Α π ό τ η ν Κ ύ π ρ ο σ τ α Τ έ μ π η, η α π ο σ ύ ν θ ε σ η τ η ς Μ ε τ α π ο λ ί τ ε υ σ η ς
Με την έννοια αυτή το κοινωνικοπολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης γεννήθηκε όχι απλώς μετά τη χούντα, αλλά πάνω στο τραύμα της απώλειας της μισής Κύπρου. Ας μην κρυβόμαστε άλλο: αυτό δεν είναι απλώς ιστορικό γεγονός, είναι το ανομολόγητο θεμέλιο του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης.
Ο ιδρυτικός αυτός συμβιβασμός ήταν σιωπηρός αλλά σαφής. «Η Κύπρος κείται μακράν». Δηλαδή, «Δεν μιλάμε για την ήττα.
Σταθεροποιούμε το εσωτερικό. Ανταλλάσσουμε εθνική αυτοπεποίθηση με μια προσδοκία θεσμικής κανονικότητας.»
Με όρους συστημικής θεωρίας το σύστημα της Μεταπολίτευσης ήταν ένα σύστημα διαχείρισης/μπαλώματος τραύματος, όχι υπέρβασής του ή θεραπείας του.
Όμως, στο Κυπριακό Τραύμα δεν συμπυκνώθηκε μόνο μια εθνική ήττα.
Συμπυκνώθηκε κάτι βαθύτερο και πιο υπαρξιακό. Το Τραύμα της Εγκατάλειψης. Εγκατάλειψη από τους συμμάχους. Εγκατάλειψη των Ελλήνων από την Ελλάδα. Εγκατάλειψη από τις εγγυήσεις. Εγκατάλειψη από το ίδιο το κράτος, που δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον λαό του. Εγκατάλειψη εν τέλει του ενός από τον Άλλο. Και βέβαια, αυτό δεν έμεινε στην Κύπρο. Μετατράπηκε σε συλλογικό ψυχικό ίχνος μέσα στην Ελλάδα. «Όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, θα μείνουμε μόνοι.»
Αυτό συγκροτεί το Τραύμα του Ανυπεράσπιστου.
Έχει άραγε ο αναγνώστης του κειμένου αυτού μια ανάλογη εμπειρία "ανυπεράσπιστου"; Έχει άραγε στον περίγυρο των αγαπημένων του προσώπων κάποιον που έφυγε από τη ζωή γιατί δεν βρέθηκε κλίνη σε κάποια ΜΕΘ; Κάποιον που σκοτώθηκε σε έναν δρόμο καρμανιόλα; Κάποιον που αυτοκτόνησε στα χρόνια της Μνημονιακής λεηλασίας; Κάποιον που έχασε την εργασία του γιατί τόλμησε να διεκδικήσει τα αυτονόητα; Κάποιον που δεν κατάφερε να μπει στο πανεπιστήμιο γιατί δεν είχε τρόπο να χρηματοδοτήσει την απαιτούμενη παραπαιδεία; Κάποιον που συνετρίβη υπαρξιακά παγιδευμένος στα "ανακουφιστικά παυσίπονα" κάποιας εξάρτησης από ουσίες, από αλκοόλ, από τζόγο κλπ; Κάποιον που έχασε την ψυχική του υγεία, προσπαθώντας να ανταπεξέλθει σ' αυτό το άρρωστο σύστημα; Κάποιον που έχασε την μικρή επιχείρηση του εξαιτίας ενός φορολογικού συστήματος που "σκοτώνει" την μικρή επιχειρηματικότητα για χάρη της ολιγαρχίας; Κάποιον που το fund του έκλεψε το σπίτι; Κάποια μητέρα που δεν είχε την απαραίτητη στήριξη για να μπορεί εκείνη να προσφέρει στα παιδιά της; Ή κάποιον που σκοτώθηκε στα Τέμπη;
'Εχει άραγε ο αναγνώστης ο ίδιος μια τέτοια εμπειρία; Έμεινε κι αυτός Aνυπεράσπιστος; Ενοιωσε και ο αναγνώστης μόνος όταν ήρθε η κρίσιμη στιγμή και μια πολιτεία ανάπηρη δεν ήταν εκεί;
Αν ναι, τότε αυτό ακριβώς είναι το τραύμα του Ανυπεράσπιστου που αναβίωσε, συμπυκνώθηκε και σαρκώθηκε στα Τέμπη.
Όχι γιατί είναι ίδιας κλίμακας ιστορικά με το Κυπριακό ή με την ατομική "εγκατάλειψη" καθενός, αλλά γιατί είναι ίδιας ποιότητας υπαρξιακά: πολίτες αφημένοι σε ένα σύστημα που δεν προστατεύει, όπου η ευθύνη χάνεται στη γραφειοκρατία, οι θεσμοί υπάρχουν μόνο στα χαρτιά και μετά… σιωπή, αναβολή, συγκάλυψη και προκλητική αδιαφορία για την ανθρώπινη οδύνη.
Το τραύμα αυτό πλέον δεν μπορεί να αποκρυβεί.
Γιατί έχει περάσει από το επίπεδο της μνήμης στο επίπεδο της καθημερινής βιωμένης εμπειρίας όλων μας.
Τα Τέμπη μας "έτριψαν στην μούρη" ό,τι δεν αντέχαμε να δούμε.
Γι' αυτό, ύστερα απ' αυτή την Αποκάλυψη, το Πολιτικό Σύστημα της Μεταπολίτευσης διέρχεται τις τελευταίες ώρες του.
Το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης δεν βιώνει απλώς κρίση αποτελεσματικότητας. Βιώνει κρίση ψυχικής νομιμοποίησης. Οι πολίτες δεν λένε πια μόνο «δεν τα καταφέρνουν» ή «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Αναγνωρίζουν πλέον καθαρά πως «δεν μας νοιάζονται». Κι αυτό είναι καίρια τομή. Γιατί τα καθεστώτα, αν δεν επιβιώνουν με την αγάπη των κοινωνιών, επιβιώνουν τουλάχιστον με την ανοχή τους. Όταν, όμως χαθεί και η ανοχή, αρχίζει η πραγματική αποσύνθεση. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα.
Συνεπώς, το Τραύμα της εγκατάλειψης του Ανυπεράσπιστου, που γεννήθηκε στην Κύπρο -και με το αίμα και την οδύνη της γεννήθηκε η Μεταπολίτευση- επανεμφανίστηκε ως Ρήγμα στα Τέμπη, συνδέοντας εκατομμύρια ατομικά τραύματα με το συλλογικό και ζητά σήμερα πολιτική μετάφραση σε μια νέα μεταπολίτευση. Τα Τέμπη θα αποτελέσουν τον ιδρυτικό "μύθο" της 4ης Ελληνικής Δημοκρατίας, καθώς η μεταπολίτευση έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Γι' αυτό άλλωστε και οι οργισμένες αντιδράσεις των λογής-λογής "εκπροσώπων" της που βλέπουν με τρόμο ό,τι τους "έθρεψε" να ξεψυχά.
"ΤΟ ΕΒΑΛΕ ΚΑΗΜΟ"
"Έχασα ένα παλληκάρι... μας θανάτωσαν τα πρόβατα. Χίλια πρόβατα και τα αρνιά μαζί... Το έβαλε καημό... Πήγε σήμερα και κρεμάστηκε." (Λόγια της πονεμένης μάνας του κτηνοτρόφου, ο οποίος απαγχονίστηκε σήμερα, στη Βροντού Πιερίας.)
Αυτή η φράση «το έβαλε καημό», η πιο εύστοχη λεκτική συμπύκνωση της νεοελληνικής πραγματικότητας, είναι συγκλονιστική ακριβώς γιατί δεν είναι ψυχολογικός όρος.
Είναι λαϊκή ανθρωπολογία του πόνου.
Δεν λέει «είχε ψυχικά προβλήματα».
Λέει κάτι πολύ πιο βαθύ και πιο ακριβές:
ο καημός μπήκε μέσα του και τον έφαγε.
Στη λαϊκή γλώσσα, ο καημός δεν είναι συναίσθημα· είναι κατάσταση ύπαρξης. Είναι πόνος που δεν βρίσκει έξοδο, που δεν βρίσκει δικαιοσύνη, που δεν βρίσκει παρηγοριά. Είναι όταν η απώλεια δεν είναι μόνο οικονομική, αλλά ταπεινωτική.
Όταν δεν σου παίρνουν απλώς το βιός σου, αλλά σου παίρνουν τη θέση σου στον κόσμο.
Αυτός ο άνθρωπος δεν «αυτοκτόνησε» με τη στενή έννοια.
Συντρίφτηκε. Όπως χιλιάδες άλλοι!
Από ένα Σύστημα που του πήρε τα πάντα και δεν του άφησε ούτε λόγο, ούτε αποκούμπι, ούτε ελπίδα αποκατάστασης.
Και η μάνα του το είπε όπως μόνο μια μάνα μπορεί:
όχι με όρους αιτιών και ευθυνών, αλλά με όρους ρήξης της καρδιάς.
«Το έβαλε καημό.»
Δηλαδή:
δεν άντεξε να ζει χωρίς αξιοπρέπεια.
Δεν άντεξε να κοιτά τον εαυτό του μέσα στην απόλυτη αδικία.
Δεν άντεξε να σηκώσει μόνος του έναν πόνο που έπρεπε να σηκώνει η Πολιτεία.
Αυτή η φράση δεν είναι απλώς θρήνος.
Είναι κατηγορώ.
Γι’ αυτό το Κίνημα των Τεμπών δεν είναι απλώς διαμαρτυρία. Είναι η απάντηση στο κατηγορώ όλων αυτών των σιωπηλών θανάτων.
Είναι το σημείο όπου ο καημός παύει να γίνεται αυτοκαταστροφή και μετατρέπεται σε συλλογική απαίτηση δικαιοσύνης.
Αντώνης Ανδρουλιδάκης
αυτό...
Μη μας προστατεύετε τόσο από την Καρυστιανού, κάντε και ένα διάλειμμα να ξεκουραστείτε
ΔΙΑΙΡΕΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕ
Διαχρονικά οι μηχανισμοί εξουσίας δεν φοβούνται τόσο την αντίθεση όσο τη συνοχή. Γι’ αυτό, όταν δεν μπορούν να σπάσουν ένα κίνημα απ’ έξω, προσπαθούν να το ραγίσουν από μέσα.
Όχι απαραίτητα δημιουργώντας διαφωνίες, αλλά εντοπίζοντάς τες και μετατρέποντάς τες σε δημόσιο θέαμα, σε «θέμα», σε αντιπαράθεση ταυτοτήτων ή και ηθικής.
Στην περίπτωση των συγγενών των θυμάτων των Τεμπών αυτό είναι ιδιαίτερα ορατό. Είναι απολύτως φυσικό να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το αν και πώς πρέπει να μεταφερθεί ο αγώνας στο πολιτικό πεδίο.
Αυτό όμως που δεν είναι καθόλου ουδέτερο είναι ο τρόπος που προβάλλονται αυτές οι διαφορές.
Όχι ως πλουραλισμός μέσα σε ένα τραυματισμένο συλλογικό σώμα, αλλά ως σύγκρουση, ως ρήγμα, ως «διάψευση» της ηθικής ισχύος του κινήματος ή τους ενός ή του άλλου συγγενή.
Εκεί ακριβώς παρεμβαίνει η εξουσία και μετατρέπει την ανθρώπινη πολυφωνία σε εργαλείο απονομιμοποίησης.
Η κυρία Καρυστιανού δεν έγινε απλώς ένα πρόσωπο με πολιτική θέση/άποψη. Έγινε συμβολικό σημείο συμπύκνωσης του αιτήματος για δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. Όταν λοιπόν οι διαφορετικές στάσεις συγγενών προβάλλονται επιλεκτικά απέναντί της, αυτό δεν λειτουργεί μόνο ως πολιτικό σχόλιο.
Λειτουργεί ως μήνυμα προς την κοινωνία: «δεν υπάρχει ενιαία φωνή, άρα δεν υπάρχει και συλλογικό αίτημα».
Είναι η παλιά τεχνική του διαίρει και βασίλευε.
Κι εδώ χρειάζεται μια λεπτή αλλά κρίσιμη διάκριση.
Άλλο πράγμα ο σεβασμός στη διαφωνία.
Κι άλλο πράγμα η εργαλειοποίησή της.
Όταν τα ΜΜΕ και οι μηχανισμοί λόγου φωτίζουν μονομερώς τις ρωγμές και όχι τον κοινό πυρήνα -το αίτημα για αλήθεια, λογοδοσία και προστασία της ζωής- τότε δεν υπηρετούν την ενημέρωση.
Υπηρετούν τη διάχυση/διάσπαση/διά-λυση του νοήματος. Και η διάσπαση του νοήματος είναι ο πιο ήπιος τρόπος εξουδετέρωσης ενός κινήματος.
Τελικά, το διακύβευμα δεν είναι αν όλοι οι συγγενείς συμφωνούν πολιτικά. Αυτό είναι αδύνατο και ούτε πρέπει να συμβαίνει.
Το διακύβευμα είναι αν θα επιτρέψουμε η φυσική ανθρώπινη διαφορά να μετατραπεί σε μηχανισμό διάλυσης του αιτήματος συλλογικής αξιοπρέπειας που γεννήθηκε μέσα από την τραγωδία των Τεμπών.
ΔΗΜΟΣΙΑ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ
Η κ. Μαρία Καρυστιανού δεν εμφανίστηκε σε τηλεοπτικό σταθμό για να απευθύνει «διάγγελμα», ούτε για να ανακοινώσει έναν έτοιμο πολιτικό φορέα. Παραχώρησε μια συνέντευξη, απαντώντας σε ερωτήματα που είχαν ήδη τεθεί δημόσια και είχαν προκαλέσει έντονη συζήτηση.
Η απάντησή της ήταν σαφής, ειλικρινής και οριοθετημένη: θα υπάρξει ένας φορέας, ένα κίνημα, με θεμελιώδη αρχή την κάθαρση.
Στον ελάχιστο τηλεοπτικό χρόνο που είχε στη διάθεσή της, μίλησε για την κόρη της, για τη στοχοποίηση που δέχεται και για τις απειλές κατά της ζωής της, αλλά και όπως η ίδια ανέφερε για απειλές που αφορούσαν τον γιο της. Είναι αυτονόητο ότι δεν επρόκειτο για στιγμή πλήρους πολιτικής ανάλυσης ή παρουσίασης προγράμματος.
Κι όμως, από εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ενεργοποιήθηκε ένας γνώριμος και σκοτεινός μηχανισμός.
-Πριν υπάρξει διακήρυξη.
-Πριν υπάρξει οργανωμένο πλαίσιο.
-Πριν παρουσιαστούν πρόσωπα, θέσεις ή χρονοδιάγραμμα.
Απαιτούν ονόματα, Απαιτούν πρόσωπα. Όχι για να ανοίξει ένας γόνιμος διάλογος, αλλά για να επιτευχθεί μια πρόωρη ακύρωση.
Οι μέθοδοι είναι γνωστές, επαναλαμβανόμενες και βαθιά αντιδημοκρατικές.Να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός προληπτικής εξουδετέρωσης.
Οργανωμένες διαδικτυακές ομάδες στοχοποίησης, που εμφανίζονται ως δήθεν αυθόρμητες «φωνές πολιτών», ενώ λειτουργούν με κοινή γραμμή και μοναδικό σκοπό τη δολοφονία χαρακτήρων.
Δημοσιοποίηση ονομάτων καταξιωμένων πολιτών, με βάση απλές φήμες ή υποψίες στήριξης, ώστε να δεχθούν επιθέσεις πριν καν προλάβουν να εκφραστούν δημόσια.
