ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








Οδυσσέας Νασιόπουλος: Περί Χριστουγεννιάτικων εθίμων μέρος Α και Β / Τρία θεμέλια, τρείς ακλόνητες δυνάμεις που φέρνουν ζωή και θάνατο, βαστούν τον κόσμο.

αναρτήθηκε από : tinakanoumegk on : Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023 0 comments


 

Οδυσσέας Νασιόπουλος


Περί Χριστουγεννιάτικων εθίμων μέρος Α :
Το στόλισμα του χριστουγεννιάτικου δένδρου είναι έθιμο Ελληνικό. Στην αρχαία Ελλάδα, υπήρχε παρόμοιο έθιμο, με τη διαφορά, ότι το δένδρο δεν ήταν το έλατο, αλλά η Ειρεσιώνη. Η Ειρεσιώνη ήταν κλαδί αγριελιάς στολισμένο με γιρλάντες από μαλλί κόκκινο και λευκό και με καρπούς κάστανα, αμύγδαλα, καρύδια, φρούτα να κρέμονται απ' αυτό, αφιερωμένο στον θεό Απόλλωνα, που το περιέφεραν στις γιορτές των Πυανοψίων και των Θαργηλίων, ενώ συγχρόνως γίνονταν προσφορές στον Ήλιο και τις Ώρες. Ήταν μια μορφή έκφρασης ευγνωμοσύνης για τη γονιμότητα του περασμένου χρόνου και παράκλησης για τη συνέχιση της ευφορίας και για το επόμενο έτος, και κατ' ανάμνηση της επιστροφής του Θησέα που σκότωσε τον Μινώταυρο και απάλλαξε την Αθήνα απ' τον ζοφερό φόρο αίματος, τα παιδιά περιέφεραν την Ειρεσιώνη τραγουδώντας κάλαντα, από σπίτι σε σπίτι, παίρνοντας το ανάλογο φιλοδώρημα από τούς νοικοκυραίους. Όταν γύριζαν στο σπίτι τους κρεμούσαν το κλαδί στην πόρτα του σπιτιού τους, όπου έμενε μέχρι τον επόμενο χρόνο. Το έθιμο μπολιάστηκε στην νέα Θρησκεία την περιόδο του Βυζαντίου με την διαφορά ότι στόλιζαν δεντρολίβανα, κλάδους μύρτου και άνθη. Εξ΄ ου και τα καλάντα "«... ψηλή μου ΔΕΝΔΡΟΛΙΒΑΝΙΑ…». Μετά τις δυο αλώσεις της Πόλης, το έθιμο πέρασε στην τότε Ευρώπη απ' τους ξένους μισθοφόρους(Γερμανοί, Σκανδιναύοι, Αγγλοί) και τους Έλληνες που κατέφυγαν εκεί, όπου στόλιζαν το έλατο. Στην Τουρκοκρατία οι σκλαβωμένοι Έλληνες δεν είχαν μυαλό για τέτοια. Και έτσι με την απελευθέρωση μας ήρθε πίσω ως αντιδάνειο και έλατο. Βέβαια στην αλλοτρίωση της εποχής μας, τα δέντρα οι στολισμοί έγιναν μόνο διακοσμητικοί με πολύβουα φωτάκια, δίχως την ουσία και το πνεύμα τις εορτής.
Το μελομακάρονο δεν ήταν έθιμο Χριστουγέννων, οι ρίζες είναι στο νεκρώσιμο δείπνο που ετοιμαζόταν κατά τον Μεσαίωνα. Η μακαρωνία, όπως αποκαλούνταν, υπήρξε το πιάτο που έτρωγαν όσοι παρίσταντο στην νεκρώσιμη ακολουθία. Με τη σειρά του, το όνομα του πιάτου μακαρωνία, φαίνεται πως σχετίζεται με τις μακαρίες. Μικρά ψωμιά, πιθανότατα στο σχήμα του σημερινού μελομακάρονου, τα οποία μοιράζονταν κατά τη διάρκεια μιας κηδείας. Αδιευκρίνιστο πώς και γιατί, κάποια μακαρία (ψυχόπιτα) βούτηξε σε γλυκό μέλι και έτσι προέκυψε το μελομακάρονο. Kαθιερώθηκε ως γλύκισμα του Δωδεκαημέρου, κυρίως από τους Μικρασιάτες Έλληνες με το όνομα «φοινίκια», μετά το 1922.
Ο κουραμπίες κατ΄ ουσίαν ανήκει στα μπισκότα πασπαλισμένα με άχνη ζάχαρη. Ἐλκει την καταγωγή του από την Περσία, όπου πρωτοεμφανίστηκε τον 7ο αιώνα, όταν η ζάχαρη διαδόθηκε στην περιοχή. Την πατρότητα του κουραμπιέ διεκδικεί και ο Λίβανος. Το γλύκισμα είναι διαδεδομένο στην Ελλάδα, την Τουρκία και τις Βαλκανικές χώρες. Είναι διαδεδομένος στις ισπανόφωνες χώρες και το νότιο Τέξας. Τον έφεραν και αυτόν οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και συγκεκριμένα απ' την Σμύρνη. Το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, τα κάλαντα, τα Μελομακάρονα, ο Κουραμπιές αυτά κρατάνε τα Χριστούγεννα του σημέρα έθιμα παραποιημένα και εν πολλοίς τείνουν προς το τέλος της αληθούς ουσίας τους.
