Το δικαίωμα στον σωματικό αυτοπροσδιορισμό
Η κριτική στην Καρυστιανού για αυτό που άνοιξε πολύ θεμιτή,και συμφωνώ, πλήρως, ότι πολύ κακώς το άνοιξε. Για εμένα τουλάχιστον είναι θέμα που έχει λήξει εδώ και πολύ καιρο.Μου κάνει εντυπωση,όμως, ότι όλα τα υπαρκτά κόμματα ή και μικρότερες οργανώσεις και όλα τα ΜΜΕ της χώρας τάσσονται δήθεν φανατικα με το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση του ανθρώπινου σώματος .Ομνυουν σε αυτό. Ίσχυε πάντοτε αυτό;
Δηλαδή το 2021 - 2022 που η πλειοψηφία των πολιτών και σχεδόν όλα τα κόμματα λέγανε ότι όποιος δεν εμβολιάζεται είναι μολυσματικός,ψεκασμενος, αντικοινωνικό στοιχείο και - σύμφωνα με διαπρεπείς αριστερούς επιστήμονες και γιατρούς- πρέπει όχι απλώς να μην εργάζεται αλλά να μην έχει πρόσβαση σε τίποτε και να ανέβει στα βουνά, αυτό δεν είχε σχέση με το δικαίωμα στην σωματική αυτοδιάθεση ;
Σε άλλη χώρα ζούσαμε; Γιατί στις διαδηλώσεις για τους απολυμενους γιατρούς και υγειονομικούς που αρνήθηκαν την υποχρεωτικοτητα για λόγους συνείδησης δεν ήταν αντιπροσωπείες όλων αυτών των κομμάτων - καθώς και της κυβερνητικής Νέας Δημοκρατίας - και οι αλληλέγγυοι ήμασταν τόσο λίγοι σχετικά; Γιατί αυτά τα ίδια ΜΜΕ τότε δεν μας υμνούσαν ;Κάτι δεν θα κάναμε σωστά.
Φαντάζομαι ότι στην επόμενη " πανδημία" όλοι οι παραπάνω θα μας εκπλήξουν ευχάριστα .
Το συλλογικό ιστορικό τραύμα και η θεραπεία του" από τις εκδόσεις "Νησίδες" , μιλάει στον 98.4 και εξηγεί γιατί όπως υποστηρίζει, η ελληνική κοινωνία κουβαλά ένα βαθύ συλλογικό ιστορικό τραύμα, το οποίο προέρχεται από συνεχόμενα ιστορικά πλήγματα (πόλεμοι, κατοχή, εμφύλιος, μνημόνια, τραγωδίες). Αυτό το τραύμα δημιουργεί μια μόνιμη αίσθηση ανυπεράσπιστου, έλλειψη εμπιστοσύνης, διχασμό, απογοήτευση, μειονεξία και τάση να αναζητούμε «σωτήρες». Το τραύμα μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά και μας κάνει ευάλωτους στη χειραγώγηση και στην αυτοκαταστροφή. Το βιβλίο ανοίγεται μέχρι τα πεδία της σύγχρονης γεωπολιτικής και του πως ο Ελληνισμός πρέπει να πορευτεί σε συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας και γυμνής μετάβασης των κοινωνιών , ιδίως στη λεγόμενη δύση. Όπως είπε στον 98.4 , η φράση της Μαρία Καρυστιανού «Φταίω για τα Τέμπη· επέτρεψα στους πολιτικούς να απαξιώσουν τη ζωή μας» δεν είναι αυτομομφή, δεν είναι μια μελό ρητορία.
Είναι κάτι πολύ πιο σπάνιο, είναι ηθική αυτοκριτική. Δεν μεταφέρει την ευθύνη από τους υπεύθυνους στον εαυτό της. Δεν τσιμπάει στο κυρίαρχο ενοχοποιητικό μοντελάκι του "είμαστε ο χειρότερος λαός και καλά μας κάνουν". Είναι μια φράση που δεν ζητά συγχώρεση, αλλά επίγνωση.
Και γι’ αυτό ακριβώς εκθέτει το πολιτικό σύστημα. Γιατί την ώρα που μια μάνα βρίσκει το θάρρος να μιλήσει για ευθύνη, κανένας πολιτικός υπεύθυνος δεν έκανε ποτέ αντίστοιχη αυτοκριτική.
Ούτε για τα Τέμπη. Ούτε για το Σάμινα. Ούτε για το Μάτι. Ούτε για τη χρεοκοπία της χώρας. Ούτε για τις φωτιές και τις πλημμύρες που επαναλαμβάνονται σαν κανονικότητα. Δεν υπήρξε ποτέ ένα καθαρό «συγγνώμη» που να συνοδεύεται από ανάληψη ευθύνης. Μόνο μεταθέσεις, συμψηφισμοί, καταγγελίες των "Άλλων" ή του ίδιου του Λαού και εντέλει σιωπές. Τα Τέμπη ανέδειξαν δύο θεμελιώδη ελλείμματα της ελληνικής πολιτείας και, κατ’ επέκταση, του ίδιου του πολιτικού συστήματος: το έλλειμμα Ασφάλειας και το έλλειμμα Δικαιοσύνης και θεσμικής λογοδοσίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Καρυστιανού δεν επέλεξε την πολιτική. Την υποχρέωσε η αποτυχία των θεσμών.
Όταν ένας πολίτης πρέπει να μεταφέρει το αίτημα για ασφάλεια και δικαιοσύνη από τους θεσμούς στην πολιτική αρένα, αυτό δεν είναι «πολιτικοποίηση του πόνου», είναι συνέπεια της κρατικοποίησης της αμέλειας και της αδιαφορίας. Είναι ένδειξη ότι η πολιτεία απέτυχε και αυτό είναι διαχρονικό να λειτουργήσει εκεί που όφειλε.
Το να επιχειρήσει κάποιος να προσεγγίσει, να ψυχογραφήσει, να κατανοήσει και στην τελική να ερμηνεύσει, το κοινωνικοπολιτικό προφίλ και τις συσσωρευμένες παθογένειες αυτού του τόπου, μέσα από μια πορεία περίπου 200 χρόνων, από την Οθωμανική σκλαβιά μέχρι και τις μέρες μας, με τίμια, καλοπροαίρετη, ψύχραιμη, δημιουργική και αντικειμενική ματιά, πέρα από "χρωματισμούς", απωθημένα ή διχαστικές ιδεολογικές προτιμήσεις, μάλλον δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα.
Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου δεν έχουμε να κάνουμε απλά με μια ιστορική καταγραφή γεγονότων αλλά με το τι μπορεί να κρύβεται βαθιά μέσα στον ψυχισμό των ανθρώπων που καθόρισαν αυτά τα γεγονότα, ανθρώπων από όλο το κοινωνικό φάσμα, θύτες και θύματα, κυβερνώντες και κυβερνημένους, "κερδισμένους και χαμένους", τότε η δυσκολία είναι σίγουρα τεράστια και απρόβλεπτη.
Όμως όταν ο βασικός σκοπός σου είναι να βοηθήσεις πραγματικά κάποιον ανοιχτόμυαλο αναγνώστη να συνειδητοποιήσει σημαντικές αλήθειες που τον αφορούν άμεσα, να αποκτήσει ουσιαστική επίγνωση, να "θεραπεύσει" ο ίδιος τα τραύματά του μέσα από μια ειλικρινή αυτοκριτική και επιτέλους να τολμήσει να κάνει βήματα μπροστά, τότε ο μόνος τρόπος είναι να πεις τα πράματα με τ' όνομά τους, όσο κι αν αυτό ενοχλεί, όσο κι αν αυτό αποκαλύπτει κομμάτια του μικρού παραπλανημένου εαυτού κάποιων.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Αντώνη Ανδρουλιδάκη "Τι μας έχει συμβεί - Το συλλογικό ιστορικό τραύμα και η θεραπεία του" ένοιωσα να βιώνω ένα εσωτερικό και εξομολογητικό ταξίδεμα στις πιο σημαντικές και καθοριστικές ιστορικές στιγμές αυτής της σπάνιας πατρίδας που έτυχε να βρεθώ.
Είναι πραγματικά πολύ εντυπωσιακός ο καλοπροαίρετος αλλά ποτέ αφελής τρόπος με τον οποίο ο Αντώνης ακουμπά και απογυμνώνει πρόσωπα και καταστάσεις που καθόρισαν την πορεία αυτού του τόπου, το πως κρατά ίσες αποστάσεις σεβόμενος τις όποιες αδυναμίες ή ιδιαιτερότητες.
Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται να φωτίσει, να αποκαλύψει, να εκθέσει, να ομολογήσει, να παραδεχτεί, να μην κρύψει φτηνά, όπως συνηθίζεται, κάτω από το χαλί, κομμάτια ιστορικής αλήθειας, όποια πλευρά από τις εμπλεκόμενες κι αν αφορούν.
Τα τραύματα συντηρούνται με τη λήθη, την αποφυγή, την ατολμία, την ανευθυνότητα, το κουκούλωμα, συντηρούνται με τις πρόσκαιρες ατομικές προσδοκίες και τις επιφανειακές απολαύσεις κι απέναντι σε όλα αυτά ο συγγραφέας είναι απόλυτα ξεκάθαρος και συνεπής με όλα όσα θέλει να φωτίσει.
Πάνω απ' όλα, αυτό που πραγματικά θαύμασα σ' αυτό το σπουδαίο βιβλίο είναι η αδιαπραγμάτευτη τρυφερότητα, η αθωότητα, η ανθρωπιά, η φροντίδα, η αλληλεγγύη, η αγάπη και η συλλογικότητα που διακρίνουν κάθε περιγραφή, κάθε γεγονός και κάθε πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται ο συγγραφέας.
Σ' ένα κόσμο χαοτικό και συγχυσμένο, όπου καθένας βιαστικά, ατομικιστικά και απερίσκεπτα, πασχίζει να ενσωματωθεί σε μαντριά περιορισμένων συμφερόντων, ο συγγραφέας δείχνει ξεκάθαρα τον μόνο βιώσιμο δρόμο, αυτόν της συλλογικής και ειλικρινούς προσπάθειας απαλλαγμένης από την οδύνη των τραυμάτων του παρελθόντος.
Το βιβλίο του Αντώνη Ανδρουλιδάκη είναι ένα πολύτιμο δώρο στον εαυτό μας και ειλικρινά προτρέπω τους φίλους και τις φίλες να το βρουν και να το μελετήσουν. Μέσα στις σελίδες του θα βρουν πολλά δικά τους πράματα.
τ.
Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΤΑΙ
Η φράση της Μαρία Καρυστιανού «Φταίω για τα Τέμπη· επέτρεψα στους πολιτικούς να απαξιώσουν τη ζωή μας» δεν είναι αυτομομφή, δεν είναι μια μελό ρητορία.
Είναι κάτι πολύ πιο σπάνιο, είναι ηθική αυτοκριτική.
Δεν μεταφέρει την ευθύνη από τους υπεύθυνους στον εαυτό της. Δεν τσιμπάει στο κυρίαρχο ενοχοποιητικό μοντελάκι του "είμαστε ο χειρότερος λαός και καλά μας κάνουν".
Η Καρυστιανού εντοπίζει το κενό που αφήνει η κοινωνία όταν ανέχεται, όταν συνηθίζει, όταν παραιτείται.
Είναι μια φράση που δεν ζητά συγχώρεση, αλλά επίγνωση.
Και γι’ αυτό ακριβώς εκθέτει το πολιτικό σύστημα. Γιατί την ώρα που μια μάνα βρίσκει το θάρρος να μιλήσει για ευθύνη, κανένας πολιτικός υπεύθυνος δεν έκανε ποτέ αντίστοιχη αυτοκριτική.
Ούτε για τα Τέμπη. Ούτε για το Σάμινα. Ούτε για το Μάτι. Ούτε για τη χρεοκοπία της χώρας. Ούτε για τις φωτιές και τις πλημμύρες που επαναλαμβάνονται σαν κανονικότητα. Δεν υπήρξε ποτέ ένα καθαρό «συγγνώμη» που να συνοδεύεται από ανάληψη ευθύνης. Μόνο μεταθέσεις, συμψηφισμοί, καταγγελίες των "Άλλων" ή του ίδιου του Λαού και εντέλει σιωπές.
Η αυτοκριτική της Καρυστιανού δεν λέει «φταίω εγώ αντί για εσάς». Λέει «φταίμε όταν ανεχόμαστε», «φταίμε που δεν μας υπερασπιστήκαμε».
Και αυτό είναι ακριβώς ό,τι δεν ειπώθηκε ποτέ από εκείνους που είχαν την εξουσία. Γιατί η πραγματική αυτοκριτική προϋποθέτει κάτι που η πολιτική μας τάξη αποφεύγει συστηματικά. Την αποδοχή ότι οι πράξεις -και οι παραλείψεις- έχουν κόστος ανθρώπινες ζωές.
Ίσως γι’ αυτό η φράση της ενοχλεί τόσο. Όχι γιατί είναι υπερβολική, αλλά γιατί κάνει αυτό που δεν έγινε ποτέ από τα πάνω. Ανοίγει έναν καθρέφτη. Και δείχνει ότι σε αυτή τη χώρα, η ηθική ευθύνη αναλαμβάνεται (ή ακόμη χειρότερα επιρρίπτεται αποκλειστικά) από τα θύματα, ενώ η εξουσία συνεχίζει χωρίς ούτε μια συγγνώμη, χωρίς λογοδοσία, χωρίς ντροπή.
Η αλήθεια είναι απλή και γι’ αυτό ενοχλητική: το πολιτικό προσωπικό αυτής της χώρας δεν απέτυχε μόνο στη διακυβέρνηση.
Απέτυχε πρώτα στην τ α π ε ι ν ό τ η τ α.
Δεν βρήκε ποτέ τη δύναμη να πει «κάναμε λάθος», γιατί έμαθε να θεωρεί την εξουσία δικαίωμα και όχι ευθύνη.
Δεν ζήτησε συγγνώμη ούτε για τα Τέμπη, ούτε για τη χρεοκοπία, ούτε για τις ζωές που χάθηκαν και τις ζωές που ακρωτηριάστηκαν.
Και χωρίς ταπεινότητα δεν υπάρχει αυτοκριτική, χωρίς αυτοκριτική δεν υπάρχει λογοδοσία.
Και χωρίς λογοδοσία, η εξουσία παύει να είναι δημοκρατική και γίνεται απλώς αλαζονική διαχείριση ανθρώπινων απωλειών.
Είναι μια εξουσία που δεν ντρέπεται πια!