Δημοσιογραφικές παρεμβάσεις με κατευθυνόμενη αρθρογραφία ,από πρόσωπα σε διαρκή διασύνδεση με κομματικούς μηχανισμούς,άτομα που συχνά «φιλοξενούνται» σε κυβερνητικά γραφεία Τύπου, ενώ αμείβονται άμεσα ή έμμεσα από τους φόρους των πολιτών.
Η κατασκευή ενός αφηγήματος που μετατοπίζει τεχνηέντως τη συζήτηση από την ουσία του προβλήματος στην προσωπική απαξίωση.
Αυτό δεν είναι δημοσιογραφία. Είναι ένας σχεδιασμένος μηχανισμός προληπτικής εξουδετέρωσης.
Αλλά τι είναι αυτό που προκάλεσε περισσότερο από όλα τον πανικό τους;
Η λέξη που κινητοποίησε αυτά τα αντανακλαστικά δεν ήταν η λέξη «κόμμα». Δεν ήταν η λέξη «εξουσία». Ήταν η λέξη ΚΑΘΑΡΣΗ.
Μια λέξη χιλιοειπωμένη στο παρελθόν, αλλά αυτή τη φορά διατυπωμένη όχι ως κάλπικο προεκλογικό σύνθημα, αλλά ως την ουσιαστική απαίτηση μιας ολόκληρης κοινωνίας.
Μια λέξη που, μετά από σκάνδαλα, παρακολουθήσεις, θεσμικές παρεκτροπές και μια διαχρονική κουλτούρα ατιμωρησίας, και τόσα άλλα , εκφράζει το βαθύ και καθολικό αίτημα των απλών ανθρώπων.
Η κάθαρση δεν είναι ρεβανσισμός. Δεν είναι ιδεολογία. Δεν είναι κομματική ταυτότητα. Είναι η απόλυτη προϋπόθεση της Δημοκρατίας.
Όταν βλέπουμε επιθέσεις να εκδηλώνονται ταυτόχρονα από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες, αυτό δεν αποτελεί πλουραλισμό. Είναι μια σύμπτωση συμφερόντων απέναντι στον ίδιο κοινό φόβο: τη λογοδοσία.
Διοργανώνουν πολιτικές συζητήσεις κυρίως στην κομματική-κυβερνητική ΕΡΤ και όλοι μαζί κουνάνε το δάχτυλο στο όνομα της «εμπειρίας» οι ίδιοι που μετέτρεψαν την πολιτική σε κληρονομικό δικαίωμα.
Εκείνοι που κυβέρνησαν μέσα από πολιτικά τζάκια, που δεν εργάστηκαν ποτέ εκτός εξουσίας και όμως συσσώρευσαν περιουσίες χωρίς ποτέ να ελεγχθούν πραγματικά.
Είναι οι ίδιοι που δεν λογοδότησαν για τα σκάνδαλα, που δεν δικάστηκαν για τα αδικήματά τους, που δεν έδωσαν εξηγήσεις για φυγαδεύσεις υποδίκων, για κεφάλαια εκτός χώρας και για καταθέσεις που "πέταξαν" στο εξωτερικό λίγες ώρες πριν υπογραφούν μνημόνια σε βάρος του λαού. Είναι αυτοί που όντως εχουν εμπειρία αλλά εμπειρία της απόλυτης Καταστροφής.
Τη χώρα δεν την κατέστρεψαν οι άπειροι. Την κατέστρεψαν οι «έμπειροι» της κληρονομικής εξουσίας. Αν αυτή είναι η εμπειρία τους, τότε η κοινωνία δεν έχει να φοβηθεί την «απειρία»· αντίθετα, έχει να προσδοκά την απαλλαγή από εκείνους που τη χρεοκόπησαν.
Προσωπικά, ως ένας άνθρωπος που τάχθηκε εξ αρχής στο πλευρό των συγγενών για την αλήθεια ,και μόνο γι' αυτήν, αρνούμαι να παραμείνω σιωπηλός θεατής στο ίδιο, κακοπαιγμένο έργο της ηθικής εξόντωσης.
Το μοτίβο είναι γνώριμο και μηχανιστικό: Πρώτα η στοχοποίηση, μετά η συκοφαντία και τελικά η απαξίωση.
Όμως, ας μην γελιόμαστε. Δεν είναι ένα πρόσωπο που βάλλεται.
Είναι η ίδια η ελπίδα της κοινωνίας ότι η ατιμωρησία μπορεί, επιτέλους, να ηττηθεί.
Επιχειρείται ξανά να στραγγαλιστεί η δυνατότητά μας να αναπνέουμε σε μια χώρα Δικαίου και να διεκδικούμε το αυτονόητο απέναντι στο ανέλεγκτο.
Η Δημοκρατία δεν απειλείται από την ουσιαστική κάθαρση.
Την έχει ανάγκη για να παραμείνει ζωντανή.
Γιατί χωρίς κάθαρση, η Δημοκρατία μετατρέπεται σε ένα άδειο κέλυφος, και χωρίς λογοδοσία, παραμένει μια λέξη χωρίς περιεχόμενο.
Η Δημοκρατία δεν φοβάται την κάθαρση.
Την απαιτεί ως πράξη επιβίωσης.
Εξαιρετικό κείμενο παρέμβαση στη συγκυρία από τον σ. Αντώνης Ανδρουλιδάκης που μας μιλάει για την υπέρβαση του τραύματος της εγκατάλειψης και του Ανυπεράσπιστου πολίτη καθώς και του κύκλου της Μεταπολίτευσης:ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ "ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ"
Α π ό τ η ν Κ ύ π ρ ο σ τ α Τ έ μ π η, η α π ο σ ύ ν θ ε σ η τ η ς Μ ε τ α π ο λ ί τ ε υ σ η ς
Με την έννοια αυτή το κοινωνικοπολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης γεννήθηκε όχι απλώς μετά τη χούντα, αλλά πάνω στο τραύμα της απώλειας της μισής Κύπρου. Ας μην κρυβόμαστε άλλο: αυτό δεν είναι απλώς ιστορικό γεγονός, είναι το ανομολόγητο θεμέλιο του πολιτικού συστήματος της Μεταπολίτευσης.
Ο ιδρυτικός αυτός συμβιβασμός ήταν σιωπηρός αλλά σαφής. «Η Κύπρος κείται μακράν». Δηλαδή, «Δεν μιλάμε για την ήττα.
Σταθεροποιούμε το εσωτερικό. Ανταλλάσσουμε εθνική αυτοπεποίθηση με μια προσδοκία θεσμικής κανονικότητας.»
Με όρους συστημικής θεωρίας το σύστημα της Μεταπολίτευσης ήταν ένα σύστημα διαχείρισης/μπαλώματος τραύματος, όχι υπέρβασής του ή θεραπείας του.
Όμως, στο Κυπριακό Τραύμα δεν συμπυκνώθηκε μόνο μια εθνική ήττα.
Συμπυκνώθηκε κάτι βαθύτερο και πιο υπαρξιακό. Το Τραύμα της Εγκατάλειψης. Εγκατάλειψη από τους συμμάχους. Εγκατάλειψη των Ελλήνων από την Ελλάδα. Εγκατάλειψη από τις εγγυήσεις. Εγκατάλειψη από το ίδιο το κράτος, που δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον λαό του. Εγκατάλειψη εν τέλει του ενός από τον Άλλο. Και βέβαια, αυτό δεν έμεινε στην Κύπρο. Μετατράπηκε σε συλλογικό ψυχικό ίχνος μέσα στην Ελλάδα. «Όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, θα μείνουμε μόνοι.»
Αυτό συγκροτεί το Τραύμα του Ανυπεράσπιστου.
Έχει άραγε ο αναγνώστης του κειμένου αυτού μια ανάλογη εμπειρία "ανυπεράσπιστου"; Έχει άραγε στον περίγυρο των αγαπημένων του προσώπων κάποιον που έφυγε από τη ζωή γιατί δεν βρέθηκε κλίνη σε κάποια ΜΕΘ; Κάποιον που σκοτώθηκε σε έναν δρόμο καρμανιόλα; Κάποιον που αυτοκτόνησε στα χρόνια της Μνημονιακής λεηλασίας; Κάποιον που έχασε την εργασία του γιατί τόλμησε να διεκδικήσει τα αυτονόητα; Κάποιον που δεν κατάφερε να μπει στο πανεπιστήμιο γιατί δεν είχε τρόπο να χρηματοδοτήσει την απαιτούμενη παραπαιδεία; Κάποιον που συνετρίβη υπαρξιακά παγιδευμένος στα "ανακουφιστικά παυσίπονα" κάποιας εξάρτησης από ουσίες, από αλκοόλ, από τζόγο κλπ; Κάποιον που έχασε την ψυχική του υγεία, προσπαθώντας να ανταπεξέλθει σ' αυτό το άρρωστο σύστημα; Κάποιον που έχασε την μικρή επιχείρηση του εξαιτίας ενός φορολογικού συστήματος που "σκοτώνει" την μικρή επιχειρηματικότητα για χάρη της ολιγαρχίας; Κάποιον που το fund του έκλεψε το σπίτι; Κάποια μητέρα που δεν είχε την απαραίτητη στήριξη για να μπορεί εκείνη να προσφέρει στα παιδιά της; Ή κάποιον που σκοτώθηκε στα Τέμπη;
'Εχει άραγε ο αναγνώστης ο ίδιος μια τέτοια εμπειρία; Έμεινε κι αυτός Aνυπεράσπιστος; Ενοιωσε και ο αναγνώστης μόνος όταν ήρθε η κρίσιμη στιγμή και μια πολιτεία ανάπηρη δεν ήταν εκεί;
Αν ναι, τότε αυτό ακριβώς είναι το τραύμα του Ανυπεράσπιστου που αναβίωσε, συμπυκνώθηκε και σαρκώθηκε στα Τέμπη.
Όχι γιατί είναι ίδιας κλίμακας ιστορικά με το Κυπριακό ή με την ατομική "εγκατάλειψη" καθενός, αλλά γιατί είναι ίδιας ποιότητας υπαρξιακά: πολίτες αφημένοι σε ένα σύστημα που δεν προστατεύει, όπου η ευθύνη χάνεται στη γραφειοκρατία, οι θεσμοί υπάρχουν μόνο στα χαρτιά και μετά… σιωπή, αναβολή, συγκάλυψη και προκλητική αδιαφορία για την ανθρώπινη οδύνη.
Το τραύμα αυτό πλέον δεν μπορεί να αποκρυβεί.
Γιατί έχει περάσει από το επίπεδο της μνήμης στο επίπεδο της καθημερινής βιωμένης εμπειρίας όλων μας.
Τα Τέμπη μας "έτριψαν στην μούρη" ό,τι δεν αντέχαμε να δούμε.
Γι' αυτό, ύστερα απ' αυτή την Αποκάλυψη, το Πολιτικό Σύστημα της Μεταπολίτευσης διέρχεται τις τελευταίες ώρες του.
Το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης δεν βιώνει απλώς κρίση αποτελεσματικότητας. Βιώνει κρίση ψυχικής νομιμοποίησης. Οι πολίτες δεν λένε πια μόνο «δεν τα καταφέρνουν» ή «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Αναγνωρίζουν πλέον καθαρά πως «δεν μας νοιάζονται». Κι αυτό είναι καίρια τομή. Γιατί τα καθεστώτα, αν δεν επιβιώνουν με την αγάπη των κοινωνιών, επιβιώνουν τουλάχιστον με την ανοχή τους. Όταν, όμως χαθεί και η ανοχή, αρχίζει η πραγματική αποσύνθεση. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα.
Συνεπώς, το Τραύμα της εγκατάλειψης του Ανυπεράσπιστου, που γεννήθηκε στην Κύπρο -και με το αίμα και την οδύνη της γεννήθηκε η Μεταπολίτευση- επανεμφανίστηκε ως Ρήγμα στα Τέμπη, συνδέοντας εκατομμύρια ατομικά τραύματα με το συλλογικό και ζητά σήμερα πολιτική μετάφραση σε μια νέα μεταπολίτευση. Τα Τέμπη θα αποτελέσουν τον ιδρυτικό "μύθο" της 4ης Ελληνικής Δημοκρατίας, καθώς η μεταπολίτευση έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Γι' αυτό άλλωστε και οι οργισμένες αντιδράσεις των λογής-λογής "εκπροσώπων" της που βλέπουν με τρόμο ό,τι τους "έθρεψε" να ξεψυχά.
Παρ' όλα αυτά, υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα:
Μήπως το παλιό πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης μπορεί να «νεκραναστηθεί»;
Και η απάντηση μπορεί να μην είναι τόσο καθησυχαστική.
Ιστορικά, η παλινόρθωση γίνεται με τρεις μηχανισμούς.
Πρώτον, με τον φόβο:
όταν η αστάθεια παρατείνεται -το γνώριμο κακό μοιάζει ασφαλέστερο από το άγνωστο καλό- σενάριο που μοιάζει να μην έχει πολλές πιθανότητες με δεδομένη την δημοσκοπικά εκφρασμένη επιλογή των πολιτών υπέρ του Χάος έναντι, τουλάχιστον, της παρούσας κυβέρνησης.
Δεύτερον, με τη μεταμφίεση:
το σύστημα επιστρέφει με νέα πρόσωπα, νέα συνθήματα και ίδια, απαράλλαχτη λογική κυριαρχίας. Πρόκειται όμως για έργο που μάλλον έχει παιχτεί ήδη αρκετές φορές και το "κοινό" αντιλαμβάνεται πλέον τις "ξαναζεσταμένες σούπες".
Και τρίτον, με την κόπωση των κινημάτων:
οι κοινωνίες εξαντλούνται γρηγορότερα από τους μηχανισμούς εξουσίας. Αυτό μένει να κριθεί στο επόμενο διάστημα.
Πόσο, δηλαδή, το Κίνημα των Τεμπών -και το όραμα για ένα νέο Πολιτικό Σύστημα που επαγγέλεται- θα αντέξει στην κόπωση λόγω των επαναλαμβανόμενων πληγμάτων που εξαπολύονται πανταχόθεν από το "νεκροζώντανο" παλιό, αλλά και από την εύλογη δυσκολία του να συγκροτηθεί έγκαιρα σε πολιτικό υποκείμενο.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ "ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗΣ"
Α π ό τ η ν Κ ύ π ρ ο σ τ α Τ έ μ π η, η α π ο σ ύ ν θ ε σ η τ η ς Μ ε τ α π ο λ ί τ ε υ σ η ς
Τα κοινωνικοπολιτικά συστήματα γεννιούνται μέσα από μια κρίση, σταθεροποιούνται γύρω από έναν ιδρυτικό συμβιβασμό και επιβιώνουν όσο μπορούν να απορροφούν εντάσεις χωρίς να αλλάζει η δομή τους.
Ο ιδρυτικός αυτός συμβιβασμός ήταν σιωπηρός αλλά σαφής. «Η Κύπρος κείται μακράν». Δηλαδή, «Δεν μιλάμε για την ήττα.
Σταθεροποιούμε το εσωτερικό. Ανταλλάσσουμε εθνική αυτοπεποίθηση με μια προσδοκία θεσμικής κανονικότητας.»
Με όρους συστημικής θεωρίας το σύστημα της Μεταπολίτευσης ήταν ένα σύστημα διαχείρισης/μπαλώματος τραύματος, όχι υπέρβασής του ή θεραπείας του.
Όμως, στο Κυπριακό Τραύμα δεν συμπυκνώθηκε μόνο μια εθνική ήττα.
