του κόσμου του. H Jacqueline de Romilly μάλιστα θα παρομοιάσει τον ιστορικό με έναν φωτογράφο, “από τον οποίο θα ζητούσαμε βεβαίως απόλυτη ακρίβεια στο έργο του, θα του αναθέταμε όμως να φωτογραφίζει ένα αδιάκοπα μεταβαλλόμενο αντικείμενο, χίλιες φορές πιο μεγάλο από το πεδίο του φακού του”. Χρειάζεται συνεπώς, όχι μια αλγοριθμική, αλλά μια βαθιά φιλοσοφική προσέγγιση της ιστορίας, που λογαριάζει λ.χ. περισσότερο τη ρευστότητα των υποκειμενικοτήτων από τον εκάστοτε ορθολογικό σχεδιασμό, ο οποίος επιβάλλεται μάλιστα στο παρελθόν εκ των υστέρων. Διότι, όπως θα τονίσει και ο Alan Munslow, «η άρνηση της ανάγκης για εκφιλοσόφηση της ιστορίας εισάγει την παρηγορητική αντίληψη ότι η ιστορία είναι μια επιστήμη που κατέχει την αλήθεια», ενώ πρόκειται ουσιαστικά για μια, πάντοτε εκκρεμή, «μορφή διανοητικής αλλά και συναισθηματικής δραστηριότητας που είναι ταυτόχρονα ποιητική, επιστημονική και φιλοσοφική».

Αν έλθουμε λοιπόν στο ζήτημα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με αφορμή την μεθαυριανή επέτειο των 200 χρόνων της, και θελήσουμε να υπερβούμε την προφανή αυτάρκεια της σχολικής ιστορίας, εμβαθύνοντας, επί πολύ όμως, στις πολυπληθείς πρωτογενείς πηγές της Ελληνικής Επανάστασης, τότε είναι πιθανό ότι θα αντικρίσουμε ένα πολύ διαφορετικό τοπίο από αυτό που περιμέναμε. Τότε, όπως συμβαίνει ειδικά με κάθε μεγάλη ρήξη μέσα στον χρόνο, τόσο οι αμιγώς ηρωολατρικές όσο και οι αμιγώς ηρωοπληκτικές διαστάσεις εκείνου του εξαιρετικού φαινομένου ενδεχομένως να υποχωρούσαν μπροστά στο ουσιαστικά απροσπέλαστο μυστήριό του, το οποίο συχνά κρυσταλλώνουμε, ακινητοποιούμε, στην προσπάθειά μας να το κατανοήσουμε για να το χρησιμοποιήσουμε, στο παρόν μας. Όρος όμως εγγενής κάθε αινίγματος είναι το διαρκώς αλυσιτελές των ερμηνειών του. Πάντα κάτι περισσεύει, πάντα κάτι ελλοχεύει, πάντα κάτι προσμένει τη μελλοντική ή και εσχατολογική του αποτίμηση, εφόσον και ο ίδιος ο άνθρωπος, ο πρωτουργός της ιστορίας, αποτελεί πάντοτε ένα ιδιόμορφο «ον της περίσσειας», σύμφωνα με τον Μπατάιγ. Το εγχείρημα λοιπόν να περικλειστεί σε αδιάβροχες, θετικές ή αρνητικές, νόρμες το εκάστοτε αίνιγμα, και συνεπώς η Ελληνική Επανάσταση, μπορεί να εξυπηρετεί βεβαίως πολιτικές, πολιτιστικές ή άλλες σκοπιμότητες [κι αυτό, από την άλλη μεριά, είναι βαθιά ανθρώπινο…], αλλά του αφαιρεί την διαρκώς απερίσταλτη γονιμότητά του να δημιουργεί νέους κόσμους νοήματος που τέμνουν εγκάρσια την πραγματικότητά του. Γι’ αυτό εξάλλου υπάρχουν και τα αινίγματα στον κόσμο: για να δραπετεύουμε από τον εγκλεισμό στο δεδομένο, στο παγιωμένο και στο προφανές, για να μελετήσουμε την ιστορία ως το κατ’ εξοχήν βασίλειο της ελευθερίας. Και η Επανάσταση εκείνη ήταν πράγματι ένα ανεξάντλητο μεταλλείο των ορυκτών που αποτελούν το ίδιο το ανθρώπινο είδος, μέσα στις δαιδαλώδεις στοές του οποίου οι πιο ανεξήγητες συμπεριφορές, οι πιο τρελές προσδοκίες, τα πιο ηρωικά ανδραγαθήματα αλλά και οι πιο αλλόκοτες βιαιοπραγίες βρήκαν τον βαθύτατο χαρακτήρα τους.

Στην πάντοτε αινιγματώδη λοιπόν υφή της προσερχόμαστε για να καταθέσουμε κάποιες, κατά τη γνώμη μας, ιδιάζουσες όψεις της. Θα προσπαθήσουμε να αρθρώσουμε λόγο για «μια παιδαγωγούσα Επανάσταση», μια Επανάσταση που εξέπεμψε θετικές, αρνητικές, αλλά και μεικτές, αμφίσημες παιδαγωγίες κατά τη διάρκειά της, καθώς και μετά από αυτήν, μέχρι σήμερα. Γιατί όμως τις ονομάζουμε «παιδαγωγίες»; Διότι αποτελούν μηνύματα και διαδικασίες που εκπαίδευσαν τους ανθρώπους τότε, αλλά και εκπαιδεύουν όλους μας έκτοτε, σε έναν βαθύτατο στοχασμό πάνω στην πάντοτε μεικτή ανθρώπινη φύση, η οποία στην περίπτωση της Επανάστασης υπέστη έναν εντατικό και βίαιο, ηφαιστειώδη μετασχηματισμό. Βασισμένοι λοιπόν στις, οπωσδήποτε υποκειμενικές και διαμεσολαβημένες, ιστορικές πηγές της εποχής, τις μόνες δηλαδή που έχουμε, θα επιχειρήσουμε να ψηλαφήσουμε τα είδη και τις ποιότητες αυτών των παιδαγωγιών.

Πρώτη και θεμελιώδης λοιπόν παιδαγωγία, πολύ σημαντική μάλιστα για τους επιγόνους, εμάς δηλαδή, είναι το εντέλει ανέφικτο μιας καθαρολογικής προσέγγισης της Επανάστασης. Συμπλέκοντας μαξιμαλισμούς με μινιμαλισμούς και επιτελώντας πολλές φορές μια ετεροχρονισμένη και αναχρονιστική ερμηνεία των προσώπων και των γεγονότων από τη δραστική ερημία του γραφείου μας, επιχειρούμε να εξηγήσουμε ενέργειες και καταστάσεις που βρίσκονται πολύ μακριά, μα πολύ μακριά από τη δική μας βιωτή, από το δικό μας περίγυρο, από τη δική μας αντίληψη και εμπειρία των πραγμάτων. Γι’ αυτό και κάθε προσέγγιση, κάθε ερμηνεία εκείνων των γεγονότων πρέπει να γίνεται με δέος, με αφουγκρασμό, με περίσκεψη και, αν θέλετε, με σεβασμό, με εικασίες και όχι με τελεσίδικες εξηγήσεις. Νομίζω ότι καμιά σύγχρονη ενσυναίσθηση, λέξη με μεγάλη καταχρηστική όμως διασπορά σήμερα, δεν είναι ικανή να αγγίξει εκείνον τον πυρετώδη κόσμο της Επανάστασης. Μας είναι ολότελα ξένος. Έτσι κι αλλιώς το παρελθόν είναι πάντοτε ανεπίσκεπτο, και, όπως θα τονίσει ένας Ολλανδός ιστορικός, στην ιστορία «το μόνο που έχουμε είναι κείμενα» και «μπορούμε να συγκρίνουμε μόνο κείμενα με κείμενα», χωρίς να «έχουμε τη δυνατότητα να επαληθεύσουμε τα συμπεράσματά μας, συγκρίνοντας τα κείμενα αυτά με το ίδιο το παρελθόν». Επιτρέψτε μου λοιπόν να προτείνω ότι, αν θέλουμε να προσεγγίσουμε έστω και λίγο το πνεύμα της Επανάστασης, θα πρέπει να επιχειρήσουμε ίσως μια κένωση, μια κενωτική λειτουργία, γνωστή εξάλλου και από τη θρησκευτική μας παράδοση, να παραιτηθούμε δηλαδή προκαταβολικά από το συχνά αλαζονικό δικαίωμα και την πεποικιλμένη ικανότητα ενός ιστορικού ή ενός αναγνώστη της ιστορίας που λειτουργεί αφ’ υψηλού, θα λέγαμε σήμερα, ως drone.

Για να εισέλθουμε στην ατμόσφαιρα αυτής της κενωτικής λειτουργίας, ας επιχειρήσουμε λοιπόν να σκιαγραφήσουμε, αρχικά, μια εικόνα μόνο των επαναστατικών συναισθημάτων που βρίσκουμε μέσα στις ίδιες τις ιστορικές πηγές, για να δούμε τι θα μπορούσε να ξεπηδήσει από μέσα τους. Πώς ξεκινάει λοιπόν η Επανάσταση; Θα τολμούσα να πω ότι αρχίζει μέσα σε μια αμφίρροπη κατάσταση ζήλου, φόβου, πόθου, μυστικοπάθειας, εκδίκησης, σχεδιασμών, αποκοτιάς, αναμονής, εξαπάτησης και ρομαντισμού, στοιχεία που τα βρίσκουμε σε διαφορετικές ποσοστώσεις στις διαφορετικές πάντα ιδιοσυγκρασίες της Επανάστασης. Και σαν να ήταν μοιραίο, ήδη από την αρχή αχνοφαίνονται και στη συνέχεια γιγαντώνονται οι διχασμοί, οι εμφύλιες συγκρούσεις, οι δολοφονίες των αγωνιστών από φίλια πυρά, οι παρεξηγήσεις, οι συκοφαντικές φήμες, οι υπέρμετρες φιλοδοξίες, τα πείσματα, οι δειλίες, οι δολιότητες, τα «ανοσιουργήματα»… Κι όλα αυτά, τα όντως τρομερά για την Επανάσταση εμπόδια, τίθενται αιφνιδίως κατέναντι πολυάριθμων οθωμανικών στρατιών που κατέβαιναν μανιασμένες να πάρουν εκδίκηση από τους «αχάριστους», όπως τους έλεγαν Έλληνες, οι οποίοι είχαν όλα τα προνόμια και τις διευκολύνσεις, έβγαζαν άπειρα χρήματα και πηγαινοέρχονταν ελεύθερα στην Ευρώπη, όμως κάποια στιγμή, παράδοξα, τα αψήφησαν όλα για να ταράξουν την ολύμπια, πολυ-ανεκτική γαλήνη της σουλτανικής κυριαρχίας.

Απέναντι λοιπόν σε αυτές τις οργισμένες στρατιές, που απαιτούσαν το δικό τους εκδικητικό δίκαιο, στέκεται ο αγωνιστής, η ανθρωπογεωγραφία του οποίου είναι βεβαίως ποικίλη, αλλά για την οικονομία του χρόνου θα σημειώσουμε μερικές μόνο από τις όψεις της. Είναι αυτός που αντιμετωπίζει τον εχθρό στη αρχή χωρίς όπλα, με ξύλα και βούκεντρα, χωρίς εφόδια επίσης, με το ένα μάτι στον εχθρό και το άλλο στα λάφυρα. Τον τρώει όμως και η αρχηγία που πήρε ο συναγωνιστής του, το δίπλωμα που του έδωσε η κυβέρνηση, τα γρόσια που εξασφάλισε πριν από κείνον, τον καταναλώνει η δόξα που θα στεφανώσει πρώτα εκείνον κι από κοντά τον συνέχει κι ο πειρασμός της λιποταξίας, όταν δυσαρεστείται ή απελπίζεται. Νιώθει πολύ συχνά μετέωρος, εκτεθειμένος στους πέντε ανέμους του πολέμου, και έχει και πίσω του οικογένεια, παιδιά και γέροντες, που ίσα που πρόλαβε να τους ασφαλίσει σε μια σπηλιά στα μετόπισθεν κι όταν τελειώσει ετούτη η μάχη θα τους πάει σε άλλη σπηλιά παρακάτω και από κει σε άλλη, σε άλλη…