Γράφει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης για τον Άη Λαό και τους καπετάνιους του:
ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Λέγεται -και το έχουν καταγράψει άνθρωποι που το έζησαν από κοντά - πως μια μέρα του Γενάρη, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, ο Άρης Βελουχιώτης βρέθηκε κοντά σε χωριό της Ρούμελης. Οι καμπάνες χτυπούσαν από νωρίς. Όχι για κάποιο συναγερμό ή για κάποιο πένθος. Οι καμπάνες χτυπούσαν την Γιορτή.
Και τότε, απλά, χωρίς δηλώσεις, χωρίς ειρωνεία, χωρίς πολιτικό υπολογισμό, είπε πως ήθελε να πάει στην εκκλησία.
Πήγε. Στάθηκε όρθιος. Παρακολούθησε τη λειτουργία μέχρι το τέλος. Πήρε αντίδωρο. Όχι για να δείξει κάτι. Όχι για να “συμβολίσει”. Αλλά γιατί καταλάβαινε ότι η πίστη του λαού δεν είναι ιδεολογικό λάθος προς διόρθωση, αλλά βίωμα προς σεβασμό.
Ο Βελουχιώτης δεν ήταν θρησκευόμενος με την τυπική έννοια. Ήταν κομμουνιστής, αντάρτης, επαναστάτης. Και όμως, δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να χλευάσει αυτό που κρατούσε όρθιο τον κόσμο γύρω του. Δεν ένιωσε ανώτερος επειδή είχε άλλη κοσμοθεωρία. Ήξερε πως ένας λαός δεν ζει μόνο με διανοητικές κατασκευές ή διακηρύξεις, ακόμη κι αν έχει όπλα. Ζει με μνήμη, τελετουργία, πίστη, νόημα.
Και αυτό δεν το αντιμετώπισε ως «συντηρητισμό», ούτε ως «σκοταδισμό». Το αντιμετώπισε ως κομμάτι της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που πολεμούσαν, πεινούσαν, έκρυβαν αντάρτες και έθαβαν νεκρούς.
Στις μεταπολιτευτικές δεκαετίες η πίστη του λαού έγινε συχνά αντικείμενο λοιδορίας. Όχι μόνο από μια αυτάρεσκη ελίτ που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική», αλλά και από έναν κυνισμό που θεωρεί κάθε πνευματική ανάγκη αδυναμία. Λες και η υπαρξιακή αγωνία απαντήθηκε ποτέ με διανοητικά καταφύγια.
Ο πιστός παρουσιάζεται ως αφελής. Η παράδοση ως βάρος. Η εκκλησία -συλλήβδην-ως κάτι προς εξάλειψη και η λαϊκή θρησκευτικότητα ως ταυτόσημη με τον εθνικισμό.
Και όμως, εκείνος που πολεμούσε στα βουνά, με το όπλο στο χέρι και τον θάνατο δίπλα του, είχε τη στοιχειώδη σοφία να καταλάβει ότι δεν απελευθερώνεις έναν λαό περιφρονώντας τον. Δεν τον χειραφετείς χλευάζοντας ό,τι τον παρηγορεί. Δεν του ζητάς να σταθεί όρθιος, αν πρώτα του έχεις αφαιρέσει το νόημα.
Εκείνη τη μέρα, ο Άρης δεν πήγε απλώς σε έναν ναό. Μετείχε στην Εκκλησία του Λαού, όχι ως πιστός με τη στενή θεολογική έννοια, αλλά ως άνθρωπος που αναγνώριζε το κοινό βίωμα. Στάθηκε ανάμεσα στους χωρικούς, όχι μπροστά τους. Δεν τους δίδαξε. Δεν τους διόρθωσε. Συμμετείχε. Γιατί ήξερε πως η εκκλησία, πριν γίνει θεσμός, είναι σύναξη.
Είναι η στιγμή που ένας λαός αναγνωρίζει τον εαυτό του ως κοινότητα, μοιράζεται τον πόνο, την ελπίδα, την αντοχή. Και σε αυτή την «εκκλησία» -την κοινωνία του λαού- ο Άρης δεν ένιωσε ούτε ξένος, ούτε ντροπή. Ένιωσε συνοδοιπόρος.
Ο σεβασμός στην πίστη του λαού δεν είναι οπισθοδρόμηση.
Είναι ένδειξη τόσο πολιτικής όσο και ανθρώπινης ωριμότητας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο μάθημα αυτής ημέρας, της γιορτής του Αγίου Αθανασίου.
Η πραγματική πρόοδος δεν ξεκινά από την περιφρόνηση, αλλά από την κατανόηση. Και ότι εκείνοι που κάποτε τόλμησαν να αλλάξουν τον κόσμο, ήξεραν πρώτα να σέβονται τον άνθρωπο.
Ιδιαίτερα όταν προσεύχονταν.
● Aνήμερα του Αγίου Αθανασίου
στην εκκλησία του λαού…
Λέγεται -και το έχουν καταγράψει άνθρωποι που το έζησαν από κοντά - πως μια μέρα του Γενάρη, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, ο Άρης Βελουχιώτης βρέθηκε κοντά σε χωριό της Ρούμελης. Οι καμπάνες χτυπούσαν από νωρίς. Όχι για κάποιο συναγερμό ή για κάποιο πένθος. Οι καμπάνες χτυπούσαν την Γιορτή.
Ο Άρης ρώτησε γιατί. Του είπαν.
Και τότε, απλά, χωρίς δηλώσεις, χωρίς ειρωνεία, χωρίς πολιτικό υπολογισμό, είπε πως ήθελε να πάει στην εκκλησία.
Πήγε. Στάθηκε όρθιος. Παρακολούθησε τη λειτουργία μέχρι το τέλος. Πήρε αντίδωρο. Όχι για να δείξει κάτι. Όχι για να “συμβολίσει”. Αλλά γιατί καταλάβαινε ότι η πίστη του λαού δεν είναι ιδεολογικό λάθος προς διόρθωση, αλλά βίωμα προς σεβασμό.
Ο Βελουχιώτης δεν ήταν θρησκευόμενος με την τυπική έννοια. Ήταν κομμουνιστής, αντάρτης, επαναστάτης. Και όμως, δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να χλευάσει αυτό που κρατούσε όρθιο τον κόσμο γύρω του. Δεν ένιωσε ανώτερος επειδή είχε άλλη κοσμοθεωρία. Ήξερε πως ένας λαός δεν ζει μόνο με διανοητικές κατασκευές ή διακηρύξεις, ακόμη κι αν έχει όπλα. Ζει με μνήμη, τελετουργία, πίστη, νόημα.
Και αυτό δεν το αντιμετώπισε ως «συντηρητισμό», ούτε ως «σκοταδισμό». Το αντιμετώπισε ως κομμάτι της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που πολεμούσαν, πεινούσαν, έκρυβαν αντάρτες και έθαβαν νεκρούς.
Στις μεταπολιτευτικές δεκαετίες η πίστη του λαού έγινε συχνά αντικείμενο λοιδορίας. Όχι μόνο από μια αυτάρεσκη ελίτ που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική», αλλά και από έναν κυνισμό που θεωρεί κάθε πνευματική ανάγκη αδυναμία. Λες και η υπαρξιακή αγωνία απαντήθηκε ποτέ με διανοητικά καταφύγια.
Ο πιστός παρουσιάζεται ως αφελής. Η παράδοση ως βάρος. Η εκκλησία -συλλήβδην-ως κάτι προς εξάλειψη και η λαϊκή θρησκευτικότητα ως ταυτόσημη με τον εθνικισμό.
Και όμως, εκείνος που πολεμούσε στα βουνά, με το όπλο στο χέρι και τον θάνατο δίπλα του, είχε τη στοιχειώδη σοφία να καταλάβει ότι δεν απελευθερώνεις έναν λαό περιφρονώντας τον. Δεν τον χειραφετείς χλευάζοντας ό,τι τον παρηγορεί. Δεν του ζητάς να σταθεί όρθιος, αν πρώτα του έχεις αφαιρέσει το νόημα.
Εκείνη τη μέρα, ο Άρης δεν πήγε απλώς σε έναν ναό. Μετείχε στην Εκκλησία του Λαού, όχι ως πιστός με τη στενή θεολογική έννοια, αλλά ως άνθρωπος που αναγνώριζε το κοινό βίωμα. Στάθηκε ανάμεσα στους χωρικούς, όχι μπροστά τους. Δεν τους δίδαξε. Δεν τους διόρθωσε. Συμμετείχε. Γιατί ήξερε πως η εκκλησία, πριν γίνει θεσμός, είναι σύναξη.
Είναι η στιγμή που ένας λαός αναγνωρίζει τον εαυτό του ως κοινότητα, μοιράζεται τον πόνο, την ελπίδα, την αντοχή. Και σε αυτή την «εκκλησία» -την κοινωνία του λαού- ο Άρης δεν ένιωσε ούτε ξένος, ούτε ντροπή. Ένιωσε συνοδοιπόρος.
Ο σεβασμός στην πίστη του λαού δεν είναι οπισθοδρόμηση.
Είναι ένδειξη τόσο πολιτικής όσο και ανθρώπινης ωριμότητας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο μάθημα αυτής ημέρας, της γιορτής του Αγίου Αθανασίου.
Η πραγματική πρόοδος δεν ξεκινά από την περιφρόνηση, αλλά από την κατανόηση. Και ότι εκείνοι που κάποτε τόλμησαν να αλλάξουν τον κόσμο, ήξεραν πρώτα να σέβονται τον άνθρωπο.
Ιδιαίτερα όταν προσεύχονταν.
…
||||
ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ Ο ΑΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ
Η όποια θρησκευτική πίστη και οι όποιες υπέρλογες δοξασίες μελών μιας ανθρώπινης κοινότητας αποτελούν συστατικό στοιχείο της συνολικής ταυτότητας και του πολιτισμού της κοινότητας. Είναι το κοινό στοιχείο που ενώνει, ενώ διαιρεί τους πιστούς, τους άπιστους, τους αγνωστικιστές.
Η αρχή της ανεξιθρησκείας των φιλελεύθερων δημοκρατικών πολιτευμάτων υπαγορεύει τον σεβασμό κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα από το θρήσκευμά της / του, ή την όποια άλλη ιδεολογία του.
Κι όμως, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Αντώνης Ανδρουλιδάκης, η πίστη γενικώς και ιδίως η πίστη στο χριστιανικό θρήσκευμα, στην χώρα μας λοιδορείται και χλευάζεται κυρίως από αυτοπροσδιοριζόμενους ως αριστερούς ή προοδευτικούς, παρότι αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο και αναγνωρισμένο πολιτικό δικαίωμα (civil right).
Μάλιστα, η χλεύη απλώνεται και σε άλλες θεμελιώδεις αξίες που ανόητα και λανθασμένα εκλαμβάνονται ως συντηρητικές ή ακόμη χειρότερα και ως αντιδραστικές.
Ενδεικτική είναι η χλευαστική μανία εναντίον του τρίπτυχου: 'ΠΑΤΡΙΣ - ΘΡΗΣΚΕΙΑ - ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ'.
Ακόμη κι αν αποτέλεσε σλόγκαν της ακροδεξιάς και της χούντας, κανένας νουνεχής πολίτης δεν μπορεί να χαρίσει / εκχωρίσει το ΣΥΜΠΑΝ ΑΥΤΟ ΤΩΝ ΑΞΙΩΝ στους ακροδεξιούς ή στους φασίστες.
Ακόμη και όσες / όσοι είμαστε απόλυτα άπιστοι, όλες και όλοι γεννηθήκαμε σε κάποια οικογένεια, σταθερή ή διαλυμένη. Όλες και όλοι μέσω της γλώσσας, του πολιτισμού, των γενέθλιων τόπων μας, αναγνωρίζουμε μια 'ΠΑΤΡΙΔΑ / ΜΗΤΡΙΔΑ'. Μια αφετηρία ζωής.
Μήπως ο Άρης Βελουχιώτης και ο ΕΑΜ / ΕΛΛΑΣ δεν αγωνίστηκαν "υπέρ βωμών και εστιών";
Ιδεολογικοκοινωνικά και πολιτικά είναι βαθειά αλγεινά τα πράγματα. Συγκεχυμένα και θολά στον χώρο της Αριστεράς, ακόμη και της κεντρο-αριστεράς, της λεγόμενης 'προόδου'.
Η χωρίς ενσυναίσθηση συνολική απόρριψη και η συλλήβδην χλεύη του δήθεν ακροδεξιού πακέτου: 'ΠΑΤΡΙΣ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ', ουσιαστικά πιστοποιεί μια μείζονα παγίδα στην οποία έχουν εγκλωβιστεί οι απαράσκευοι χλευαστές του.
Γίνονται έτσι, αυτόματα, οι φορείς του αντίθετου ιδεολογήματος.
Του αφοριστικού ιδεολογήματος:
'ΑΝΤΙ-ΠΑΤΡΙΣ, ΑΝΤΙ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ'.
Σταχαστείτε όμως. Ποια κοινωνία και ποια ουρανοκατέβατη κοινότητα μπορεί να αιωρείται εκτός ιστορίας; ΕΚΤΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΤΟΠΟΥ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΧΡΟΝΟΥ;;
Στοχαστείτε.
Ακόμη κι αν διαφωνεί κάποια / κάποιος ολικά και αναντίστρεπτα με το σύνολο των αξιών αυτού του τριπτύχου, κάτι το οποίο ιδεολογικά είναι δικό της / του ατομικό θέμα, μπορείτε τουλάχιστον να σέβεστε το ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΣΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ;;
"CONGRESS SHALL MAKE NO LAW ABRIDGING FREEDOM OF CONSCIENCE, FREEDOM OF EXPRESSION AND FREEDOM OF THE PRESS" (Πρώτη Τροπολογία του Αμερικανικού Συντάγματος).
Αυτό αξιώνει η δημοκρατία.
ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Λέγεται -και το έχουν καταγράψει άνθρωποι που το έζησαν από κοντά - πως μια μέρα του Γενάρη, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, ο Άρης Βελουχιώτης βρέθηκε κοντά σε χωριό της Ρούμελης. Οι καμπάνες χτυπούσαν από νωρίς. Όχι για κάποιο συναγερμό ή για κάποιο πένθος. Οι καμπάνες χτυπούσαν την Γιορτή.
Ο Άρης ρώτησε γιατί. Του είπαν.
Και τότε, απλά, χωρίς δηλώσεις, χωρίς ειρωνεία, χωρίς πολιτικό υπολογισμό, είπε πως ήθελε να πάει στην εκκλησία.
Πήγε. Στάθηκε όρθιος. Παρακολούθησε τη λειτουργία μέχρι το τέλος. Πήρε αντίδωρο. Όχι για να δείξει κάτι. Όχι για να “συμβολίσει”. Αλλά γιατί καταλάβαινε ότι η πίστη του λαού δεν είναι ιδεολογικό λάθος προς διόρθωση, αλλά βίωμα προς σεβασμό.
Ο Βελουχιώτης δεν ήταν θρησκευόμενος με την τυπική έννοια. Ήταν κομμουνιστής, αντάρτης, επαναστάτης. Και όμως, δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να χλευάσει αυτό που κρατούσε όρθιο τον κόσμο γύρω του. Δεν ένιωσε ανώτερος επειδή είχε άλλη κοσμοθεωρία. Ήξερε πως ένας λαός δεν ζει μόνο με διανοητικές κατασκευές ή διακηρύξεις, ακόμη κι αν έχει όπλα. Ζει με μνήμη, τελετουργία, πίστη, νόημα.
Και αυτό δεν το αντιμετώπισε ως «συντηρητισμό», ούτε ως «σκοταδισμό». Το αντιμετώπισε ως κομμάτι της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που πολεμούσαν, πεινούσαν, έκρυβαν αντάρτες και έθαβαν νεκρούς.
Στις μεταπολιτευτικές δεκαετίες η πίστη του λαού έγινε συχνά αντικείμενο λοιδορίας. Όχι μόνο από μια αυτάρεσκη ελίτ που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική», αλλά και από έναν κυνισμό που θεωρεί κάθε πνευματική ανάγκη αδυναμία. Λες και η υπαρξιακή αγωνία απαντήθηκε ποτέ με διανοητικά καταφύγια.
Ο πιστός παρουσιάζεται ως αφελής. Η παράδοση ως βάρος. Η εκκλησία -συλλήβδην-ως κάτι προς εξάλειψη και η λαϊκή θρησκευτικότητα ως ταυτόσημη με τον εθνικισμό.
Και όμως, εκείνος που πολεμούσε στα βουνά, με το όπλο στο χέρι και τον θάνατο δίπλα του, είχε τη στοιχειώδη σοφία να καταλάβει ότι δεν απελευθερώνεις έναν λαό περιφρονώντας τον. Δεν τον χειραφετείς χλευάζοντας ό,τι τον παρηγορεί. Δεν του ζητάς να σταθεί όρθιος, αν πρώτα του έχεις αφαιρέσει το νόημα.
Εκείνη τη μέρα, ο Άρης δεν πήγε απλώς σε έναν ναό. Μετείχε στην Εκκλησία του Λαού, όχι ως πιστός με τη στενή θεολογική έννοια, αλλά ως άνθρωπος που αναγνώριζε το κοινό βίωμα. Στάθηκε ανάμεσα στους χωρικούς, όχι μπροστά τους. Δεν τους δίδαξε. Δεν τους διόρθωσε. Συμμετείχε. Γιατί ήξερε πως η εκκλησία, πριν γίνει θεσμός, είναι σύναξη.
Είναι η στιγμή που ένας λαός αναγνωρίζει τον εαυτό του ως κοινότητα, μοιράζεται τον πόνο, την ελπίδα, την αντοχή. Και σε αυτή την «εκκλησία» -την κοινωνία του λαού- ο Άρης δεν ένιωσε ούτε ξένος, ούτε ντροπή. Ένιωσε συνοδοιπόρος.
Ο σεβασμός στην πίστη του λαού δεν είναι οπισθοδρόμηση.
Είναι ένδειξη τόσο πολιτικής όσο και ανθρώπινης ωριμότητας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο μάθημα αυτής ημέρας, της γιορτής του Αγίου Αθανασίου.
Η πραγματική πρόοδος δεν ξεκινά από την περιφρόνηση, αλλά από την κατανόηση. Και ότι εκείνοι που κάποτε τόλμησαν να αλλάξουν τον κόσμο, ήξεραν πρώτα να σέβονται τον άνθρωπο.
Ιδιαίτερα όταν προσεύχονταν.
ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Λέγεται -και το έχουν καταγράψει άνθρωποι που το έζησαν από κοντά - πως μια μέρα του Γενάρη, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, ο Άρης Βελουχιώτης βρέθηκε κοντά σε χωριό της Ρούμελης. Οι καμπάνες χτυπούσαν από νωρίς. Όχι για κάποιο συναγερμό ή για κάποιο πένθος. Οι καμπάνες χτυπούσαν την Γιορτή.
Ο Άρης ρώτησε γιατί. Του είπαν.
Και τότε, απλά, χωρίς δηλώσεις, χωρίς ειρωνεία, χωρίς πολιτικό υπολογισμό, είπε πως ήθελε να πάει στην εκκλησία.
Πήγε. Στάθηκε όρθιος. Παρακολούθησε τη λειτουργία μέχρι το τέλος. Πήρε αντίδωρο. Όχι για να δείξει κάτι. Όχι για να “συμβολίσει”. Αλλά γιατί καταλάβαινε ότι η πίστη του λαού δεν είναι ιδεολογικό λάθος προς διόρθωση, αλλά βίωμα προς σεβασμό.
Ο Βελουχιώτης δεν ήταν θρησκευόμενος με την τυπική έννοια. Ήταν κομμουνιστής, αντάρτης, επαναστάτης. Και όμως, δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να χλευάσει αυτό που κρατούσε όρθιο τον κόσμο γύρω του. Δεν ένιωσε ανώτερος επειδή είχε άλλη κοσμοθεωρία. Ήξερε πως ένας λαός δεν ζει μόνο με διανοητικές κατασκευές ή διακηρύξεις, ακόμη κι αν έχει όπλα. Ζει με μνήμη, τελετουργία, πίστη, νόημα.
Και αυτό δεν το αντιμετώπισε ως «συντηρητισμό», ούτε ως «σκοταδισμό». Το αντιμετώπισε ως κομμάτι της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που πολεμούσαν, πεινούσαν, έκρυβαν αντάρτες και έθαβαν νεκρούς.
Στις μεταπολιτευτικές δεκαετίες η πίστη του λαού έγινε συχνά αντικείμενο λοιδορίας. Όχι μόνο από μια αυτάρεσκη ελίτ που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική», αλλά και από έναν κυνισμό που θεωρεί κάθε πνευματική ανάγκη αδυναμία. Λες και η υπαρξιακή αγωνία απαντήθηκε ποτέ με διανοητικά καταφύγια.
Ο πιστός παρουσιάζεται ως αφελής. Η παράδοση ως βάρος. Η εκκλησία -συλλήβδην-ως κάτι προς εξάλειψη και η λαϊκή θρησκευτικότητα ως ταυτόσημη με τον εθνικισμό.
Και όμως, εκείνος που πολεμούσε στα βουνά, με το όπλο στο χέρι και τον θάνατο δίπλα του, είχε τη στοιχειώδη σοφία να καταλάβει ότι δεν απελευθερώνεις έναν λαό περιφρονώντας τον. Δεν τον χειραφετείς χλευάζοντας ό,τι τον παρηγορεί. Δεν του ζητάς να σταθεί όρθιος, αν πρώτα του έχεις αφαιρέσει το νόημα.
Εκείνη τη μέρα, ο Άρης δεν πήγε απλώς σε έναν ναό. Μετείχε στην Εκκλησία του Λαού, όχι ως πιστός με τη στενή θεολογική έννοια, αλλά ως άνθρωπος που αναγνώριζε το κοινό βίωμα. Στάθηκε ανάμεσα στους χωρικούς, όχι μπροστά τους. Δεν τους δίδαξε. Δεν τους διόρθωσε. Συμμετείχε. Γιατί ήξερε πως η εκκλησία, πριν γίνει θεσμός, είναι σύναξη.
Είναι η στιγμή που ένας λαός αναγνωρίζει τον εαυτό του ως κοινότητα, μοιράζεται τον πόνο, την ελπίδα, την αντοχή. Και σε αυτή την «εκκλησία» -την κοινωνία του λαού- ο Άρης δεν ένιωσε ούτε ξένος, ούτε ντροπή. Ένιωσε συνοδοιπόρος.
Ο σεβασμός στην πίστη του λαού δεν είναι οπισθοδρόμηση.
Είναι ένδειξη τόσο πολιτικής όσο και ανθρώπινης ωριμότητας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο μάθημα αυτής ημέρας, της γιορτής του Αγίου Αθανασίου.
Η πραγματική πρόοδος δεν ξεκινά από την περιφρόνηση, αλλά από την κατανόηση. Και ότι εκείνοι που κάποτε τόλμησαν να αλλάξουν τον κόσμο, ήξεραν πρώτα να σέβονται τον άνθρωπο.
Ιδιαίτερα όταν προσεύχονταν.
ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Λέγεται -και το έχουν καταγράψει άνθρωποι που το έζησαν από κοντά - πως μια μέρα του Γενάρη, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Αθανασίου, ο Άρης Βελουχιώτης βρέθηκε κοντά σε χωριό της Ρούμελης. Οι καμπάνες χτυπούσαν από νωρίς. Όχι για κάποιο συναγερμό ή για κάποιο πένθος. Οι καμπάνες χτυπούσαν την Γιορτή.
Ο Άρης ρώτησε γιατί. Του είπαν.
Πήγε. Στάθηκε όρθιος. Παρακολούθησε τη λειτουργία μέχρι το τέλος. Πήρε αντίδωρο. Όχι για να δείξει κάτι. Όχι για να “συμβολίσει”. Αλλά γιατί καταλάβαινε ότι η πίστη του λαού δεν είναι ιδεολογικό λάθος προς διόρθωση, αλλά βίωμα προς σεβασμό.
Ο Βελουχιώτης δεν ήταν θρησκευόμενος με την τυπική έννοια. Ήταν κομμουνιστής, αντάρτης, επαναστάτης. Και όμως, δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να χλευάσει αυτό που κρατούσε όρθιο τον κόσμο γύρω του. Δεν ένιωσε ανώτερος επειδή είχε άλλη κοσμοθεωρία. Ήξερε πως ένας λαός δεν ζει μόνο με διανοητικές κατασκευές ή διακηρύξεις, ακόμη κι αν έχει όπλα. Ζει με μνήμη, τελετουργία, πίστη, νόημα.
Και αυτό δεν το αντιμετώπισε ως «συντηρητισμό», ούτε ως «σκοταδισμό». Το αντιμετώπισε ως κομμάτι της αξιοπρέπειας των ανθρώπων που πολεμούσαν, πεινούσαν, έκρυβαν αντάρτες και έθαβαν νεκρούς.
Στις μεταπολιτευτικές δεκαετίες η πίστη του λαού έγινε συχνά αντικείμενο λοιδορίας. Όχι μόνο από μια αυτάρεσκη ελίτ που αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική», αλλά και από έναν κυνισμό που θεωρεί κάθε πνευματική ανάγκη αδυναμία. Λες και η υπαρξιακή αγωνία απαντήθηκε ποτέ με διανοητικά καταφύγια.
Ο πιστός παρουσιάζεται ως αφελής. Η παράδοση ως βάρος. Η εκκλησία -συλλήβδην-ως κάτι προς εξάλειψη και η λαϊκή θρησκευτικότητα ως ταυτόσημη με τον εθνικισμό.
Και όμως, εκείνος που πολεμούσε στα βουνά, με το όπλο στο χέρι και τον θάνατο δίπλα του, είχε τη στοιχειώδη σοφία να καταλάβει ότι δεν απελευθερώνεις έναν λαό περιφρονώντας τον. Δεν τον χειραφετείς χλευάζοντας ό,τι τον παρηγορεί. Δεν του ζητάς να σταθεί όρθιος, αν πρώτα του έχεις αφαιρέσει το νόημα.
Εκείνη τη μέρα, ο Άρης δεν πήγε απλώς σε έναν ναό. Μετείχε στην Εκκλησία του Λαού, όχι ως πιστός με τη στενή θεολογική έννοια, αλλά ως άνθρωπος που αναγνώριζε το κοινό βίωμα. Στάθηκε ανάμεσα στους χωρικούς, όχι μπροστά τους. Δεν τους δίδαξε. Δεν τους διόρθωσε. Συμμετείχε. Γιατί ήξερε πως η εκκλησία, πριν γίνει θεσμός, είναι σύναξη.
Είναι η στιγμή που ένας λαός αναγνωρίζει τον εαυτό του ως κοινότητα, μοιράζεται τον πόνο, την ελπίδα, την αντοχή. Και σε αυτή την «εκκλησία» -την κοινωνία του λαού- ο Άρης δεν ένιωσε ούτε ξένος, ούτε ντροπή. Ένιωσε συνοδοιπόρος.
Ο σεβασμός στην πίστη του λαού δεν είναι οπισθοδρόμηση.
Είναι ένδειξη τόσο πολιτικής όσο και ανθρώπινης ωριμότητας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο επίκαιρο μάθημα αυτής ημέρας, της γιορτής του Αγίου Αθανασίου.
Η πραγματική πρόοδος δεν ξεκινά από την περιφρόνηση, αλλά από την κατανόηση. Και ότι εκείνοι που κάποτε τόλμησαν να αλλάξουν τον κόσμο, ήξεραν πρώτα να σέβονται τον άνθρωπο.
Ιδιαίτερα όταν προσεύχονταν.
"Θανάση γιατί ἔκοψες τὸ ἄλφα ἀπὸ μπροστά;
γιὰ ἕνα γράμμα χάνεις τὴν ἀθανασια"....
"Θανάση γιατί ἔκοψες τὸ ἄλφα ἀπὸ μπροστά?
γιὰ ἕνα γράμμα χάνεις τὴν ἀθανασια".
Τουλάχιστον δύο ξέρω που 'κοψαν το "άλφα από μπροστά,μα δεν έχασαν την Αθανασία".
-Σαν έγραψα για τον Γλυξμπουργκ..."πες μας τώρα και για το Σοβιέτ ",μου απάντησαν.
Σαν έγραψα για τον Τσίπρα... "τον μισθό σου, μη ξεχάσεις από την ομάδα Αλήθειας"...μου απάντησαν.
Σαν έγραψα για τον Μητσοτάκη..."παλιοκομμουνι "...με ανέβαζαν.
Σαν έγραψα όχι για το κόμμα, αλλά για κομμουνιστές που επιδεικνύουν μνησικακία και μικροψυχια...τι τρολ του Μητσοτάκη,τι αντικομμουνιστικο μένος ,τι οπορτουνιστικος γκεμπελισκος είμαι,τι κάτω από τα χέρια από το "άγιο κόμμα" άκουσα,δεν λέγεται.
Θέλω να ευχαριστήσω όσους είχαν μία καλή κουβέντα να πουν...
Θέλω να ευχαριστήσω και όσους ανοικεια επιτέθηκαν και φόρτωσαν τη σελίδα μου με ύβρεις, απειλές και νουθεσίες.
Μου πρόσφεραν πολύτιμη γνώση.
Δεν έσβησα ούτε ένα σχόλιο...για να θυμάμαι με ποιούς θέλω να συνπορεύομαι.
Ίσως,όπως είπαν "εγώ δεν είμαι κομμουνιστής"
Όπως δεν ήταν (για το κόμμα),ένας που σήμερα εορτάζει το όνομα του και λένε πως τον έχουν δει να περιφέρεται στη Λιάκουρα ,στο Αετοχώρι,στο Δαδι.
Ή,όπως ένας άλλος, που στην εκτέλεση του φώναζε ζήτω η Ελλάδα και το ΚΚΕ και το κόμμα βεβαίωνε πως όλα είναι στημένα και ζει ο εκτελεσμένος δάσκαλος στην Αμερική πνιγμένος στα δολάρια.
Ή και ένας άλλος που όταν πέθανε(και ευτυχώς, σκοτώθηκε νωρίς),έγραφε ο Ριζοσπάστης γι'αυτόν πως πέρασε για λίγο και από τον Δημοκρατικό στρατό (χαμόγελα ρε,τι σου ζητάνε?).
Νύχτα βαθειά -πολυ βαθειά όμως,- στον τόπο μου...
-Χρόνια όμορφα στους φίλους και στις φίλες που εορτάζουν σήμερα
Λέει ένας αγαπημένος δάσκαλος αναφερόμενος στην αναζήτηση του νοήματος της ζωής.
"Χρειάζεται:
1. να ξέρεις ποιος είσαι, απλά πως σε λένε δηλαδή,
2. ύστερα, τι σ' αρέσει να κάνεις τόσο πολύ, ώστε μπορεί να θες ακόμη και να το διδάξεις,
3. μετά, για ποιον/ποιους το κάνεις (φαντάσου τους σαν να είναι κάπου εκεί δίπλα)
5. πως αλλάζουν, πως μεταμορφώνονται, πως γίνονται οι Άλλοι όταν τους δίνεις αυτό που χρειάζονται..."
Και όταν όλα αυτά τα απαντήσεις και τα βάλεις σε μια πρόταση βρίσκεις "τι κάνεις εσύ εδώ, για ποιο λόγο είσαι εδώ".
Βρίσκεις ένα νόημα στο χάος που μας περιτριγυρίζει.
Και αυτό σε κάνει ευτυχισμένο.
Τα γράφω όλα αυτά με αφορμή τις ευχές σας για την γιορτή μου, που με την έναν ή τον άλλο τρόπο, απάντησαν τόσο καθαρά στα παραπάνω ερωτήματα 3,4,5 και μου θύμησαν πως είμαι ευτυχισμένος.
Ναι, ομολογώ πως συχνά πυκνά το ξεχνώ.
Και σας ευχαριστώ ολόψυχα που μου το θυμήσατε!
Η ΧΡΕΟΚΟΠΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Τα Τέμπη ανέδειξαν δύο θεμελιώδη ελλείμματα της ελληνικής πολιτείας και, κατ’ επέκταση, του ίδιου του πολιτικού συστήματος: το έλλειμμα Ασφάλειας και το έλλειμμα Δικαιοσύνης και θεσμικής λογοδοσίας.
Το πρώτο έλλειμμα αφορά στο πιο στοιχειώδες καθήκον κάθε κράτους, δηλαδή την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Δύο τρένα συγκρούστηκαν στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, όχι από φυσική καταστροφή ή απρόβλεπτο γεγονός, αλλά από μια αλυσίδα συστημικών αποτυχιών. Ανεπαρκείς υποδομές, ελλιπείς έλεγχοι, διαχρονική αμέλεια, προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν. Αυτό δεν είναι ατύχημα, αλλά αποτυχία πρόληψης. Και όταν η ασφάλεια μετατρέπεται σε ζήτημα τύχης, το κράτος έχει ήδη αποτύχει στον πυρήνα της αποστολής του.
Το δεύτερο έλλειμμα είναι εξίσου κρίσιμο. Η αποτυχία της Δικαιοσύνης και της θεσμικής λογοδοσίας. Μετά την τραγωδία, το ερώτημα δεν ήταν μόνο «πώς συνέβη», αλλά «ποιος ευθύνεται». Και εδώ το πολιτικό σύστημα έδειξε, για ακόμη μία φορά, την αδυναμία του να αποδώσει ευθύνη με σαφήνεια, ταχύτητα και ανεξαρτησία ή και τη δόλια προσπάθεια του να αποφύγει την απόδοση ευθυνών. Η καθυστέρηση, η σύγχυση αρμοδιοτήτων, η διάχυση ευθυνών και η επικοινωνιακή διαχείριση αντί για καθαρή λογοδοσία, συγκρότησαν ένα γνώριμο τοπίο.
Σε αυτό το σημείο αναδύεται το πραγματικό πολιτικό ερώτημα. Τι έκανε το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του; Όχι μια κυβέρνηση, όχι ένα κόμμα, όχι μια παράταξη, αλλά το σύνολο του συστήματος, διαχρονικά. Τι έκανε για να διασφαλίσει την ασφάλεια των μεταφορών; Τι έκανε για να υπάρξει ουσιαστικός έλεγχος, πρόληψη και κρατική επάρκεια; Και, μετά, τι έκανε για να εγγυηθεί ότι η ευθύνη δεν θα χαθεί μέσα στον χρόνο;
Η απάντηση είναι δυσάρεστη αλλά αναγκαία. Δεν έκανε όσα όφειλε. Όπως δεν έκανε όσα όφειλε στο Σάμινα. Όπως δεν έκανε στο Μάτι. Όπως δεν έκανε στη χρεοκοπία της χώρας. Όπως δεν έκανε στις φωτιές και στις πλημμύρες που επανέρχονται σχεδόν τελετουργικά. Ποιοι λογοδότησαν, για παράδειγμα, θεσμικά για την χρεοκοπία της χώρας, ποιοί για το ναυάγιο του Σάμινα, ποιοί για το Μάτι, ποιοί για τις καταστροφικές πλημμύρες, πυρκαγιές;
Και ακόμη, ποιοί απέτρεψαν ή και ποιοί λογοδότησαν για τις χιλιάδες ή και εκατομμύρια ατομικές τραγωδίες κατεστραμμένων -οικονομικά, ψυχικά, ηθικά, βιολογικά- Ελλήνων των τελευταίων δεκαετιών;
Για να μην πάει κανείς πιο πίσω στο ποιοί λογοδότησαν από τους δοσίλογους της κατοχής, για τον εμφύλιο, για την Κυπριακή τραγωδία ή τα Ίμια;
Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, το μοτίβο επαναλαμβάνεται. Κρατική ανεπάρκεια πριν, θεσμική ασάφεια μετά, και τελικά συλλογική λήθη και, ως εκ τούτου, επανάληψη του Τραύματος.
Διαφοροποιήσεις μεταξύ των πολιτικών κομμάτων/παρατάξεων υπάρχουν και προφανώς "δεν είναι όλοι ίδιοι", αλλά παρ' όλα αυτά -καθόσον οι τραγωδίες επαναλαμβάνονται- είναι εμφανές ότι το πολιτικό σύστημα είναι ανεπαρκές να προσφέρει στους Έλληνες πολίτες τα αγαθά της Ασφάλειας και της Δικαιοσύνης.
Και με αυτή την έννοια είναι συνολικά υπεύθυνο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Καρυστιανού δεν επέλεξε την πολιτική. Την υποχρέωσε η αποτυχία των θεσμών.
Όταν ένας πολίτης πρέπει να μεταφέρει το αίτημα για ασφάλεια και δικαιοσύνη από τους θεσμούς στην πολιτική αρένα, αυτό δεν είναι «πολιτικοποίηση του πόνου», είναι συνέπεια της κρατικοποίησης της αμέλειας και της αδιαφορίας. Είναι ένδειξη ότι η πολιτεία απέτυχε -και αυτό είναι διαχρονικό- να λειτουργήσει εκεί που όφειλε.
Αν το κράτος λειτουργούσε, η Καρυστιανού θα ήταν απλώς μια μάνα που δεν πενθεί ή μια μάνα που πενθεί και δικαιώνεται. Το ότι αναγκάζεται να συντελέσει στη συγκρότηση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου για να μην ξεχαστεί η αλήθεια, δείχνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν απέτυχε στιγμιαία. Απέτυχε δομικά.
Και αυτή η αποτυχία, αυτή η χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος, δεν ξεκινά στα Τέμπη. Τα Τέμπη απλώς την έκαναν αδύνατο να αγνοηθεί.
Δεν υπάρχει καλύτερο αντικαταθλιπτικό από τον έρωτα και δεν υπάρχει πιο αποτελεσματικό αγχολυτικό από την βαθιά συναισθηματική σύνδεση.
"Συνταγογραφήστε" τα λοιπόν ελεύθερα προς τον εαυτό σας και τους άλλους!
"Συνταγογραφήστε" τα πρωτίστως και απαραιτήτως στα παιδιά σας!
"Η τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν απλώς ένα πολύνεκρο δυστύχημα. Ήταν η στιγμή που κατέρρευσε το τελευταίο άλλοθι της μεταπολιτευτικής κανονικότητας. Από εκείνη τη νύχτα και μετά, η κοινωνία έπαψε να ακούει με τον ίδιο τρόπο. Έπαψε να εμπιστεύεται με την ίδια αφέλεια. Και κυρίως, έπαψε να σιωπά τόσο εύκολα. Μέσα σε αυτό το τοπίο, η Μαρία Καρυστιανού δεν εμφανίστηκε ως “πολιτικό πρόσωπο”. Εμφανίστηκε ως μάνα. Και αυτό είναι το στοιχείο που το πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να διαχειριστεί. Γιατί απέναντι στην οργανωμένη αναισθησία, η προσωπική απώλεια λειτουργεί ως πολιτικό εκρηκτικό".
Αγαπημένος Yiannis Tsoutsias
"Όταν το κίνημα ξεσπά παραμερίζονται οι επιφυλάξεις, οι δεύτερες σκέψεις, οι δισταγμοί και δυσκολεύουν οι όροι για επιφανειακές αναλύσεις. Αρχίζει η ζωογόνος κίνηση και η λαϊκή συμμετοχή που επανατοποθετεί τα πάντα. Ο αέρας αλλάζει, οι παρέες ζεσταίνονται. Αυτό δεν πρέπει να χαθεί. Και όσο κι αν όλα είναι δύσκολα και μπερδεύονται, τα κινήματα πάντα διαπαιδαγωγούν και εναρμονίζουν.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟ-ΦΕΟΥΔΑΡΧΙΑ
Όταν η δημοκρατία γίνεται σκηνικό.
Η ιδέα ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα λειτουργεί ως μια μορφή φεουδαρχίας με δημοκρατικό προσωπείο -μια "Δημοφεουδαρχία"- μάλλον δεν είναι ρητορική υπερβολή.
Είναι ένας τρόπος να περιγράψουμε μια βαθιά ασυμμετρία εξουσίας. Τυπικά έχουμε θεσμούς δημοκρατίας, ουσιαστικά όμως η εξουσία παραμένει συγκεντρωμένη σε κλειστά δίκτυα οικονομικών, πολιτικών και μιντιακών ελίτ.…
Δείτε περισσότερα
ΟΤΑΝ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ ΔΙΧΑΖΕΙ
Μετά από μια συλλογική τραγωδία όπως τα Τέμπη, όλοι περιμένουμε ότι ο πόνος θα ενώσει. Ότι οι άνθρωποι που μοιράζονται την ίδια απώλεια θα σταθούν αυτόματα ο ένας δίπλα στον άλλον.
Όμως η αλήθεια είναι πιο δύσκολη, αλλά και πιο ανθρώπινη.
Το τραύμα δεν ενώνει από μόνο του. Συχνά, πριν ενώσει, διχάζει.
Όταν οι άνθρωποι βιώνουν ένα βαθύ σοκ, δεν αντιδρούν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Άλλοι θέλουν να μιλήσουν δυνατά. Άλλοι χρειάζονται σιωπή. Άλλοι μετατρέπουν τον πόνο σε αγώνα. Άλλοι προσπαθούν απλώς να επιβιώσουν. Αυτές οι διαφορετικές στάσεις δεν είναι επιλογές χαρακτήρα. Είναι διαφορετικοί τρόποι διαχείρισης του τραύματος.
Και όταν αυτοί οι τρόποι συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, η σύγκρουση δεν είναι απλώς ιδεολογική. Είναι σύγκρουση ψυχικών αναγκών.
Η Καρυστιανού, επιλέγοντας τον δημόσιο λόγο και τη σύγκρουση με την αδικία, έγινε αναπόφευκτα κάτι περισσότερο από πρόσωπο. Έγινε σύμβολο. Και πάνω στα σύμβολα οι άνθρωποι προβάλλουν όσα δεν μπορούν να πουν αλλιώς. Την ελπίδα τους, τον θυμό τους, το φόβο τους, την ματαίωση τους.
Για κάποιους, η στάση της είναι πηγή δύναμης. Για άλλους, γίνεται άθελά της καθρέφτης αδυναμίας. «Εσύ αντέχεις να μιλάς. Εγώ δεν μπορώ». «Πήραν τα μυαλά της αέρα». Και αυτή η σύγκριση, σε συνθήκες τραύματος, πονάει όσο και η απώλεια.
Έτσι γεννιέται το μένος. Όχι απαραίτητα από κακία, αλλά από απόγνωση. Όταν ο θυμός δεν βρίσκει τον πραγματικό του στόχο -ένα κράτος που αργεί, μια δικαιοσύνη που είναι απόμακρη ή προκλητικά αδιάφορη, ένα σύστημα που δεν λογοδοτεί- τότε συχνά στρέφεται εκεί που υπάρχει εγγύτητα. Στρέφεται οριζόντια, μέσα στην ίδια την κοινότητα του πόνου, στον συμπάσχοντα διπλανό.
Κι όμως, η εξήγηση δεν τελειώνει εδώ. Γιατί στο τραύμα προστίθεται συχνά και κάτι ακόμη πιο εκρηκτικό. Οι πολιτικές και ιδεολογικές ταυτότητες.
Οι πενθούντες δεν έρχονται στην τραγωδία ως «λευκές σελίδες». Φέρνουν μαζί τους πολιτικές ταυτότητες, ιδεολογικές αναφορές, μνήμες εμπιστοσύνης ή προδοσίας από το σύστημα. Και όταν το τραύμα γίνεται δημόσιο, αυτές οι ταυτότητες δεν εξαφανίζονται, αλλά οξύνονται. Έτσι, μέσα στον ίδιο χώρο πόνου συνυπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει αγώνας, τι σημαίνει πολιτικοποίηση, τι σημαίνει προστασία της μνήμης. Η σύγκρουση τότε δεν είναι μόνο ψυχική. Γίνεται και ιδεολογική. Και όταν το πένθος συναντά την πολιτική ταυτότητα, η διαφωνία παύει να αφορά μόνο το «τι κάνουμε» και αρχίζει να αφορά το «ποιοι είμαστε». Εκεί το μένος δεν γεννιέται από κακία, αλλά από φόβο απώλειας του τελευταίου σταθερού σημείου σε έναν κόσμο που έχει ήδη καταρρεύσει.