Συμπυκνώθηκε κάτι βαθύτερο και πιο υπαρξιακό. Το Τραύμα της Εγκατάλειψης. Εγκατάλειψη από τους συμμάχους. Εγκατάλειψη των Ελλήνων από την Ελλάδα. Εγκατάλειψη από τις εγγυήσεις. Εγκατάλειψη από το ίδιο το κράτος, που δεν μπόρεσε να προστατεύσει τον λαό του. Εγκατάλειψη εν τέλει του ενός από τον Άλλο. Και βέβαια, αυτό δεν έμεινε στην Κύπρο. Μετατράπηκε σε συλλογικό ψυχικό ίχνος μέσα στην Ελλάδα. «Όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, θα μείνουμε μόνοι.»
Αυτό συγκροτεί το Τραύμα του Ανυπεράσπιστου.
Έχει άραγε ο αναγνώστης του κειμένου αυτού μια ανάλογη εμπειρία "ανυπεράσπιστου"; Έχει άραγε στον περίγυρο των αγαπημένων του προσώπων κάποιον που έφυγε από τη ζωή γιατί δεν βρέθηκε κλίνη σε κάποια ΜΕΘ; Κάποιον που σκοτώθηκε σε έναν δρόμο καρμανιόλα; Κάποιον που αυτοκτόνησε στα χρόνια της Μνημονιακής λεηλασίας; Κάποιον που έχασε την εργασία του γιατί τόλμησε να διεκδικήσει τα αυτονόητα; Κάποιον που δεν κατάφερε να μπει στο πανεπιστήμιο γιατί δεν είχε τρόπο να χρηματοδοτήσει την απαιτούμενη παραπαιδεία; Κάποιον που συνετρίβη υπαρξιακά παγιδευμένος στα "ανακουφιστικά παυσίπονα" κάποιας εξάρτησης από ουσίες, από αλκοόλ, από τζόγο κλπ; Κάποιον που έχασε την ψυχική του υγεία, προσπαθώντας να ανταπεξέλθει σ' αυτό το άρρωστο σύστημα; Κάποιον που έχασε την μικρή επιχείρηση του εξαιτίας ενός φορολογικού συστήματος που "σκοτώνει" την μικρή επιχειρηματικότητα για χάρη της ολιγαρχίας; Κάποιον που το fund του έκλεψε το σπίτι; Κάποια μητέρα που δεν είχε την απαραίτητη στήριξη για να μπορεί εκείνη να προσφέρει στα παιδιά της; Ή κάποιον που σκοτώθηκε στα Τέμπη;
'Εχει άραγε ο αναγνώστης ο ίδιος μια τέτοια εμπειρία; Έμεινε κι αυτός Aνυπεράσπιστος; Ενοιωσε και ο αναγνώστης μόνος όταν ήρθε η κρίσιμη στιγμή και μια πολιτεία ανάπηρη δεν ήταν εκεί;
Αν ναι, τότε αυτό ακριβώς είναι το τραύμα του Ανυπεράσπιστου που αναβίωσε, συμπυκνώθηκε και σαρκώθηκε στα Τέμπη.
Όχι γιατί είναι ίδιας κλίμακας ιστορικά με το Κυπριακό ή με την ατομική "εγκατάλειψη" καθενός, αλλά γιατί είναι ίδιας ποιότητας υπαρξιακά: πολίτες αφημένοι σε ένα σύστημα που δεν προστατεύει, όπου η ευθύνη χάνεται στη γραφειοκρατία, οι θεσμοί υπάρχουν μόνο στα χαρτιά και μετά… σιωπή, αναβολή, συγκάλυψη και προκλητική αδιαφορία για την ανθρώπινη οδύνη.
Το τραύμα αυτό πλέον δεν μπορεί να αποκρυβεί.
Γιατί έχει περάσει από το επίπεδο της μνήμης στο επίπεδο της καθημερινής βιωμένης εμπειρίας όλων μας.
Τα Τέμπη μας "έτριψαν στην μούρη" ό,τι δεν αντέχαμε να δούμε.
Γι' αυτό, ύστερα απ' αυτή την Αποκάλυψη, το Πολιτικό Σύστημα της Μεταπολίτευσης διέρχεται τις τελευταίες ώρες του.
Το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης δεν βιώνει απλώς κρίση αποτελεσματικότητας. Βιώνει κρίση ψυχικής νομιμοποίησης. Οι πολίτες δεν λένε πια μόνο «δεν τα καταφέρνουν» ή «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα». Αναγνωρίζουν πλέον καθαρά πως «δεν μας νοιάζονται». Κι αυτό είναι καίρια τομή. Γιατί τα καθεστώτα, αν δεν επιβιώνουν με την αγάπη των κοινωνιών, επιβιώνουν τουλάχιστον με την ανοχή τους. Όταν, όμως χαθεί και η ανοχή, αρχίζει η πραγματική αποσύνθεση. Εδώ βρισκόμαστε σήμερα.
Συνεπώς, το Τραύμα της εγκατάλειψης του Ανυπεράσπιστου, που γεννήθηκε στην Κύπρο -και με το αίμα και την οδύνη της γεννήθηκε η Μεταπολίτευση- επανεμφανίστηκε ως Ρήγμα στα Τέμπη, συνδέοντας εκατομμύρια ατομικά τραύματα με το συλλογικό και ζητά σήμερα πολιτική μετάφραση σε μια νέα μεταπολίτευση. Τα Τέμπη θα αποτελέσουν τον ιδρυτικό "μύθο" της 4ης Ελληνικής Δημοκρατίας, καθώς η μεταπολίτευση έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Γι' αυτό άλλωστε και οι οργισμένες αντιδράσεις των λογής-λογής "εκπροσώπων" της που βλέπουν με τρόμο ό,τι τους "έθρεψε" να ξεψυχά.
"Η μοναξιά είναι ένας παράγοντας κινδύνου για ασθένεια όσο και το κάπνισμα 15 τσιγάρων την ημέρα".
Gabor Mate | Ο Μύθος του Φυσιολογικού (Myth of Normal).
ΜΠΟΡΕΙ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΝΑ ΠΑΡΑΞΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ;
Είναι δεδομένο και κοινώς αποδεκτό ότι κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Με την Μαρία τα πράγματα φαίνεται να είναι λίγο διαφορετικά. Κι είναι διαφορετικά γιατί αυτή η πολίτης που έγινε το σύμβολο του αγώνα για ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, αλλάζει το πολιτικό σκηνικό.
Μπορεί το πένθος να παράξει πολιτική;
Αναρωτιούνται έγκριτοι αρθρογράφοι κι ομολογώ ότι κι ο ίδιος βρέθηκα να αναρωτιέμαι.
Η προφανής απάντηση είναι όχι.
Αυτή είναι μια απάντηση απλή κι εύκολη, αναγωγική.
Όταν όμως συμπεριλάβουμε όλα τα γύρω - γύρω, το πράγμα αλλάζει. Η αιτία του πένθους είναι ο θάνατος. Η αιτία του θανάτου οφείλεται στην σύγκρουση δύο τραίνων που κινούνταν αντίθετα με ταχύτητα στην ίδια γραμμή επί 12 ολόκληρα λεπτά, χωρίς να μπορεί να κάνει κανείς τίποτα. Και δεν μπορούσε να κάνει κανείς τίποτα γιατί δεν λειτουργούσε τίποτα. Είναι συνέπεια της Κυβερνητικής αδιαφορίας, της διαφθοράς, της διαπλοκής, της ασκούμενης πολιτικής. Συμπληρώνεται το έγκλημα με ένα άλλο έγκλημα, αυτό της συγκάλυψης!
Είναι λοιπόν αναντίρρητα έγκλημα του Κράτους του Μστκη προϊόν της ασκούμενης νεοφιλελεύθερης πολιτικής με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Μαφίας και του νόμου της σιωπής.
Το πένθος της Μαρίας - κι όλων των συγγενών, είναι συνέπεια εγκλήματος, το οποίο είναι το αποτέλεσμα της ασκούμενης πολιτικής. Όσο αυτή η πολιτική θα συνεχίζει να ασκείται τα εγκλήματα θα συνεχίσουν να συμβαίνουν.
Κι αφού η δικαιοσύνη συγκαλύπτει και συγκαλύπτεται, η απάντηση μένει να είναι - ΜΟΝΟ πολιτική!
Το μη δικαιωμένο πένθος μπορεί να παράξει πολιτική, προτάσσοντας την ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ως αίτημα πολιτικό.
Το θυμικό του λαού (πολιτών που λέει κι η Μαρία που είναι δεξιών καταβολών) αγγίχτηκε, καθώς η ΑΔΙΚΙΑ είναι παντού διάχυτη στην κοινωνία. Το σθένος της να τα βάζει με το παραΚράτος που παριστάνει το Κράτος έγινε σηματοδότης ελπίδας.
Αυτό το αίτημα για ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ συγκόλλησε ετερόκλητα πλήθη ανθρώπων που γνωρίζουν τι σημαίνει κανείς να υποφέρει άδικα και μονίμως ακούνε ότι έτσι είναι τα πράγματα και τίποτε δεν αλλάζει. Το αίτημα για ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ υπερέβην τις κομματικές γραμμές. Για αυτό συναντάμε σε δημοσκοπήσεις ανθρώπους από όλο το ιδεολογικό και πολιτικό φάσμα να στηρίζουν την "μάνα των Τεμπών".
Το σχήμα ήδη σχηματίζεται.
Το ερώτημα του εκατομμυρίου είναι, ποια μορφή θα πάρει;
Όσοι λένε ότι είναι μονοθεματικό κίνημα με ένα - μόνο αίτημα μάλλον βλέπουν το δέντρο και χάνουν το δάσος της κοινωνικής αδικίας που απλώνεται παντού.
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΠΑΝΤΟΥ σημαίνει την αλλαγή ΠΑΝΤΟΥ, σε κάθε πτυχή της ζωής, σημαίνει την ανατροπή του status.
Το ερώτημα ποια μορφή θα πάρει αλλάζει με την συμμετοχή. Γίνεται, εμείς ποια μορφή θα του δώσουμε;
ΥΓ. Κάτι τελευταίο για το σχόλιο περί 3ου χειρότερου μνημονίου και για αυτούς που θίχτηκαν καθώς φαίνεται η Μαρία να έχει καταπιεί την προπαγάνδα. Πράγματι στην οικονομική διάσταση του "πράγματος" (οικ. μέτρα) ήταν μικρότερο από τα δύο προηγούμενα. Αυτό που επιμελώς αποφεύγουν να σχολιάσουν, παρότι ιδεολογικά συγκροτημένοι, είναι το ίδιο το "πράγμα".
Κι αυτό δεν είναι το 3ο μνημόνιο, είναι η Χώρα κι η Χώρα είμαστε εμείς, εμείς είμαστε το "πράγμα".
Οντολογικά κι όχι οικονομικά ήταν κι είναι το χειρότερο. Δέσμευσε την παραγωγική δυνατότητα της Χώρας για 99 χρόνια! Οντολογικά σημαίνει τον τρόπο που θα συνεχίσει και συνεχίζει να υπάρχει η Χώρα, δηλαδή πώς θα ζήσουμε εμείς, τα παιδιά μας, τα παιδιά τους, μετά από αυτό!
Γιατί τι άλλο από αυτό είναι το νόημα της φράσης που είπε αυθόρμητα και πάλι τους ξέφυγε: "Μας σήκωσε ψηλά, μας έδωσε ελπίδα κι έπειτα μας γκρέμισε!"
Αυτή είναι η ουσία του χειρότερου!
Θυμίζω σε όσους εξανίστανται ότι αν αυτό δεν είχε συμβεί, πιθανά ποτέ η ΜΑΡΙΑ να μην έλεγε αυτό που είπε. Γιατί πιθανά ποτέ να μην σκεφτόταν να γίνει από πολίτης, πολιτικός!
Μάνος Σ. Στεφανίδης
* Το φαινόμενο Καρυστιανού ανήκει σ' εκείνες τις περιπτώσεις όπου οι κοινωνιολόγοι και οι πολιτικοί αναλυτές κρεμούν τα μολύβια τους. Όμως... Ψυχραιμία παιδιά!
Ερωτώ: Μπορεί το πένθος και μόνο να παραγάγει πολιτικό λόγο; Ασφαλώς και μπορεί. Ιδιαίτερα όταν αγγίζει τον πιο βαθύ λαϊκό ψυχισμό. Έγραφα τότε με αφορμή την θρηνητική μπαλάντα του Φοίβου Δεληβοριά ότι "ένα και μόνο τραγούδι μπορεί να τους σαρώσει ". Επιτρέπεται σε μίαν από τους γονείς - μάρτυρες των Τεμπών να διεκδικήσει πολιτικά την δικαίωση, ιδιαίτερα όταν το επίσημο κράτος έκανε ό τι μπορούσε για να συγκαλείψει υπαίτιους και αιτίες; Επιβάλλεται να το κάνει. Η κ. Καρυστιανού, ολομόναχη κατ' ουσίαν, πέτυχε παρά πολλά συν - κινώντας έναν ολόκληρο λαό και παρασύροντας στις πλατείες και τους πλέον ράθυμους ή αποστασιοποιημένους. Αυτό το γεγονός και μόνο συνιστά τεράστια επιτυχία. Αλλά και το γεγονός ότι όλο το σύστημα κινήθηκε με πανικό εναντίον της. Στους επόμενες εκλογές θα ψηφίσουν με πάθος όσοι ως τώρα απείχαν. Αυτό φοβάται από τη μιά το πολιτικό κατεστημένο κι από την τα μονοπρόσωπα κόμματα.Τώρα βέβαια αρχίζουν τα δύσκολα αλλά και τα ουσιαστικά.
Προσωπικά πάντως γελάω με όσους ψέγουν τις - καθαρές και έντιμες - απόψεις της όταν έχουν κατά καιρούς ενθουσιαστεί με τον λόγο του Άδωνι, του Βελόπουλου, του Βαρουφάκη, του Κασελάκη και βέβαια του μοιραίου Αλέξη. Προς ώρας η Καρυστιανού "έφαγε" τον φελλό ευρωβουλευτή - μπράβο στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ για την άμεση αντίδραση του - και έπεται η σύγκρουση με την Ζωή. Η οποία πλήττεται άμεσα από την ανακοίνωση της Μαρίας. Συμπέρασμα: Βιάστηκαν όσοι θεώρησαν την επικεφαλής του κινήματος των Τεμπών δεδομένη. Μόνα δεδομένα είναι η συγγνωστή μεν απειρία της αλλά και το τσαγανό και το αναμφισβήτητο ένστικτο που διαθέτει. Είναι φιλόδοξη; Αλίμονο αν δεν ήταν. Η συγκυρία - την οποία ούτε ευχήθηκε, ούτε προκάλεσε - την ευνοεί μέσα από την προσωπική της δυστυχία. Το σάπιο ήδη πυορροεί από πολύ καιρό. Η ίδια θα κριθεί πιο σοβαρά όταν αρχίσει να εμφανίζει τους συνεργάτες της. Γιατί το διακύβευμα είναι συλλογικό ενώ πρέπει να λειτουργεί σε πανεθνικό επίπεδο και υπεράνω τρεχόντων κομμάτων. Επειδή και η, τρέχουσα, δεξιά και η, τρέχουσα, αριστερά έχουν οικτρά αποτύχει. Από την ουδείς προέρχεται από παρθενογένεση και οι πάντες (οφείλουν να) διαθέτουν ιδεολογία. Και πάνω απ' όλα αξίες. Ίδωμεν!
Η περίπτωση Καρυστιανού με το ευρύ, λαϊκό της έρεισμα, καθώς απειλεί συλλήβδην το σύστημα και τα προϊόντα του*, γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρουσα.