Πεινάει πολύ, διψά, είναι κατάκοπος, βρεγμένος ως το κόκκαλο, γεμάτος αφόρητες ψείρες, έχει και πέντε λαβωματιές από την τελευταία μάχη, τα εφόδια συνεχώς αργούν, κρύβει τον φόβο μέσα του να μην εκδηλωθεί ούτε στον εαυτό του, πρέπει πάση θυσία να κατατροπώσει τον εχθρό, για να δώσει δύναμη στον εαυτό του και στους συντρόφους του… Κι όλη αυτή η υπομονή και η επιμονή που καταβάλλει θα ονομαστεί αργότερα ηρωισμός, κι έτσι θα μοιάσει στους προγόνους του, του λένε, κι αυτός θέλει δεν θέλει, μπορεί δεν μπορεί, το πιστεύει, πρέπει να το πιστέψει, δεν έχει άλλη επιλογή, δεν έχει άλλον ορίζοντα: ελευθερία ή θάνατος! Και απάνω απ’ όλα, πρέπει να σκοτώσει, ξανά και ξανά… Πότε και ποιος τον έμαθε να σκοτώνει; Τον αλλόφυλο μαχητή, τον ομόφυλο κατάσκοπο ή τον προσκυνημένο από απόγνωση ή δειλία, αλλά και τον αιχμάλωτο εχθρό, τα γυναικόπαιδα, με τα άφωνα παρακάλια στα μάτια; Ποιος του δίδαξε το θάνατο του εχθρού; Πού φώλιαζε όλη αυτή η εκδίκηση τεσσάρων αιώνων; Ο ηρωισμός συνεπαγόταν τότε άμετρη βία, αλλά η βία καθαγιάζεται πάντοτε με ηρωισμό; Από την άλλη μεριά, τι να τους κάνει όμως τους αιχμαλώτους, όταν κατέβαιναν δρομαίως οι οθωμανικές στρατιές; Πού να τους φυλάξει; Ποιος να τους φυλάξει, ώστε να μην αυτομολήσουν αργότερα στους συμπατριώτες τους με διπλάσιο μίσος, γιατί εκείνος και οι σύντροφοί του σκότωσαν προηγουμένως τους δικούς τους, λεηλάτησαν το βιός τους, έκαψαν το σπίτι τους;

Έπρεπε όμως να νικήσει! Γιατί τον περίμενε ο ανασκολοπισμός, όπως πριν τη μάχη στο Βαλτέτσι, όταν οι Τούρκοι ξεκινώντας από την Τρίπολη, «ητοίμασαν και έως διακόσια παλούκια και τα εχρωμάτισαν να τα πάρουν μαζί τους διά να παλουκώσουν τούς αρχηγούς και υπαρχηγούς των Ελλήνων, τους οποίους είχον την πεποίθησιν ότι θα τους συλλάβουν ζώντας»… Έπρεπε να νικήσει! Αλλιώς ας έπεφτε στην Αραπίτσα, ας ανατιναζότανε στο Μεσολόγγι, γιατί τον περίμεναν άγρια βασανιστήρια. Γι’ αυτό και ο αποκεφαλισμός από τον εχθρό ήταν μάλλον μια ακαριαία παρηγοριά, γιατί σε μια μονάχα στιγμή άλλαζε ταχύτατα το στρατόπεδο των ζωντανών, αυτό που διαστιζόταν από τον πλήρη τρόμο, με το βασίλειο των νεκρών, όπου «ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος»… Γιατί αυτή την ατελεύτητη ζωή του έταζαν οι ιερείς, γι’ αυτήν του κήρυτταν στεντόρεια πριν από κάθε μάχη οι αρχιερείς: θα γίνει μάρτυρας, θα κατοικήσει στον Παράδεισο, λίγος πόνος εδώ και μετά ένα φως απόκοσμο θα τον τυλίξει απρόοπτα, βραβεύοντας τον αγώνα και την αγωνία του… Παρόμοια όμως έταζαν και οι δερβίσηδες στους απέναντι μαχητές, μάρτυρες του Αλλάχ, γαζήδες που οσονούπω θα απολάμβαναν τα ουρί του παραδείσου…

Μια δεύτερη παιδαγωγία που αντλούμε από τη μελέτη των ιστορικών πηγών είναι ότι η Επανάσταση επιτάχυνε εξαιρετικά και σε πολλές περιπτώσεις κατέστησε ακαριαία την «επαναστατική στιγμή» όλων των εμπλεκομένων. Υπήρξε δηλαδή ένα σοκ, όχι μόνο γι’ αυτούς που υπέστησαν απρόοπτα την επαναστατική πίεση, όπως οι Οθωμανοί, αλλά ακόμη και γι’ αυτούς που την προετοίμαζαν μυστικά για χρόνια, ένας αιφνιδιασμός που έπρεπε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να τον συνειδητοποιήσουν και να διαχειριστούν τα κέρδη και τις ζημιές. Το επαναστατικό πρόταγμα μιας δυναμικής, αν και ετερόκλητης, μειοψηφίας, στηριγμένο οπωσδήποτε στη μακροχρόνια οθωμανική αδικοπραγία, διέσπειρε τον επαναστατικό ζήλο στους υπόλοιπους Έλληνες πότε με την πειθώ, πότε με απατηλές ή μη υποσχέσεις, ακόμη και με εκβιασμούς, συντομεύοντας ριζικά τον αδρανή χρόνο της καθημερινότητας. Κάθε επανάσταση αφήνει εποχή. Και, όπως θα σημειώσει ο Μικαέλ Λεβύ, «το να αφήσεις εποχή δε σημαίνει να επέμβεις παθητικά στη χρονολογία, σημαίνει να επισπεύσεις τη στιγμή». Έτσι εκείνη η στιγμή μετέτρεψε, κάποτε κεραυνοβόλα, την αμηχανία, τον φόβο, τον δισταγμό, τη δειλία αλλά και τη σύνεση, δηλαδή εντελώς φυσιολογικά ανθρώπινα συναισθήματα, σε ορμή, σε αφοβία, σε ηρωισμό, σε ασυγκράτητη βιαιότητα, δηλαδή σε αναβαθμούς, όπου τα ανθρώπινα συναισθήματα μετέρχονται μιας ριζοσπαστικής κορύφωσης.

Θα γράψει ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, ο Φωτάκος: «…Στην αρχή της επανάστασης οι περισσότεροι από τους προσερχόμενους να αγωνιστούν ήσαν χωρίς άρματα και άλλοι είχαν μαχαίρας, άλλοι σουγλιά, και αι σημαίαι των περισσοτέρων ήσαν οι τσεμπέρες των γυναικών των· τότε ερωτούσαν οι απλοί Έλληνες ο ένας τον άλλον ‘διατί εμαζώχθημεν εδώ και τι θα κάμωμεν;’ Οι δε καπεταναίοι τους έλεγαν, ότι εμαζώχθημεν να σκοτώσωμεν τους Tούρκους δια να ελευθερωθώμεν…». Κι αργότερα θα περιγράψει μια συνταρακτική σκηνή, ιδρυτική, νομίζω, εκείνης της επανάστασης: «…Aφού εγλυτώσαμεν από τον πόλεμον και επιστρέψαμεν εις το χωριό Bαλτέτσι ηύραμεν τους σκοτωμένους χριστιανούς και δεν εζυγώναμεν κανένας μας εις αυτούς κοντά. Eκιτρινίσαμεν από τον φόβον μας διότι πρώτην φοράν είδαμεν ανθρώπους σκοτωμένους… O δε Kολοκοτρώνης διά να μας ενθαρρύνη εμάζωνε τα κομμάτια του καθενός νεκρού τα εφίλει και έλεγεν εις τους τριγύρω στρατιώτας, ότι αυτοί είναι άγιοι, και ότι θα υπάγουν εις τον παράδεισον ωσάν μάρτυρες, και τότε εζυγώσαμεν και τους εθάψαμεν».

Μια τρίτη παιδαγωγία της Επανάστασης ήταν η σταδιακή κατάρτιση όλων των εμπλεκομένων στην αμφισημία, την αβεβαιότητα, την αστάθεια και την ανασφάλεια. Ίσως ήταν μια από τις σημαντικότερες και τις πιο βασανιστικές παιδαγωγίες ειδικά των επαναστατημένων, αν λάβει κανείς υπόψη τη διαφορά δυναμικού των δυο αντιπάλων στα στρατεύματα, την εκπαίδευση, τις επιμελητείες, τις εφεδρείες και τη στρατιωτική προϋπηρεσία. Αν λάβει υπόψη τις ματαιωμένες υποσχέσεις και ελπίδες των υπόδουλων, την παλιμβουλία των Μ. Δυνάμεων αλλά και τις εσωτερικές διαμάχες, τις προδοσίες, τις πρόσκαιρες αποσύρσεις ηγετών και ομάδων κλπ. Ήταν μια εκπαίδευση στο ρίσκο, στην παράδοξη εναλλαγή νικών και ηττών, στα σκαμπανεβάσματα της ιστορίας, ήταν μια εντατική συγκατεργασία της ελπίδας με την απόγνωση. Η μανιώδης αντίδραση των Τούρκων, βασισμένη στον αιφνιδιασμό που υπέστησαν αλλά και στην παραπλανητική ιδέα που έτρεφαν για την ελληνική «αχαριστία» απέναντι σε μια δήθεν «ανεκτική» οθωμανική διοίκηση, η αμφίρροπη στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, αλλά και η εξαιρετική δυναμική των εκάστοτε συγκυριών, άνοιγε έτσι ένα ευρύ πεδίο ανάμεσα στη νομοτέλεια και την τυχαιότητα. Η μόνη σταθερά της επανάστασης ήταν λοιπόν η διακινδύνευση και η αντιφατικότητα, από την οποία πήγαζε όμως και η αλλοτριοφαγία, εντός ή εκτός του ιδίου στρατοπέδου, κάποτε και η ανήθικη, για ηθικιστικά όμως βλέμματα, διγλωσσία: «Ωχ αδελφέ Στορνάρη», φώναξε κάποτε ο Καραϊσκάκης στον συναγωνιστή του, «κάνεις ωσάν να διαπραγματεύεται η Ρωσσία με την Τουρκιά! Κλείω την ειρήνην τώρα· δεν με άρεσεν μεθαύριον, την αποπατώ κ’ εγώ, κ’ εσύ, και όλοι μας!».

Μια τέταρτη παιδαγωγία ήταν η αναζήτηση, η ανάδειξη ή και η «κατασκευή» ηγετών, καθ΄ όλη μάλιστα τη διάρκειά της. Απέναντι σε έναν αναποφάσιστο ή φοβισμένο λαό, φορτωμένο με τις αιματηρές μνήμες παλαιότερων αποτυχημένων εξεγέρσεων, έπρεπε να αναζητηθεί, να αλληλο-συμφωνηθεί, να προβληθεί αλλά και να επιβληθεί μια ηγεσία, η οποία με πειθώ, με το προσωπικό ηρωικό παράδειγμα, αλλά και με απάτη ή βία, θα μετέβαλε τον τρεμάμενο σπινθήρα της Επανάστασης σε πυρσό και εντέλει σε πυρκαγιά. Μια πυρκαγιά, η οποία μάλιστα έπρεπε να τροφοδοτείται συνεχώς για να μη σβήσει, όπως συνέβαινε όταν κυριαρχούσαν οι Τούρκοι ή οι εμφύλιες διαμάχες. Μια πυρκαγιά που κινδύνευε εξαιρετικά μέσα στην πανταχού και πάντοτε παρούσα πολυ-ηγεσία της Επανάστασης.

Μια πέμπτη παιδαγωγία ήταν η αιφνίδια ή η σταδιακή κατάρτιση στον ηρωισμό, μια λέξη που έχει αποκτήσει σήμερα διφορούμενη σημασία, όταν οι ήρωες είναι μάλλον πρότυπα υπερκατανάλωσης. Τι περικλείει όμως αυτή η έννοια για εκείνη την εποχή; Θα μπορούσαμε να την αναλύσουμε με μια σειρά από συνώνυμες λέξεις, όπως ανδρεία, αυτοθυσία, αφοβία, σκληραγωγία σώματος και ψυχής, ευψυχία, σταθερότητα αποφάσεων, ευφυΐα και ευελιξία, επιμονή, αντίσταση στη μηδενιστική απόγνωση και την υποταγή και, τέλος, σκληρότητα. Όλα αυτά τα συναντούμε σε πολλούς αγωνιστές της Επανάστασης, αλλά και στους Τούρκους. Και είναι χαρακτηριστικό ότι οι πρώτοι Έλληνες ιστορικοί, που έχουν συχνά κατηγορηθεί για μεροληψία, τολμούσαν να μνημονεύουν ακόμη και την ανδρεία των Οθωμανών. Αλλά βεβαίως είναι ανάγκη να θυμηθούμε ότι ο ηρωισμός του ενός μεταφραζόταν σχεδόν πάντα σε εξαιρετική σκληρότητα προς τον άλλον, και η Επανάσταση συμπεριέλαβε εντός της τέτοιες συμπεριφορές.