Οι σύλλογοι θυμάτων δεν είναι απλώς οργανώσεις. Είναι χώροι όπου συσσωρεύεται όλη η ένταση μιας κοινωνικής πληγής. Και όταν αυτή η ένταση δεν εκτονώνεται προς τα έξω, εκρήγνυται προς τα μέσα. Πρόκειται για τραυματική ενδόρηξη.
Στον πυρήνα της σύγκρουσης δεν βρίσκεται μόνο το «ποιος έχει δίκιο». Βρίσκεται ένα βαθύτερο ερώτημα. Τι νόημα δίνουμε σε αυτό που μας συνέβη;
Για κάποιους, το τραύμα πρέπει να γίνει αγώνας. Για άλλους, πρέπει να μείνει πένθος. Για άλλους πρέπει να γίνει αγώνας με συγκεκριμένα ιδεολογικά ή και κομματικά χαρακτηριστικά.
Και όταν αυτές οι στάσεις συναντιούνται, δεν έχουμε απλή διαφωνία. Έχουμε μάχη για το νόημα του πόνου.
Η Καρυστιανού διάλεξε να μετατρέψει το πένθος σε δημόσια διεκδίκηση, αυτόνομη από ιδεολογικές ή κομματικές αναφορές. Αυτό είναι βαθιά γενναίο, αλλά και βαθιά επικίνδυνο σε τραυματικά περιβάλλοντα. Γιατί όποιος στέκεται όρθιος μέσα στον πόνο, γίνεται αναπόφευκτα στόχος. Όχι μόνο του συστήματος, αλλά και της ίδιας της οδύνης των άλλων.
Τίποτα από αυτά δεν δικαιολογεί επιθέσεις. Τίποτα δεν νομιμοποιεί το μένος. Αλλά όλα αυτά βοηθούν να το κατανοήσουμε. Και η κατανόηση δεν είναι αδυναμία. Είναι ο μόνος τρόπος να μη μετατραπεί το τραύμα σε μόνιμη εσωτερική διάλυση.
Ίσως τελικά το πιο δύσκολο μάθημα της τραγωδίας των Τεμπών δεν είναι μόνο να βρούμε τους ενόχους. Είναι να μάθουμε να αντέχουμε τις διαφορετικές διαδρομές του πόνου. Να δεχτούμε ότι κάποιοι θα φωνάξουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και άλλοι θα σωπάσουν. Και ότι κανείς δεν έχει το μονοπώλιο της σωστής αντίδρασης.
Αν κάτι χρειάζεται σήμερα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, δεν είναι άλλη μια σύγκρουση μέσα στο τραύμα. Σήμερα χρειαζόμαστε χώρος για συμπόνια και φροντίδα. Όχι για να ξεχάσουμε τη δικαιοσύνη, αλλά για να μη χαθούμε πριν τη βρούμε.
Γιατί το τραύμα που δεν βρίσκει λόγο, γίνεται οργή.
Και η οργή που δεν βρίσκει στόχο, γίνεται εμφύλιος μέσα στον πόνο.
Και αυτό, μετά από τόση απώλεια, είναι το τελευταίο που αντέχει η κοινωνία μας και το πρώτο που εύχονται οι χρόνιοι εξουσιαστές μας.
Aπό τους πιο ειλικρινείς Περιβαλλοντολόγους ο Lykos Vasilis συνταιριάζει εξαιρετικά την εθνική ανεξαρτησία, την διατροφική αυτάρκεια, το αγροτικό κίνημα, τις ελληνικές Κοινοτήτες και τη συλλογική μας ταυτότητα.
Ένα σχόλιο για την είσοδο στην πολιτική της Μαρίας Καρυστιανού*
(ή πως ένα ελπιδοφόρο "πολιτικό μωρό" γεννιέται από τις στάχτες ενός (57+) παιδιού...)
Η Μαρία Καρυστιανού σχεδόν τρία χρόνια τώρα ταυτόχρονα πενθεί και παλεύει ηγετικά για κάποια δικαιοσύνη στο παιδί της (και ποτέ ίσως δεν θα σταματήσει). Δεν το ζήτησε. Το επωμίστηκε εκούσια λόγω μιας αθέλητης καταραμένης Μοίρας και μιας προσωπικής Αξίας. Αυτά τα τρία χρόνια αφενός έχει αναδειχτεί (λόγω της ευφυΐας, ευφράδειάς της, αξιοπρέπειάς της, συγκροτημένης σκέψης της, διαδικαστικής μεθοδικότητάς της κ.ά. πολιτικά-οργανωτικά χαρίσματα) σε ηγετική προσωπικότητα του Κινήματος (δικαιοσύνης για τα θύματα) των Τεμπών, για την έρευνα των αιτιών, απόδοση ευθυνών (σε κάθε επίπεδο) και νομική δικαίωση των θυμάτων. Αφετέρου, έχει βρει ένα επιπλέον προσωπικό - τώρα πολιτικό - κίνητρο δράσης μέσα από τις αποτυχίες κι οικτρότητες ενός αποδιοργανωμένου κι ανεύθυνου "συστήματος" (πολλοί - όχι ένας - ευθύνονται στα Τεμπη, πολιτικοι, δικαστικοί, τεχνικοί-υπάλληλοι, μεσάζοντες, εταιρείες) που αφού σκότωσε το παιδί της (κι άλλα 56+)... κρύβει, παρεμποδίζει, "τσιμεντώνει" τεκμήρια και μαρτυρίες, βάζει και διατηρεί λάθος ή ανίκανους ("δικούς μας" πάντως) ανθρώπους σε υπεύθυνες θέσεις (διαχρονική ελληνική πολιτική πρακτική αυτή...).
Η κα Καρυστιανού, απ' ότι διάβασα, δεν γεννήθηκε σε πολιτικό (οικογενειακό, συντεχνιακό, κομματικό) "τζάκι", δεν έκανε πολιτική καριέρα και δεν πληρώθηκε από πολιτική καρέκλα. Σπούδασε τα δύσκολα, εξάσκησε την ιατρική επιστήμη σε υψηλό επίπεδο, εντός κι εκτός Ελλάδος, δούλεψε και βιοπορίστηκε ταυτόχρονα ως επιστήμονας και μητέρα. Θεωρώ (το έχει πει η ίδια) ότι ποτέ της, όπως οι περισσότεροι ψυχικά ισορροπημένοι, ακέραιοι, "μη μαζοχιστές" ΚΑΙ "μη ναρκισσιστές" μεταξύ μας, δεν σκέφτηκε ν' ασχοληθεί με την βρωμιά, πόλεμο, τσιφλίκια, μίζες, θόρυβο, διαφθορά, απάτες κλπ "υψηπετή" του σύγχρονου ελληνικού πολιτικού μας τσίρκου ΠΡΙΝ ή τραγωδία-έγκλημα των Τέμπων και το βίωμά της από πρώτο χέρι τού τι σημαίνει κρατική-θεσμική ανευθυνότητα-αδικία-συγκάλυψη την πολιτικοποίησε.
Προσωπικά βλέπω (μαζί με εκατομμύρια Ελληνες - μητέρες, οικογενειάρχες, πολίτες απαξιωμένους από το Σύστημα - που την έχουν εκτιμήσει ως φωνή Αλήθειας και σπάθα Αξιοπρέπειας) να "μετουσιώνει", να μεταμορφώνει, τον πόνο της, την οργή της, την θλίψη της, την αηδία της κλπ "αρνητικά" συναισθήματα προς ένα σύστημα που της έχει ληστέψει κυριολεκτικά τη ζωή (το παιδί) της (κι εδώ μαζί της ταυτίζεται το 75% των Ελλήνων - εξαιρούνται οι άνετοι προνομιούχοι...) σε δημιουργική πολιτική δύναμη. (Σημ: Το κάθε "νορμάλ" πένθος κάποτε - σε διαφορετικό χρόνο επεξεργασίας για τον καθένα μα απαραίτητα - τερματίζει ώστε να μην μας παραλύσει και η ζωή συνεχίζεται σε άλλες δημιουργικές, αγωνιστικές, ζωογόνες δραστηριότητες...). Αρχικά, σε σύλλογο/κίνημα αγανάκτησης, δικαιοσύνης, αξιοπρέπειας, σταδιακά (και χωρίς την υποστήριξη εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων θα ήταν ανέφικτο) σε διαφαινόμενο εκκολαπτόμενο πολιτικό κόμμα Αλλαγής (κι όχι μόνο ευχόμαστε ακόμα μιας "καταγγελίας") του Συστήματος.
(Και εφόσον θεωρεί ότι μπορεί να παλέψει αποτελεσματικότερα μέσα στη Βουλή ΚΑΙ για τους σκοπούς του Συλλόγου Συγγενών των θυμάτων των Τεμπών, δεν βλέπω καμία "προδοσία" - όπως κάποιοι προσβλητικοί την κατηγορούν. Έχουν κι άλλους - πιο συστημικούς κι ίσως αποτελεσματικότερους - ηγέτες νομίζω εκεί, ούτε και θα 'πρεπε να εξαρτώνται από μια "κούκο"... για την άνοιξή τους.)
Αντί να βρίζει, δέρνει ή να σκοτώνει (κυριολεκτικά ή συνήθως μεταφορικά, όπως άλλοι) "το σύστημα", φιλοδοξεί με αγνή Ακεραιότητα (δεν χρωστά τίποτα σε κανένα), εργατικότητα (σε αντίθεση με πρόσφατους πρωθυπουργούς μας και άλλους καρεκλοπόδαρους... αυτή δούλεψε εκτός πολιτικής πριν εκλεγεί), ευφυΐα, ευφράδεια, συγκροτημένη σκέψη, μετριοπάθεια και χωρίς (θεωρώ) κομματικά, εταιρικά, ψυχολογικά μπαγκάζια (σε προσωπικό της επίπεδο το εννοώ - παραμένει να δούμε, σε εύθετο χρόνο, και το συλλογικό επίπεδο των επιλεγμένων συνεργατών της) να το ανακαινίσει, διορθώσει, οτιδήποτε (ως αντιπολιτευτική φωνή) προς το διαφανέστερο, δικαιότερο, αλληλεγγυότερο, αξιοπρεπέστερο... "συν" και "ευ" θα είναι. (Σημ: Ας μην περιμένουμε υποσχέσεις οικονομικών ή εθνικών θαυμάτων σε μια αφενός διεφθαρμένη χώρα κι αφετέρου χωρίς εθνοπολιτική κι οικονομική ανεξαρτησία... ακόμη κι εκλεγεί ποτέ ως κυβέρνηση. Η "αντιπολίτευση" - ενίοτε χρόνια σαν κάποιων κομουνιστικών κομμάτων - πάντα εύκολο εργο στην κριτική έχει. Αλλά μόνο στην "διακυβέρνηση" ξεχωρίζουν τα κούφια λόγια από τις γενναίες πράξεις.)
Ως πολιτικά "εξωσυστημική" η κα Καρυστιανού φυσικά και πρέπει να βρει σχετικά έμπειρους, προσγειωμένους κι απαραίτητα "ακέραιους" (εκεί θα βασίζεται το νέο κόμμα - όλα τ' άλλα έχουν ειπωθεί ιδεολογικά) πολιτικούς συνεργάτες ώστε να απογειωθεί με κάποια πολιτική αξιοπιστία και καθοδήγηση πέραν της έως τώρα "συναισθηματικής" επιρροής (κι ηθικό δέλεαρ) στον λαό. Και φυσικά εδώ που έφτασε ως ηγέτιδα (λαϊκού κινήματος διαφάνειας, δικαιοσύνης κι αξιοπρέπειας) θα (πρέπει να) προσφέρει γνώμες κι επιχειρήματα για κάθε πολιτικό θέμα. Και το θέλουμε. Έτσι θα δοκιμάζεται κι εξετάζεται και (γιατί όχι;) εξελίσσεται η σκέψη της, οι αξίες της και η όποια (εύχομαι χωρίς ταμπελίτσες - άχρηστες στην εποχή μας αν άνευ αποτελεσματικότητας) ιδεολογία της. Δικαίωμα της αναφαίρετο σε δημοκρατίες η "επίσημη" πολιτικοποίησή της (σημ: τα αυθεντικά κίνητρα των υποψηφίων πολιτικών άπειρα και περίπλοκα, αλτρουιστικά μα και ιδιοτελή, και μάλλον μυστικά πάντα είναι, ακόμη και σ' αυτούς συχνά... Οπότε ας αγνοήσουμε την χειριστική απαξίωση των κινήτρων της από τους αντιπάλους της...), όσο και να στεναχωρεί (ρεαλιστικά θα χάσουν ψήφους πολλούς) και τους "μεγάλους" ήδη φθαρμένους και τους μικρούς ακραίους, και μάλλον (ευχόμαστε) θα προσφέρει μια τουλάχιστον φρέσκια, δυναμική κι αδιάφθορη (προς το παρόν) επιλογή ανάμεσα σε πολλές απογοητευτικές, "καμένες" ή ανέφικτα ακραίες άλλες (ήδη στη Βουλή) .
Τα γράφω αυτά ως προσωπική μου κρίση και γνώμη, διαβάζοντας ένα σωρό αφενός εγκώμια από απελπισμένους Έλληνες μα και αφετέρου απαξιωτικές κι άδικες προσβολές από (δεξιά ή και αριστερά) τσιράκια του καθεστώτος που δικαίως την φοβούνται ως (εύχομαι) μια πολιτική φορέα ελπίδας, ακεραιότητας, δικαιοσύνης, παιδείας, διαφάνειας, υγείας κι αξιοπρέπειας που τόσο λείπει από την καθημερινή και πολιτική μας ζωή...
Δρ. Μάνος Ζαχαριουδάκης
14.ιαν.26
* Disclaimer: Δεν την ξέρω προσωπικά, δεν ασχολούμαι με κόμματα-δόγματα μόνο έργα κι ιδεολογικά ανέκαθεν ήθελα ένα σκανδιναβικού στυλ σοσιαλδημοκρατικό σύστημα στην Ελλάδα (μα είμαστε έτη φωτός μακριά). Το έγραψα/δημοσιεύω επειδή α) κάποια μ' έβρισε για αυτή την γνώμη μου (μπλοκαρίστηκε τελεσίδικα) και β) ως σκεπτόμενος πολίτης, ψυχολόγος και πατέρας - ακόμη ζωντανού και χαρούμενου 18χρ. παιδιού, συχνά "προνόμιο" τύχης στην εποχή μας... - που παρατηρεί μια όλο και βαθύτερη αίσθηση (κατάντια) ανημποριάς, απαισιοδοξίας, αδικίας, ανευθυνότητας, απελπισίας, αδιαφορίας, βολέματος, κατάθλιψης, αρρώστιας, ντροπής, αμορφωσιάς, ανισορροπίας, ναρκισσισμού, παρασιτισμού, αγένειας, απόδρασης, απανθρωπιάς, αναξιοπρέπειας, κλπ απαξιωτικά κι - ίσως, αν και συζητήσιμο - ανάξιά μας "στερητικά α-" να μολύνουν και να κυριαρχούν στο 75% των συμπολιτών μας.