«Η ΛΥΣΣΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ Σ' ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ»
Η επίθεση στην Καρυστιανού ως συμπτωματολογία μιας παρηκμασμένης πολιτικής κουλτούρας.
Ο Καμύ είχε εντοπίσει, με χειρουργική ακρίβεια, έναν από τους σκοτεινότερους μηχανισμούς του ανθρώπινου ψυχισμού και των κοινωνιών λέγοντας πως «Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει, αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ’ αυτό που σε συνθλίβει».
Αυτή η φράση δεν περιγράφει μόνο μια υπαρξιακή μάχη. Περιγράφει την αντίδραση των υποταγμένων απέναντι σε όσους αρνούνται να ζήσουν γονατιστοί.
Και αυτή η δυναμική εξηγεί σχεδόν τέλεια το φαινόμενο της επιθετικότητας απέναντι στη Maria Karystianou.
Η Μαρία Καρυστιανού προκαλεί τόση εχθρότητα γιατί κάνει κάτι που οι περισσότεροι δεν αντέχουν να δουν. Αντιστέκεται εκεί όπου οι άλλοι έχουν παραδώσει τα όπλα.
Η δύναμή της, η καθαρότητά της, η επιμονή της, η αδιαπραγμάτευτη αναζήτηση της αλήθειας, ξεσκεπάζουν όχι απλώς το πολιτικό σύστημα, αλλά την υποταγή πολλών σε αυτό.
Γι’ αυτό η επίθεση δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι υπαρξιακή.
Η παρουσία της υπενθυμίζει στον καθένα τι δεν έκανε, τι δεν τόλμησε, πότε υποχώρησε, πού ντράπηκε, πού βολεύτηκε.
Η Καρυστιανού λειτουργεί σαν καθρέφτης της ατομικής και συλλογικής μας υποταγής και ανεπάρκειας.
Κι αυτό είναι αφόρητο για όσους έχουν χτίσει την ταυτότητά τους πάνω στη συμβατότητα, στην υποταγή, στην προσαρμογή.
Ο Καμύ θα έλεγε όποιος δεν τολμά να αντισταθεί, μισεί εκείνον που τολμά.
Γι' αυτό και τα emoji γελάκια, ο κυνισμός των διαδικτυακών σχολίων, οι χυδαίες ύβρεις, η παρανοειδής δυσπιστία στις προθέσεις της ή οι σοβαροφανείς αναλύσεις που την εγκαλούν για το "πολιτικό της λίγο" και οι λοιδορίες για τους υποτιθέμενους συνεργάτες της.
Η κυρία Καρυστιανού μιλά για ευθύνη όταν οι ίδιοι την αποφεύγουν, μιλά για δικαιοσύνη όταν εκείνοι βρίσκουν πρόσχημα, μιλά για αλήθεια όταν εκείνοι ζουν από τη διαχείριση του ψεύδους, μιλά για αξιοπρέπεια όταν εκείνοι -χρόνια τώρα- υπογράφουν την υποταγή.
Γιατί δείχνει στον λαό ότι δεν είναι όλοι το ίδιο, ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που δεν φοβούνται.
Και αυτό είναι πολιτικά καταστροφικό για όσους έχτισαν καριέρες που βασίζονται στον φόβο και την αδράνεια.
Κι ύστερα είναι όλη αυτή η μεγάλη τέχνη της μικρότητας που τόσο ανθεί στην έρμη πατρίδα μας. Η επίθεση των πάσης φύσεως σχολιαστών του διαδικτύου.
Δημοσιογράφοι, opinion makers, σχολιαστές στα social, όλοι αυτοί που βγάζουν χολή απέναντί της
Η κυρία Καρυστιανού τους θυμίζει ότι υπάρχουν άνθρωποι που
δεν δέχονται χορηγίες, δεν προσκυνούν κόμματα, δεν κολακεύουν εξουσίες, δεν ζουν από χαρτζιλίκια ισχυρών, δεν σιτίζονται στο πρυτανείο των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, δεν ανησυχούν μην χάσουν την καβάντζα που βολεύτηκαν και δεν φοβούνται την κοινωνική σύγκρουση.
Η ύπαρξή της κάνει τη δική τους ύπαρξη να μοιάζει ανούσια,
ηθικά άδεια, δειλή και απονοηματοδοτημένη.
Γι’ αυτό αντιδρούν με λύσσα. Όχι επειδή δεν συμφωνούν μαζί της.
Αλλά επειδή τους ακυρώνει ως ηθικά υποκείμενα.
Ακόμη και το "ανώνυμο μίσος" στο διαδίκτυο δεν είναι “τυχαίο”.
Είναι το καθαρότερο παράδειγμα αυτού που περιέγραψε ο Καμύ:
η μικρότητα που μισεί εκείνον που σηκώνει ανάστημα.
Ο απλός άνθρωπος που είναι εγκλωβισμένος στην αίσθηση ότι “τίποτα δεν αλλάζει”, ότι “όλοι ίδιοι είναι”, ότι “δεν γίνεται τίποτα”, βλέπει ξαφνικά μπροστά του μια γυναίκα που κάνει το αδύνατο δυνατό.
Αυτό γεννά φθόνο, όχι θαυμασμό.
Διότι αποκαλύπτεται η προσωπική αδράνεια και υποταγή του καθενός.
Σύμφωνα με τον Καμύ ο καταπιεσμένος που δεν μπορεί να εξεγερθεί, στρέφεται εναντίον εκείνου που εξεγείρεται.
Εν τέλει η κυρία Καρυστιανού δέχεται επιθέσεις από όλες τις πλευρές γιατί απειλεί όλους τους κώδικες αυτής της χώρας.Δεν φοβάται την κοινωνία και άρα απειλεί τους υποταγμένους. Δεν παίζει πολιτικά παιχνίδια και άρα απειλεί τα συστημικά κόμματα.
Η Μαρία Καρυστιανού είναι επικίνδυνη όχι επειδή είναι ριζοσπαστική, αλλά επειδή είναι ανεπηρέαστη.
Και σε μια κοινωνία που έχει μάθει ότι όλα αγοράζονται και όλα ελέγχονται, το ανυπότακτο πολιτικό υποκείμενο είναι πάντα ανεξέλεγκτο μέγεθος.
Και αυτό, όπως διέγνωσε ο Καμύ, είναι αρκετό για να γεννήσει την πιο άγρια μορφή εχθρότητας σε όσους έχουν μάθει να ζουν γονατισμένοι.
Λέκτορας Ψυχολογίας της Οικογένειας- Neapolis University Pafos-Cyprus
Διδάσκων Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας στο Τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου University Of Modern Temple of Zeus - Cyprus
Εξαιρετικός Vassilis Fouskas
Ο Κωνσταντίνος Γρίβας, ως καθηγητής γεωπολιτικής και ειδικός στη στρατηγική ισχύος, αναγνωρίζει ότι η γεωπολιτική αδυναμία της Ελλάδας δεν είναι μόνο θέμα όπλων ή χρημάτων, αλλά θέμα ψυχικού και ιστορικού τραύματος.
Ο αγαπητός Κωνσταντίνος Γρίβας επισημαίνει ότι ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης καταφέρνει να ερμηνεύσει τις ελληνικές παθογένειες μέσα από το πρίσμα του συλλογικού ιστορικού τραύματος.
Ευχαριστούμε τον Κωνσταντίνο Γρίβα για την πολύτιμη ανάλυσή του και τον αγαπητό φίλο Αντώνης Ανδρουλιδάκης για το έργο του, που καθιερώνεται πλέον ως ανεξίτηλη βάση για το εθνικό μας μέλλον.
Ανυπομονώ να το πάρω στα χέρια μου και εγώ αύριο.
Διαβάζουμε – Σκεφτόμαστε – Δρούμε.
Η Ελλάδα επιστρέφει στον εαυτό της.
Το πρώτο βιβλίο του 2026 είναι και ένα από τα πιο σημαντικά που έχω διαβάσει. Είχα βρει τον Αντώνη Ανδρουλιδάκη όταν, πριν από μερικά χρόνια, αναζητούσα αν κάποιος Έλληνας είχε γράψει κάτι για την ερμηνεία των ελληνικών γεωπολιτικών παθογενειών μέσω των θεωριών του Φραντς Φανόν. Το μόνο που βρήκα ήταν ένα εξαιρετικό κείμενο του Αντώνη Ανδρουλιδάκη, δημοσιευμένο στον "Δρόμο της Αριστεράς". Το τελευταίο του βιβλίο είναι μια εκπληκτική και μοναδική στο είδος της μελέτη πάνω σε ένα αόρατο υπόβαθρο της ελληνικής γεωπολιτικής ταυτότητας και συμπεριφοράς, το οποίο είναι ένα συλλογικό ιστορικό τραύμα. Επιπροσθέτως, είναι και ένα μανιφέστο υγιούς εθνοκεντρισμού και ελληνικότητας, μακριά από μισαλλοδοξίες. Ακόμη και αν κάποιος διαφωνεί με κάποια (ή και πολλά) από αυτά που υποστηρίζει η συγκεκριμένη μελέτη, εντούτοις ο κάθε Έλληνας μπορεί σε αυτήν να βρει τόσο απαντήσεις για τις διαχρονικές παθογένειες της Ελλάδας όσο και τρόπους για να ξεπεραστούν τα προβλήματα αυτά. Κυρίως, όμως, η ανάγνωση του βιβλίου αυτού μας επιτρέπει να απελευθερώσουμε τον πυρήνα της ταυτότητάς μας από τα στρώματα του ψεύδους και της αυτοάρνησης, που έχουν τοποθετήσει πάνω της ξένες και ντόπιες δυνάμεις. Μας κάνει να θυμόμαστε γιατί είμαστε περήφανοι για την ελληνικότητά μας και να χτίσουμε το μέλλον μας πάνω στη δική μας ιδιοπροσωπία. Με αυτό το βιβλίο ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης καθιερώνεται και ως σημαντικός γεωπολιτικός στοχαστής και μας προσφέρει λύσεις και απαντήσεις από χώρους της γνώσης, οι οποίοι μέχρι τώρα δεν λαμβάνονταν πολύ υπόψη. Τον ευχαριστούμε για αυτό.
Πολύ αγαπητέ μου Κωνσταντίνος Γρίβας
σε ευχαριστώ από καρδιάς για τα λόγια σου. Όχι μόνο για τη γενναιοδωρία τους, αλλά κυρίως για την κατανόηση που τα διαπερνά. Γιατί έγραψα το βιβλίο αυτό περισσότερο σαν μια ανάγκη να ακουστεί αυτό που για χρόνια έμενε βουβό μέσα μου, μέσα μας, το συλλογικό τραύμα, η σιωπηλή μνήμη, η βαθιά πληγή της ελληνικής ιστορικής εμπειρίας.
Το ότι αναγνώρισες σε αυτή την προσπάθεια έναν δρόμο ανάμεσα στη γεωπολιτική, την ψυχολογία των λαών και την ταυτότητα, μου δίνει δύναμη. Ιδίως σήμερα, που κάθε απόπειρα να μιλήσουμε για ελληνικότητα χωρίς μισαλλοδοξία, για εθνοκεντρισμό χωρίς φανατισμό, για αυτογνωσία χωρίς αυτοϋποτίμηση, αντιμετωπίζεται είτε με καχυποψία είτε με εύκολες ταμπέλες.
Αν το βιβλίο αυτό καταφέρνει -όπως γράφεις- να βοηθήσει έστω και λίγο στο να απελευθερώσουμε τον πυρήνα της ταυτότητάς μας από τα στρώματα του ψεύδους και της αυτοάρνησης, τότε έχει ήδη πετύχει τον πιο βαθύ του στόχο. Γιατί πριν από κάθε γεωπολιτική στρατηγική, πριν από κάθε πολιτικό σχέδιο, προηγείται νομίζω κάτι πιο θεμελιώδες. Η αξιοπρέπεια της μνήμης και το δικαίωμα ενός λαού να καταλαβαίνει τον εαυτό του.
Σε ευχαριστώ ειλικρινά για την ανάγνωση, για τη σκέψη και- πάνω απ’ όλα- για τη συνομιλία που ανοίγεις.
Αυτή είναι, τελικά, η μεγαλύτερη τιμή για κάθε συγγραφέα.
Με εκτίμηση
Αντώνης Ανδρουλιδάκης
Το πρώτο βιβλίο του 2026 είναι και ένα από τα πιο σημαντικά που έχω διαβάσει. Είχα βρει τον Αντώνη Ανδρουλιδάκη όταν, πριν από μερικά χρόνια, αναζητούσα αν κάποιος Έλληνας είχε γράψει κάτι για την ερμηνεία των ελληνικών γεωπολιτικών παθογενειών μέσω των θεωριών του Φραντς Φανόν. Το μόνο που βρήκα ήταν ένα εξαιρετικό κείμενο του Αντώνη Ανδρουλιδάκη, δημοσιευμένο στον "Δρόμο της Αριστεράς". Το τελευταίο του βιβλίο είναι μια εκπληκτική και μοναδική στο είδος της μελέτη πάνω σε ένα αόρατο υπόβαθρο της ελληνικής γεωπολιτικής ταυτότητας και συμπεριφοράς, το οποίο είναι ένα συλλογικό ιστορικό τραύμα. Επιπροσθέτως, είναι και ένα μανιφέστο υγιούς εθνοκεντρισμού και ελληνικότητας, μακριά από μισαλλοδοξίες. Ακόμη και αν κάποιος διαφωνεί με κάποια (ή και πολλά) από αυτά που υποστηρίζει η συγκεκριμένη μελέτη, εντούτοις ο κάθε Έλληνας μπορεί σε αυτήν να βρει τόσο απαντήσεις για τις διαχρονικές παθογένειες της Ελλάδας όσο και τρόπους για να ξεπεραστούν τα προβλήματα αυτά. Κυρίως, όμως, η ανάγνωση του βιβλίου αυτού μας επιτρέπει να απελευθερώσουμε τον πυρήνα της ταυτότητάς μας από τα στρώματα του ψεύδους και της αυτοάρνησης, που έχουν τοποθετήσει πάνω της ξένες και ντόπιες δυνάμεις. Μας κάνει να θυμόμαστε γιατί είμαστε περήφανοι για την ελληνικότητά μας και να χτίσουμε το μέλλον μας πάνω στη δική μας ιδιοπροσωπία. Με αυτό το βιβλίο ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης καθιερώνεται και ως σημαντικός γεωπολιτικός στοχαστής και μας προσφέρει λύσεις και απαντήσεις από χώρους της γνώσης, οι οποίοι μέχρι τώρα δεν λαμβάνονταν πολύ υπόψη. Τον ευχαριστούμε για αυτό.
Όσα ακολουθούν δεν γράφονται ως κριτική, ούτε ως «σοφή» υπόδειξη «απ’ έξω». Γράφονται ως δημιουργικές προτάσεις μιας ιστορικής ανάγκης. Γιατί το Κίνημα των Τεμπών δεν γεννήθηκε για να διαχειριστεί μια συγκυρία, αλλά για να τη μετασχηματίσει.
Σε στιγμές σαν τη σημερινή, το κρίσιμο είναι να αρθρώσουμε θετικά τον τρόπο που θέλουμε να υπάρξουμε. Να δείξουμε έμπρακτα ποια δημοκρατία εννοούμε, ποια Πολιτική υπηρετούμε, ποια κοινωνία θέλουμε να γεννηθεί.
Όχι ως απάντηση στους επικριτές, αλλά ως δώρο ευθύνης προς τον λαό που περιμένει όχι απλά κάτι άλλο-κάτι πιο καθαρό, πιο ανοιχτό, πιο αληθινό- αλλά την επιστροφή του στην Πολιτική, στη λήψη των αποφάσεων που ρυθμίζουν τη ζωή του.