Μια έκτη παιδαγωγία ήταν αυτή στο μίσος και στην εκδίκηση, ως στοχασμός πάνω στα εξαμβλώματα της ανθρώπινης φύσης. Όχι μόνο οι νίκες, αλλά και τα αντίποινα απέναντι κυρίως στους αμάχους ή τους αιχμαλώτους, έσπερναν μεν τον τρόμο στους ηττημένους αλλά και αναμόχλευαν την αντεκδίκησή τους. Ήταν αντίποινα που δεν χώνευαν αλλά αναπαρήγαγαν τη βία, η οποία, πρέπει να σημειώσουμε, ότι προερχόταν συχνά και από τον προσωπικό, οικογενειακό, τοπικό ή γενικό μετεωρισμό, τη βαθιά αβεβαιότητα δηλαδή που τους κατείχε απέναντι στο εγγύς μέλλον. Όπως θα τονίσει ο Άγγλος ιστορικός της επανάστασης George Finley, «όταν ένα έθνος λαχταράει την ανεξαρτησία τουη επανάσταση είναι ενδεχόμενη, όταν όμως, μαζί με το πάθος για την ελευθερία, το έθνος αυτό οιστρηλατείται και από την ορμή για εκδίκηση, τότε η επανάσταση είναι αναπόφευκτη». Ο Jean-Paul Sartre, μιλώντας για αυτή την αντίστροφη γενοκτονία, αυτή που διαπράττουν «όχι πλέον οι εξουσιαστές αλλά οι υπόδουλοι», θεωρεί ότι οι τελευταίοι, μέσω ακριβώς αυτών των βιαιοπραγιών, «ανακαλύπτουν ξανά τη χαμένη τους αθωότητα», επανιδρύοντας έτσι τον εαυτό τους. Και η Lindner αναλύοντας ειδικά τα αισθήματα της ταπείνωσης που βιώνουν οι υπόδουλοι αλλά και τον φόβο για μια νέα ταπείνωση που θα έρθει από την ενδεχόμενη αποτυχία της εξέγερσης, θα αναγνωρίσει ότι αποτελούν «την πυρηνική βόμβα των συναισθημάτων… το πιο δυνατό όπλο μαζικής καταστροφής».

Μια έβδομη παιδαγωγία ήταν αυτή που αφορούσε τον θρησκευτικό χαρακτήρα της Επανάστασης, ο οποίος απαντάται και στις δυο αντίπαλες παρατάξεις. Δεν μπορούμε να μην βεβαιώσουμε ένα είδος «ιερού πολέμου» μεταξύ τους. Η θρησκευτική αναφορά όλων των εμπολέμων ήταν συνεχής, πριν, κατά και μετά τις μάχες, ιδρύοντας το πλαίσιο ενός δυναμικού εθνικο-θρησκευτικού συντονισμού, ο οποίος τους πρόσφερε αφειδώλευτα και δωρεάν το δυναμωτικό και ιαματικό ακούμβησμα του ουρανού πάνω στις τραγωδίες της γης. Σε αυτό μπορούμε να εντάξουμε τίς προσευχές που αναπέμπονταν κάθε πρωί πριν από τη μάχη και από τα δυο αντίπαλα στρατόπεδα, καθώς και πολλές άλλες καθημερινές θρησκευτικές εκδηλώσεις, οι οποίες στον χώρο των Ορθοδόξων περιλαμβάνουν τον εκκλησιασμό, την εξομολόγηση και τη Θεία Κοινωνία, τις παρακλήσεις, τις νηστείες, την ενεργό παρουσία πολλών ιερωμένων στις μάχες, είτε ως εμψυχωτών είτε ως οπλαρχηγών, τις δοξολογίες και τις ευλογίες των όπλων, τους θρησκευτικούς όρκους, τις λιτανείες κ.λπ.

 