Επίσης: Για μένα κι επίλεκτους "φίλους/ες" γράφω που ακόμη με εκτιμούν (και τις σκέψεις μου). Δεν μ' ενδιαφέρει - αδυνατώ - να ικανοποιήσω τους πάντες (7500+ και σε όλο το ΚοινωνικοΠολιτικοΙδεολογικοΗθικό φάσμα) που με διαβάζουν. Περίσκεπτες γνώμες ανταλλάσουμε εδώ (και σε κάθε δημόσιο χώρο) μπας και μάθουμε κάτι, μπας και ανεβάσουμε ευγενικά το επίπεδο της κοινωνίας μας, μπας και διορθωθούμε έμπρακτα όταν έρθει η ώρα της ευθύνης και των αποφάσεων μας. Ως πρωθ/υπουργοί, σταθμάρχες, δικαστές, εργοδότες/λάβοι, ψηφοφόροι, εργαζόμενοι-πολίτες... ο καθένας στο πόστο του.
Ευχαριστώ και Βίβα μας...!
(γιατί ο κόσμος μας όλο και πιο επικίνδυνα κι εγωκεντρικά "τερατοποιείται"...)
Η ελληνική ολιγαρχία δεν είναι παραγωγική.
Δεν επενδύει συστηματικά στην καινοτομία,
στη βιομηχανία, στη γνώση.
Λειτουργεί κυρίως μεταπρατικά και παρασιτικά:
ζει από αναθέσεις, προμήθειες, κρατικές διευκολύνσεις, ευρωπαϊκά κονδύλια και προνομιακή πρόσβαση στον
δημόσιο πλούτο. Δεν δημιουργεί πλούτο, τον αναδιανέμει
προς τα πάνω.
Δεν ανταγωνίζεται, διαπλέκεται.
Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΟΙΝΩΝ
Για να ριζώσει ένα μεγάλο «ναι»
Ένα πράγμα θα κρίνει -περισσότερο από οτιδήποτε άλλο- την τύχη του κομματικού εγχειρήματος που φαίνεται να προκύπτει από το Κίνημα των Τεμπών: η σχέση του με τον Λαό.
Το μεγαλύτερο κεφάλαιο που διαθέτει σήμερα το εγχείρημα αυτό δεν είναι πολιτικό. Είναι ηθικό. Γι' αυτό άλλωστε και η μέχρι σήμερα "πολεμική" στον ηθικό πυρήνα απευθύνεται και αυτόν επιχειρεί με διάφορα κόλπα, ύβρεις και τερτίπια να απο-ηθικοποιήσει.
Αυτό, όμως, το ηθικό κεφάλαιο, τη στιγμή που μετατρέπεται σε πολιτική δύναμη, κινδυνεύει αναπόφευκτα να φθαρεί. Η ιστορία της Μεταπολίτευσης δείχνει καθαρά ότι τα εγχειρήματα που γεννήθηκαν από κοινωνική ανάγκη, αλλά οργανώθηκαν με λογική κορυφής, κατέληξαν να μοιάζουν με όλα αυτά τα οποία υποσχέθηκαν ότι θα αλλάξουν. Το σύστημα ξέρει να ενσωματώνει πρόσωπα, αλλά δεν μπορεί να ενσωματώσει κινήματα με ρίζες και αυτονομία.
Γι’ αυτό η γείωση στον λαό δεν είναι απλώς θέμα εικόνας. Είναι η μόνη άμυνα απέναντι στην αφομοίωση. Και αυτή η άμυνα δεν μπορεί να είναι κάθετη. Δεν μπορεί να είναι αρχηγική. Μπορεί να είναι μόνο δικτυοκεντρική και οριζόντια.
Σε έναν κόσμο όπου η εξουσία οργανώνεται ιεραρχικά, η δημοκρατία οφείλει να οργανώνεται δικτυακά. Ένα σύγχρονο πολιτικό εγχείρημα δεν χρειάζεται πυραμίδες. Χρειάζεται δίκτυα. Τοπικούς πυρήνες, συλλογικότητες, συνελεύσεις, ομάδες εργασίας, Κ ο ι ν ά, που συνδέονται μεταξύ τους ισότιμα, ανταλλάσσουν εμπειρίες, συναποφασίζουν. Όχι μια βάση που υπακούει, αλλά μια βάση που συνδιαμορφώνει.
Αυτή η οριζοντιότητα δεν είναι ρομαντισμός. Είναι πολιτική τεχνολογία. Είναι ο τρόπος να προστατευτεί το ήθος από τη φθορά της εξουσίας. Όταν οι αποφάσεις δεν συγκεντρώνονται σε λίγα χέρια, όταν η ηγεσία λογοδοτεί πραγματικά και όχι τυπικά, όταν οι ρόλοι εναλλάσσονται και δεν παγιώνονται, τότε το εγχείρημα δεν εξαρτάται από πρόσωπα. Εξαρτάται από σχέσεις εμπιστοσύνης. Στην οριζοντιότητα η εξουσιαστική ισχύς υποχωρεί και ανθίζει η φροντιστική Σχέση.
Και εκεί ακριβώς γεννιέται η πολιτική αξιοπιστία.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη, ίσως το πιο κρίσιμο απ’ όλα.
Χωρίς την άμεση και ουσιαστική συμμετοχή του λαϊκού παράγοντα, κανένα νέο πολιτικό εγχείρημα δεν μπορεί να σταθεί απέναντι στο κυρίαρχο σύστημα.
Ο κόσμος δεν κινητοποιείται πραγματικά όταν καλείται απλώς να χειροκροτήσει ή να ψηφίσει.
Κινητοποιείται όταν νιώθει ότι συμμετέχει, ότι συνδιαμορφώνει, ότι η υπόθεση είναι και δική του. Ότι, επιτέλους, ανήκει!
Διαφορετικά, η κοινωνία μένει θεατής, και ένα σύστημα με βαθιές ρίζες, πλοκάμια στην οικονομία, στα μέσα ενημέρωσης και στους θεσμούς, δεν νικιέται από θεατές.
Νικιέται μόνο από ενεργούς πολίτες.
Χωρίς αυτή τη συλλογική κινητοποίηση, καμία ηγεσία, όσο καθαρή κι αν είναι, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με την ισχύ του κατεστημένου. Γιατί απέναντι σε ένα οργανωμένο σύστημα εξουσίας, η μόνη πραγματική δύναμη είναι μια οργανωμένη κοινωνία.
Χωρίς οριζόντια δομή, κάθε νέο κόμμα κινδυνεύει να γίνει ένας ακόμη μηχανισμός-αυτό που όλοι γνωρίσαμε στο πετσί μας στη διάρκεια της μεταπολίτευσης.
Όμως, με οριζόντια και δικτυοκεντρική οργάνωση, μπορεί να γίνει κάτι σπανιότερο: Συλλογικό Υποκείμενο.
Όχι μια φωνή που μιλά γ ι α τον λαό, αλλά πολλές φωνές που μιλούν α π ό τον λαό.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική και την κοινωνία. Η αποχή, η απαξίωση, ο κυνισμός δεν είναι απλώς κόπωση. Είναι τραύμα. Και αυτό το τραύμα δεν θεραπεύεται με νέα πρόσωπα στην κορυφή.
Θεραπεύεται μόνο με νέους τρόπους οργάνωσης στη βάση.
Γιατί ο αποκλεισμός θεραπεύεται μόνο με το "ανήκειν".
Ας μην έχουμε αυταπάτες. Το υπό διαμόρφωση κόμμα, δεν θα κριθεί από τις προθέσεις του αλλά από τις δομές του.
Δεν αρκεί να είναι «διαφορετικό» σε ύφος.
Πρέπει να είναι διαφορετικό σε αρχιτεκτονική εξουσίας.
Να επενδύσει από την αρχή σε συμμετοχικούς θεσμούς.
Ανοιχτές συνελεύσεις, διαφανείς διαδικασίες, ψηφιακά εργαλεία συλλογικής λήψης αποφάσεων, εναλλαγή ρόλων, έλεγχο από τα κάτω. Και όλα αυτά όχι ως συμπλήρωμα, αλλά ως καρδιά του εγχειρήματος.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η πολιτική αλλάζει όταν αλλάζει η σχέση της κοινωνίας με την εξουσία.
Το νέο εγχείρημα θα κριθεί εκεί. Όχι (μόνο) στο πόσο ισχυρή είναι η φωνή της ηγεσίας, αλλά στο πόσο δυνατή είναι η φωνή της κοινωνίας μέσα του.
ΤΟ ΑΟΡΑΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πια να περιγραφεί μόνο ως σύνολο θεσμών και κομμάτων. Πίσω από τη βιτρίνα της δημοκρατικής κανονικότητας λειτουργεί ένα πλέγμα εξουσιαστικών σχέσεων που δεν εκλέγεται, δεν λογοδοτεί και όμως καθορίζει την πορεία της χώρας. Ένα πλέγμα όπου η οικονομική ολιγαρχία, η πολιτική εξουσία, τα μέσα ενημέρωσης και η ξένη πατρωνία συνδέονται σε μια σχέση αμοιβαίας εξάρτησης.
Η ελληνική ολιγαρχία δεν είναι παραγωγική. Δεν επενδύει συστηματικά στην καινοτομία, στη βιομηχανία, στη γνώση. Λειτουργεί κυρίως μεταπρατικά και παρασιτικά: ζει από αναθέσεις, προμήθειες, κρατικές διευκολύνσεις, ευρωπαϊκά κονδύλια και προνομιακή πρόσβαση στον δημόσιο πλούτο. Δεν δημιουργεί πλούτο, τον αναδιανέμει προς τα πάνω. Δεν ανταγωνίζεται, διαπλέκεται.
Σε αυτό το μοντέλο, το κράτος δεν είναι ρυθμιστής. Είναι εργαλείο. Η πολιτική δεν σχεδιάζει, μεσολαβεί. Τα κόμματα δεν συγκρούονται για διαφορετικά οράματα, διαχειρίζονται διαφορετικές εκδοχές του ίδιου συστήματος. Και οι πολίτες δεν είναι κυρίαρχοι, αλλά "αντικείμενα" διαχείρισης.
Όμως το πιο βαθύ πρόβλημα δεν είναι μόνο η εσωτερική διαπλοκή. Είναι ότι αυτή η ολιγαρχία έχει μάθει να επιβιώνει όχι ως εθνική αστική τάξη, αλλά ως τοπικός διαχειριστής ξένων συμφερόντων. Από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, μεγάλο μέρος της ελληνικής ελίτ δεν συγκρότησε ποτέ ένα αυτόνομο εθνικό σχέδιο ανάπτυξης. Αντίθετα, οικοδόμησε τη δύναμή του πάνω στη σχέση εξάρτησης, άλλοτε από μεγάλες δυνάμεις, άλλοτε από δανειστές, άλλοτε από υπερεθνικούς θεσμούς.
Αυτό το μοντέλο ξένης πατρωνίας δεν καταργεί την εθνική κυριαρχία τυπικά, την διαβρώνει όμως ουσιαστικά. Οι μεγάλες αποφάσεις δεν λαμβάνονται με γνώμονα τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά τις ισορροπίες με τα κέντρα ισχύος έξω από αυτήν. Η πολιτική μετατρέπεται σε τέχνη προσαρμογής και όχι σε πράξη βούλησης.
Σε αυτό το πλέγμα, τα μέσα ενημέρωσης δεν λειτουργούν ως τέταρτη εξουσία. Λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές ισχύος. Κατασκευάζουν συναίνεση, απονευρώνουν τη διαφωνία, μετατρέπουν την κοινωνική οργή σε τηλεοπτικό θόρυβο. Η διαφθορά δεν αποκαλύπτεται, "εξοικειώνεται". Η αδικία δεν καταγγέλλεται, αλλά γίνεται κανονικότητα.
Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα που δεν κυβερνά απλώς τη χώρα, αλλά την απομυζά. Η παραγωγική βάση συρρικνώνεται, οι νέοι μεταναστεύουν, η κοινωνία φτωχοποιείται, αλλά το πλέγμα εξουσίας παραμένει άθικτο. Γιατί το σύστημα αυτό δεν ζει από την ευημερία της χώρας. Ζει από τη διαχείριση της αδυναμίας της.
Και όσο ο λαός εξαντλείται, τόσο το καθεστώς ισχυροποιείται. Γιατί η φτώχεια παράγει εξάρτηση, η ανασφάλεια παράγει φόβο και ο φόβος παράγει σιωπή. Έτσι χτίζεται η πιο αποτελεσματική μορφή εξουσίας: όχι με τανκς, αλλά με οικονομικό στραγγαλισμό και πολιτισμική παραίτηση.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η Ελλάδα έχει πολιτικό πρόβλημα. Έχει καθεστωτικό πρόβλημα. Ένα καθεστώς που φορά δημοκρατικά ρούχα, αλλά λειτουργεί με λογική αποικιακής διαχείρισης. Όχι από ξένους κατακτητές, αλλά από μια εγχώρια ελίτ που έμαθε να επιβιώνει ως ενδιάμεσος/αντιπρόσωπος της αποικοκρατίας.
Ως εκ τούτου, σ' αυτό το καθεστώς, η πραγματική αντιπαράθεση δεν είναι τόσο Αριστερά–Δεξιά. Είναι κάτι βαθύτερο: λαός εναντίον πλέγματος εξουσίας, κοινωνία εναντίον ολιγαρχίας, δημοκρατία εναντίον εξάρτησης.
Γιατί αν αυτή η χώρα θέλει να επιβιώσει, δεν χρειάζεται απλώς άλλη κυβέρνηση. Χρειάζεται ρήξη με το σύστημα που τη στραγγαλίζει. Ρήξη όχι με συνθήματα, αλλά με ανατροπή του μεταπρατικού μοντέλου, με αποδέσμευση από τη λογική της πατρωνίας, με οικοδόμηση μιας οικονομίας που υπηρετεί τον τόπο και όχι τους μεταπράτες.
Αλλιώς, το πλέγμα εξουσίας θα συνεχίσει να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα. Να κυβερνά χωρίς να φαίνεται και να καταστρέφει χωρίς να λογοδοτεί.
Αυτό ακριβώς είναι που καλείται σήμερα να αντιμετωπίσει το κίνημα των Τεμπών. Όχι απλώς μια κυβέρνηση. Όχι μόνο μια τραγωδία. Αλλά ένα ολόκληρο πλέγμα εξουσίας που επί δεκαετίες λειτουργεί χωρίς λογοδοσία. Δηλαδή, την ολιγαρχία που νέμεται τον δημόσιο πλούτο, το πολιτικό σύστημα που τη διευκολύνει, τα μέσα που τη συγκαλύπτουν και τη ξένη πατρωνία που τη νομιμοποιεί.
Και γι’ αυτό ακριβώς το κίνημα αυτό τρομάζει, γιατί δεν απειλεί πρόσωπα, αλλά απειλεί δομές.
ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ
Όπως ένα παιδί που κακοποιείται από τους γονείς του δεν σταματά να αγαπά τους γονείς του, αλλά σταματά να αγαπά τον εαυτό του,
έτσι και μια κοινωνία που κακοποιείται κατ' επανάληψιν από τους κυβερνώντες της, μαθαίνει στο τέλος, όχι να μισεί τους κυβερνώντες-κακοποιητές της, αλλά τον ίδιο τον συλλογικό της εαυτό και όσους τον υπερασπίζονται.
Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΡΑΜΠ
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν πουλά πολιτική. Πουλά εικόνα ισχύος. Πουλά την ψευδαίσθηση του αήττητου άντρα σε έναν κόσμο γεμάτο ηττημένους. Και αυτή ακριβώς η εικόνα -με πούρα, επιβολή (σε μια χώρα σύμβολο της Επανάστασης), υπερβολή- είναι το πραγματικό του πρόγραμμα.
Δεν χρειάζεται να του κάνει κανείς διάγνωση για να δει τα ναρκισσιστικά μοτίβα. Αυτοδοξασμός/μαγαλομανία χωρίς όρια, μηδενική ανοχή στην κριτική, ασπρόμαυρη διχοτόμηση του κόσμου σε νικητές και εχθρούς. Η πολιτική του δεν είναι διακυβέρνηση. Είναι θέαμα. Και στο θέαμα, ο πρωταγωνιστής δεν λογοδοτεί, λατρεύεται.
Το υπόβαθρο αυτής της περσόνας δεν είναι μυστικό. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον σκληρό, αυταρχικό, χωρίς χώρο για αδυναμία. Όταν η ευαισθησία τιμωρείται, γεννιέται συχνά ο "εύθραυστος ναρκισσισμός". Μια υπερτροφική αυτοεικόνα που λειτουργεί σαν πανοπλία για να ανακουφίσει την βαθιά μειονεξία. Δεν γίνεσαι μεγάλος επειδή νιώθεις σπουδαίος. Γίνεσαι μεγάλος επειδή φοβάσαι να μην τυχόν φανείς μικρός.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι ο Τραμπ. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό "δουλεύει" και "μολύνει" το κοινωνικό σώμα.
Δουλεύει γιατί μεγάλο κομμάτι της αμερικανικής κοινωνίας νιώθει ταπεινωμένο, ξεχασμένο, παραμερισμένο. Σε αυτούς δεν προσφέρει πολιτικές λύσεις. Προσφέρει συναισθηματική αποκατάσταση. Όταν λέει «είμαι ο καλύτερος», μεταφράζεται σε «δεν είσαι χαμένος». Όταν επιτίθεται στους θεσμούς, ακούγεται σαν εκδίκηση απέναντι σε ένα σύστημα που τους αγνόησε.
Γι’ αυτό η σχέση μαζί του δεν είναι πολιτική. Είναι ψυχολογική. Δεν τον στηρίζουν επειδή συμφωνούν. Τον στηρίζουν επειδή ταυτίζονται μαζί του. Δεν βλέπουν έναν ηγέτη. Βλέπουν τον εαυτό τους όπως θα ήθελαν να είναι: ατρόμητοι, ακαταμάχητοι, πάνω από όλους.
Και εδώ είναι ο πραγματικός κίνδυνος.
Όταν η πολιτική γίνεται καθρέφτης εγωισμού, η δημοκρατία καταντά σκηνή. Η εξουσία παύει να κρίνεται με βάση την αλήθεια και αρχίζει να κρίνεται με βάση το χειροκρότημα. Ο πιο θορυβώδης κερδίζει. Όχι ο πιο ικανός.
Ο Τραμπ δεν είναι ανωμαλία. Είναι σύμπτωμα. Σύμπτωμα μιας κοινωνίας που δεν αντέχει πια να νιώθει αδύναμη και γι’ αυτό ερωτεύεται την υπερβολή. Όσο δεν θεραπεύονται οι βαθιές κοινωνικές πληγές -ανισότητα, αποκλεισμός, απώλεια νοήματος- τόσο θα κυριαρχούν ηγέτες που δεν υπόσχονται λύσεις, αλλά μεγαλείο.
Γι' αυτό και η (όποια) δημοκρατία μετατρέπεται σε σόου, ο ψυχισμός του κοινωνικά αδύναμου ανακουφίζεται, ο φασισμός "φορτώνει τις μπαταρίες" του και το Σύστημα αναπαράγεται.
"επικρατεί ένα καθεστώς το οποίο συκοφαντεί οτιδήποτε προσπαθεί να αντιδράσει σ' αυτή την κατάσταση..."
ΤΟ ΗΘΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΗΘΟΥΣ
Για δεκαετίες, η ελληνική πολιτική σκηνή οργανώθηκε γύρω από ιδεολογικές αντιπαραθέσεις: Δεξιά και Αριστερά, μνημόνιο και αντιμνημόνιο, παλιό και νέο, εκσυχρονισμός και αναχρονισμός. Σήμερα, όμως, μια διαφορετική διαχωριστική γραμμή αρχίζει να αναδύεται, πιο βαθιά και πιο απαιτητική, το πολιτικό ήθος.
Ως εκ τούτου, η κρίση που βιώνει το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα δεν είναι μόνο κρίση αποτελεσματικότητας. Είναι κρίση αξιοπιστίας. Η κοινωνία δεν αμφισβητεί απλώς πολιτικές επιλογές. Αμφισβητεί την ίδια τη σχέση της πολιτικής με την αλήθεια, τη διαφάνεια και την ευθύνη. Και όταν αυτά τα θεμέλια κλονίζονται, προφανώς καμία ιδεολογία δεν αρκεί για να συγκρατήσει την εμπιστοσύνη.
Η απώλεια πολιτικού ήθους δεν αφορά ένα μόνο κόμμα ή έναν μόνο χώρο. Διαπερνά σχεδόν το σύνολο των κομμάτων της Μεταπολίτευσης - από εκείνα που κυβέρνησαν μέχρι εκείνα που υποσχέθηκαν ότι θα φέρουν την ηθική τομή και τελικά προσαρμόστηκαν στο ίδιο σύστημα. Η εξουσία δεν έφθειρε μόνο πολιτικά, έφθειρε κυρίως ηθικά, όταν μετέτρεψε τη λογοδοσία σε επικοινωνία και την αλήθεια σε αφήγημα.
Ακόμη και η Αριστερά, που ιστορικά επένδυσε -συχνά με το αίμα της- στην έννοια της «ηθικής υπεροχής», βρέθηκε αντιμέτωπη με αυτή τη φθορά. Η ρήξη ανάμεσα σε όσα υποσχέθηκε και σε όσα τελικά έκανε δεν ήταν απλώς πολιτική. Ήταν βαθιά ηθική. Όχι επειδή αναγκάστηκε να συμβιβαστεί, αλλά επειδή ο συμβιβασμός βαφτίστηκε επιτυχία και η διάψευση μετατράπηκε σε ρεαλισμό. Εκεί ακριβώς χάθηκε το πλεονέκτημα που την ξεχώριζε. Τα έχει πει, άλλωστε, και ο Μελανσόν.
Σε αυτό το κλίμα γενικευμένης δυσπιστίας, η εμφάνιση προσώπων όπως η Μαρία Καρυστιανού αποκτά πολιτική σημασία που ξεπερνά τις προγραμματικές λεπτομέρειες. Δεν εκπροσωπεί -τουλάχιστον προς το παρόν- μια έτοιμη κυβερνητική λύση. Εκπροσωπεί όμως κάτι πιο στοιχειώδες. Την απαίτηση για ηθική αποκατάσταση της πολιτικής.
Και γι’ αυτό ακριβώς οι επιθέσεις στο πρόσωπό της δεν αφορούν σε πολιτική κριτική, όσο σε μια προσπάθεια ηθικής απονομιμοποίησης της.
Στην πραγματικότητα, αυτή η κρίση του πολιτικού συστήματος δεν είναι κάτι που έρχεται, είναι κάτι που ήδη συντελείται. Το πολιτικό σύστημα δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μια νέα κρίση εκπροσώπησης. Βρίσκεται ήδη σε μια κρίση νοήματος. Και αυτή η κρίση δεν προέκυψε μόνο από ιδεολογικές ή προγραμματικές αποτυχίες, αλλά από κάτι βαθύτερο: από την απώλεια της ψυχικής και ηθικής νομιμοποίησης. Όταν οι πολίτες παύουν να πιστεύουν όχι μόνο στο τι λες, αλλά και στο ποιος είσαι, τότε η πολιτική παύει να λειτουργεί ως συλλογικό σχέδιο και μετατρέπεται σε κενό διαχείρισης.
Σε αυτό το σημείο, το πολιτικό ήθος δεν είναι πια ένα ακόμα κριτήριο αξιολόγησης. Είναι το τελευταίο καταφύγιο της ίδιας της πολιτικής, είναι το πρωτεύον κριτήριο αξιολόγησης.
Και μέσα σε αυτή την κρίση νοήματος, εκεί όπου το πολιτικό σύστημα έχει χάσει την ψυχική και ηθική του νομιμοποίηση, το πολιτικό ήθος γίνεται πια το μόνο πραγματικό μέτρο.
Και αυτό ακριβώς είναι σήμερα το κρίσιμο πλεονέκτημα της Καρυστιανού.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΠΟΥ ΕΚΠΝΕΕΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ.
Κάθε πολιτική περίοδος δεν τελειώνει όταν αλλάζουν κυβερνήσεις ή δημιουργούνται νέα κόμματα, αλλά όταν εξαντλείται το νόημα που τη συγκρότησε.
Η Μεταπολίτευση δεν υπήρξε απλώς μια θεσμική μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία. Υπήρξε ένα ολόκληρο ιστορικό σύστημα νομιμοποίησης, που στηρίχθηκε σε συγκεκριμένα ανταλλάγματα.
Δηλαδή, πολιτική ομαλότητα αντί για βαθιά ρήξη με το παρελθόν, ευρωπαϊκή ένταξη με όρους υποταγής αντί για εθνική αυτονομία, κατανάλωση αντί για παραγωγή, θεσμική τυπικότητα/κανονικότητα αντί για κοινωνική δικαιοσύνη.
Για δεκαετίες αυτό το σχήμα λειτούργησε. Σήμερα όμως δείχνει καθαρά τα όριά του.
Συνοπτικά, βασικά χαρακτηριστικά της Μεταπολίτευσης που τελειώνει υπήρξαν:
α) Η πολιτική της σιωπής πάνω στα τραύματα.
Η Μεταπολίτευση οικοδομήθηκε πάνω σε μια μεγάλη απώθηση: την Κύπρο, την εθνική ήττα, το αίσθημα εγκατάλειψης. Το σύστημα δεν επιχείρησε να θεραπεύσει το τραύμα, αλλά να το διαχειριστεί με λήθη. Αυτή η λογική επεκτάθηκε παντού. Στα σκάνδαλα, στις καταστροφές, στα εγκλήματα χωρίς λογοδοσία. Η δημοκρατία ήταν αρκετό να φαίνεται “κανονική”/"θεσμική", αλλά δεν ήταν δίκαιη.
β) Η δημοκρατία ως management.
Η πολιτική μετατράπηκε σταδιακά -ιδιαίτερα με την άνοδο του εκσυγχρονιστικού/Σημιτικού ΠΑΣΟΚ- σε τεχνοκρατικό μάνατζμεντ. Η κοινωνία έπαψε να είναι υποκείμενο και έγινε “ωφελούμενος”, “στόχος πολιτικής”, “στατιστική”. Οι πολίτες κλήθηκαν να εμπιστεύονται ειδικούς αντί να συμμετέχουν. Η δημοκρατία συρρικνώθηκε σε εκλογική ανάθεση κάθε τέσσερα χρόνια. Η "τεχνολογία" (ως εξουσιαστικός μηχανισμός) των ειδικών κορυφώθηκε στη διάρκεια της πανδημίας.
γ) Η οικονομία της εξάρτησης.
Η Μεταπολίτευση στηρίχθηκε σε ένα μοντέλο δανεισμού, κατανάλωσης και επιδοτήσεων, που τελικά κατέληξε στη χρεωκοπία και στα Μνημόνια. Από τη στιγμή εκείνη και μετά, η εθνική κυριαρχία περιορίστηκε ακόμη πιο δραματικά και η κοινωνική αξιοπρέπεια τραυματίστηκε βαθιά.
δ) Η αποσύνδεση κράτους και κοινωνίας.
Το κράτος έπαψε να βιώνεται ως πολιτεία, ως προστασία και άρχισε να βιώνεται ως απειλή, αδιαφορία ή μηχανισμός συγκάλυψης. Από τις ΜΕΘ μέχρι τα Τέμπη, από τις φωτιές μέχρι τις πλημμύρες, εμπεδώθηκε μια εμπειρία συλλογικού ανυπεράσπιστου.
Αυτή η Μεταπολίτευση δεν “κλονίζεται”. Ολοκληρώνει τον κύκλο της. Δεν μπορεί πια να παράγει νομιμοποίηση, μόνο αδράνεια και φόβο. Η Μεταπολίτευση έχει πεθάνει, αλλά οι συντελεστές της αρνούνται την ταφή.
ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗΣ
Αν η πρώτη Μεταπολίτευση ήταν η εποχή της σταθερότητας χωρίς βάθος, η επόμενη οφείλει να είναι η εποχή της δικαιοσύνης με ρίζες.
α) Από τη διαχείριση του τραύματος στη θεραπεία του.
Η νέα Μεταπολίτευση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στη λήθη. Χρειάζεται θεσμική μνήμη, λογοδοσία, αποκατάσταση. Όχι για εκδίκηση, αλλά για να κλείσουν πληγές που αιμορραγούν δεκαετίες. Χωρίς δικαιοσύνη, καμία δημοκρατία δεν στέκει ψυχικά.
β) Από τη δημοκρατία-μάνατζμεντ στη δημοκρατία-συμμετοχή.
Η νέα περίοδος δεν αντέχει άλλες πολιτικές ελίτ που “ξέρουν καλύτερα”. Χρειάζεται ανοιχτές διαδικασίες, συλλογικές αποφάσεις, διαφάνεια, πραγματική κοινωνική συμμετοχή.
Η τεχνοκρατία μπορεί να είναι εργαλείο. Δεν μπορεί να είναι καθεστώς.
γ). Από την οικονομία της επιβίωσης στην οικονομία της αξιοπρέπειας.
Το νέο πολιτικό συμβόλαιο δεν μπορεί να υπόσχεται απλώς "θεσμική σταθερότητα”. Πρέπει να εγγυάται εργασία με νόημα, κοινωνική προστασία, δημόσια αγαθά, παραγωγική ανασυγκρότηση, εθνική ανεξαρτησία.
Μια κοινωνία που απλώς επιβιώνει δεν μπορεί να είναι δημοκρατική. Η δημοκρατία χρειάζεται πολίτες όρθιους, όχι εξαντλημένους. Και αυτά δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς ουσιαστικό περιορισμό της ξένης εξάρτησης.
δ) Από την εξάρτηση στην εθνική αυτοπεποίθηση
Η νέα Μεταπολίτευση δεν μπορεί να συνεχίσει με τη λογική «δεν γίνεται αλλιώς». Χρειάζεται μια στρατηγική αυτονομίας στις διεθνείς σχέσεις, στην οικονομία, στην άμυνα, στον πολιτισμό.
Όχι με απομονωτισμό, αλλά με αξιοπρέπεια.
ε) Από το κράτος-απόντα στο κράτος-προστάτη
Το πιο βαθύ αίτημα της εποχής δεν είναι η ανάπτυξη. Είναι η ασφάλεια της ζωής. Ασφάλεια υπαρξιακή, δηλαδή, να ξέρεις ότι δεν θα μείνεις μόνος όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή.
Η νέα Μεταπολίτευση θα κριθεί, κατ' αρχήν, από αν μπορεί να αποκαταστήσει αυτή τη στοιχειώδη εμπιστοσύνη.
Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΚΑΜΠΗ
Οι κοινωνίες δεν αλλάζουν επειδή το θέλουν οι διανοούμενοι ή τα κόμματα. Αλλάζουν όταν σπάει ο ψυχικός δεσμός με το παλιό καθεστώς. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Η Μεταπολίτευση δεν απονομιμοποιείται μόνο πολιτικά. Απονομιμοποιείται υπαρξιακά.
Αυτό είναι το σημείο μη επιστροφής.
Η νέα Μεταπολίτευση δεν θα έρθει ως διοικητική μεταρρύθμιση. Θα έρθει -αν έρθει- ως αλλαγή παραδείγματος. Από την πολιτική της ανάθεσης στην πολιτική της συμμετοχής, από τη διαχείριση της ήττας στη διεκδίκηση της αξιοπρέπειας, από την κοινωνία της επιβίωσης στην κοινωνία του νοήματος.
Και αυτό δεν είναι απλώς ένα πολιτικό στοίχημα.
Είναι το στοίχημα του αν η χώρα θα συνεχίσει να ζει -ή μάλλον να πεθαίνει σιγα-σιγά- φοβισμένη ή αν θα τολμήσει ξανά να σταθεί όρθια στην Ιστορία της.
Στο μεταξύ, η τάση υπάρχει, δυνατή και ανοιχτή, σαν ποτάμι που πιέζει για διέξοδο, και η κοινωνία συνεχίζει να παρακολουθεί, να ζυγίζει, να περιμένει. Το εγχείρημα Καρυστιανού δεν είναι πλέον μόνο προσωπικό κι ας εμφανίζεται από πολλούς ως τέτοιο, είναι η εκδήλωση μιας συλλογικής αναζήτησης, η οποία, υπό προϋποθέσεις, μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους στην ελληνική πολιτική ζωή - δρόμους που μέχρι σήμερα παρέμεναν ανοιχτοί μόνο ως υποσχέσεις. Ανάλογα εγχειρήματα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις έχουν ομοίως χώρο, η κοινωνία αυτό αποζητά και αυτή στο τέλος είναι που θα κρίνει και σωστό ή λάθος θα πάρει και την ευθύνη της... Είναι κι αυτή η ρήση, δεν έχω υπόψη μου ποιος την έχει διατυπώσει αλλά συγκυριακά “κουμπώνει” γάντι στις υπάρχουσες εξελίξεις και είναι αναφορά προς όλους τους ενδιαφερόμενους, εμπλεκόμενους, επικριτές και υμνητές: «Η αληθινή αξιοπρέπεια είναι σαν το ποτάμι: όσο πιο βαθύ είναι, τόσο λιγότερο θόρυβο βγάζει»...
Το Κίνημα των Τεμπών ως Κίνημα Εθνικής Αυτοπεποίθησης
Να πούμε κάτι πρωταρχικό. Η Ελλάδα δεν πάσχει μόνο από κακές πολιτικές, πάσχει από έλλειμμα εθνικής αυτοπεποίθησης.
Γι' αυτό και η κρίση δεν είναι μόνο οικονομική ή θεσμική, αλλά βαθιά ψυχική, πολιτισμική και εντέλει υπαρξιακή.
Ο Λαός μας υπέστη για δεκαετίες οργανωμένη και συστηματική ενοχοποιητική χειραγώγηση από ντόπιους και ξένους μηχανισμούς. Και ως εκ τούτου η συλλογική αυτοεκτίμηση τραυματίστηκε βαρύτατα και οδήγησε με τη σειρά της τόσο σε ελλείμματα Δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης όσο και εθνικής κυριαρχίας.
Σε αυτή ακριβώς τη γραμμή μπορεί να ιδωθεί σήμερα το Κίνημα των Τεμπών. Όχι απλώς ως κίνημα διαμαρτυρίας για ένα έγκλημα. Αλλά ως κάτι βαθύτερο. Ως μια συλλογική προσπάθεια ανάκτησης της χαμένης εθνικής αξιοπρέπειας.
Για δεκαετίες, η ελληνική κοινωνία έμαθε να ζει με χαμηλές προσδοκίες.
Να θεωρεί φυσιολογικό ότι οι υποδομές καταρρέουν.
Ότι η δικαιοσύνη καθυστερεί.
Ότι οι ζωές χάνονται «από λάθη».
Ότι η χώρα «δεν μπορεί καλύτερα».
Ότι ο Λαός μας δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να αποδεχτεί την μοίρα του.
Τα Τέμπη έσπασαν αυτή τη σιωπή.
Όχι μόνο γιατί αποκάλυψαν ένα έγκλημα.
Αλλά γιατί αποκάλυψαν κάτι ακόμη πιο οδυνηρό.
Ότι είχαμε μάθει να ζούμε χωρίς να απαιτούμε μια αξιοβίωτη ζωή, καθώς σταματήσαμε να πιστεύουμε στο συλλογικό εαυτό μας.
Το Κίνημα των Τεμπών επιχειρεί να φέρει ξανά στο κέντρο κάτι που είχε χαθεί από τον δημόσιο λόγο.
Την έννοια της αυτοπεποίθησης ως πολιτικής δύναμης. Όχι της αλαζονείας. Όχι του σωβινισμού. Αλλά της απλής, καθαρής πεποίθησης ότι αυτός ο λαός αξίζει καλύτερα. Ότι δεν είναι λαός δεύτερης κατηγορίας. Ότι δεν του αναλογούν ούτε τα μισά τρένα, ούτε η μισή δικαιοσύνη, ούτε η μισή αλήθεια, ούτε αυτό το ολίγιστο πολιτικό προσωπικό .
Είναι αυτό που εννοούσε ο αείμνηστος Μ. Χαραλαμπίδης όταν μιλούσε "για πατριωτισμό της δημοκρατίας και όχι για πατριωτισμό των συνόρων". Για έναν πατριωτισμό που μετριέται όχι με σημαίες, αλλά με ποιότητα ζωής, θεσμούς, σεβασμό στον άνθρωπο. Για μια Ελλάδα που θα πάψει να σκέφτεται τον εαυτό της ως «μικρή και αδύναμη» και θα αρχίσει να σκέφτεται ως ιστορική κοινότητα ευθύνης.
Σε αυτή τη λογική, το Κίνημα των Τεμπών δεν είναι απλώς αντικυβερνητικό. Είναι αντι-μοιρολατρικό. Στέκεται απέναντι στη βαθιά ριζωμένη ιδέα ότι «έτσι είναι τα πράγματα». Και λέει κάτι απλό αλλά ανατρεπτικό. Δεν είναι. Και δεν θα τα δεχτούμε πλέον.
Η εθνική αυτοπεποίθηση δεν γεννιέται από λόγια μεγαλείου. Γεννιέται όταν μια κοινωνία αρχίζει ξανά να εμπιστεύεται τη φωνή της. Όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι μπορούν να πουν «ως εδώ» χωρίς να γελοιοποιηθούν, χωρίς να τρομοκρατηθούν, χωρίς να τους πουν ότι είναι γραφικοί ή αφελείς. Αυτό ακριβώς συνέβη μετά τα Τέμπη. Μια κοινωνία που για χρόνια ψιθύριζε, άρχισε να μιλά δυνατά.
Και αυτό είναι βαθιά εθνική υπόθεση.
Η Ελλάδα, ως εκ τούτου, χρειάζεται ένα νέο ιστορικό σχέδιο που να ενώνει το κοινωνικό με το εθνικό, το δημοκρατικό με το πατριωτικό. Όχι για να επιστρέψει στο παρελθόν, αλλά για να πάψει να ζει με σκυμμένο κεφάλι. Το Κίνημα των Τεμπών, ακόμη κι αν δεν το διατυπώνει έτσι θεωρητικά, κινείται σε αυτή ακριβώς την κατεύθυνση. Επαναφέρει στο προσκήνιο την ιδέα ότι η αξιοπρέπεια είναι εθνικό ζήτημα.
Το Κίνημα των Τεμπών μπορεί, αν το θελήσει, να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από μια ηθική διαμαρτυρία. Μπορεί να γίνει το έδαφος πάνω στο οποίο θα ξαναχτιστεί μια σύγχρονη ελληνική αυτοπεποίθηση. Όχι αυτάρεσκη, όχι φοβική, όχι εξαρτημένη, αλλά ώριμη, δημοκρατική και διεκδικητική.
Μια Ελλάδα που παύει να ζητά συγγνώμη για την ύπαρξή της
και αρχίζει, επιτέλους, να πιστεύει στον εαυτό της.
"Τι μας έχει συμβεί;" αναρωτιέται και ο Άρης! Τι μας έχει συμβεί;" είναι το ερώτημα και το αίτημα σε κάθε θεραπευτική συνεδρία, σε κάθε Ομαδική Θεραπεία Συστημικου Γλυπτού που φέρνει στην επιφάνεια το συλλογικό Τραύμα που έχει επηρεάσει και τραυματίσει σε προσωπικό επίπεδο με κάποιο τρόπο όλους μας. Ταπεινή μου διαπίστωση και μεγάλη χαρά να το διαβάσω από τον Αντωνη Ανδρουλιδάκη!
"Τι μας έχει συμβεί;"το νέο βιβλίο του αγαπημένου συναδέλφου Αντώνης Ανδρουλιδάκης που ανυπομον…
Δείτε περισσότερα
ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΒΑΛΟΥΜΕ ΚΑΗΜΟ
Η φράση «το έβαλε καημό» ήταν μια ακόμη σπαρακτική λαϊκή κραυγή για το πώς ο πόνος, όταν μένει μόνος, σκοτώνει. Όταν η απώλεια δεν βρίσκει δικαίωση, όταν η αδικία δεν βρίσκει λόγο, όταν σου κλέβουν τη θέση σου στον κόσμο, όταν η πολιτεία δεν βρίσκει τρόπο να σταθεί δίπλα, τότε ο άνθρωπος δεν πεθαίνει μόνο από τα γεγονότα. Πεθαίνει από τη ερημία του πόνου.
Και ακριβώς εδώ μπορεί να γεννηθεί μια άλλη στάση:
«Εμείς δεν θα το βάλουμε καημό».
Αλλά γιατί αρνούμαστε να αφήσουμε τον πόνο να γίνει εσωτερική διάλυση.
Αρνούμαστε να τον καταπιούμε σιωπηλά, να τον μετατρέψουμε σε ντροπή, σε ενοχή, σε αυτοκαταστροφή.
Επιλέγουμε να τον κάνουμε λόγο, πράξη, κοινό βίωμα.
Το Κίνημα των Τεμπών μπορεί και οφείλει να είναι μια συλλογική άρνηση της μοίρας που μας θέλει να «τα βάζουμε καημό», δηλαδή ο καθένας μόνος του, στο σπίτι του, στο χωράφι του, στο μαγαζί του, στο μικρό του δράμα.
Είναι η πρώτη μεγάλη στιγμή που λέμε:
ο πόνος δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, δεν είναι ατομική περίπτωση. Είναι κοινός ο πόνος μας. Είναι πολιτικό γεγονός.
Εκεί που το σύστημα μας θέλει σπασμένους σε χίλιες ατομικές ιστορίες, εμείς μπορούμε να υφαίνουμε μια κοινή αφήγηση αξιοπρέπειας.
Εκεί που η εξουσία ποντάρει στην εξάντληση, στην παραίτηση, στην αυτοενοχοποίηση, εμείς μπορούμε να απαντήσουμε με παρουσία, με φροντίδα, με συλλογική ανάσα.
Γι’ αυτό το «εμείς δεν θα το βάλουμε καημό» δεν είναι μια παρηγοριά.
Μπορεί να γίνει πολιτική στάση ζωής.
Που σημαίνει:
δεν θα αφήσουμε άλλους να πεθαίνουν από αδιαφορία,
δεν θα αφήσουμε τις απώλειες να γίνονται στατιστικές,
δεν θα αφήσουμε την απόγνωση να συνεχίσει να είναι κανονικότητα.
Θα κάνουμε τον καημό μνήμη.
Τη μνήμη διεκδίκηση.
Και τη διεκδίκηση κοινό δρόμο.
Από εδώ και πέρα, το πήραμε πάνω μας. Από Κοινού. Και δεν θα σωπάσουμε.
9.
https://www.tinakanoume.gr/2026/01/vasilios-kokotsakis-vassilis-fouskas-5.html
8.
https://www.tinakanoume.gr/2026/01/facebook-8-11-2026.html
Αρχή φόρμας
7. https://www.tinakanoume.gr/2025/12/blog-post_23.html
6. https://www.tinakanoume.gr/2025/12/13122025.html
4. https://www.tinakanoume.gr/2025/11/3.html
1. https://www.tinakanoume.gr/2025/10/32-tinakanoumegr.html