Το Κίνημα των Τεμπών δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι «έχει ιδεολογία». Χρειάζεται να αποδείξει ότι χτίζει δημοκρατία. Και αυτό γίνεται μόνο με ανοιχτές διαδικασίες, όχι με κλειστούς κύκλους. Αλλά με δημόσιες προσκλήσεις συμμετοχής, με κριτήρια και ατζέντες γνωστά σε όλους, με διαδικασίες που δεν φοβούνται το φως.
Όχι γιατί «δεν υπάρχει εχθρός», αλλά γιατί στη χώρα του Predator ο εχθρός ήδη ξέρει. Κι αυτό που καμιά εξουσία δεν αντέχει είναι να ξέρει και ο λαός.
Το Κίνημα οφείλει να ξεκαθαρίσει ότι η πολιτική του δεν θα παραχθεί τεχνοκρατικά. Το πρόγραμμα δεν μπορεί να είναι προϊόν ειδικών που το παραδίδουν έτοιμο σε μια κοινωνία-καταναλωτή. Η τεχνοκρατία είναι εργαλείο εξουσιασμού, όχι χειραφέτησης. Η δημοκρατία είναι συναπόφαση.
Το πολιτικό πλαίσιο, οι κατευθύνσεις, τα όρια, οι προτεραιότητες πρέπει να συζητιούνται και να αποφασίζονται συλλογικά. Μόνο η τεχνική εξειδίκευση ανήκει στους γνώστες, όχι η πολιτική βούληση. Όπου η βούληση υποκαθίσταται από «έτοιμα πακέτα» και fast track προσχωρήσεις, εκεί γεννιέται όχι κίνημα, αλλά μηχανισμός.
Και τέλος, η πιο ουσιαστική απάντηση στην κριτική περί «απολιτίκ» «ακροδεξιάς» κ.λπ δεν μπορεί να είναι μια ρητορική αυτοάμυνα. Είναι να φανεί στην πράξη ότι το Κίνημα των Τεμπών δεν χτίζεται γύρω από πρόσωπα, αλλά γύρω από διαδικασίες. Όχι γύρω από αυθεντίες αλλά γύρω από τη ενήλικη συλλογική μας ευθύνη.
Τώρα είναι η ώρα της μετάβασης από το δίκαιο αίτημα στη ζωντανή δημοκρατία. Το Κίνημα των Τεμπών δεν μπορεί -ούτε πρέπει- να γίνει μια φωνή διαμαρτυρίας με κλειστό κέντρο αποφάσεων.
Οφείλει να οργανώσει μεθοδικά, ανοιχτά και θαρραλέα την είσοδο του πολίτη στις ίδιες τις διαδικασίες συγκρότησης του. Εκεί όπου αποφασίζεται η κατεύθυνση, το πρόγραμμα, το ήθος. Γιατί αν η δημοκρατία δεν ασκείται εδώ και τώρα, στο ίδιο το σώμα του κινήματος, τότε θα ηττηθεί πριν καν συγκρουστεί.
Και γιατί αυτή τη φορά ο λαός, επιτέλους, δεν ζητά να χειροκροτήσει, ζητά να συμμετάσχει.
Το να σηκωθούμε από τον καναπέ, ήταν μια πρώτη εξαιρετικά σημαντική νίκη του Κινήματος των Τεμπών.
Και τώρα χρειάζεται να δούμε πως θα πάμε στην κουζίνα να φτιάξουμε και να μοιραστούμε μαζί το Κοινό μας φαγητό ή θα κάνουμε μια βόλτα στο σαλόνι για να ξεμουδιάσουμε πριν ξανακάτσουμε μπροστά στην τηλεόραση.
«Η ΧΩΡΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΧΕΊΡΗΣΗ»
Στη σημερινή Ελλάδα –και ευρύτερα στη Δύση– η Δημοκρατία έχει μετατραπεί από πεδίο σύγκρουσης αξιών και συμφερόντων σε τεχνική διαχείρισης.
Αυτό είναι ίσως το πιο βαθύ αποτύπωμα του νεοφιλελευθερισμού, κοινό τόσο στη Δεξιά όσο και στην «νεοφιλελέ» Αριστερά.
Η πολιτική αποϊδεολογικοποιείται ή ενδύεται για "ξεκάρφωμα" διάφορα ιδεολογικά άλλοθι, η κοινωνία αποπολιτικοποιείται και η εξουσία παρουσιάζεται ως ουδέτερη διοίκηση πραγμάτων, ως management.
Η Δημοκρατία δεν νοείται πια ως χώρος λαϊκής κυριαρχίας και σύγκρουσης για το νόημα της ζωής, αλλά ως σύστημα μάνατζμεντ: στόχοι, δείκτες, αποδοτικότητα, «καλές πρακτικές», συμμόρφωση σε κανόνες αγορών και υπερεθνικών μηχανισμών.
Έτσι, είτε με τη γλώσσα της αγοράς είτε με τη γλώσσα της «ορθολογικής μεταρρύθμισης», το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. H πολιτική χάνει την ψυχή της και γίνεται τεχνοκρατική διοίκηση ανθρώπων αντί για συλλογική πράξη ελευθερίας.
Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, η φράση της Καρυστιανού «Η χώρα δεν είναι επιχείρηση» δεν είναι ένα απλό ηθικό σχόλιο. Είναι μια καθαρή πολιτική τομή απέναντι στον πυρήνα του κυρίαρχου νεοφιλελευθερισμού.
Ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι απλώς οικονομική πολιτική. Είναι αντίληψη για τη ζωή. Βλέπει το κράτος ως εταιρεία, τον πολίτη ως πελάτη, τη δικαιοσύνη ως κόστος, την ασφάλεια ως δαπάνη, την ανθρώπινη απώλεια ως “αστοχία συστήματος”. Έχει μάλιστα τόσο εισχωρήσει στον δυτικό ανθρώπινο ψυχισμό ώστε να διαμορφώνει το "επιδοσιακό υποκείμενο" (Byung-Chul Han), τον άνθρωπο ως εκμεταλλευτή του ίδιου του Εαυτού του.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το να λες ότι «η χώρα δεν είναι επιχείρηση» σημαίνει η ζωή δεν είναι ισολογισμός, οι νεκροί δεν είναι στατιστική, η κοινωνία δεν είναι project management, το διαρκές κυνηγητό της επίδοσης δεν οδηγεί σε κανένα sky (is the limit), αλλά στο bairnout και στην απονοηματοδότηση.
Είναι μια φράση που ακυρώνει τη γλώσσα της εξουσίας: τη γλώσσα των δεικτών και των μετρήσεων, της “αποτελεσματικότητας”, της “βιωσιμότητας” που μετριέται μόνο σε ευρώ και όχι σε ανθρώπινες ζωές.
Και γι’ αυτό είναι επικίνδυνη για το σύστημα.
Ακριβώς γι’ αυτό πέρασε στα ψιλά. Όχι επειδή ήταν ασήμαντη, αλλά επειδή ήταν υπερβολικά ουσιαστική. Τα ΜΜΕ και το πολιτικό σύστημα ξέρουν να διαχειρίζονται την οργή, τα δάκρυα, ακόμα και την αγανάκτηση. Δεν ξέρουν -και δεν θέλουν- να διαχειριστούν λόγο που αμφισβητεί το ίδιο το μοντέλο διακυβέρνησης. Η δήλωση αυτή δεν ζητά απλώς δικαιοσύνη για τα Τέμπη. Θέτει υπό αμφισβήτηση όλο το καθεστώς που κυβερνά με όρους αγοράς και όχι κοινωνίας.
Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σημασία της.
Το Κίνημα των Τεμπών, συνειδητά ή ασυνείδητα, δεν φέρνει μόνο αίτημα λογοδοσίας. Φέρνει ρήξη αξιών.
Απέναντι σε μια Ελλάδα που διοικείται σαν εταιρεία εκκαθάρισης, σε μια ζωή που γίνεται αντιληπτή ως εμπορεύσιμο προϊόν που ψάχνει την καλύτερη τιμή, αντιπροτείνει μια Ελλάδα ως κοινότητα ζωής, μνήμης και ευθύνης.
Γι’ αυτό η φράση της Καρυστιανού “έπιασε” στον κόσμο, αλλά θάφτηκε στον δημόσιο λόγο.
Γιατί όταν λες ότι η χώρα δεν είναι επιχείρηση, λες ταυτόχρονα ότι η δημοκρατία δεν είναι μάνατζμεντ, η δικαιοσύνη δεν είναι κόστος, η χώρα δεν είναι χώρος, ο τόπος δεν είναι τοπίο και ο λαός δεν είναι πλεονάζον προσωπικό.
Και αυτό, για το καθεστώς, είναι η πιο επικίνδυνη αλήθεια.
Γιατί είναι η πιο βαθιά πολιτική και ιδεολογική αλήθεια.
Η ενοχοποιητική κοινωνική μηχανική -εδώ στα καλύτερα της- έχει πάντα σαν πρωταρχικό στόχο στην υπονόμευση της συλλογικής αξιοπρέπειας ενός Λαού.
Γι' αυτό και η απάντηση μας οφείλει να είναι πρωτίστως αυτή ακριβώς η αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του Λαού μας.
Δείτε περισσότερα
Η ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΩΣ ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΣ ΠΡΟΤΑΓΜΑ
Η ψυχοπολιτική από τη Βενεζουέλα στα Τέμπη
Η αξιοπρέπεια δεν είναι συναίσθημα. Είναι πολιτική συνθήκη.
Αξιοπρέπεια είναι να μη χρειάζεται να απολογείσαι για το δικαίωμά σου να ζεις, να μιλάς και να θρηνείς.
Αυτό που συνέβη στη Βενεζουέλα με την απαγωγή και τη δημόσια ταπείνωση του εκλεγμένου προέδρου της δεν ήταν απλώς μια διεθνής αυθαιρεσία.
Ήταν μια ωμή απόπειρα ακύρωσης εκείνου που είχε οικοδομηθεί επί χρόνια: της αποκατάστασης της λαϊκής αξιοπρέπειας. Ό,τι χτίστηκε με τον Τσάβες ως αυτοεκτίμηση ενός λαού επιχειρήθηκε να διαλυθεί ως «λάθος», ως «παρέκκλιση», ως κάτι που έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά. Η ψυχοπολιτική στα καλύτερα της.
Αυτό το μοτίβο δεν είναι ξένο στην ελληνική εμπειρία. Η Ελλάδα των Μνημονίων δεν φτωχοποιήθηκε μόνο υλικά. Ταπεινώθηκε. Παρουσιάστηκε ως ανώριμη, διεφθαρμένη, ανίκανη να αυτοκυβερνηθεί. Οι πολίτες ορίστηκαν ως "τεμπέληδες", μετατράπηκαν σε «αριθμούς», σε «κόστος», σε πρόβλημα προς διαχείριση. Η συλλογική αξιοπρέπεια διαβρώθηκε συστηματικά: με την επιτήρηση, με τη λιτότητα, με τη θεσμική ατιμωρησία, με την αίσθηση ότι «ό,τι κι αν κάνεις, αποφασίζουν άλλοι» και πως «τέτοιος που είσαι, ό,τι και να πάθεις σου αξίζει», αφού «όλοι μαζί τα φάγαμε» και «όλοι μαζί τους σκοτώσαμε».
Τα Τέμπη ήρθαν να σπάσουν αυτό το καθεστώς σιωπής. Όχι μόνο γιατί αποκαλύφθηκε ένα έγκλημα διαχρονικής αδιαφορίας, αλλά γιατί κατέρρευσε το τελευταίο άλλοθι: ότι η κοινωνία «δεν καταλαβαίνει», «δεν πρέπει να μιλά», «δεν έχει λόγο». Τα Τέμπη ήρθαν για να πουν «δεν είσαι τρελός, δεν εισαι το λαμόγιο, δεν εισαι ανίκανος και άχρηστος, δεν είσαι ένοχος, δεν υπερβάλλεις, αυτό που έζησες και συνεχίζεις να ζεις είναι όντως άδικο».
Το Κίνημα των Τεμπών δεν ξεκίνησε ως πολιτικό πρόγραμμα. Ξεκίνησε ως κραυγή αξιοπρέπειας. Ως άρνηση να συνεχίσει η κοινωνία να αντιμετωπίζεται σαν παιδί που του αξίζει να τιμωρείται.
Σε κοινωνίες που έχουν περάσει δεκαετίες αποκλεισμού, θεσμικής περιφρόνησης και αποικιακής υποτίμησης, το πρώτο πολιτικό αίτημα δεν είναι η ευημερία. Είναι η ορατότητα. Να ακουστείς. Να μετράς. Να μην είσαι το σκουπίδι της Ιστορίας. Να μην ντρέπεσαι για τις ανάγκες σου.
Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα. Το Κίνημα των Τεμπών δεν οφείλει να διεκδικεί απλώς δικαιοσύνη για ένα έγκλημα.
Οφείλει πρωτίστως να διεκδικεί την αποκατάσταση της συλλογικής μας αξιοπρέπειας που τσαλακώθηκε από τα Μνημόνια, από την ατιμωρησία, από την περιφρόνηση της ζωής, από το μήνυμα ότι «έτσι είναι τα πράγματα» και «δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, παρά να αποδεχτούμε την μοίρα μας».
Γι’ αυτό και θα πολεμηθεί. Όχι μόνο με σιωπή ή συκοφαντία, αλλά με γελοιοποίηση, απαξίωση, κυνισμό, λοιδορία, ψυχρό τεχνοκρατικό λόγο που προσπαθεί να απονευρώσει το αίτημα.
Η εξουσία το γνωρίζει πολύ καλά όλο αυτό. Γι’ αυτό και η πιο σταθερή της πρακτική δεν είναι η καταστολή, αλλά η ταπείνωση. Έτσι παράγεται μια κοινωνία που μαθαίνει να μην απαιτεί, γιατί πρώτα έχει μάθει να ντρέπεται για την ίδια της την ανάγκη.
Γι' αυτό, όταν η αξιοπρέπεια επιστρέφει στον λαό, γίνεται επικίνδυνη. Δεν ζητά άδεια. Δεν διαπραγματεύεται την αξία της ζωής. Δεν συμβιβάζεται με την αδικία ως «κανονικότητα». Και γι’ αυτό γίνεται πάντα στόχος.
Το κοινό νήμα που ενώνει τη Βενεζουέλα, τα Τέμπη και κάθε λαϊκό κίνημα που γεννιέται μέσα από πόνο είναι απλό και αδιαπραγμάτευτο: πριν σου πάρουν τα δικαιώματα, τα λεφτά, προσπαθούν να σου πάρουν την αξιοπρέπεια.
Αν κρατήσεις την αξιοπρέπεια, μπορείς να ξαναχτίσεις τα πάντα.
Αυτό είναι το βαθύτερο πρόταγμα της στιγμής.
Όχι απλώς αλλαγή πολιτικής.
Αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του λαού ως θεμέλιο κάθε άλλης αλλαγής.
5 ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΠΑΓΩΓΗ
Αν κάτι δείχνει καθαρά η υπόθεση της Βενεζουέλας, είναι ότι η εποχή των προσχημάτων τελειώνει. Η ισχύς δρα όλο και πιο απροκάλυπτα, και όποιος μιλά για εθνική κυριαρχία, λαϊκή αυτοδιάθεση ή ανεξαρτησία μπαίνει αυτομάτως στο στόχαστρο. Άρα τα λαϊκά κινήματα -ιδίως όσα θέτουν εθνοανεξαρτησιακά προτάγματα- οφείλουν να προετοιμαστούν σε βάθος και όχι μόνο συνθηματολογικά.
1. Να προετοιμαστούν για υβριδική καταστολή, όχι μόνο για «καταστολή δρόμου». Η εμπειρία δείχνει πια πολύ καθαρά ότι η αποσταθεροποίηση δεν ξεκινά με τανκς, αλλά με διάβρωση "εκ των έσω". Υπηρεσίες, θεσμοί, ΜΜΕ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, «ανεξάρτητες αρχές», ΜΚΟ, οικονομικοί μηχανισμοί, υπηρεσίες ασφαλείας και δικαστικές πρακτικές μπορούν να λειτουργήσουν ως όπλα.
Τα κινήματα χρειάζεται να αναπτύξουν θεσμική εγρήγορση, πολιτική παιδεία και εσωτερική δημοκρατία, ώστε να αντέχουν διαιρέσεις, εκβιασμούς, απονομιμοποίηση και ποινικοποίηση.
2. Να κατανοήσουν ότι το διεθνές δίκαιο δεν είναι εγγύηση, είναι πεδίο σύγκρουσης. Η περίπτωση της Βενεζουέλας δείχνει ότι το διεθνές δίκαιο επικαλείται μόνο όποιος το χρειάζεται. Οι ισχυροί το παρακάμπτουν χωρίς ντροπή όταν τους εμποδίζει. Άρα τα κινήματα δεν μπορούν να στηρίζονται σε αυταπάτες «νομιμότητας», αλλά οφείλουν να το υπερασπίζονται πολιτικά
και να προετοιμάζονται για σύγκρουση αφηγήσεων, όχι απλώς νομικών επιχειρημάτων
3. Να θωρακίσουν τη σχέση τους με την κοινωνία και όχι μόνο την ηγεσία. Η πιο επικίνδυνη στιγμή για ένα λαϊκό κίνημα είναι όταν αποκόπτεται από τον λαό, μετατρέπεται σε κρατικό μηχανισμό ή υποκαθιστά τη λαϊκή συμμετοχή με «ειδικούς»
Αυτή η "αποξένωση" που φαίνεται να συντελέστηκε -τουλάχιστον εν μέρει- μάλλον και στη Βενεζουέλα μετά τον Τσάβες είναι κρίσιμο μάθημα. Χωρίς συνεχή λαϊκή εγρήγορση, καμία εξουσία -όσο «λαϊκή» κι αν ξεκίνησε- δεν είναι ασφαλής.
4. Να προετοιμαστούν για ψυχολογικό πόλεμο. Πριν από κάθε πραξικόπημα προηγείται δαιμονοποίηση, γελοιοποίηση, ηθική απονομιμοποίηση και κατασκευή «εχθρού του λαού»
Αυτό που βλέπουμε στα social media (όπως και στην Ελλάδα απέναντι στο Κίνημα των Τεμπών ή στην Καρυστιανού) είναι δοκιμασμένο μοτίβο.
Τα κινήματα χρειάζονται δική τους γλώσσα, δικό τους ήθος, δική τους αφήγηση που να μιλά για αξιοπρέπεια, φροντίδα, κοινό και ζωή και όχι μόνο για «αντι-ιμπεριαλισμό»
5. Να συνδέσουν την εθνική ανεξαρτησία με την καθημερινή ζωή του Λαού. Χωρίς αυτό, το εθνοανεξαρτησιακό πρόταγμα μένει αφηρημένο. Ο Λαός κινητοποιείται όταν καταλαβαίνει ότι η ξένη εξάρτηση σημαίνει Τέμπη, σημαίνει υγεία χωρίς γιατρούς, σημαίνει δικαιοσύνη χωρίς Δικαιοσύνη, σημαίνει ζωή χωρίς προστασία. Η λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή, δεν είναι σημαία. Είναι η ασφάλεια μιας αξιοβίωτης ζωής.
Συμπερασματικά, μετά τη Βενεζουέλα, τα λαϊκά κινήματα οφείλουν να ξέρουν ότι η ισχύς δεν ντρέπεται, η νομιμότητα είναι απροσχημάτιστα επιλεκτική και -το σοβαρότερο- η εθνική ανεξαρτησία δεν συγχωρείται.
Γι’ αυτό χρειάζεται ρίζες στον λαό, αντοχή στον χρόνο, καθαρό ήθος και επίγνωση ότι η σύγκρουση δεν θα είναι μόνο πολιτική ή οικονομική αλλά βαθιά υπαρξιακή.
ΕΔΟΥΑΡΔΟ ΓΚΑΛΕΑΝΟ: ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΟΙ ΗΠΑ "ΣΩΖΟΥΝ" ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΤΗΝ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΝ 'Η ΣΕ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟ 'Η ΣΕ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ
ΕΔΟΥΑΡΔΟ ΓΚΑΛΕΑΝΟ: ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΟΙ ΗΠΑ "ΣΩΖΟΥΝ" ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΤΗΝ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΝ 'Η ΣΕ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟ 'Η ΣΕ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ
ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΜΠΗ ΚΑΙ ΤΗ ΓΑΖΑ ΩΣ ΤΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ:
TO ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟ ΟΙΚΟΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΑΝΘΡΩΠΙΑΣ
Παρατηρώ με θλίψη και αγωνία τα σχόλια διαφόρων συμπολιτών μας (τρολ ή αληθινών λογαριασμών Κύριος οίδε) σε δημοσιεύσεις μεγάλων Μέσων Ενημέρωσης, όσον αφορά τις διαδηλώσεις στην Αθήνα ενάντια στην γκαγκστερική απαγωγή του Προέδρου της Βενεζουέλας.
Γράφω με ανησυχία γιατί εδώ δεν βλέπουμε «άποψη», βλέπουμε εκτόνωση του τραύματος. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών των σχολίων δεν επιχειρηματολογεί. Δεν προσπαθεί να πείσει.
Απλώς "ξερνά".
Ύβρεις, αποανθρωποποίηση («σκουπίδια», «ζώα», «ναυάγια», «ψεκασμένοι», «άπλυτοι», «να τους μαζέψει απορριμματοφόρο»), ειρωνεία, γελοιοποίηση, σεξουαλικοποιημένες προσβολές και γλώσσα γεμάτη βία.
Αυτό είναι κλασική εικόνα μη επεξεργασμένου συλλογικού τραύματος. Όταν ένα τραύμα δεν πενθείται, δεν αναγνωρίζεται,
δεν αποδίδεται στην πραγματική του αιτία, μετατρέπεται σε διάχυτο θυμό χωρίς στόχο.
Και βέβαια, ο θυμός δεν στρέφεται προς την εξουσία, στρέφεται προς τον διπλανό ως “εσωτερικό εχθρό”. Ψυχοδυναμικά, εδώ συμβαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο. Η πραγματική πηγή του τραύματος (κράτος, ελίτ, διεθνής υποτέλεια, οικονομική βία, ιστορικές ήττες) είναι πολύ ισχυρή για να αντιμετωπιστεί. Οπότε, ο ψυχισμός αναζητά ασφαλή στόχο και τον βρίσκει στον οικείο Άλλο. Τον αριστερό, τον διαδηλωτή, το «κομμούνι», τον «περίεργο». Και είναι αυτό ακριβώς που ορίζεται ως μετατόπιση της επιθετικότητας.
«Οι αριστεροί», «τα κομμούνια», «τα ζόμπι», «οι άπλυτοι» γίνονται σάκος του μποξ για όλα όσα δεν αντέχει να παραδεχτεί μια κοινωνία για τον εαυτό της.
Δυστυχώς, ο εμφύλιος δεν τελείωσε ποτέ, απλώς μετακόμισε στο Facebook. Οι αναφορές στον Εμφύλιο, στον «Εθνικό Στρατό», στους «ηττημένους», ή στο «συμμοριτοπόλεμο» δεν είναι ιστορικές. Είναι τραυματικές αναμνήσεις που δεν πενθήθηκαν ποτέ.
Στην Ελλάδα δεν υπήρξε συλλογική συμφιλίωση, δεν υπήρξε θεσμική κάθαρση, δεν υπήρξε δικαιοσύνη μνήμης. Αντιθέτως, υπήρξε πλήρης δικαίωση και επιβράβευση των "φιλόδοξων και ιδιοτελών καθαρμάτων" που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή.
Το τραύμα κληροδοτήθηκε απο γενιά σε γενιά άλυτο. Έτσι, κάθε φορά που εμφανίζεται πολιτική ένταση επανενεργοποιείται το παλιό μίσος, όχι ως ιδεολογία, αλλά ως συναισθηματικό αντανακλαστικό.
Γι’ αυτό η γλώσσα είναι πρωτόγονη. Δεν μιλά ο ενήλικος πολίτης.
Μιλά το τραυματισμένο παιδί της Ιστορίας.
Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο. Η λατρεία της ωμής ισχύος! Είδαμε τα ίδια σχόλια για όσους ανθρώπους ευαισθητοποιήθηκαν με την γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού στη Γάζα. Πρόκειται για τον νέο Θεό. Την ισχύ! Που βέβαια δεν είναι τίποτα περισσότερο από αμυντικός μηχανισμός του ανίσχυρου. Οι πιο αδύναμοι γίνονται πάντα οι πιο φανατικοί πιστοί στη λατρεία της Ισχύος.
Η εξιδανίκευση του Τραμπ, της «σύλληψης», της «γροθιάς», της βίας χωρίς διαδικασία, όπως και του πανίσχυρου Ισραήλ, δεν είναι πολιτική θέση. Είναι ταύτιση με τον θύτη. Όταν κάποιος νιώθει ανίσχυρος, προδομένος, γελοιοποιημένος, κοινωνικά ακυρωμένος, ταυτίζεται ανακουφιστικά με τον δυνατό για να μην νιώθει πλέον θύμα.
Γι’ αυτό ακούμε «μακάρι να έρθει εδώ», «να τους μαζέψουν»,
«να τους συλλάβουν». Αυτό δεν είναι δημοκρατικός λόγος.
Είναι κραυγή φόβου μεταμφιεσμένη σε σκληρότητα.
Όμως, η αποανθρωποποίηση αυτή είναι το τελευταίο στάδιο πριν τη βία. Όταν μια ομάδα παύει να θεωρείται άνθρωποι και
γίνεται «σκουπίδια», «ζώα», «μολυσμένοι» τότε κάθε βία εναντίον της νομιμοποιείται ψυχικά. Και αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο.
Όχι γιατί «προσβάλλει». Αλλά γιατί ετοιμάζει το έδαφος.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι στα σχόλια αυτά δεν υπάρχει ίχνος χαράς, έστω με όρους ποδοσφαιρικής ομάδας που νικά, υπάρχει μόνο μίσος. Δεν υπάρχει ανακούφιση, δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει όραμα. Μόνο χλευασμός, μνησικακία, κενό. Αυτό είναι σημάδι κατάθλιψης σε μανιακή μορφή: γελάω, βρίζω, ειρωνεύομαι για να μη νιώσω πόσο άδειος είμαι.
Η περίπτωση της Καρυστιανού ενεργοποίησε επίσης το ίδιο επαναλαμβανόμενο σχήμα λόγου -με το οποίο μια κοινωνία μαθαίνει να μιλά- που είδαμε να ξεδιπλώνεται στα εμετικά σχόλια για τη Βενεζουέλα ή για την Γάζα: απαξίωση, χλευασμός, ψυχιατρικοποίηση, υποψία σκοπιμότητας. Όπως ο διαδηλωτής βαφτίζεται «πληρωμένος», «άπλυτος» ή «ψεκασμένος», έτσι και η μάνα που πενθεί μετατρέπεται σε «εργαλείο», «πολιτικό σχέδιο», «επικίνδυνη φωνή».
Πρόκειται για ένα "καλούπι λόγου" που αναπαράγεται ξανά και ξανά. Ίδια emojis, ίδιες φράσεις, ίδιες αναφορές, ίδιο μίσος, ίδια “αστεία”. Πρόκειται για ένα απάνθρωπο οικοσύστημα που λειτουργεί αυτο-συντονιζόμενο ως δίκτυο κοινών αντανακλαστικών από επαγγελματίες trolls και χρήσιμους ηλίθιους και ενισχύεται τοξικά από τους αλγόριθμους, μέσα σ' ένα πλαίσιο που νομιμοποιεί τον χλευασμό.
Ο στόχος δεν είναι να αντικρουστεί η αντίθετη άποψη. Ο στόχος είναι να γελοιοποιηθεί («γερόντισσες», «αστρολόγοι»), να ψυχολογικοποιηθεί («υστερική», «χειραγωγούμενη»), να πολιτικοποιηθεί τεχνητά («όργανο», «αριστερή», «ακροδεξιά») και να κουραστεί ο κόσμος. Ο στόχος είναι να αποδομηθεί ηθικά ο φορέας του λόγου.
Αυτό που ενώνει τα σχόλια για τη Βενεζουέλα και την Γάζα με τις επιθέσεις στην Καρυστιανού δεν είναι η πολιτική τους «διαφωνία», αλλά ο φόβος της αυθεντικής μαρτυρίας. Το εδραιωμένο μοτίβο λόγου λειτουργεί ως ασπίδα της εξουσίας: μαθαίνει στην κοινωνία να επιτίθεται σε όποιον θυμίζει ότι η αδικία έχει πρόσωπο και όνομα. Όταν ο πόνος γελοιοποιείται, η λογοδοσία καθίσταται αδύνατη. Και όταν αυτό γίνεται κανονικότητα, η σιωπή παρουσιάζεται ως ωριμότητα.
Αυτό που διαβάζουμε στα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι πολιτικός αντίλογος. Είναι το συλλογικό νευρικό ξέσπασμα μιας κοινωνίας που δεν πένθησε τις ήττες της, δεν τιμώρησε τους υπεύθυνους,
δεν εμπιστεύεται κανέναν, και φοβάται βαθιά τον ίδιο της τον θυμό. Γι’ αυτό τον στρέφει οριζόντια, στον διπλανό, στον συμπολίτη, όχι κάθετα.
Και ίσως εδώ κρύβεται η μεγαλύτερη ευθύνη όποιου μιλά πολιτικά. Όχι να απαντήσει με ύβρη. Αλλά να δείξει πού πραγματικά πονάει η πληγή.
Γιατί όταν μια κοινωνία βρίζει ασταμάτητα, δεν είναι δυνατή.
Είναι τραυματισμένη και αφρόντιστη. Κι αν δεν τολμήσει να το δει, ο θυμός της θα συνεχίσει να τρώει τα σωθικά της, μέχρι να μη μείνει τίποτα κοινό.
ΤΑ ΦΙΛΟΔΟΞΑ ΚΑΙ ΙΔΙΟΤΕΛΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ
Γράφει ο αείμνηστος Δημήτρης Γληνός στο ιδρυτικό μανιφέστο ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΕΑΜ.
"Ὅταν ὁ Χίτλερ ἐπροετοίμαζε στὰ κρυφὰ τὰ ἐγκληματικά του σχέδια γιὰ τὴν ὑποδούλωση τῶν Εὐρωπαϊκῶν λαῶν, συζητώντας κάποιαν ἡμέρα μ' ἕνα φίλο του ποὺ τὸν ἐρωτοῦσε μὲ ποιὸν τρόπο θὰ νικήσει τὴν ἐσωτερικὴ ἀντίσταση τῶν λαῶν καὶ θὰ τὴν παραλύσει, εἶπε μὲ τὴ συνειθισμένη του ξετσιπωσιά : «Σὲ κάθε
τόπο θὰ βρεθοῦνε κάμποσα φιλόδοξα καὶ ἰδιοτελῆ καθάρματα, πο…
Δείτε περισσότερα
"Ανεξάρτητα από τις επιμέρους εκδοχές για τα συγκλονιστικά γεγονότα στη Βενεζουέλα, ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητο:
η εικόνα που επιχειρεί η Διεθνής των Αγορών να εγγράψει στη συλλογική συνείδηση των λαών είναι αυτή της απόλυτης αδυναμίας.