Η ιστοριογραφία της Επανάστασης είναι πράγματι ένα ανεξάντλητο μεταλλείο και είναι αμέτρητες οι παιδαγωγίες, τα νοήματα, τα διδάγματα και οι προσανατολισμοί, που μπορεί να αντλήσει κανείς από εκείνη τα μακρινά γεγονότα, τα ιδρυτικά του νεοελληνικού μας κράτους. Μόνο ελάχιστες προσπάθησα σήμερα να αρθρώσω σε αυτή την εισήγηση, την οποία θα ολοκληρώσω ευθύς αμέσως με μια όγδοη παιδαγωγία, που αφορά την αναπόφευκτη μυθοποίηση των επαναστατικών γεγονότων. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, αν και συχνά το αγνοούμε ή το λοιδορούμε, ότι χωρίς μύθο και μυθοποίηση δεν νοείται εξέγερση και επανάσταση. Διότι δεν νοείται καν ζωή, ούτε επιβίωση. Κάθε εποχή, επαναστατική ή μη, στηρίζεται κυρίως στις μυθοπλασίες της, εφόσον «για να πατάς στέρεα στη γη, πρέπει το ένα πόδι σου να είναι έξω από αυτήν», όπως θα μας θυμίσει ο Οδυσσέας Ελύτης στη “Μαρία Νεφέλη”, προβάλλοντας την αναγκαιότητα του ονειρικού/οραματικού ισοδύναμου της ανθρώπινης ύπαρξης. Μάλιστα, όσο πιο μεγάλο, βίαιο, αινιγματικό, αδυσώπητο είναι ένα ιστορικό γεγονός, τόσο περισσότερο υποχρεωτικά και αθέλητα μυθοποιείται: είναι στη φύση την ανθρώπινη, είναι στη γλώσσα την ανθρώπινη, να διαστέλλει τις εγκαυστικές ειδικά εμπειρίες της, να υπερχειλίζει τους λόγους της, να λειτουργεί με αλληγορίες, μετωνυμίες, μεταφορές και σχήματα καθ’ υπερβολήν. Εξάλλου, «μια ολόκληρη μυθολογία είναι εγκατεστημένη στη γλώσσα μας», θα μας προειδοποιήσει και ο Βιτγκεστάιν. Αν λοιπόν η ίδια η ιστορία του εκάστοτε παρελθόντος δεν λειτούργησε ποτέ με μοντέλα και αλγορίθμους, ας μην επιμένει να το κάνει η ιστοριογραφία. Ας αναγνωρίσει επιτέλους ότι χωρίς ρομαντικές, οικοδίαιτες και βιοπάροχες μυθοπλασίες μόνο ίσως οι μισθοφόροι κάθε εποχής πολεμούν, αν και αυτοί μετέρχονται οπωσδήποτε το δικό τους προσωπικό μύθο. Από την άλλη μεριά, μπορούμε εύκολα να διαπιστώσουμε ότι και οι σύγχρονες, θριαμβολογικές απομυθοποιήσεις βασίζονται πάντα σε κάποιον άλλο, ανομολόγητο, μύθο, διότι δεν υφίσταται ποτέ και πουθενά κανένα μυθολογικό κενό στην ανθρώπινη ιστορία. Αν αυτό λοιπόν γίνει από όλους αρχικά αποδεκτό, τότε μπορούμε στη συνέχεια να αρχίσουμε νόμιμα να ανιχνεύουμε και τα εκάστοτε ψήγματα αλήθειας ή τους εντελώς ανθρώπινους συνδυασμούς αληθειών και μυθοπλασιών που κυκλοφορούν ελεύθερα και χωρίς λογιστικές δεσμεύσεις μέσα στους λόγους του παρελθόντος. Διότι, ό,τι περιέσωσε εντέλει την Ελληνική Επανάσταση ήταν ακριβώς η μυθοπλασία της, δηλαδή το πλειοψηφικά μονοδιάστατο όραμα της απελευθέρωσης, που δοκιμάστηκε όμως ανηλεώς και πολυτρόπως μέσα στο αφόρητο καμίνι των αβεβαιοτήτων και των αμφισθενειών, των ανθρώπων και των πραγμάτων εκείνης της πραγματικά κεκαυμένης εποχής. Γιατί ήταν αυτή η μυθοπλασία που γέννησε και την περίφημη αντοχή του ελληνικού λαού, η οποία, σύμφωνα με τον Βρετανό ιστορικό Mark Μαζάουερ, κινητοποίησε στο τέλος και τις ίδιες τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να μεσολαβήσουν δραστικά στην εξελισσόμενη εκείνη τραγωδία, εφόσον τους έγινε κάποια στιγμή περισσότερο από σαφές ότι «οι Έλληνες αντέχουν και δεν θα υποχωρήσουν». Έτσι, δυο αιώνες μετά, ο Μαζάουερ θα υπομνηματίσει πρόθυμα τον Μακρυγιάννη, ο οποίος, προβάλλοντας λαϊκότροπα τη σταθερή απόφαση της ελευθερίας, θα διακηρύξει πως “αυτείνη την λευτερίαν δεν την ηύραμεν εις το σοκάκι και δεν θα μπούμε εύκολα πίσω εις του αυγού το τζόφλιο”… Σας ευχαριστώ!

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Παλαιστές”, 1932) είναι έργο του Φώτη Κόντογλου.

 19 Απριλίου 2021



ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΜΥΡΝΑΙΟΣ