ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ Σ' ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΠΕΘΑΙΝΕΙ.
Στις Η.Π.Α., την πλουσιότερη χώρα στην ανθρώπινη ιστορία, στο κέντρο του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος, εκεί όπου η επιτυχία αποτελεί την κυρίαρχη κοινωνική επιταγή, το 60% των ενηλίκων υποφέρουν από χρόνιες ασθένειες όπως η υψηλή αρτηριακή πίεση ή ο διαβήτης, ενώ το 40% υποφέρει από δύο ή περισσότερες ανάλογες ασθένειες.
Περίπου το 70% των Αμερικανών λαμβάνει κάποιου είδους συνταγογραφούμενη φαρμακευτική αγωγή, ενώ ιδιαίτερα για τις γυναίκες παρατηρείται ένας δυσανάλογα αυξανόμενος επιπολασμός των αυτοάνοσων νοσημάτων όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας κ.α.. Στους νέους παρατηρείται επίσης αύξηση των καρκίνων που δεν σχετίζονται με το κάπνισμα.
Σε πολλές χώρες επίσης αυξάνονται οι δείκτες της παχυσαρκίας, με τους πολλαπλούς κινδύνους για την υγεία που αυτό συνεπάγεται. Ειδικότερα στις Η.Π.Α. το 30% των ενηλίκων εκπληρώνει τα κριτήρια καθορισμού της παχυσαρκίας. Στο Μεξικό, που προφανώς ζήλεψε τους βόρειους γείτονες του, κάθε μέρα διαγιγνώσκονται με διαβήτη 38 Μεξικανοί. Και χάρις στην παγκοσμιοποίηση, η Ασία δεν πάει πίσω. Όπως διαπιστώνει καθηγητής της Υγείας του Παιδιού στο Πεκίνο, «η Κίνα εισήλθε στην εποχή της παχυσαρκίας. Η ταχύτητα ανάπτυξης είναι πραγματικά σοκαριστική!».
Άλλο τόσο συμβαίνει και σε ό,τι αφορά στις διαγνώσεις των ψυχικών παθήσεων σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Το 2019 το 20% των Αμερικανών υπέφερε από ένα τουλάχιστον επεισόδιο ψυχικής νόσου. Στην Ευρώπη, σύμφωνα με τους ερευνητές μιας πρόσφατης διεθνούς εκτεταμένης έρευνας, οι ψυχικές διαταραχές έχουν γίνει η μεγαλύτερη πρόκληση υγείας στον 21ο αιώνα.
Στη Β. Αμερική εκατομμύρια παιδιά και νέοι λαμβάνουν αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωτικά φαρμακευτικά σκευάσματα των οποίων οι μακροπρόθεσμες συνέπειες στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο δεν έχουν ακόμη διερευνηθεί επαρκώς. Ο τίτλος ενός άρθρου στο online περιοδικό Science Alert μιλάει από μόνος του «Οι απόπειρες αυτοκτονίας παιδιών έχουν φτάσει στον ουρανό και κανείς δεν ξέρει γιατί». Ανάλογη είναι η κατάσταση και στο Η.Β., όπου όπως αναφέρει ο Guardian, «τα Βρετανικά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν ένα γιγάντιο κύμα άγχους, κατάθλιψης και ψυχικής κατάρρευσης των φοιτητών».
Και καθώς η παγκοσμιοποίηση αγκαλιάζει όλο τον πλανήτη, παρόμοιες συνθήκες που εντοπίζονταν μόνο στις «αναπτυγμένες» χώρες, βρίσκουν τώρα το δρόμο τους και σε νέους χώρους. Στην Κίνα, για παράδειγμα, η διαταραχή της ΔΕΠΥ μεταξύ των παιδιών «έχει γίνει ένα αυξανόμενο ζήτημα ανησυχίας για την δημόσια υγεία».
Σύμφωνα με μια έρευνα που διεξήχθη το 2021, μεταξύ 10.000 νέων σε 42 χώρες, διαπιστώνεται ότι το υψηλό στρες σχετίζεται με τις αντιλήψεις των νέων ότι δεν έχουν μέλλον, καθώς η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη. Όπως διαπιστώνουν οι συγγραφείς της έρευνας, «μαζί με μια αίσθηση προδοσίας και εγκατάλειψης από τις κυβερνήσεις και τους ενήλικους, μια τέτοια απογοήτευση και απελπισία αποτελεί χρόνιο παράγοντα στρες που θα έχει σημαντικές, μακράς διάρκειας και αυξανόμενες σταδιακά επιδράσεις στην ψυχική υγεία παιδιών και νέων».
Αν, όπως γράφει ο Gabor Mate, «θεωρήσουμε τους εαυτούς μας ως τους οργανισμούς σε ένα εργαστήριο, τότε αυτές και άλλες ανάλογες παράμετροι αποδεικνύουν αλάνθαστα ότι ζούμε σε έναν τοξικό πολιτισμό». Ζούμε μέσα σε μια δηλητηριώδη κουλτούρα που μας σκοτώνει, σωματικά και ψυχικά, κάθε μέρα όλο και πιο πολύ. «Ζούμε» έξω από τα όρια της ανθρώπινης κανονικότητας, με τον ίδιο τρόπο που ένα φυτό δεν θα επιβίωνε σε ένα βραχώδες έδαφος, χωρίς ήλιο και τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά για την υγιή ανάπτυξη του.
Πίσω από την επιδημία χρόνιων παθήσεων, ψυχικών και σωματικών, που ταλαιπωρούν τη ζωή μας, φαίνεται πως κάτι δεν πάει καλά στον ίδιο τον πολιτισμό μας.
Είναι αυτός ο πολιτισμός που από την μια προκαλεί την έξαρση των παθήσεων και ταυτόχρονα, από την άλλη, “παράγει” τα ιδεολογικά εκείνα τυφλά σημεία που μας εμποδίζουν να δούμε ξεκάθαρα το ίδιο το πρόβλημα του πολιτισμού.
Αυτά τα τυφλά σημεία μας κρατούν σε άγνοια για τις συσχετίσεις που συνδέουν την υγεία μας με την κοινωνική και συναισθηματική μας ζωή, αποσυνδέοντας το τι συμβαίνει στο ατομικό πεδίο από το συλλογικό.
Με άλλα λόγια, η χρόνια ασθένεια – ψυχική ή σωματική – είναι σε μεγάλο βαθμό η φυσιολογική ανταπόκριση μας σε μια αφύσικη πραγματικότητα, που έχουμε «παραμυθιαστεί»-εκπαιδευτεί να αντιλαμβανόμαστε σαν φυσιολογική.
Ο ακραίος ανταγωνισμός και ατομικισμός, η από-ιεροποίηση του ανθρώπινου προσώπου, η κατάρρευση των πάσης φύσεων δεσμών-συνδέσεων, τα ελλείμματα ενσυναίσθησης, ο συναισθηματικός ακρωτηριασμός και η αποθέωση του εργαλειακού ορθολογισμού, ο μονοδιάστατος υπαρξιακός προσανατολισμός προς την με κάθε τρόπο επιτυχία, η καθημερινή κοινωνική επιβράβευση της αντικοινωνικής ψυχοπαθολογίας, η αδυναμία αποδοχής της αβεβαιότητας, η άρνηση της συνυφασμένης με την ανθρώπινη ύπαρξη οδύνης, η ολοσχερής απουσία της πνευματικότητας, η εικονοποίηση της ύπαρξης, είναι μόνο μερικοί από τους παράγοντες που συγκροτούν αυτό το βραχώδες και ανήλιο περιβάλλον που μας δηλητηριάζει.
Και είναι καιρός να το αποδεχτούμε για να το αλλάξουμε.
Ας ευχηθούμε η νέα χρονιά να μας χαρίσει το υπαρξιακό αντίδοτο που χρειαζόμαστε όσο ποτέ άλλοτε στην ανθρώπινη ιστορία.
Υπάρχει μια βολική αφήγηση που μας ανακουφίζει...ότι ο πόνος εξαγνίζει. Ότι όποιος υπέφερε, θα γίνει πιο ευαίσθητος. Πιο δίκαιος. Πιο ανθρώπινος. Η ψυχοθεραπεία, όμως, …
Δείτε περισσότερα
ΠΩΣ ΘΑ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΩΣ ΛΑΟ;
Η νέα χρονιά δεν έρχεται ως απλή αλλαγή ημερολογίου. Μας βρίσκει, τους περισσότερους, κουρασμένους, πληγωμένους, αλλά όχι ηττημένους. Μας βρίσκει σε μια στιγμή που το ερώτημα δεν είναι πια «τι φταίει», αλλά αν θα επιτρέψουμε να συνεχιστεί η αργή μας εξάντληση, η σιωπηλή συλλογική μας εξόντωση.
Γι’ αυτό το πιο βαθύ και πολιτικό ερώτημα της εποχής δεν είναι τεχνικό, είναι υπαρξιακό:
Να αγαπήσουμε τον εαυτό μας δεν σημαίνει να ωραιοποιήσουμε το παρελθόν, ούτε να κρυφτούμε πίσω από σύμβολα.
Σημαίνει να κοιτάξουμε κατάματα όσα μας έκαναν: τη φτωχοποίηση, την απαξίωση της ζωής, την κανονικοποίηση της αδικίας.
Σημαίνει να σταθούμε απέναντι στην πραγματικότητα χωρίς φόβο και χωρίς αυταπάτες. Να αναγνωρίσουμε ότι μας φτώχυναν, μας διαίρεσαν, μας έμαθαν να ντρεπόμαστε για τις ανάγκες μας και να θεωρούμε την αδικία «κανονικότητα».
