ΑΠΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Π. ΖΩΗ:
… Αν το πολιτικό σύστημα φοβάται κάτι, είναι ακριβώς αυτό: ότι η
διάχυτη δυσφορία μπορεί να αποκτήσει κοινή γλώσσα. Όσο η απογοήτευση παραμένει
ιδιωτική, είναι ελεγχόμενη. Όσο η αποχή παραμένει αριθμός, είναι ερμηνεύσιμη
κατά το δοκούν. Όσο η κοινωνική κόπωση δεν γίνεται συλλογική αυτοσυνείδηση,
μπορεί να αγνοηθεί. Το κρίσιμο σημείο έρχεται όταν διαφορετικές εμπειρίες
αρχίζουν να συναντώνται: οικονομική πίεση, θεσμική δυσπιστία, εθνική
ανασφάλεια, πολιτισμική αμηχανία, αίσθηση εγκατάλειψης της περιφέρειας,
εξάντληση της μεσαίας τάξης.
Ο Yascha Mounk και οι Steven
Levitsky – Daniel Ziblatt έχουν δείξει ότι η κρίση των δημοκρατιών δεν
εμφανίζεται πάντα ως πραξικόπημα ή θεσμική κατάρρευση. Συχνά εμφανίζεται ως
βαθμιαία αποσύνδεση ανάμεσα στους πολίτες και στο φιλελεύθερο-δημοκρατικό
πλαίσιο. Οι θεσμοί μένουν όρθιοι, αλλά η εμπιστοσύνη διαβρώνεται. Οι κανόνες
τηρούνται, αλλά η κοινωνική πίστη προς αυτούς μειώνεται.
Στην Ελλάδα, το πρόβλημα
παίρνει μια ειδική μορφή: η κανονικότητα συχνά παρουσιάζεται ως τελικό πολιτικό
επίτευγμα. Όμως η κανονικότητα χωρίς προοπτική μπορεί να γίνει ακινησία. Η
σταθερότητα χωρίς εκπροσώπηση μπορεί να μετατραπεί σε κενό. Και η διαχείριση
χωρίς ιστορικό σχέδιο μπορεί να καταλήξει σε πολιτική αφυδάτωση.
Αυτό εξηγεί τη νευρικότητα του
συστήματος απέναντι σε κάθε πιθανότητα νέας πολιτικής έκφρασης. Δεν φοβάται
απαραίτητα το συγκεκριμένο σχήμα που μπορεί να προκύψει. Φοβάται την απόδειξη
ότι υπάρχει κοινωνικό υπέδαφος για κάτι τέτοιο. Φοβάται ότι κάτω από την
επιφάνεια της σταθερότητας υπάρχει μια πραγματικότητα που δεν εκπροσωπείται.
Φοβάται ότι η σιωπή δεν είναι συναίνεση. Φοβάται ότι η αποχή δεν είναι
αδιαφορία. Φοβάται ότι η αναμονή μπορεί να γίνει πολιτική πράξη.
Γι’ αυτό το ερώτημα της εποχής
δεν είναι μόνο ποιος κυβερνά. Είναι ποιος εκπροσωπεί. Δεν είναι μόνο ποιος
διαχειρίζεται. Είναι ποιος εκφράζει. Δεν είναι μόνο ποιος ελέγχει τους θεσμούς.
Είναι ποιος μπορεί να δώσει νόημα σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να
αναγνωρίσει τον εαυτό της μέσα στο υπάρχον πολιτικό λεξιλόγιο.
Η πολιτική αλλάζει όταν αλλάζει
το κεντρικό ερώτημα. Και σήμερα το ερώτημα φαίνεται να μετακινείται: από το
«ποιος μπορεί να κρατήσει τη χώρα σταθερή;» στο «ποιος μπορεί να μετατρέψει τη
σταθερότητα σε συλλογική προοπτική;». Από το «ποιος μπορεί να κυβερνήσει;» στο
«ποιος μπορεί να εκπροσωπήσει;».
Αυτό είναι το σημείο όπου η
πολιτική παύει να είναι απλή επικαιρότητα και γίνεται ιστορία. Όχι επειδή έχει
ήδη εμφανιστεί μια νέα απάντηση. Αλλά επειδή έχει γίνει ορατή η ανεπάρκεια των
παλαιών απαντήσεων.
Το πολιτικό σύστημα, στην Ελλάδα και αλλού, δεν φοβάται πρωτίστως ένα πρόσωπο, ένα κόμμα ή ένα ποσοστό. Φοβάται την αποκάλυψη ότι η αντιπροσώπευση έχει αδειάσει από νόημα. Φοβάται ότι η κοινωνία μπορεί να αναζητήσει νέα γλώσσα. Φοβάται ότι το κενό μπορεί να αποκτήσει μορφή.
Και όταν ένα κενό αποκτήσει
μορφή, τότε η πολιτική παύει να είναι διαχείριση. Γίνεται γεγονός.