Η εικόνα μιας υπερδύναμης που δρα έξω από κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, που επιλέγει πότε οι εκλογές «μετρούν» και πότε ακυρώνονται, πότε ένας πρόεδρος είναι «νόμιμος» και πότε γίνεται στόχος απαγωγής.
Δεν είναι μόνο η στρατιωτική απειλή ή οι βομβαρδισμοί. Είναι η κανονικοποίηση της απαγωγής της λαϊκής κυριαρχίας. Το μήνυμα είναι σαφές: η ψήφος σου δεν σε προστατεύει.
Και αυτό το μήνυμα δεν απευθύνεται μόνο στους Βενεζουελάνους. Απευθύνεται σε όλους τους λαούς του κόσμου.
Η σύγχρονη αυτοκρατορική ισχύς δεν χρειάζεται πλέον να δικαιολογείται. Δεν μιλά στο όνομα της δημοκρατίας ή του διεθνούς δικαίου, μιλά στη θέση της.
Δεν ανατρέπει απλώς κυβερνήσεις· διαμορφώνει ένα παγκόσμιο ψυχικό τοπίο φόβου, όπου κάθε κοινωνία εσωτερικεύει το ίδιο ερώτημα: «αν συμβεί σε εμάς, ποιος θα μας υπερασπιστεί;»
Και η απάντηση που υποβάλλεται είναι σιωπηρή αλλά βίαιη: κανείς.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα τέτοιων παρεμβάσεων. Όχι μόνο η υλική καταστροφή, αλλά η ψυχική απογύμνωση των λαών. Όταν η ισχύς δρα ατιμώρητα, όταν οι διεθνείς θεσμοί σιωπούν ή ευθυγραμμίζονται, όταν η έννοια της κυριαρχίας μετατρέπεται σε κενό γράμμα, τότε οι κοινωνίες μαθαίνουν να ζουν με μια μόνιμη ανασφάλεια. Να μικραίνουν τις προσδοκίες τους. Να αυτολογοκρίνονται. Να αποσύρονται.
Η ιστορία δείχνει όμως κάτι ακόμη: όταν το αίσθημα του ανυπεράσπιστου συσσωρεύεται χωρίς διέξοδο, μετατρέπεται είτε σε παραίτηση είτε σε έκρηξη.
Γι’ αυτό το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η υπεράσπιση μιας κυβέρνησης ή ενός προσώπου. Είναι η υπεράσπιση της αρχής ότι κανένας λαός δεν είναι αναλώσιμος, ότι η κυριαρχία δεν είναι προνόμιο των ισχυρών και ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με γεωπολιτικά αστερίσκους.
Αν χαθεί αυτό, τότε όλοι οι λαοί -αργά ή γρήγορα- θα βρεθούν στη θέση της Βενεζουέλας: να κοιτούν τον ουρανό και να αναρωτιούνται όχι τι ψήφισαν, αλλά ποιος αποφασίζει πραγματικά για τη ζωή τους.
Προς ώρας μια μεγάλη νίκη, για τον Λαό της Βενεζουέλας αλλά και για όλους του λαούς του κόσμου, θα είναι να μην αποδεχτούμε να εγγραφεί στη συλλογική μας συνείδηση αυτή η συστημικά οργανωμένη αίσθηση της απόλυτης αδυναμίας. Να αντισταθούμε σ' αυτή την ψυχοπολιτική. Να μην "τσιμπήσουμε" στο οργανωμένο αίσθημα αβοηθησίας και ανεπάρκειας που προσπαθούν να μας "εμβολιάσουν" ψυχικά.
ΝΙΚΗ ΣΤΑ ΟΠΛΑ ΤΗΣ ΜΠΟΛΙΒΑΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Επειδή κάποιοι είδαν τους απλούς ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τον Αντονιόνι και τον Στανισλάφκι να συρρέουν στους Κινηματογράφους με πατατάκια για να δουν την ταινία των ημερών και τους λυπήθηκαν επειδή κι αυτοί ψηφίζουν οι καημένοι. Ψάξτε το γιατί αυτή η κοινωνία μέσω της ταινίας αυτής ανάγεται ίσως στις απαρχές της αυταπάτης περί του ανεξαρτήτου Ελληνικού κράτους, στα όσα αναφέρει στο βιβλίο του ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης "Το Ελληνικό Τραύμα". Άμεση και ευθεία γραφή, χωρίς περιστροφές, μας αποκαλύπτει όσα κρύψαμε κάτω από το χαλί μας.
Την ταινία δεν την είδα.
ΝΙΚΗ ΣΤΑ ΟΠΛΑ ΤΗΣ ΜΠΟΛΙΒΑΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Ανεξάρτητα από τις επιμέρους εκδοχές για τα συγκλονιστικά γεγονότα στη Βενεζουέλα, ένα πράγμα είναι αδιαμφισβήτητο:
η εικόνα που επιχειρεί η Διεθνής των Αγορών να εγγράψει στη συλλογική συνείδηση των λαών είναι αυτή της απόλυτης αδυναμίας.
Δεν είναι μόνο η στρατιωτική απειλή ή οι βομβαρδισμοί. Είναι η κανονικοποίηση της απαγωγής της λαϊκής κυριαρχίας. Το μήνυμα είναι σαφές: η ψήφος σου δεν σε προστατεύει.
Και αυτό το μήνυμα δεν απευθύνεται μόνο στους Βενεζουελάνους. Απευθύνεται σε όλους τους λαούς του κόσμου.
Η σύγχρονη αυτοκρατορική ισχύς δεν χρειάζεται πλέον να δικαιολογείται. Δεν μιλά στο όνομα της δημοκρατίας ή του διεθνούς δικαίου, μιλά στη θέση της.
Δεν ανατρέπει απλώς κυβερνήσεις· διαμορφώνει ένα παγκόσμιο ψυχικό τοπίο φόβου, όπου κάθε κοινωνία εσωτερικεύει το ίδιο ερώτημα: «αν συμβεί σε εμάς, ποιος θα μας υπερασπιστεί;»
Και η απάντηση που υποβάλλεται είναι σιωπηρή αλλά βίαιη: κανείς.
Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο αποτέλεσμα τέτοιων παρεμβάσεων. Όχι μόνο η υλική καταστροφή, αλλά η ψυχική απογύμνωση των λαών. Όταν η ισχύς δρα ατιμώρητα, όταν οι διεθνείς θεσμοί σιωπούν ή ευθυγραμμίζονται, όταν η έννοια της κυριαρχίας μετατρέπεται σε κενό γράμμα, τότε οι κοινωνίες μαθαίνουν να ζουν με μια μόνιμη ανασφάλεια. Να μικραίνουν τις προσδοκίες τους. Να αυτολογοκρίνονται. Να αποσύρονται.
Η ιστορία δείχνει όμως κάτι ακόμη: όταν το αίσθημα του ανυπεράσπιστου συσσωρεύεται χωρίς διέξοδο, μετατρέπεται είτε σε παραίτηση είτε σε έκρηξη.
Γι’ αυτό το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η υπεράσπιση μιας κυβέρνησης ή ενός προσώπου. Είναι η υπεράσπιση της αρχής ότι κανένας λαός δεν είναι αναλώσιμος, ότι η κυριαρχία δεν είναι προνόμιο των ισχυρών και ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με γεωπολιτικά αστερίσκους.
Αν χαθεί αυτό, τότε όλοι οι λαοί -αργά ή γρήγορα- θα βρεθούν στη θέση της Βενεζουέλας: να κοιτούν τον ουρανό και να αναρωτιούνται όχι τι ψήφισαν, αλλά ποιος αποφασίζει πραγματικά για τη ζωή τους.
Προς ώρας μια μεγάλη νίκη, για τον Λαό της Βενεζουέλας αλλά και για όλους του λαούς του κόσμου, θα είναι να μην αποδεχτούμε να εγγραφεί στη συλλογική μας συνείδηση αυτή η συστημικά οργανωμένη αίσθηση της απόλυτης αδυναμίας. Να αντισταθούμε σ' αυτή την ψυχοπολιτική. Να μην "τσιμπήσουμε" στο οργανωμένο αίσθημα αβοηθησίας και ανεπάρκειας που προσπαθούν να μας "εμβολιάσουν" ψυχικά.
ΝΙΚΗ ΣΤΑ ΟΠΛΑ ΤΗΣ ΜΠΟΛΙΒΑΡΙΑΝΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
ΔΗΛΩΣΗ
ΜΠΟΛΙΒΑΡΙΑΝΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑΣ
Η Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας απορρίπτει, αποκηρύσσει και καταγγέλλει ενώπιον της διεθνούς κοινότητας τη σοβαρή στρατιωτική επιθετικότητα που διαπράττει η σημερινή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής εναντίον της βενεζουελανικής επικράτειας και του πληθυσμού της στις πολιτικές και στρατιωτικές περιοχές του Καράκας, της πρωτεύουσας της Δημοκρατίας, και των πολιτειών Μιράντα, Αράγκουα και Λα Γκουάιρα. Η πράξη αυτή αποτελεί κατάφωρη παραβίαση του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ιδίως των Άρθρων 1 και 2, τα οποία κατοχυρώνουν τον σεβασμό της κυριαρχίας, τη νομική ισότητα των κρατών και την απαγόρευση της χρήσης βίας. Μια τέτοια επιθετικότητα απειλεί τη διεθνή ειρήνη και σταθερότητα, ιδίως στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, και θέτει σε σοβαρό κίνδυνο τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ο στόχος αυτής της επίθεσης δεν είναι άλλος από την κατάσχεση των στρατηγικών πόρων της Βενεζουέλας, ιδίως του πετρελαίου και των ορυκτών της, επιχειρώντας να διασπάσει βίαια την πολιτική ανεξαρτησία του έθνους. Δεν θα τα καταφέρουν. Μετά από περισσότερα από διακόσια χρόνια ανεξαρτησίας, ο λαός και η νόμιμη κυβέρνησή του παραμένουν σταθεροί στην υπεράσπιση της κυριαρχίας και του αναφαίρετου δικαιώματος να αποφασίζουν για το δικό τους πεπρωμένο. Η προσπάθεια επιβολής ενός αποικιακού πολέμου για την καταστροφή της δημοκρατικής μορφής διακυβέρνησης και την επιβολή μιας «αλλαγής καθεστώτος», σε συμμαχία με τη φασιστική ολιγαρχία, θα αποτύχει, όπως όλες οι προηγούμενες προσπάθειες.
Από το 1811, η Βενεζουέλα έχει αντιμετωπίσει και νικήσει αυτοκρατορίες. Όταν ξένες δυνάμεις βομβάρδισαν τις ακτές μας το 1902, ο Πρόεδρος Cipriano Castro διακήρυξε: «Το θρασύ πόδι του ξένου βεβήλωσε το ιερό έδαφος της Πατρίδας». Σήμερα, με το ηθικό του Μπολιβάρ, της Μιράντα και των απελευθερωτών μας, ο λαός της Βενεζουέλας ξεσηκώνεται για άλλη μια φορά για να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του ενάντια στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.
Ο λαός στους δρόμους!
Η Μπολιβαριανή Κυβέρνηση καλεί όλες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις της χώρας να ενεργοποιήσουν σχέδια κινητοποίησης και να αποκηρύξουν αυτή την ιμπεριαλιστική επίθεση. Ο λαός της Βενεζουέλας και οι Μπολιβαριανές Εθνικές Ένοπλες Δυνάμεις του, σε τέλεια λαϊκή-στρατιωτική-αστυνομική ενότητα, έχουν αναπτυχθεί για να εγγυηθούν την κυριαρχία και την ειρήνη. Ταυτόχρονα, η Μπολιβαριανή Διπλωματία Ειρήνης θα εγείρει τις αντίστοιχες καταγγελίες ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, του Γενικού Γραμματέα αυτού του οργανισμού, CELAC, και του Κινήματος των Αδεσμεύτων, απαιτώντας την καταδίκη και την απόδοση ευθυνών από την κυβέρνηση των ΗΠΑ.
Ο Πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο διέταξε την εφαρμογή όλων των εθνικών αμυντικών σχεδίων στον κατάλληλο χρόνο και υπό τις κατάλληλες συνθήκες, με αυστηρή τήρηση των διατάξεων του Συντάγματος της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας, του Οργανικού Νόμου για τις Καταστάσεις Έκτακτης Ανάγκης και του Οργανικού Νόμου για την Εθνική Ασφάλεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο υπέγραψε και διέταξε την εφαρμογή του Διατάγματος που κηρύσσει κατάσταση Εξωτερικής Διατάραξης σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια, για την προστασία των δικαιωμάτων του πληθυσμού, την πλήρη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και την άμεση μετάβαση στον ένοπλο αγώνα. Ολόκληρη η χώρα πρέπει να κινητοποιηθεί για να νικήσει αυτή την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.
Ομοίως, διατάχθηκε η άμεση ανάπτυξη της Διοίκησης για την Ολοκληρωμένη Άμυνα του Έθνους και των Διοικητικών Οργάνων για την Ολοκληρωμένη Άμυνα σε όλες τις πολιτείες και τους δήμους της χώρας.
Σε αυστηρή τήρηση του Άρθρου 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, η Βενεζουέλα διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει νόμιμη αυτοάμυνα για να προστατεύσει τον λαό της, την επικράτειά της και την ανεξαρτησία της. Καλούμε τους λαούς και τις κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, της Καραϊβικής και του κόσμου να κινητοποιηθούν σε ενεργό αλληλεγγύη ενάντια σε αυτή την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα.
Όπως δήλωσε ο Ανώτατος Διοικητής Ούγκο Τσάβες Φρίας, «Απέναντι σε οποιεσδήποτε νέες δυσκολίες, όσο μεγάλες κι αν είναι, η απάντηση όλων των πατριωτών... είναι η ενότητα, ο αγώνας, η μάχη και η νίκη».
Καράκας, 3 Ιανουαρίου 2026
ΚΑΤΙ ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΚΑΘΟΛΟΥ ΚΑΛΑ Μ' ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ "ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ".
Στην μητρόπολη του καπιταλισμού, στην "πρωτεύουσα" χώρα του Δυτικού κόσμου, εκεί στην μήτρα της παγκοσμιοποίησης και του σύγχρονου πολιτισμού, στις ΗΠΑ
- 6.7 εκατομμύρια παιδιά λαμβάνουν συνταγογραφούμενα ψυχοφάρμακα
- 620.000 απ' αυτά είναι ηλικίας μικρότερης των 5 ετών...
Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ!
Είναι ο πολιτισμός που ο Byung-Chul Han ορίζει ως Κοινωνία της Αλγοφοβίας.
Νομίζω φταίει ολόκληρη η κουλτούρα, ο πολιτισμός της αλγοφοβίας, που όχι μόνο δεν εκπληρώνει τις πρωταρχικες υπαρξιακές ανάγκες των παιδιών και τα τραυματίζει, αλλά προσφέρει/μας πουλάει στη συνέχεια δεκάδες αναλγητικά/ανακουφιστικά/παυσίπονα για να αντέξουμε...και εκπαιδεύουμε, μάλλον ασυνείδητα, τα παιδιά μας από νωρίς σ' αυτήν την κουλτούρα.
Αναλυτικά στοιχεία εδώ
Εξαιρετικό κείμενο του Αντώνης Ανδρουλιδάκης! Διαβάστε το.
ΑΠΟ ΤΗΝ MADRE TIERRA ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
Πνευματικότητα, πολιτική και το χαμένο μάθημα της ελληνικής Αριστεράς
Ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου πολιτικού λόγου –ιδίως εκείνου που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτικός»– αντιμετωπίζει την πίστη του λαού μας είτε με αμηχανία είτε με ευθεία περιφρόνηση. Η πίστη παρουσιάζεται ως κατάλοιπο του παρελθόντος, ως ιδιωτική ιδιορρυθμία ή, στη χειρότερη εκδοχή, ως εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και τη χειραφέτηση.
Αυτή η στάση δεν είναι ουδέτερη. Παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Και το βασικό της αποτέλεσμα είναι ότι κόβει τον δεσμό ανάμεσα στον λαό και την πολιτική.
Γιατί για μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας η λαϊκή πίστη δεν είναι ιδεολογία. Δεν είναι δόγμα προς υπεράσπιση ούτε μηχανισμός εξουσίας. Είναι τρόπος ζωής. Είναι μνήμη, πένθος, γιορτή, κοινότητα. Είναι η γλώσσα με την οποία ο λαός έμαθε να αντέχει την ήττα, την κατοχή, τη φτώχεια, την απώλεια. Είναι ο τρόπος με τον οποίο έμαθε να στέκεται όρθιος όταν όλα γύρω του κατέρρεαν.
Όταν αυτή η πίστη λοιδορείται, δεν αποδυναμώνεται η Εκκλησία ως θεσμός εξουσίας. Αποξενώνεται ο ίδιος ο λαός από τον συλλογικό του εαυτό. Και τότε η πολιτική μένει χωρίς κοινωνικό σώμα, χωρίς ρίζες, χωρίς μνήμη, χωρίς εμπιστοσύνη. Ό,τι καλύτερο για τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, δηλαδή.
Το μάθημα των Ζαπατίστας
Ένα από τα λιγότερο κατανοημένα –και συχνά αποσιωπημένα– στοιχεία της εμπειρίας των Ζαπατίστας στην επαρχία Τσιάπας είναι ότι δεν αρνήθηκαν τις τοπικές πνευματικές και θρησκευτικές παραδόσεις των ιθαγενών κοινοτήτων. Δεν τις θεώρησαν «οπισθοδρομικές», ούτε εμπόδιο στον πολιτικό αγώνα. Αντίθετα, τις ενσωμάτωσαν πολιτικά, τις μετέτρεψαν σε έδαφος συλλογικής αξιοπρέπειας, κοινοτικής συνοχής και αντίστασης.
Για τους Ζαπατίστας: Η Γη (Madre Tierra) είναι ζωντανό ον, όχι πόρος. Ο κόσμος είναι σχέση, όχι αντικείμενο. Ο χρόνος είναι κυκλικός, όχι γραμμικός. Το άτομο δεν νοείται έξω από το κοινό (la comunidad). Η πνευματικότητα δεν είναι ιδιωτική πίστη, αλλά τρόπος ζωής.
Οι Ζαπατίστας κατάλαβαν κάτι απλό αλλά βαθύ: ένας λαός δεν χειραφετείται όταν λοιδορείται. Δεν ζήτησαν από τις κοινότητες να αποκοπούν από την κοσμοαντίληψή τους για να γίνουν «σύγχρονες». Δεν επέβαλαν έναν εισαγόμενο, άθεο ή τεχνοκρατικό λόγο. Είπαν: αγωνιστείτε από εκεί που είστε.
Γι’ αυτό και το κεντρικό τους σύνθημα, «να κυβερνάς υπακούοντας», δεν είναι απλώς πολιτική θέση. Είναι ηθική στάση. Ριζωμένη σε μια πνευματικότητα όπου η εξουσία δεν νοείται ως κυριαρχία, αλλά ως διακονία.
Η ορθόδοξη παρανόηση
Στην Ελλάδα κυριαρχεί μια βαθιά παρανόηση: ότι η Ορθοδοξία ως λαϊκή πνευματικότητα είναι ταυτισμένη με τον αυταρχισμό, τον εθνικισμό ή τη συντήρηση. Όμως στον πυρήνα της, η ορθόδοξη θεολογία δεν μιλά για έναν Θεό-αφέντη. Μιλά για έναν Θεό της κένωσης, της αγάπης, της σχέσης. Έναν Θεό που δεν επιβάλλεται, αλλά προσκαλεί. Που δεν κυβερνά με φόβο, αλλά με ελευθερία.
Αυτός ο Θεός δεν είναι ο προτεσταντικός Θεός της Δύσης και δεν έχει καμία συγγένεια με την αγορά, την πειθαρχία, τον ανταγωνισμό. Αντίθετα, βρίσκεται πιο κοντά σε εκείνη τη ζαπατιστική πνευματικότητα που βλέπει το ιερό μέσα στο κοινό, στη γη, στη φροντίδα, στη συλλογική απόφαση.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η πίστη. Το πρόβλημα είναι η εργαλειοποίησή της: είτε από την εξουσία, είτε από την αντίδραση, είτε από μια πολιτική που φοβάται να μιλήσει τη γλώσσα του λαού.
Η αποικιοκρατικοποιημένη διανόηση
Σε πλήρη αντίθεση με τους Ζαπατίστας, ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής αριστερής διανόησης λειτούργησε τις τελευταίες δεκαετίες ως φορέας εσωτερικευμένης αποικιοκρατίας.
Υιοθέτησε άκριτα εισαγόμενα σχήματα, γλώσσες και ιεραρχίες «προόδου», αντιμετωπίζοντας τη λαϊκή πίστη, την οικογένεια, την πατρίδα και τις μορφές κοινοτικής ζωής όχι ως πεδία πολιτικού μετασχηματισμού, αλλά ως βάρη προς εξάλειψη.
Έτσι, αντί να συγκρουστεί με την εξουσία, συγκρούστηκε με τον ίδιο τον λαό. Αντί να αποδομήσει την κυριαρχία, αποδόμησε τη λαϊκή αυτοεκτίμηση. Έγινε μεταφραστής ξένων λόγων προς έναν λαό που δεν αναγνώριζε τον εαυτό του σε αυτούς.
Και όταν ο λαός δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στον λόγο που του απευθύνεται, δεν χειραφετείται· αποσύρεται.
Τι σημαίνει πολιτική με ρίζες
Κάτι αντίστοιχο με την εμπειρία των Ζαπατίστας θα μπορούσε να συμβεί και εδώ. Όχι με θεοκρατικά σχήματα. Όχι με κρατικοεκκλησιαστικές συγχωνεύσεις. Αλλά με μια πολιτική που δεν ντρέπεται για τη λαϊκή πίστη, δεν την ιδιοποιείται, δεν τη γελοιοποιεί και δεν την αφήνει έρμαιο των πιο σκοτεινών εκδοχών της.
Μια πολιτική που καταλαβαίνει ότι η επανιεροποίηση της συλλογικής ζωής –της πατρίδας ως κοινότητας ευθύνης, της οικογένειας ως χώρου φροντίδας, της πίστης ως ηθικού ορίου στην εξουσία– μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην πλήρη εμπορευματοποίηση του ανθρώπου.
Γιατί χωρίς σεβασμό, δεν υπάρχει χειραφέτηση.
Οι Ζαπατίστας μας θυμίζουν κάτι κρίσιμο: η αλλαγή δεν ξεκινά από την άρνηση της ταυτότητας, αλλά από τη μετατόπισή της προς την αξιοπρέπεια και το Κοινό. Δεν αλλάζεις τον κόσμο ξεριζώνοντας τον άνθρωπο από τον εαυτό του. Τον αλλάζεις βοηθώντας τον να σταθεί όρθιος και να αντισταθεί απο εκεί όπου βρίσκει απάγκιο και παρηγοριά.
Και όποιος θέλει να μιλήσει στον λαό, δεν μπορεί να ξεκινά λέγοντάς του ότι όσα τον κράτησαν όρθιο είναι «πρόβλημα».
ΑΠΟ ΤΗΝ MADRE TIERRA ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
Πνευματικότητα, πολιτική και το χαμένο μάθημα της ελληνικής Αριστεράς
Ένα μεγάλο μέρος του σύγχρονου πολιτικού λόγου –ιδίως εκείνου που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτικός»– αντιμετωπίζει την πίστη του λαού μας είτε με αμηχανία είτε με ευθεία περιφρόνηση. Η πίστη παρουσιάζεται ως κατάλοιπο του παρελθόντος, ως ιδιωτική ιδιορρυθμία ή, στη χειρότερη εκδοχή, ως εμπόδιο στον εκσυγχρονισμό και τη χειραφέτηση.
Γιατί για μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας η λαϊκή πίστη δεν είναι ιδεολογία. Δεν είναι δόγμα προς υπεράσπιση ούτε μηχανισμός εξουσίας. Είναι τρόπος ζωής. Είναι μνήμη, πένθος, γιορτή, κοινότητα. Είναι η γλώσσα με την οποία ο λαός έμαθε να αντέχει την ήττα, την κατοχή, τη φτώχεια, την απώλεια. Είναι ο τρόπος με τον οποίο έμαθε να στέκεται όρθιος όταν όλα γύρω του κατέρρεαν.
Όταν αυτή η πίστη λοιδορείται, δεν αποδυναμώνεται η Εκκλησία ως θεσμός εξουσίας. Αποξενώνεται ο ίδιος ο λαός από τον συλλογικό του εαυτό. Και τότε η πολιτική μένει χωρίς κοινωνικό σώμα, χωρίς ρίζες, χωρίς μνήμη, χωρίς εμπιστοσύνη. Ό,τι καλύτερο για τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, δηλαδή.
Το μάθημα των Ζαπατίστας
Ένα από τα λιγότερο κατανοημένα –και συχνά αποσιωπημένα– στοιχεία της εμπειρίας των Ζαπατίστας στην επαρχία Τσιάπας είναι ότι δεν αρνήθηκαν τις τοπικές πνευματικές και θρησκευτικές παραδόσεις των ιθαγενών κοινοτήτων. Δεν τις θεώρησαν «οπισθοδρομικές», ούτε εμπόδιο στον πολιτικό αγώνα. Αντίθετα, τις ενσωμάτωσαν πολιτικά, τις μετέτρεψαν σε έδαφος συλλογικής αξιοπρέπειας, κοινοτικής συνοχής και αντίστασης.
Για τους Ζαπατίστας: Η Γη (Madre Tierra) είναι ζωντανό ον, όχι πόρος. Ο κόσμος είναι σχέση, όχι αντικείμενο. Ο χρόνος είναι κυκλικός, όχι γραμμικός. Το άτομο δεν νοείται έξω από το κοινό (la comunidad). Η πνευματικότητα δεν είναι ιδιωτική πίστη, αλλά τρόπος ζωής.
Οι Ζαπατίστας κατάλαβαν κάτι απλό αλλά βαθύ: ένας λαός δεν χειραφετείται όταν λοιδορείται. Δεν ζήτησαν από τις κοινότητες να αποκοπούν από την κοσμοαντίληψή τους για να γίνουν «σύγχρονες». Δεν επέβαλαν έναν εισαγόμενο, άθεο ή τεχνοκρατικό λόγο. Είπαν: αγωνιστείτε από εκεί που είστε.
Γι’ αυτό και το κεντρικό τους σύνθημα, «να κυβερνάς υπακούοντας», δεν είναι απλώς πολιτική θέση. Είναι ηθική στάση. Ριζωμένη σε μια πνευματικότητα όπου η εξουσία δεν νοείται ως κυριαρχία, αλλά ως διακονία.
Η ορθόδοξη παρανόηση
Στην Ελλάδα κυριαρχεί μια βαθιά παρανόηση: ότι η Ορθοδοξία ως λαϊκή πνευματικότητα είναι ταυτισμένη με τον αυταρχισμό, τον εθνικισμό ή τη συντήρηση. Όμως στον πυρήνα της, η ορθόδοξη θεολογία δεν μιλά για έναν Θεό-αφέντη. Μιλά για έναν Θεό της κένωσης, της αγάπης, της σχέσης. Έναν Θεό που δεν επιβάλλεται, αλλά προσκαλεί. Που δεν κυβερνά με φόβο, αλλά με ελευθερία.
Αυτός ο Θεός δεν είναι ο προτεσταντικός Θεός της Δύσης και δεν έχει καμία συγγένεια με την αγορά, την πειθαρχία, τον ανταγωνισμό. Αντίθετα, βρίσκεται πιο κοντά σε εκείνη τη ζαπατιστική πνευματικότητα που βλέπει το ιερό μέσα στο κοινό, στη γη, στη φροντίδα, στη συλλογική απόφαση.
Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η πίστη. Το πρόβλημα είναι η εργαλειοποίησή της: είτε από την εξουσία, είτε από την αντίδραση, είτε από μια πολιτική που φοβάται να μιλήσει τη γλώσσα του λαού.
Η αποικιοκρατικοποιημένη διανόηση
Σε πλήρη αντίθεση με τους Ζαπατίστας, ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής αριστερής διανόησης λειτούργησε τις τελευταίες δεκαετίες ως φορέας εσωτερικευμένης αποικιοκρατίας.
Υιοθέτησε άκριτα εισαγόμενα σχήματα, γλώσσες και ιεραρχίες «προόδου», αντιμετωπίζοντας τη λαϊκή πίστη, την οικογένεια, την πατρίδα και τις μορφές κοινοτικής ζωής όχι ως πεδία πολιτικού μετασχηματισμού, αλλά ως βάρη προς εξάλειψη.
Έτσι, αντί να συγκρουστεί με την εξουσία, συγκρούστηκε με τον ίδιο τον λαό. Αντί να αποδομήσει την κυριαρχία, αποδόμησε τη λαϊκή αυτοεκτίμηση. Έγινε μεταφραστής ξένων λόγων προς έναν λαό που δεν αναγνώριζε τον εαυτό του σε αυτούς.
Και όταν ο λαός δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του στον λόγο που του απευθύνεται, δεν χειραφετείται· αποσύρεται.
Τι σημαίνει πολιτική με ρίζες
Κάτι αντίστοιχο με την εμπειρία των Ζαπατίστας θα μπορούσε να συμβεί και εδώ. Όχι με θεοκρατικά σχήματα. Όχι με κρατικοεκκλησιαστικές συγχωνεύσεις. Αλλά με μια πολιτική που δεν ντρέπεται για τη λαϊκή πίστη, δεν την ιδιοποιείται, δεν τη γελοιοποιεί και δεν την αφήνει έρμαιο των πιο σκοτεινών εκδοχών της.
Μια πολιτική που καταλαβαίνει ότι η επανιεροποίηση της συλλογικής ζωής –της πατρίδας ως κοινότητας ευθύνης, της οικογένειας ως χώρου φροντίδας, της πίστης ως ηθικού ορίου στην εξουσία– μπορεί να λειτουργήσει ως ανάχωμα στην πλήρη εμπορευματοποίηση του ανθρώπου.
Γιατί χωρίς σεβασμό, δεν υπάρχει χειραφέτηση.
Οι Ζαπατίστας μας θυμίζουν κάτι κρίσιμο: η αλλαγή δεν ξεκινά από την άρνηση της ταυτότητας, αλλά από τη μετατόπισή της προς την αξιοπρέπεια και το Κοινό. Δεν αλλάζεις τον κόσμο ξεριζώνοντας τον άνθρωπο από τον εαυτό του. Τον αλλάζεις βοηθώντας τον να σταθεί όρθιος και να αντισταθεί απο εκεί όπου βρίσκει απάγκιο και παρηγοριά.
Και όποιος θέλει να μιλήσει στον λαό, δεν μπορεί να ξεκινά λέγοντάς του ότι όσα τον κράτησαν όρθιο είναι «πρόβλημα».