Αλλά, αυτή η ντροπή δεν είναι δική μας, μας επιβλήθηκε. Είναι μηχανισμός εξουσίας. Και κανένας λαός δεν μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του όσο αποδέχεται να ζει σκυφτός.
Ο Δημήτρης Γληνός, στο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», όταν μιλούσε για «τους προδότες και τα τσακάλια», δεν περιέγραφε απλώς πρόσωπα μιας κατοχικής εποχής. Περιέγραφε έναν διαχρονικό μηχανισμό: εκείνους που, σε στιγμές κρίσης, σπεύδουν να πείσουν τον λαό ότι δεν αξίζει να αγωνιστεί, ότι «οι ισχυροί είναι ανίκητοι», ότι η σωτηρία περνά μόνο μέσα από την υποταγή.
Ο Γληνός μιλούσε για εκείνα "τα φιλόδοξα καὶ ἰδιοτελῆ καθάρματα", ποὺ εξυπηρετούν έως και σήμερα πρόθυμα τοὺς σκοπούς των επικυρίαρχων της πατρίδας.
Τα «τσακάλια», συνεχίζουν ως τις μέρες μας να τρέφονται από τον φόβο και την παραίτηση, ντύνοντας την υποταγή με τη γλώσσα του ρεαλισμού, υποτιμώντας και απαξιώνοντας το Λαό μας που τόσα και τόσα έχει υποστεί.
Αυτό δεν είναι παρελθόν. Είναι παρόν.
Να αγαπήσουμε, λοιπόν, τον εαυτό μας ως λαό σημαίνει να σπάσουμε αυτή τη γλώσσα. Να αρνηθούμε να δεχτούμε ότι οι νεκροί είναι «αστοχία», ότι η μετανάστευση των παιδιών μας είναι «ευκαιρία», ότι η φτώχεια είναι ατομική ευθύνη, ότι "τέτοιοι που είμαστε καλά να πάθουμε".
Η αγάπη προς τον συλλογικό εαυτό μας αρχίζει εκεί όπου αποκαθιστούμε την αξία της ζωής, της εργασίας και της δικαιοσύνης. Εκεί όπου λέμε ότι καμία «ανάπτυξη» δεν νομιμοποιείται πάνω σε αίμα και καμία «σταθερότητα» πάνω στην ατιμωρησία.
Να αγαπήσουμε τον εαυτό μας σημαίνει επίσης να ξαναχτίσουμε δεσμούς. Να πάψουμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον ως ανταγωνιστή ή απειλή. Να επαναφέρουμε την έννοια της κοινότητας, της οικογένειας, της συλλογικής ευθύνης.
Όχι ως ηθικολογία, αλλά ως όρο επιβίωσης. Μια κοινωνία διαλυμένων μονάδων είναι εύκολη λεία για κάθε μορφή εξουσίας.
Να αγαπήσουμε τον εαυτό μας ως λαό σημαίνει να ξαναχτίσουμε το Κοινόν. Να επαναφέρουμε την κοινότητα απέναντι στον ατομικισμό, τη φροντίδα απέναντι στον κυνισμό, τη συλλογική ευθύνη απέναντι στην ανάθεση.
Εδώ συναντιέται η μακρόχρονη παράδοση μας με τις πιο σύγχρονες εμπειρίες αντίστασης όπως αυτές των Ζαπατίστας. «Το κοινόν», lo común, δεν είναι ούτε το κράτος ούτε η αγορά. Είναι ό,τι χτίζεται συλλογικά: η γη, η φροντίδα, η απόφαση, η ευθύνη. Είναι η ζωή που δεν ιδιωτικοποιείται και δεν ανατίθεται. Είναι η συνειδητή επιλογή να υπάρχουμε μαζί, χωρίς να παραδίνουμε την τύχη μας σε «ειδικούς» και σωτήρες.
Αυτό ακριβώς είναι το Κίνημα των Τεμπών. Δεν είναι απλώς μια έκρηξη οργής. Είναι μια στιγμή που το Κοινό επανεμφανίστηκε: άνθρωποι χωρίς κόμμα, χωρίς ηγεσία, χωρίς άδεια, απαίτησαν δικαιοσύνη και αλήθεια
Τα Τέμπη είναι μια στιγμή κοινοτιστικής αυτογνωσίας.
Η νέα χρονιά δεν μας υπόσχεται εύκολες λύσεις. Μας θέτει όμως ένα καθαρό όριο: είτε θα ξαναχτίσουμε το Κοινό, είτε θα αποδεχτούμε τη διάλυση ως κανονικότητα.
Είτε θα αγαπήσουμε ξανά τον εαυτό μας ως Λαό είτε θα μας τελειώσουν.
Με αυτό το εξαιρετικό κείμενο του Αντώνης Ανδρουλιδάκης με το οποίο συμφωνώ απόλυτα σας εύχομαι μία καλύτερη χρονιά ένα καλύτερο 2026 καλή λευτεριά!
ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΩΣ ΛΑΟ;
Η νέα χρονιά δεν έρχεται ως απλή αλλαγή ημερολογίου. Μας βρίσκει, τους περισσότερους, κουρασμένους, πληγωμένους, αλλά όχι ηττημένους. Μας βρίσκει σε μια στιγμή που το ερώτημα δεν είναι πια «τι φταίει», αλλά αν θα επιτρέψουμε να συνεχιστεί η αργή μας …
Δείτε περισσότερα
ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ ΩΣ ΛΑΟ;
Η νέα χρονιά δεν έρχεται ως απλή αλλαγή ημερολογίου. Μας βρίσκει, τους περισσότερους, κουρασμένους, πληγωμένους, αλλά όχι ηττημένους. Μας βρίσκει σε μια στιγμή που το ερώτημα δεν είναι πια «τι φταίει», αλλά αν θα επιτρέψουμε να συνεχιστεί η αργή μας εξάντληση, η σιωπηλή συλλογική μας εξόντωση.
Γι’ αυτό το πιο βαθύ και πολιτικό ερώτημα της εποχής δεν είναι τεχνικό, είναι υπαρξιακό:
Να αγαπήσουμε τον εαυτό μας δεν σημαίνει να ωραιοποιήσουμε το παρελθόν, ούτε να κρυφτούμε πίσω από σύμβολα.
Σημαίνει να κοιτάξουμε κατάματα όσα μας έκαναν: τη φτωχοποίηση, την απαξίωση της ζωής, την κανονικοποίηση της αδικίας.
Σημαίνει να σταθούμε απέναντι στην πραγματικότητα χωρίς φόβο και χωρίς αυταπάτες. Να αναγνωρίσουμε ότι μας φτώχυναν, μας διαίρεσαν, μας έμαθαν να ντρεπόμαστε για τις ανάγκες μας και να θεωρούμε την αδικία «κανονικότητα».
Αλλά, αυτή η ντροπή δεν είναι δική μας, μας επιβλήθηκε. Είναι μηχανισμός εξουσίας. Και κανένας λαός δεν μπορεί να αγαπήσει τον εαυτό του όσο αποδέχεται να ζει σκυφτός.
Ο Δημήτρης Γληνός, στο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», όταν μιλούσε για «τους προδότες και τα τσακάλια», δεν περιέγραφε απλώς πρόσωπα μιας κατοχικής εποχής. Περιέγραφε έναν διαχρονικό μηχανισμό: εκείνους που, σε στιγμές κρίσης, σπεύδουν να πείσουν τον λαό ότι δεν αξίζει να αγωνιστεί, ότι «οι ισχυροί είναι ανίκητοι», ότι η σωτηρία περνά μόνο μέσα από την υποταγή.
Ο Γληνός μιλούσε για εκείνα "τα φιλόδοξα καὶ ἰδιοτελῆ καθάρματα", ποὺ εξυπηρετούν έως και σήμερα πρόθυμα τοὺς σκοπούς των επικυρίαρχων της πατρίδας.
Τα «τσακάλια», συνεχίζουν ως τις μέρες μας να τρέφονται από τον φόβο και την παραίτηση, ντύνοντας την υποταγή με τη γλώσσα του ρεαλισμού, υποτιμώντας και απαξιώνοντας το Λαό μας που τόσα και τόσα έχει υποστεί.
Αυτό δεν είναι παρελθόν. Είναι παρόν.
Να αγαπήσουμε, λοιπόν, τον εαυτό μας ως λαό σημαίνει να σπάσουμε αυτή τη γλώσσα. Να αρνηθούμε να δεχτούμε ότι οι νεκροί είναι «αστοχία», ότι η μετανάστευση των παιδιών μας είναι «ευκαιρία», ότι η φτώχεια είναι ατομική ευθύνη, ότι "τέτοιοι που είμαστε καλά να πάθουμε".
Η αγάπη προς τον συλλογικό εαυτό μας αρχίζει εκεί όπου αποκαθιστούμε την αξία της ζωής, της εργασίας και της δικαιοσύνης. Εκεί όπου λέμε ότι καμία «ανάπτυξη» δεν νομιμοποιείται πάνω σε αίμα και καμία «σταθερότητα» πάνω στην ατιμωρησία.
Να αγαπήσουμε τον εαυτό μας σημαίνει επίσης να ξαναχτίσουμε δεσμούς. Να πάψουμε να βλέπουμε ο ένας τον άλλον ως ανταγωνιστή ή απειλή. Να επαναφέρουμε την έννοια της κοινότητας, της οικογένειας, της συλλογικής ευθύνης.
Όχι ως ηθικολογία, αλλά ως όρο επιβίωσης. Μια κοινωνία διαλυμένων μονάδων είναι εύκολη λεία για κάθε μορφή εξουσίας.
Να αγαπήσουμε τον εαυτό μας ως λαό σημαίνει να ξαναχτίσουμε το Κοινόν. Να επαναφέρουμε την κοινότητα απέναντι στον ατομικισμό, τη φροντίδα απέναντι στον κυνισμό, τη συλλογική ευθύνη απέναντι στην ανάθεση.
Εδώ συναντιέται η μακρόχρονη παράδοση μας με τις πιο σύγχρονες εμπειρίες αντίστασης όπως αυτές των Ζαπατίστας. «Το κοινόν», lo común, δεν είναι ούτε το κράτος ούτε η αγορά. Είναι ό,τι χτίζεται συλλογικά: η γη, η φροντίδα, η απόφαση, η ευθύνη. Είναι η ζωή που δεν ιδιωτικοποιείται και δεν ανατίθεται. Είναι η συνειδητή επιλογή να υπάρχουμε μαζί, χωρίς να παραδίνουμε την τύχη μας σε «ειδικούς» και σωτήρες.
Αυτό ακριβώς είναι το Κίνημα των Τεμπών. Δεν είναι απλώς μια έκρηξη οργής. Είναι μια στιγμή που το Κοινό επανεμφανίστηκε: άνθρωποι χωρίς κόμμα, χωρίς ηγεσία, χωρίς άδεια, απαίτησαν δικαιοσύνη και αλήθεια
Τα Τέμπη είναι μια στιγμή κοινοτιστικής αυτογνωσίας.
Η νέα χρονιά δεν μας υπόσχεται εύκολες λύσεις. Μας θέτει όμως ένα καθαρό όριο: είτε θα ξαναχτίσουμε το Κοινό, είτε θα αποδεχτούμε τη διάλυση ως κανονικότητα.
Είτε θα αγαπήσουμε ξανά τον εαυτό μας ως Λαό είτε θα μας τελειώσουν.
ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΜΕ ΝΑ ΜΑΣ ΤΕΛΕΙΩΣΟΥΝ
Η νέα χρονιά δεν έρχεται ουδέτερη, δεν έρχεται σαν αθώα αλλαγή σελίδας. Έρχεται πάνω σε τραύματα που δεν έκλεισαν και σε ερωτήματα που δεν απαντήθηκαν. Το Κίνημα των Τεμπών δεν ήταν ξέσπασμα στιγμής, ήταν ρήγμα. Η στιγμή που ο Λαός μας έπαψε να παριστάνει ότι δεν βλέπει και αρνήθηκε να αποδεχτεί τον θάνατο ως «αστοχία» και την αδικία ως κανονικότητα.
Ως εκ τούτου, η ευχή για το νέο έτος δεν μπορεί να να είναι απλώς «καλύτερες μέρες», δεν μπορεί να είναι ησυχία. Είναι μνήμη. Δεν είναι συμφιλίωση με το υπάρχον, αλλά επιμονή στη δικαιοσύνη. Να μη γίνει ο πόνος τελετή, ούτε η οργή επέτειος. Να γίνει διάρκεια, λόγος και πράξη. Να γίνει απαίτηση ευθύνης, όχι διαχείριση συναισθήματος. Να γίνει η μνήμη δύναμη, η οργή διάρκεια και η απαίτηση δικαιοσύνης συλλογικό σχέδιο.
Αν κάτι αξίζει να ευχηθούμε, είναι το νέο έτος να μη μας βρει πιο ανεκτικούς, αλλά πιο ανυπόμονους. Όχι πιο «ρεαλιστές», αλλά πιο απαιτητικούς. Το νέο έτος να μη μας βρει πιο ήσυχους, αλλά πιο ώριμους. Όχι πιο προσαρμοσμένους, αλλά πιο αποφασισμένους.
Και η ευχή να ειπωθεί καθαρά:
αυτή τη φορά, να μην τους επιτρέψουμε να μας τελειώσουν!
Μεγάλο πράγμα, σύντροφε, οι ψευδαισθήσεις! Χρόνια τώρα μας ανακουφίζουν από την ανάγκη να αναλάβουμε τις ευθύνες μας...…
Δείτε περισσότερα
Έχε το νου σου:
Η χρονιά αλλάζει. Όχι τα πράγματα.
Αυτά περιμένουν ακόμη να τ' αλλάξεις εσύ!
Κωνσταντίνος Αργυρίου
Δεν υπάρχουν πραγματικότητες, παρά μόνο ερμηνείες. Η πραγματικότητα αποκτά υπόσταση, υπαρξιακή οντότητα, με βάση την προσωπική ερμηνευτική μας.
Εκ των έσω εκπορεύονται οι αναγνώσεις, μέσα μας έχει αφετηρία ο τρόπος θέασης των πραγμάτων, μέσα μας συντελ…
Δείτε περισσότερα
- Απάντηση
- Απάντηση
ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
"Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ΄τα σπίτια τους. Tριγυρίζουν εκεί. Mπλέκονται στα φουστάνια της μητέρας τους, την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΪ κι ακούει το νερό να κοχλάζει..." έχει απαντήσει η ποίηση.
Όμως, οι γονείς, οι νεκροί γονείς, οι νεκροί παππούδες και γιαγιάδες, οι νεκροί μας πρόγονοι, που πάνε όταν φεύγουν;
Οι νεκροί γονείς συνεχίζουν να υπάρχουν κάπου εντός μας, μάλλον για να μπορούμε ακόμη να απευθύνουμε εκείνη την πρωταρχική έκκληση
"αγαπημένη μου μαμά αποδέξου με σαν παιδί σου!",
"αγαπημένε μου μπαμπά αποδέξου με σαν παιδί σου!".
"αγαπημένοι μου πρόγονοι δεχτείτε με σαν συνεχιστή της κληρονομιάς σας!".
Οι νεκροί γονείς, οι νεκροί μας πρόγονοι, δεν πάνε πουθενά και περιμένουν κάπου μέσα μας αυτή την απάντηση:
"είσαι αυτός που μ' έφερε στον κόσμο και μου έχεις λείψει τόσο πολύ. Όταν έρθει η ώρα μου θα έρθω κι εγώ. Ως τότε για να σε τιμήσω θα ζήσω τη ζωή μου με νόημα".
Και τότε χαμογελαστοί και ικανοποιημένοι οι γονείς και όλοι "οι πριν από μας" μπορούν κι αυτοί να φύγουν ήσυχοι.
Κι' ύστερα αυτό το μικρό παιδί, που ζει πάντα μέσα μας, σταματά επιτέλους να νοσταλγεί τους νεκρούς προγόνους του, σταματά να τους μέμφεται ή να τους αγιοποιεί και σαν ενήλικος εαυτός είναι διαθέσιμος πια να ζήσει τη δικιά του ζωή.
Μάλλον, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους, έτσι και οι κοινωνίες δεν ενηλικιώνονται όταν ξεχνούν τους «νεκρούς γονείς» τους, αλλά όταν παύουν να τους ζητούν διαρκώς άδεια για να ζήσουν.
Όταν παύουν να εγκλωβίζονται είτε στη νοσταλγία είτε στην άρνηση του παρελθόντος τους.
Όταν μπορούν να πουν, χωρίς φόβο και χωρίς ύβρη: σας κουβαλάμε μέσα μας, αλλά δεν θα ζήσουμε αντί για εσάς - θα ζήσουμε με ευθύνη απέναντί σας.
Μια κοινωνία που δεν έχει πενθήσει ώριμα τις ήττες, τις απώλειες, τις διαψεύσεις και τα τραύματά της, μένει αιώνια παιδική: αναζητά προστάτες, σωτήρες, μεσσίες. Φοβάται την ελευθερία, αναπαράγει τον διχασμό και την εξάρτηση.
Αντίθετα, μια κοινωνία που έχει συμφιλιωθεί με τους «νεκρούς γονείς» της -με την ιστορία της, τις γενιές που προηγήθηκαν, τα λάθη και τις θυσίες τους- μπορεί να σταθεί όρθια χωρίς δεκανίκια.
Η πολιτική ωρίμανση, δηλαδή, δεν είναι άρνηση της μνήμης. Είναι ανάληψη ευθύνης. Είναι η στιγμή που μια κοινωνία παύει να λέει «φταίνε οι άλλοι» και αρχίζει να λέει «μας αναλογεί».
Που δεν περιμένει να σωθεί, αλλά οργανώνεται για να ζήσει με νόημα. Που δεν μεταβιβάζει το βάρος της ιστορίας ούτε στους νεκρούς ούτε στους επόμενους, αλλά το σηκώνει η ίδια.
Ίσως αυτό να είναι, τελικά, το πιο βαθύ πολιτικό καθήκον της εποχής μας:
να γίνουμε οι ενήλικοι μιας κοινωνίας που για καιρό την ανάγκασαν να μείνει "παιδί".
Να τιμήσουμε όσους μας έφεραν εδώ, όχι με αγιοποιήσεις ή εμφυλιοπολεμικές αφηγήσεις, αλλά με μια ζωή συλλογική που να αξίζει να συνεχιστεί.
Και τότε -όπως συμβαίνει και στην ανθρώπινη ψυχή- το παρελθόν μπορεί να αναπαυθεί και το μέλλον να ανοίξει.
"Προοδευταριό": ΑΥΤΗ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΑΣΤΙΓΑ!
Κάθε φορά που μεγάλα πλήθη ανθρώπων προστρέχουν να παρακολουθήσουν ιστορικές ταινίες ή τηλεοπτικές σειρές με έντονο εθνικό ή λαϊκό φορτίο, ο εγχώριος «προοδευτικός» χώρος αντιδρά σχεδόν αντανακλαστικά με ειρωνεία, απαξίωση, παιδαγωγική αυθεντία. Ο κόσμος «δεν ξέρει ιστορία», «χειραγωγείται», «καταναλώνει μύθους» «ο λαός δεν πέρασε Διαφωτισμό», «όλα αυτά είναι ανορθολογισμός και αναχρονιστικά κατάλοιπα»
Μόνο που είναι λάθος.
Διότι το φαινόμενο αυτό δεν είναι δείκτης αμορφωσιάς. Είναι δείκτης στέρησης. Και πιο συγκεκριμένα στέρησης του δικαιώματος σε ένα κοινό "ανήκειν".
Η λαϊκή προσέλευση δεν είναι πλάνη, είναι μήνυμα. Οι άνθρωποι που γεμίζουν τις αίθουσες δεν είναι ανίκανοι να αντιληφθούν τη μυθοπλασία, την υπερβολή ή την απλοποίηση. Δεν πιστεύουν κατά γράμμα ό,τι βλέπουν.
Αναζητούν κάτι άλλο. Τη Σχέση.
Σχέση με το παρελθόν.
Σχέση με μια συλλογική αφήγηση.
Σχέση με μια ιστορία που να τους χωρά χωρίς να τους ζητά διαρκώς να απολογηθούν.
Η ιστορία, όταν απογυμνώνεται από συναίσθημα, τα σύμβολα και την ταύτιση, παύει να λειτουργεί ως ιστορία και μετατρέπεται σε κατηγορητήριο. Και τότε ο λαός δεν τη μαθαίνει, την αποφεύγει.
Το "προοδευταριό" ξέρει καλά να περιφρονεί τη λαϊκή μνήμη.
Ο σύγχρονος προοδευτικός λόγος, ιδίως στην ελληνική εκδοχή του, δεν περιορίστηκε στην κριτική της εθνικής αφήγησης. Προχώρησε σε κάτι βαθύτερο και πιο τοξικό. Απαξίωσε τη λαϊκή πρόσληψη της ιστορίας.
Ό,τι δεν περνά από το φίλτρο της ακαδημαϊκής ή ιδεολογικής ορθότητας χαρακτηρίζεται ύποπτο. Η λαϊκή συγκίνηση είναι εθνικισμός. Η συλλογική μνήμη είναι μια νέτη-σκέτη κατασκευή. Η ανάγκη ταύτισης είναι σκοταδισμός.
Έτσι, ο λαός παρουσιάζεται περίπου ως ανώριμος μαθητής που πρέπει να “εκπαιδευτεί” να αποστασιοποιείται από τον εαυτό του. Να βλέπει την ιστορία του όχι ως κληρονομιά, αλλά ως πρόβλημα.
Αλλά αυτό δεν είναι Διαφωτισμός. Είναι πολιτισμικός πατερναλισμός.
Και είναι εδώ που συναντάμε τον πυρήνα της σύγχρονης αυτο-αποικιοποίησης.
Η κλασική αποικιοκρατία έλεγε:
«Δεν έχετε ώριμη ιστορία, θα σας τη δώσουμε εμείς».
Η σύγχρονη, εγχώρια εκδοχή λέει:
«Έχετε ιστορία, αλλά είναι κυρίως ντροπή. Αν θέλετε να προοδεύσετε, αποστασιοποιηθείτε από αυτήν».
Και κάπως έτσι η κοινωνία μας έμαθε να βλέπει το παρελθόν της μόνο μέσα από ξένα θεωρητικά σχήματα, να ντρέπεται για τις λαϊκές της εκφράσεις, να αντιμετωπίζει τη συλλογική μνήμη ως ύποπτη.
Οπότε δεν χρειάζεται εξωτερικό αποικιοκράτη. Έχει ολοκληρώσει μόνη της την αποικιακή εργασία.
Το παρ' ημίν "προοδευταριό" για δεκαετίες αποδόμησε, αλλά δεν επανασυνέθεσε.
Αφαίρεσε το κοινό αφήγημα χωρίς να προσφέρει ένα νέο που να συγκινεί, να ενώνει, να νοηματοδοτεί.
Και το κενό αυτό δεν μένει κενό. Επιστρέφει μέσω του κινηματογράφου, μέσω της λαϊκής κουλτούρας, μέσω της υπερβολής και του μύθου.
Όχι επειδή ο λαός μας είναι αφελής, αλλά επειδή στερήθηκε μια έντιμη, μη ενοχική σχέση με την ιστορία του.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν αυτές οι ταινίες ή οι σειρές είναι ιστορικά άρτιες.
Το ερώτημα είναι γιατί μόνο εκεί επιτρέπεται πλέον στον λαό να νιώσει ότι ανήκει.
Και η απάντηση είναι ενοχλητική:
Διότι ο κυρίαρχος προοδευτικός λόγος δεν εμπιστεύεται τη λαϊκή κρίση, δεν αντέχει τη λαϊκή συγκίνηση, φοβάται το κοινό “εμείς”.
Κι έτσι, αφού έκλεψε από τον Λαό μας "το ανήκειν", τον κατηγορεί τώρα επειδή το αναζητά.
Αλλά οι άνθρωποι δεν ζητούν απλά μύθους. Ζητούν ρίζες χωρίς ντροπή και ιστορία χωρίς επιτήρηση. Και όσο αυτό δεν τους προσφέρεται με σεβασμό, θα το διεκδικούν -συνειδητά ή ανεπίγνωστα- όπως μπορούν.
Το πρόβλημα δεν είναι οι ταινίες και οι σειρές. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές έγιναν το τελευταίο καταφύγιο συλλογικής μνήμης.
Όταν ο λαός επιτρέπεται να συγκινηθεί μόνο σε σκοτεινές αίθουσες, όταν η ιστορία του γίνεται ανεκτή μόνο ως ειρωνεία, ενοχή ή υποσημείωση, τότε δεν μιλάμε για πρόοδο, μιλάμε για εκτοπισμό.
Το «προοδευταριό» δεν μας ξεβλάχεψε, δεν μας έκανε πολιτισμένη Ευρώπη, δεν απελευθέρωσε τη συλλογική μας συνείδηση. Την αποστείρωσε.
Το «προοδευταριό» δεν φώτισε την ιστορία μας, την παρέδωσε σε επιτηρούμενη χρήση.
Και ύστερα, με περισσή αλαζονεία, κατηγορεί τον λαό επειδή αρνείται να ζήσει ως πολιτισμικός πρόσφυγας μέσα στον ίδιο του τον τόπο.
Αν αυτό λέγεται Διαφωτισμός, τότε πρόκειται για έναν Διαφωτισμό που φοβάται το φως της λαϊκής μνήμης.
Και αν αυτό λέγεται πρόοδος, τότε είναι μια πρόοδος που προχωρά χωρίς λαό-και τελικά, χωρίς λόγο ύπαρξης.
Η σήψη που βιώνουμε γύρω μας -στην πολιτική, στην παιδεία, στη γλώσσα, στις σχέσεις, στην ίδια την αίσθηση του μέλλοντος- δεν είναι άσχετη με όλα αυτά.
Είναι το φυσικό αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που έκοψε τους δεσμούς της με τον εαυτό της, που "εκπαιδεύτηκε" να αυτοϋπονομεύεται, να αυτογελοιοποιείται και να αυτοϋποτιμάται στο όνομα μιας δήθεν προόδου.
Όταν διαλύεις την κοινή μνήμη, αποσυνθέτεις και την κοινή ευθύνη.
Όταν αφαιρείς το “εμείς”, μένει μόνο ένα πλήθος απομονωμένων ατόμων, εύκολα διαχειρίσιμων, κυνικών ή παραιτημένων.
Η παρακμή δεν ήρθε ως κεραυνός. Ήρθε ως κανονικότητα χωρίς νόημα.
Και όσο το "προοδευταριό" συνεχίζει να πολεμά κάθε συλλογική ρίζα ως απειλή, τόσο θα θερίζει αυτό που δήθεν πολεμά. Την κοινωνική αποσύνθεση.
Διότι λαός χωρίς μνήμη δεν γίνεται “προοδευτικός” - γίνεται απλώς διαθέσιμος στην εξαπάτηση και στη χειραγώγηση από τις κυρίαρχες ελίτ.
Και το παρ' ημίν "προοδευταριό" υπήρξε για δεκαετίες το καλύτερο εργαλείο τους.
Αντώνης Ανδρουλιδάκης
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ "ΣΟΒΑΡΗ ΥΠΟΘΕΣΗ"- ΕΙΝΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ.
Τι σημαίνει πραγματικά το σχόλιο που κυκλοφορεί ευρέως τελευταία, ότι «η πολιτική είναι σοβαρή υπόθεση για να την αναλάβουν οι εκτός πολιτικής»;
Αυτός ο ισχυρισμός, πέρα από αφορισμός, είναι εκδήλωση μιας βαθιάς πολιτικής και πολιτισμικής παραδοξότητας. Της αντίληψης ότι η πολιτική είναι προνόμιο μιας κάστας επαγγελματιών και μηχανισμών, και όχι ένας χώρος στον οποίο επιβάλλεται να συμμετέχουν οι πολίτες, ίδιαίτερα όταν οι θεσμοί τους έχουν αποτύχει.
Στην Ελλάδα του 2025, η πολιτική δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως πεδίο δημόσιας διαχείρισης. Αντιμετωπίζεται συχνά ως "πριγκιπάτο" που ανήκει σε όσους έχουν «σπουδάσει» ή «επαγγελματιστεί» ή «γεννηθεί» σε αυτό και φέρουν πάππου προς πάππου το κληρονομικό δικαίωμα της εξουσίας. Αυτό το αφήγημα λειτουργεί είτε υπέρ των κομμάτων είτε υπέρ του συστήματος που έχει μάθει να απορροφά την κοινωνική οργή χωρίς να αλλάζει.
Όμως τα γεγονότα τώρα μιλούν διαφορετικά:
Η Καρυστιανού δεν είναι «εκτός πολιτικής». Η Μαρία Καρυστιανού έγινε γνωστή όχι ως τηλεοπτική φιγούρα ή σαν «διαχειριστής εντυπώσεων», ούτε επειδή λέγεται Μαρία "Βαρβιτσιώτη", αλλά επειδή βρέθηκε στην πρώτη γραμμή ενός συνεχιζόμενου αγώνα για απονομή δικαιοσύνης και διαφάνεια μετά το έγκλημα των Τεμπών, μια μάχη με ισχυρό πολιτικό περιεχόμενο και κοινωνική σημασία.
Το να υποστηρίζεις ότι αυτό δεν είναι «πολιτική» είναι ένας ευφημισμός που υποτιμά τον ίδιο τον ρόλο που πρέπει να έχει ο τόσο ο πολίτης, όσο και ο πολιτικός, στην δημόσια σφαίρα.
Η πολιτική δεν είναι αποκλειστικό επάγγελμα επαγγελματιών του χώρου. Είναι, πρώτιστα, δημόσια υπόθεση όλων των πολιτών- ειδικά όταν αυτοί έχουν βιώσει στην καθημερινότητά τους τη διάλυση των θεσμών, της διοίκησης και της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Η πολιτική είναι πρώτιστη ενήλικη ευθύνη όσων αντιλαμβάνονται την εθνική μας παρακμή.
Συνεπώς, η απόρριψη της συμμετοχής ενός πολίτη με ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα επειδή «δεν είναι επαγγελματίας» είναι περισσότερο ιδεολογική άρνηση συμμετοχής παρά λογική επιχειρηματολογία.
Χρειάζεται να ξεκαθαριστεί επίσης κάτι προς κάθε κατεύθυνση. Η Καρυστιανού δεν “έφτιαξε” κανένα κίνημα. Το κίνημα των Τεμπών -ως ένας κοχλάζον ωκεανός συλλογικής έντασης και δυσφορίας- την ανέδειξε ως σύμβολο, γιατί εξέφρασε ένα καθολικό τραύμα, μίλησε με αξιοπρέπεια, δεν μπήκε σε κομματικά παζάρια, δεν ζήτησε ρόλο εξουσίας και επέδειξε παρά το πένθος και την οδύνη της ακατάβλητη αγωνιστικότητα.
Όταν όμως ένα πρόσωπο αποκτά ηθικό κύρος, το σύστημα κάνει δύο πράγματα ή προσπαθεί να το απαξιώσει («δεν ξέρει από πολιτική»), ή να το οικειοποιηθεί («να το βάλουμε μπροστά σε σχήμα»).
Ας μην κρυβόμαστε όμως. Το πρόβλημα δεν είναι η Καρυστιανού
Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία παρήγαγε πολιτικό νόημα έξω από το σύστημα. Και αυτό φοβίζει τους επαγγελματίες της πολιτικής, αποσταθεροποιεί το αφήγημα «μόνο εμείς ξέρουμε»,
εκθέτει το έλλειμμα νομιμοποίησης του συστήματος -νομιμοποίησης που στηρίχτηκε εν πολλοίς στο αφήγημα του Λαού "που είναι ανεπαρκής και δεν ξέρει".
Το Σύστημα δεν φοβάται τα πρόσωπα. Φοβάται την αυτενέργεια της κοινωνίας. Φοβάται τη στιγμή που η κοινωνία παύει να λειτουργεί ως εκλογικό ακροατήριο, ως παθητικός αποδέκτης αφηγημάτων ή ως δεξαμενή αγανάκτησης, και αρχίζει να παράγει αυτόνομα πολιτικό νόημα. Το κίνημα των Τεμπών δεν γεννήθηκε μέσα από κόμματα, μηχανισμούς ή επαγγελματικά επιτελεία. Γεννήθηκε από ένα συλλογικό τραύμα που μετατράπηκε σε απαίτηση δικαιοσύνης, αλήθειας και λογοδοσίας. Ακριβώς γι’ αυτό είναι επικίνδυνο για το καθεστώς: γιατί δεν ελέγχεται, δεν εντάσσεται εύκολα, δεν μεταφράζεται σε γνώριμους όρους διαχείρισης.
Όταν η κοινωνία αρθρώνει πολιτικό λόγο έξω από τους καθιερωμένους μηχανισμούς, αποκαλύπτει το κενό νομιμοποίησης της υπάρχουσας εξουσίας. Και αυτό είναι κάτι που το σύστημα δεν μπορεί να ανεχτεί, γιατί θέτει υπό αμφισβήτηση όχι μια κυβέρνηση ή ένα πρόσωπο, αλλά το ίδιο το μονοπώλιό του πάνω στο τι θεωρείται «πολιτικό», ποιος δικαιούται να μιλά και με ποιους όρους.
Όταν η κοινωνία οργανωμένη απαιτεί την επάνοδο της στην πολιτική το Σύστημα τρέμει...
"ΚΑΠΟΔΙΧΑΣΜΟΣ"
Ο Καποδίστριας, ο διχασμός και το ανεπούλωτο συλλογικό μας τραύμα.
Η πρόσφατη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια δεν αφορά, στην πραγματικότητα, ούτε την ίδια την ταινία ούτε καν την ιστορική ακρίβεια της κινηματογραφικής αφήγησης. Αφορά κάτι πολύ βαθύτερο. Τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να στέκεται απέναντι στην ίδια της την Ιστορία. Και κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο αδυνατεί να τη δει χωρίς τα φίλτρα ενός εμφυλιακού διχασμού που, παρά τις διακηρύξεις, δεν έληξε ποτέ.
Ο Καποδίστριας λειτουργεί ως ιστορικός καθρέφτης. Και αυτό που αντανακλάται μέσα του δεν είναι απλώς μια διαφωνία ερμηνειών, αλλά ένα ανοικτό, μη επεξεργασμένο ιστορικό συλλογικό τραύμα. Γι’ αυτό και η δημόσια συζήτηση δεν κινείται στη σφαίρα της σύνθεσης, αλλά εγκλωβίζεται σε δύο αντίθετα και εξίσου προβληματικά άκρα: από τη μία, η πλήρης απαξίωση του «δυνάστη» και του «αυταρχικού κυβερνήτη»· από την άλλη, η αγιοποίηση και η μετατροπή του σε άχραντο εθνικό σύμβολο. Και οι δύο στάσεις λένε περισσότερα για το παρόν μας παρά για τον ίδιο τον Καποδίστρια και το ιστορικό παρελθόν μας.
Οι κοινωνίες που έχουν επεξεργαστεί τα τραύματά τους μπορούν να δουν το παρελθόν τους με ψυχραιμία, αναγνωρίζοντας αντιφάσεις, όρια και ιστορικές συνθήκες. Αντίθετα, οι κοινωνίες που παραμένουν τραυματισμένες αντιμετωπίζουν την Ιστορία ως πεδίο μάχης. Εκεί, το παρελθόν δεν μελετάται, στρατολογείται. Δεν φωτίζει το παρόν, χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει σύγχρονες ιδεολογικές ταυτότητες ή αυταπάτες.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι μια τέτοια τραυματική φιγούρα. Όχι επειδή υπήρξε αλάνθαστος ή «τέλειος», αλλά ακριβώς επειδή ενσάρκωσε μια ανολοκλήρωτη δυνατότητα του νεοελληνικού κράτους. Ένα κράτος που γεννήθηκε μέσα από την Επανάσταση, αλλά δεν πρόλαβε ποτέ να συγκροτηθεί ως ενιαία και αυτόνομη πολιτική οντότητα. Η δολοφονία του πρώτου Κυβερνήτη από ελληνικά χέρια δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός, είναι μια συμβολική πράξη αυτοακύρωσης. Ένα τραύμα στη γέννηση του κράτους, το οποίο δεν επουλώθηκε ποτέ. Αν είναι ένα σύμβολο ο Καποδίστριας είναι το σύμβολο του Ανολοκλήρωτου, του ημιτελούς, του λειψού.
Από τότε, ο ελληνικός εμφύλιος δεν έληξε, απλώς άλλαξε μορφές. Μετακινήθηκε από τα πεδία των μαχών στη γλώσσα, στην Ιστορία, στην πολιτική κουλτούρα. Αναπαράγεται κάθε φορά που αδυνατούμε να συμφωνήσουμε έστω στα στοιχειώδη του συλλογικού μας παρελθόντος. Κάθε φορά που ακόμη και τα ήδη τετελεσμένα ιστορικά γεγονότα καλούνται να υπηρετήσουν τις ανάγκες της εκάστοτε παροντικής αφήγησης. Το τραυματικό παρελθόν βρίσκεται στην υπηρεσία της διαιώνισης του στο παρόν. Είναι ο "παγωμένος" χρόνος του Τραύματος.
Η ειρωνεία -και η τραγωδία μαζί- είναι ότι αυτή η ανακύκλωση του διχασμού συμβαίνει την ίδια στιγμή που τα λαϊκά στρώματα της χώρας, το ίδιο το "μεδούλι" του Τόπου, λεηλατούνται για ακόμη μία φορά από μια εξαρτημένη, κλειστή και διεφθαρμένη ολιγαρχία. Ενώ η κοινωνία αποδιαρθρώνεται, ενώ η εργασία απαξιώνεται, ενώ η χώρα χάνει την -όποια απέμεινε- παραγωγική της βάση, πληθυσμό και αυτονομία, εμείς εμφανιζόμαστε έτοιμοι να «πλακωθούμε» για το πώς πρέπει να ερμηνευτεί ο πρώτος Κυβερνήτης του ελληνικού κράτους.
Αυτό δεν είναι τυχαίο. Ο πολιτισμικός εμφύλιος λειτουργεί διαχρονικά ως μηχανισμός αποσπασμού της προσοχής και διάλυσης κάθε ενοποιητικού «εμείς». Όσο το συλλογικό σώμα παραμένει διαιρεμένο γύρω από σύμβολα, τόσο δυσκολεύεται να συγκροτηθεί ως πολιτικό υποκείμενο στο παρόν. Ο Καποδίστριας, έτσι, δεν απειλεί την εξουσία που λυμαίνεται το Λαό μας. Αντίθετα, η διαμάχη γύρω από αυτόν τη διευκολύνει.
Μια ώριμη, μετατραυματική στάση δεν χρειάζεται ούτε αγιογραφίες ούτε κατεδαφίσεις. Χρειάζεται σύνθεση. Ο Καποδίστριας δεν ήταν άγιος, ούτε όμως και δυνάστης με τη σύγχρονη έννοια. Ήταν μια τραγική μορφή ενός κράτους που δεν είχε ακόμη κοινωνική βάση, θεσμική εμπέδωση και κοινή πολιτική συνείδηση. Η αναγνώριση αυτή δεν υπονομεύει τη δημοκρατία. Αντίθετα, τη θεμελιώνει σε ιστορική αυτογνωσία.
Όσο δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τον Καποδίστρια χωρίς να χωριζόμαστε σε στρατόπεδα, τόσο αποδεικνύουμε ότι το συλλογικό μας τραύμα παραμένει ενεργό και χρήσιμο για τους συστημικούς μηχανισμούς συλλογικού ελέγχου, πειθάρχησης και υποταγής.
Και όσο αυτό το τραύμα παραμένει ανοιχτό, η Ελλάδα θα δυσκολεύεται να συγκροτήσει ένα ενοποιητικό αφήγημα για το παρόν και το μέλλον της.
Η εθνική συμφιλίωση δεν είναι ζήτημα λήθης. Είναι ζήτημα αλήθειας, ωριμότητας και κοινής ευθύνης. Χωρίς αυτά, καμία κοινωνία δεν μπορεί να σταθεί όρθια.
Αντώνης Ανδρουλιδάκης
Φίλε Αντώνης Ανδρουλιδάκης.Από σήμερα το βιβλίο σου κοσμεί τόσο την βιβλιοθήκη μου όσο και του πατέρα μου. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο.
Ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης κεντάει. Υφαίνει εκείνο το ύφασμα που ενώ σκεπάζει τη ντροπή, τα κάνει όλα να φαίνονται.
ΟΙ "ΑΦΥΠΝΙΣΤΕΣ"
Υπάρχει ένα γνώριμο φαινόμενο που εμφανίζεται έντονα στα social media - και όχι μόνο εκεί. Άνθρωποι που αυτοπαρουσιάζονται ως «αφυπνισμένοι», όχι επειδή…
Δείτε περισσότερα
ΟΙ "ΑΦΥΠΝΙΣΤΕΣ"
Υπάρχει ένα γνώριμο φαινόμενο που εμφανίζεται έντονα στα social media - και όχι μόνο εκεί. Άνθρωποι που αυτοπαρουσιάζονται ως «αφυπνισμένοι», όχι επειδή άκουσαν, μελέτησαν ή συμμετείχαν, αλλά επειδή αυτοανακηρύχθηκαν φορείς της αλήθειας. Η στάση τους δεν είναι διαλογική, είναι καθεδρική. Δεν λένε «ας το σκεφτούμε μαζί», αλλά: «κάτσε να σου πω εγώ πώς έχουν τα πράγματα, καημένε αδαή».
Έτσι, αυτοί «ξέρουν»:
– με ποια γερόντισσα μιλάει η Καρυστιανού,
– ότι συμβουλεύεται αστρολόγο,
– ποιος «ακροδεξιός εσμός» την περιβάλλει,
– αν είναι «βαλτή» από το Σύστημα για να απορροφήσει τη λαϊκή οργή.
Δεν έχουν αποδείξεις, έχουν βεβαιότητες. Και οι βεβαιότητες αυτές δεν γεννιούνται από κριτική σκέψη, αλλά από έναν βαθύ φόβο: τον φόβο μήπως η πραγματικότητα είναι πιο απλή και πιο δύσκολη απ’ όσο αντέχουν.
Γιατί είναι πιο ανεκτό να πιστέψεις ότι «όλα είναι στημένα»
παρά να δεχτείς ότι κάτι αυθεντικό συμβαίνει και δεν το ελέγχεις.
Πιο εύκολο να αποδομήσεις τον Άλλον, παρά να αναρωτηθείς αν εσύ έχεις μείνει -και γιατί- απ’ έξω.
Ή ακόμη χειρότερα, είναι πιο εύκολο να αποδομήσεις τον Άλλο παρά να αναρωτηθείς τι σου εξυπηρετεί να μένεις απέξω; Μήπως την υποσυνείδητη ανάγκη να είσαι ο μοναδικά ξεχωριστός που "δεν χωράς πουθενά";
Αυτός ο «αφυπνισμένος» λόγος δεν είναι επαναστατικός.
Είναι βαθιά αντι-δημοκρατικός.
Γιατί αντιμετωπίζει την κοινωνία όχι ως σύνολο ισότιμων υποκειμένων, αλλά ως μάζα που χρειάζεται «φωτισμένους» καθοδηγητές.
Και στο βάθος του, δεν υπάρχει αγωνία για την αλήθεια.
Υπάρχει αγωνία να νιώσει κανείς ανώτερος.
Η αληθινή αφύπνιση, όμως, δεν ξεκινά από το «εγώ ξέρω».
Ξεκινά από το «ας ακούσω». Από την ικανότητα να διαβάζεις, να ακούς πραγματικά, αυτό που λέει ο άλλος - όχι αυτό που σε βολεύει να του αποδώσεις, όχι αυτό που σου είπε ένας άλλος επίσης "μοναδικά ξεχωριστός που εκείνος ξέρει".
Η αληθινή αφύπνιση ξεκινά από τη διάθεση να συμμετέχεις σε κάτι που δεν ελέγχεις πλήρως.
Η αληθινή αφύπνιση ξεκινά όταν σταματήσει κανείς να κάνει το γνωστό δρομολόγιο "απογοήτευση-κυνισμός" και πάλι πίσω.
Η αληθινή αφύπνιση ξεκινά όταν αντιλαμβάνεται κανείς ότι η απογοήτευση του δεν είναι πολιτικός ρεαλισμός: είναι σύμπτωμα του συλλογικού μας τραύματος, είναι αμυντικός μηχανισμός.
Και κυρίως, η αλήθεια δεν χρειάζεται ψιθύρους, υπονοούμενα και σκιές.
Όταν εμφανίζεται, φαίνεται στο ήθος, στη συνέπεια και στο ρίσκο.
Όλα τα άλλα είναι απλώς ένας ναρκισσισμός μεταμφιεσμένος σε «ξύπνημα».
Οπότε, αφήστε μας στον "ύπνο" μας κι εμάς τους υπόλοιπους. Αφήστε μας να ονειρευτούμε! Και κυρίως μην δηλητηριάζετε το όνειρο μας με την ναρκισσιστική σας ματαίωση.
Dimitris Giannatos
Αντώνη, ίδιες σκέψεις έχουμε.;; Αυτές τις ημερες, ετοιμάζω κάτι ανάλογο, μπαίνοντας σε μεθόδους που χρησιμοποιούν οι " σωστοί" της ιστορίας για να επιβάλλουν τις θέσεις και το ναρκισσισμό τους. Έχω κι έχουμε πολλούς αλλά και κάποιους συγκεκριμένα στο…
Δείτε περισσότερα
- Απάντηση
Dimitris Giannatos synchronisity που έλεγε και ο Γιούνγκ φίλε! Χαίρομαι, αναμένω!
- Απάντηση
Ναι αλλά για το Πάσχα και τη σταύρωση δεν λέτε τίποτα!
Αντί για καλά Χριστούγεννα σας δίνω τα λόγια του πολύτιμου φίλου Αντώνης Ανδρουλιδάκης
Οι μέρες αυτές φέρνουν μια λαχτάρα για το ουσιώδες, μια δίψα για σημαντικότητα στη ζωή του Άλλου.
Κουρασμένοι από την ατέλειωτη κούρσα της επίδοσης, ματαιωμένοι από εκ…
Δείτε περισσότερα
η πρώτη αναγνωστική ανταπόκριση για το βιβλιαράκι μου. Ευχαριστώ Apostolis Gkersanis!
Μόλις το τελείωσα.
Όλοι σε παρέες καί συζητήσεις συχνά πυκνά αναρωτιόμαστε: τι συμβαίνει, γιατί δεν γίνεται τίποτα, γιατί κανείς δεν αντιδρά;
Αυτό το βιβλίο θα έπρεπε να μπει σε κάθε ελληνικό σπίτι, είναι ένα βιβλίο αποκάλυψη,ένα βιβλίο που πιάνει τα πράγματα από την αρχή της σύστασης αυτού του κράτους, καί δείνει με τρόπο απλό καί κατανοητό όλη την παθογένεια-ως συλλογικό τραύμα - του Ελληνικού λαού.
Ότι καλύτερο διάβασα φέτος.
Ο εξαιρετικός, όπως πάντα, Αντώνης Ανδρουλιδάκης.
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Για τον ελληνικό κόσμο, τα Χριστούγεννα δεν είναι η γιορτή της αφθονίας, αλλά η γιορτή της ταπεινότητας. Ένας Θεός που δεν γεννιέται σε παλάτι αλλά σε στάβλο. Ένα νόημα ζωής που δεν θεμελιώνεται στην ισχύ, αλλά στη φροντίδα του αδύναμου.
Αυτό το μοτίβο -ο σεβασμός στον μικρό, στον φτωχό, στον ξένο- είναι βαθιά χαραγμένο στη συλλογική μας ψυχή, πολύ πριν γίνει θεολογία ή δόγμα και παραμένει υποδόρια ακόμη και κάτω από πλαστικές φωταγωγίες, πολύχρωμα ευρωπαϊκά λαμπιόνια, λαμέ καταναλώσεις και ζάχαρες άχνες.
Στα ελληνικά Χριστούγεννα, η οικογένεια δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Είναι το κέντρο του κόσμου. Το τραπέζι, το σπίτι, το μοίρασμα, η μνήμη των απόντων, οι νεκροί που «κάθονται» νοερά μαζί μας. Η γιορτή δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα, αλλά τρόπος να την αντέξεις. Να θυμηθείς ποιος είσαι, ακόμα κι όταν όλα γύρω σου καταρρέουν.
Γι’ αυτό και στην ελληνική παράδοση τα Χριστούγεννα συνδέονται περισσότερο με το φως μέσα στο σκοτάδι παρά με τη χαρά χωρίς βάθος. Είναι μια ήσυχη αντίσταση απέναντι στην απανθρωπιά της αποικιοκρατικής Ιστορίας. Μια επιμονή ότι η ζωή έχει νόημα ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Ότι δεν είμαστε μόνοι. Ότι η κοινότητα προηγείται της αγοράς, η σχέση προηγείται της κατανάλωσης, η φροντίδα είναι στον αντίποδα της ισχύος.
Στη σύγχρονη Ελλάδα, όπου η συλλογική ταυτότητα έχει τραυματιστεί, όπου η οικογένεια, η πίστη και η πατρίδα συχνά παρουσιάζονται είτε ως γραφικά κατάλοιπα είτε ως ύποπτες έννοιες, τα Χριστούγεννα λειτουργούν -έστω και ασυνείδητα- ως υπενθύμιση ρίζας. Όχι ως ιδεολογία, αλλά ως βίωμα. Ως κάτι που δεν χρειάζεται να το υπερασπιστείς με επιχειρήματα, γιατί σε κρατά όρθιο χωρίς να το καταλαβαίνεις.
Σε κάθε Χριστούγεννα είναι η πεθαμένη μάνα μου που με πρησμένα πόδια πηγαινοέρχεται στην κουζίνα και στρώνει το τραπέζι κι ας μουρμουράει ύστερα πως κατάφερα και πάλι να την αναστατώσω.
Ίσως γι’ αυτό τα Χριστούγεννα αντέχουν. Γιατί δεν είναι απλώς μια γιορτή που «κληρονομήσαμε», αλλά μια πράξη ταυτότητας: ένας τρόπος να πούμε ότι, παρά την αποσύνθεση, την απώλεια και τον κυνισμό της εποχής, ο ελληνικός κόσμος εξακολουθεί να αναγνωρίζει τον άνθρωπο πριν από το σύστημα, το πρόσωπο πριν από τον ρόλο και τον "νου μέσα στην καρδιά".
Και ίσως αυτό, σήμερα, να είναι πιο πολιτικό απ’ όσο φαίνεται.
Καλά Χριστούγεννα αδέρφια!
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Στην ελληνική εμπειρία, τα Χριστούγεννα δεν είναι απλώς μια θρησκευτική γιορτή ούτε μια ημερολογιακή παράδοση. Είναι υπόμνηση ενός τρόπου ύπαρξης, ενός πυρήνα συλλογικής μνήμης και ήθους που επιβίωσε αιώνες μέσα σε κατοχές, φτώχεια, ξεριζωμούς και τραύματα.
Για τον ελληνικό κόσμο, τα Χριστούγεννα δεν είναι η γιορτή της αφθονίας, αλλά η γιορτή της ταπεινότητας. Ένας Θεός που δεν γεννιέται σε παλάτι αλλά σε στάβλο. Ένα νόημα ζωής που δεν θεμελιώνεται στην ισχύ, αλλά στη φροντίδα του αδύναμου.
Αυτό το μοτίβο -ο σεβασμός στον μικρό, στον φτωχό, στον ξένο- είναι βαθιά χαραγμένο στη συλλογική μας ψυχή, πολύ πριν γίνει θεολογία ή δόγμα και παραμένει υποδόρια ακόμη και κάτω από πλαστικές φωταγωγίες, πολύχρωμα ευρωπαϊκά λαμπιόνια, λαμέ καταναλώσεις και ζάχαρες άχνες.
Στα ελληνικά Χριστούγεννα, η οικογένεια δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Είναι το κέντρο του κόσμου. Το τραπέζι, το σπίτι, το μοίρασμα, η μνήμη των απόντων, οι νεκροί που «κάθονται» νοερά μαζί μας. Η γιορτή δεν είναι απόδραση από την πραγματικότητα, αλλά τρόπος να την αντέξεις. Να θυμηθείς ποιος είσαι, ακόμα κι όταν όλα γύρω σου καταρρέουν.
Γι’ αυτό και στην ελληνική παράδοση τα Χριστούγεννα συνδέονται περισσότερο με το φως μέσα στο σκοτάδι παρά με τη χαρά χωρίς βάθος. Είναι μια ήσυχη αντίσταση απέναντι στην απανθρωπιά της αποικιοκρατικής Ιστορίας. Μια επιμονή ότι η ζωή έχει νόημα ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Ότι δεν είμαστε μόνοι. Ότι η κοινότητα προηγείται της αγοράς, η σχέση προηγείται της κατανάλωσης, η φροντίδα είναι στον αντίποδα της ισχύος.
Στη σύγχρονη Ελλάδα, όπου η συλλογική ταυτότητα έχει τραυματιστεί, όπου η οικογένεια, η πίστη και η πατρίδα συχνά παρουσιάζονται είτε ως γραφικά κατάλοιπα είτε ως ύποπτες έννοιες, τα Χριστούγεννα λειτουργούν -έστω και ασυνείδητα- ως υπενθύμιση ρίζας. Όχι ως ιδεολογία, αλλά ως βίωμα. Ως κάτι που δεν χρειάζεται να το υπερασπιστείς με επιχειρήματα, γιατί σε κρατά όρθιο χωρίς να το καταλαβαίνεις.
Σε κάθε Χριστούγεννα είναι η πεθαμένη μάνα μου που με πρησμένα πόδια πηγαινοέρχεται στην κουζίνα και στρώνει το τραπέζι κι ας μουρμουράει ύστερα πως κατάφερα και πάλι να την αναστατώσω.
Ίσως γι’ αυτό τα Χριστούγεννα αντέχουν. Γιατί δεν είναι απλώς μια γιορτή που «κληρονομήσαμε», αλλά μια πράξη ταυτότητας: ένας τρόπος να πούμε ότι, παρά την αποσύνθεση, την απώλεια και τον κυνισμό της εποχής, ο ελληνικός κόσμος εξακολουθεί να αναγνωρίζει τον άνθρωπο πριν από το σύστημα, το πρόσωπο πριν από τον ρόλο και τον "νου μέσα στην καρδιά".
Και ίσως αυτό, σήμερα, να είναι πιο πολιτικό απ’ όσο φαίνεται.
Καλά Χριστούγεννα αδέρφια!
Μια οπτική σαν νυστερι.
Καιρός για επεμβατική χειρουργικη ...
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΥΛΑΚΙΟ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ…
Δείτε περισσότερα
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΥΛΑΚΙΟ ΣΤΑ ΤΕΜΠΗ
Είναι αρκετό να κοιτάξει κανείς τους ψυχρούς δείκτες για να καταλάβει ότι η χώρα δεν βρίσκεται απλώς σε κρίση, αλλά σε φάση υπαρξιακής εξάντλησης.
Δημογραφική κατάρρευση. Παραγωγική απονέκρωση. Δημόσιο χρέος χωρίς ορίζοντα. Πανευρωπαϊκές «πρωτιές» στο στρες, στην κατάθλιψη και στην κατανάλωση ψυχοφαρμάκων. Υγεία και Παιδεία σε διαρκή υποχώρηση.
Όλα δείχνουν ότι δεν ζούμε απλώς μια δύσκολη περίοδο, αλλά ίσως τις τελευταίες συλλογικές μέρες μιας χώρας που αδειάζει από νόημα, συνοχή και μέλλον.
Ίσως εκείνο το χυδαία ναρκισσιστικό σύνθημα «να πεθάνει η Ελλάδα, να ζήσουμε εμείς» να μην ήταν υπερβολή, αλλά μια προφητεία που αδιόρατα εκπληρώνεται κάτω απ' την μύτη μας.
Η Ελλάδα μοιάζει πιασμένη σε ένα αραχνοειδές πλέγμα ξένων και ντόπιων παρασιτικών συμφερόντων. Ένα πλέγμα που εδώ και δεκαετίες -ή ίσως από την ίδια την ιδρυτική της πράξη- απομυζά συστηματικά τον τόπο. Και το μεδούλι έχει σχεδόν φαγωθεί.
Όχι μόνο οικονομικά, αλλά θεσμικά, κοινωνικά, ψυχικά.
Κάθε φορά που ο λαός μας επιχείρησε, σε στιγμές απόγνωσης, να σπάσει αυτό το δίχτυ, οι προσπάθειες έμεναν λειψές, ανολοκλήρωτες ή οδηγούσαν σε νέα αδιέξοδα.
Από το 1821 και τους Βαλκανικούς Πολέμους, στη Μικρασιατική Καταστροφή, την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο, το Πολυτεχνείο, τα Μνημόνια και το 2015, ένα νήμα διατρέχει την ιστορία μας: το τραύμα της ματαίωσης.
Τα μεγάλα αιτήματα του ελληνικού λαού, η Εθνική Ανεξαρτησία απέναντι σε καθεστώτα επιτροπείας, η Δημοκρατία παντού και όχι μόνο στις κάλπες, η Κοινωνική Συνοχή και η Δικαιοσύνη, με μια κουβέντα η αξιοβίωτη ζωή στην Ελλάδα, παραμένουν πεισματικά ανεκπλήρωτα.
Και τότε τίθεται το σκληρό ερώτημα: τι έχει αυτή η χώρα που να την εξαιρεί από τη μοίρα τόσων άλλων πολιτισμών που γεννήθηκαν, ακμάσαν, παρακμάσαν και τελικά χάθηκαν, αφήνοντας πίσω τους μόνο ερείπια, μουσεία και υποσημειώσεις στα βιβλία της Ιστορίας;
Τι μας διαφοροποιεί από τους Ασσυρίους, για παράδειγμα, ή από κάθε άλλη κοινωνία που δεν άντεξε το βάρος της παρακμής;
Εδώ ακριβώς εισέρχεται το Κίνημα των Τεμπών.
Όχι ως ακόμη μία διαμαρτυρία.
Όχι ως ένα ξέσπασμα πένθους που θα ξεχαστεί.
Αλλά ως υπαρξιακό ρήγμα.
Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, το τραύμα δεν ιδιωτικοποιείται, δεν απορροφάται από κόμματα, δεν «διαχειρίζεται». Αντίθετα, μετατρέπεται σε ηθική αξίωση.
Τα Τέμπη δεν αποκάλυψαν απλώς ένα έγκλημα.
Αποκάλυψαν ξανά το σύστημα και τις παρασιτικές λειτουργίες του, επαναφέροντας με δραματικό τρόπο τα ίδια παλιά συλλογικά μας αιτήματα-μάλλον για τελευταία φορά στην μακρόχρονη Ιστορία μας.
Ο Καραϊσκάκης αγκαλιά με τον Άρη, μας στέλνουν, με μεταφυσικό τρόπο, το ίδιο "μπουγιουρντί": «Τι θα κάνετε τελικά ρε μαλάκες με τον Τόπο, τις ζωές και τις ζωές των παιδιών σας!».
Και γι’ αυτό το Κίνημα των Τεμπών είναι η τελευταία ευκαιρία. Όχι για μια κυβερνητική εναλλαγή.
Αλλά για μια ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΗ ΝΟΗΜΑΤΟΣ, όχι ως σύνθημα, ούτε αφηρημένη φιλοσοφική έννοια, αλλά ως μια υπαρξιακή, πολιτική και πολιτισμική διαδικασία που συντελείται όταν μια κοινωνία που έχει χάσει τον λόγο ύπαρξής της, ξαναβρίσκει το “γιατί” πριν από το “πώς”.
Επανίδρυση νοήματος ως αποκατάσταση της σχέσης μιας κοινωνίας με την αξία της ίδιας της ζωής της, της ιστορίας της και του μέλλοντός της.
Επανίδρυση νοήματος όπου η ζωή προηγείται της διαχείρισης, η ηθική επιστρέφει ως πολιτικό κριτήριο, η πολιτική επιστρέφει στον άνθρωπο (και όχι στους ρόλους), το Ιερό αποκαθίσταται χωρίς φανατισμό, η εμπιστοσύνη στη συλλογικότητα επιστρέφει και βεβαιώνεται και η κοινωνία ξαναβρίσκει τον λόγο να συνεχίσει να υπάρχει μαζί.
Αν και αυτό το τραύμα κανονικοποιηθεί, αν και αυτή η οργή διαλυθεί ή απορροφηθεί από τους συστημικούς απορροφητήρες,
αν και αυτή η ηθική κραυγή μετατραπεί σε άλλη μία υποσημείωση, τότε η χώρα πιθανότατα δεν θα έχει άλλη ιστορική στιγμή να κρατηθεί.
Όχι γιατί δεν θα υπάρχουν προβλήματα.
Αλλά γιατί δεν θα υπάρχει πια λαός που να πιστεύει ότι αξίζει να υπάρξει ως συλλογικό υποκείμενο.
Η χώρα έχει εξαντλήσει σχεδόν όλα τα αποθέματα νοήματος, εμπιστοσύνης και κοινωνικής συνοχής. Οι δείκτες που αναφέρθηκαν αλλά και η ψυχική εξουθένωση της κοινωνίας μας δείχνουν ότι δεν υπάρχει άλλος χρόνος για αποτυχημένες απόπειρες, μισές ρήξεις και ασφαλείς υπαναχωρήσεις.
Γι’ αυτό και είναι κρίσιμη η ευθύνη όλων μας στο πως θα σταθούμε στο ύψος μιας τέτοιας ιστορικής μετάβασης χωρίς να παραδώσουμε την τελευταία αυτή ρωγμή σε λογικές ενσωμάτωσης, υποκειμενισμού, φόβου ή μικρού πολιτικού υπολογισμού.
Σε τέτοιες στιγμές, η Ιστορία δεν συγχωρεί τη δειλία ούτε την αφέλεια. Αν αυτή η ευκαιρία χαθεί, δεν θα υπάρξει εύκολα άλλη -όχι γιατί ο λαός δεν θα πονέσει ξανά, ούτε γιατί θα πάψει οριστικά να πιστεύει ότι έχει νόημα να αντισταθεί, αλλά γιατί τότε δεν θα υπάρχει Λαός - με την έννοια του πολιτικού υποκειμένου. Και τότε η ήττα δεν θα είναι πολιτική, θα είναι υπαρξιακή και τελεσίδικη.
Το Κίνημα των Τεμπών δεν εγγυάται τη σωτηρία.
Αλλά είναι ίσως το τελευταίο σημείο όπου η Ιστορία μάς κοιτάζει κατάματα και μας ρωτά:
Θέλετε ακόμη να υπάρχετε συλλογικά;
Ή απλώς να επιβιώνετε ατομικά, πάνω στα ερείπια ενός τόπου που έχει πεθάνει;
Αν χαθεί κι αυτή η στιγμή, η απάντηση θα έχει δοθεί σιωπηλά.
ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ ΛΑΟ
Ένα τραγούδι του καλού φίλου Ιωάννη Αυγουστάτου εμπνευσμένο από το ομωνυμο άρθρο μου!
Μουσική: Suno
Video: Eleftheria Roussou
Το κίνημα των Τεμπών δεν γεννήθηκε για να βρει απλώς εκπροσώπηση. Γεννήθηκε από μια βαθιά ρωγμή στο κοινωνικό σώμα. Για την υπέρβαση αυτής της ρωγμής δεν αρκεί ένας «σωστός» ηγέτης ή ένα «καθαρό» κόμμα, αλλά χρειαζόμαστε –με όρους επείγοντος– τη συλλογική ωρίμανση της κοινωνίας και την επανεφεύρεση της δημοκρατίας ως καθημερινής πρακτικής.
Η ωρίμανση περνά και μέσα από τον πολιτικό προσανατολισμό και την οικοδόμηση θέσεων και πολιτικών για την Ελλάδα που θέλουμε σε τρεις κυρίως κατευθύνσεις:
1) Ανεξαρτησία της χώρας κι όχι καθεστώς εξάρτησης και αποικίας,
2) Εκδημοκρατισμός παντού,
3) Κοινωνική συνοχή κι όχι διάλυση της κοινωνίας.
Αυτός είναι ο δύσκολος δρόμος. Δεν προσφέρει γρήγορες λύσεις, ούτε εγγυήσεις επιτυχίας. Προσφέρει όμως κάτι πιο ουσιαστικό: τη δυνατότητα να σπάσει ο φαύλος κύκλος ελπίδας – ανάθεσης – ματαίωσης. Και αυτή η δυνατότητα είναι ίσως το πιο πολύτιμο πολιτικό διακύβευμα που άνοιξαν τα Τέμπη.
Δείτε περισσότερα
Γιατί...."στην ελληνική παράδοση τα Χριστούγεννα συνδέονται περισσότερο με το φως μέσα στο σκοτάδι παρά με τη χαρά χωρίς βάθος. Είναι μια ήσυχη αντίσταση απέναντι στην απανθρωπιά της αποικιοκρατικής Ιστορίας. Μια επιμονή ότι η ζωή έχει νόημα ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες. Ότι δεν είμαστε μόνοι. Ότι η κοινότητα προηγείται της αγοράς, η σχέση προηγείται της κατανάλωσης, η φροντίδα είναι στον αντίποδα της ισχύος...