(Συνεχίζεται...)
Περι Χριστουγεννιάτικων εθίμων μέρος Β:
Τρία θεμέλια, τρείς ακλόνητες δυνάμεις που φέρνουν ζωή και θάνατο, βαστούν τον κόσμο. Νερό, φωτιά και γη. Τον παλιό καιρό οι άνθρωποι ήταν στενά συνυφασμένοι με τα τρία αυτά θέμελα, έτσι και με τα έθιμα του Δωδεκαημέρου, απ' την παραμονή Χριστουγέννων μέχρι την παραμονή των Φώτων. Απ' τα χιονοσπέπαστα βουνά, στους σπαρμένους κάμπους, στα θαλασσονήσια, στα λιθόχτιστα μονοπάτια, στο πετρόχτιστο σπίτι που στέγασαν και ανέθρεψαν τα όνειρα των πατροπαράδοτων γενιών. Με συρμάτινα τριγωνάκια, από γειτονιά, σε γειτονιά, από σπίτι σε σπίτι τραγουδούσανε, κάθε τόπος και τα κάλαντα του, μέλι, ξερά σύκα, φρούτα, χυλό και μικρά νομίσματα τα ανταλλάγματα. Μοσχομύριζε το Χριστόψωμο με καθαρό αλεύρι, ροδόνερο, μέλι, σουσάμι, κανέλα και γαρύφαλλα να γίνει το ευλογημένο ψωμί, με το σταυρό του, με το άσπαστο καρύδι σύμβολο γονιμότητας. Η Γουρουνοχαρά ή "Χοιροσφάγια" έθιμο αρχαίο, απ' την παραμονή Χριστούγεννα μέχρι του Αγ. Στεφάνου, όλη η οικογένεια μαζί, να το σφάξουν, να κόψουν το λίπος σε παστό, ύστερα να το βράσουν να λιώσει, κατόπιν να το βάλλουν σε δοχεία λαδιού ή πήλινα να βγάλουν όλη την χρονιά. Όπου μ’ αυτό μαγειρεύαν όλα τα φαγητά τους, τηγανιτά, πίτες, νόστιμες τσιγαρίδες. Τίποτα δεν έμενε ανεκμετάλλευτο από τον χοίρο, τα έντερα θα γίνουν λουκάνικα παραγεμισμένα με πράσο που θὰ κρεμάσουν στου κελαριού τις θηλίες. Το δέρμα να γίνει γουρονοστάρουχα και ενδύματα. Η ουρήθρα ή η φούσκα, θα γίνει μπάλα για να παίζουν τα παιδία. Ύστερα παραμονή Χριστουγέννων μεσάνυχτα ξεκινούσαν οι κοπέλες να «ταΐσουν» την βρύση με όσπρια, κλαδι ελιάς, τυρί, βούτυρο, κι να πάρουν το «ἄμιλητο ή άκραντο νερό» κι όποια το καταφέρει η τύχη θα την συνοδεύει την νέα χρονιά. Οι νέοι σ’ άλλο έθιμο ανάβουν τις τρανές φωτιές για να ζεστάνουν τον νεογέννητο Χριστό. Στο τζάκι που μαζευόταν όλη η οικογένεια, θαλπωρή, ζεστασιά και παραμύθια της γιαγιάς, να σιγοκαίει το Χριστόξυλο από ξύλο γερό, πολύχρονο από Ελιά ή Πεύκο όλο το δωδεκαήμερο η στάχτη του φυλαχτό και ξόρκισμα για το σπίτι, το χωράφι, για να διώχνει τα Καρκατζάλια όλης της χρονιάς. Στο ίδιο τζάκι πάλι, «πάντρευαν» την φωτιά, ένα ξύλο με θηλυκό όνομα κερασιά, ένα ξύλο με αρσενικό όπως κέδρος, να καούν μαζί, ανάλογα με τον κρότο ή τη φλόγα τους πρόβλεπαν τα μελλούμενα. Στην ίδια φωτιά το παιχνίδι σπυρόσταρα, σαν μαντεία, σαν μαγεία, σε καθαρό σημείο στο τζάκι έριχναν σπυριά σιταρίου και όπου έσκαγαν ήταν σημάδι καλό ή κακό. Όλα αυτά τα έθιμα έχουν χαθεί πια, σπάνια υπάρχει στα σπίτια πλέον το τζάκι και όταν υπάρχει, δεν υπάρχει η συνοχή, το μόνοιασμα της οικογένειας όπως άλλοτε. Άλλη εποχή, άλλοι άνθρωποι, πιο δυνατοί, πιο δεμένοι με την φύση. Έμειναν μόνο τα παραδοσιακά τραγούδια και κάποιοι χοροί κυκλικοί, που όσο περνάει ο καιρός στενεύει, κλείνει ο κύκλος της τελευταίας γενιάς που τα έζησε, σβήσανε οι παλιοί καιροί των αλλοτινών ανθρώπων. Έμεινε μόνο ένας λυγμός στην ψυχή, ένας γυρισμός πίσω στα θεμέλιά, φωτιά, νερό, πέτρα και άστρα, να ξαναβρούμε τον εαυτό μας, ν’ οριστούμε απ’ αρχής σ' άλλο κόσμο.
(Συνεχίζεται με τα έθιμα Πρωτοχρονιάς, Φώτων από βδομάδα).
Μπορεί να είναι απεικόνιση κείμενο

Ετικέτες: