ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








χάρτης, ηλεκτρονικό περιοδικό: Μικρό Αφιέρωμα - Τέχνες του Μίκη Θεοδωράκη

αναρτήθηκε από : tinakanoumegk on : Κυριακή 27 Μαρτίου 2022 0 comments

Aρχείο Γ.Β. Μονεμβασίτη
Aρχείο Γ.Β. Μονεμβασίτη

Ερμηνεύοντας τον Μίκη Θεοδωράκη

————————————————————
τoυ

ΚΩΣΤΑ ΓΟΥ­ΛΙÁΜΟΥ

————————————————————


Σπεύ­δω εξαρ­χής να ση­μειώ­σω πως τό­σο η οι­κου­με­νι­κή με­γα­λο­σύ­νη του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη —εί­τε αφο­ρά τρα­γού­δια εί­τε λαϊ­κά ορα­τό­ρια, όπε­ρες και συμ­φω­νι­κή μου­σι­κή— όσο η πο­λι­τι­κή και κοι­νω­νι­κή του δρά­ση, ανα­δύ­ο­νται από τον πυ­ρή­να της εκλε­πτυ­σμέ­νης φι­λο­σο­φι­κής του σκέ­ψης, η οποία δεν εί­ναι άλ­λη απο την Συ­μπα­ντι­κή Αρ­μο­νία. Το έρ­γο του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη εν­σαρ­κώ­νει μια πε­ρί­πλο­κη συ­μπα­ντι­κή κο­σμο-γε­ω­γρα­φία επί της οποί­ας ο βα­θύ­τα­τος (ανα)στο­χα­σμός του νοη­μα­το­δο­τεί συ­νει­δη­τά κοι­νω­νι­κές, πνευ­μα­τι­κές, πο­λι­τι­σμι­κές, μου­σι­κές και πο­λι­τι­κές ιδιό­τη­τες και διερ­γα­σί­ες. Γι` αυ­τό το λό­γο θε­ω­ρώ ότι εί­ναι ου­σιώ­δες να το­πο­θε­τή­σου­με το φαι­νό­με­νο Θε­ο­δω­ρά­κη στην αλη­θι­νή του διά­στα­ση. Να με­λε­τή­σου­με σο­βα­ρά και με τη με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τή ακρί­βεια τη σύλ­λη­ψη της συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας ως την κατ` ου­σία αρ­χή της ενερ­γο­ποί­η­σης του συ­νο­λι­κού έρ­γου του.
Αυ­τήν ακρι­βώς την ανά­γκη δια­πί­στω­σα όλα τα χρό­νια της φι­λί­ας μας. Μο­λο­ταύ­τα, το συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πιο έντο­να την πε­ρί­ο­δο που απο­φα­σί­σα­με να συγ­γρά­ψου­με τη Δια­λε­κτι­κή της Αρ­μο­νί­ας (Μ. Θε­ο­δω­ρά­κης & Κ. Γου­λιά­μος, 2018), η οποία εκ­δό­θη­κε απο τον Gutenberg. Έτσι κα­τέ­λη­ξα —έχο­ντας ως αφε­τη­ρία το αντίρ­ρο­πο πε­δίο των δυ­νά­με­ων του νε­ω­τε­ρι­κού ελ­λη­νι­σμού— σ` έναν συ­μπλη­ρω­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα συλ­λο­γι­σμό: από τον Δ. Σο­λω­μό μά­θα­με πώς να εκ­φρα­ζό­μα­στε, από τον Μ. Θε­ο­δω­ρά­κη πώς να στο­χα­ζό­μα­στε.
Ο Μί­κης, απο­δε­χό­με­νος από τη νε­α­νι­κή του ηλι­κία την αξία μιας κε­φα­λαιώ­δους κλη­ρο­νο­μιάς του ελ­λη­νι­σμού, υιο­θε­τεί τις θε­ω­ρί­ες του Φι­λό­λα­ου πε­ρί πε­ρά­των και απεί­ρων, του Ηρά­κλει­του για τον Λό­γο, του Ανα­ξί­μαν­δρου για το άπει­ρο, την Πυ­θα­γό­ρεια θε­ω­ρία των αριθ­μών που εκτεί­νο­νταν σε όλα τα πε­δία της εξέ­λι­ξης των ιδε­ών, από τη γνώ­ση και την αι­σθη­τι­κή μέ­χρι τη μου­σι­κή και την πο­λι­τι­κή. Θα υπο­γράμ­μι­ζα δε πως η όλη δη­μό­σια, μου­σι­κή και πνευ­μα­τι­κή αγω­γή του Θε­ο­δω­ρά­κη απη­χεί αυ­τήν ακρι­βώς την πυ­θα­γό­ρεια πα­ρά­δο­ση που όχι μό­νο συμ­φι­λιώ­νει τις αντίρ­ρο­πες αρ­χές του κά­θε όντος, αλ­λά και που με την αρ­χή της αρ­μο­νί­ας και της ανα­λο­γί­ας συ­νε­νώ­νει τ` αντί­δρο­μα στοι­χεία: «Με απα­σχο­λού­σε πέ­ρα από τη μου­σι­κή, η με­τα­φυ­σι­κή, η θρη­σκεία και η φι­λο­σο­φία. Συ­νει­δη­το­ποιού­σα ότι εί­μαι ένα απει­ρο­ε­λά­χι­στο όμως ενερ­γη­τι­κό μό­ριο του Σύ­μπα­ντος, αφού έχω την ιδιό­τη­τα να αντα­να­κλώ δη­μιουρ­γι­κά το Νό­μο της Συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας και επο­μέ­νως να συμ­με­τέ­χω για όσο διά­στη­μα θα υπάρ­χω σ` αυ­τήν την αέ­ναη κί­νη­ση του διαρ­κούς αρ­μο­νι­κού γί­γνε­σθαι» (Μ. Θε­ο­δω­ρά­κης, 2009).
Στο με­τα­ξύ, η έλευ­ση αυ­ταρ­χι­κών φαι­νο­μέ­νων στην με­τεμ­φυ­λια­κή επο­χή με τη συ­να­κό­λου­θη πα­ρακ­μή της δη­μό­σιας σφαί­ρας, η κα­τά­λυ­ση δη­μο­κρα­τι­κών θε­σμών, η ει­σα­γω­γή αλ­λά και κα­τί­σχυ­ση της ερ­γα­λεια­κής ορ­θο­λο­γι­κό­τη­τας κα­τά τούς με­τα­πο­λι­τευ­τι­κούς χρό­νους και, βέ­βαια, η αγο­ραία εκ­δο­χή και υπο­βάθ­μι­ση της πο­λι­τι­κής, δη­μιουρ­γούν τον πυ­ρή­να (ανα)στο­χα­σμού του Θε­ο­δω­ρά­κη πε­ρί συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας. Έν­νοια σα­φώς αδια­χώ­ρι­στη από ιδε­ο­λο­γι­κές συν­δη­λώ­σεις, κα­θώς —άμε­σα ή έμ­με­σα— υπο­δη­λοί την πεμ­πτου­σία μιας γνω­σιο­λο­γί­ας με επί­κε­ντρο το ζή­τη­μα και το ζη­τού­με­νο της απε­λευ­θέ­ρω­σης του αν­θρώ­που και της κοι­νω­νί­ας.
Η συ­μπα­ντι­κή αρ­μο­νία του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη απο­κτά νό­η­μα αφε­νός συ­νώ­νυ­μο με την εξύ­ψω­ση και την ενέρ­γεια της πνευ­μα­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας, αφε­τέ­ρου ταυ­τό­ση­μο με την αι­σθη­το­ποί­η­ση του λό­γου και της μορ­φής μέ­σω της ενερ­γο­ποί­η­σης των οντο­λο­γι­κών δυ­να­το­τή­των της στο­χα­στι­κής φα­ντα­σί­ας. Εν προ­κει­μέ­νω, ο συν­θέ­της υπο­λαμ­βά­νει την προ­σπέ­λα­ση μιας βα­θύ­τε­ρης λο­γι­κής της φα­ντα­σί­ας και της κοι­νω­νι­κής συ­νεί­δη­σης ως οντο­λο­γι­κή πε­ριο­χή δυ­να­το­τή­των. Κα­τά τον Δόι­κο (2014), η δυ­να­μι­κή οντο­λο­γία απο­τε­λεί τον χω­ρο­χρό­νο της στο­χα­στι­κής φα­ντα­σί­ας. Στον Θε­ο­δω­ρά­κη η εμ­βά­θυν­ση στη φύ­ση της λο­γι­κής και στο­χα­στι­κής φα­ντα­σί­ας εί­ναι δυ­νη­τι­κά ή/και εν δυ­νά­μει ανα­γκαία κα­θό­τι αντι­στοι­χεί στο ευ­ρύ­τε­ρο locus της συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας, εντός του οποί­ου συ­ντε­λεί­ται η μορ­φο­ποί­η­ση ενός διαρ­κούς αρ­μο­νι­κού γί­γνε­σθαι αλ­λά και η με­του­σί­ω­ση της δη­μιουρ­γί­ας σε ηθι­κή υπό­στα­ση του αν­θρώ­που.
Γε­νι­κά, ο Θε­ο­δω­ρά­κης δια­βλέ­πει στη στο­χα­στι­κή φα­ντα­σία την οντο­λο­γι­κή ενερ­γο­ποί­η­ση και δυ­νη­τι­κο­ποί­η­ση για τη με­τά­βα­ση από τη δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τα στην μο­να­δι­κό­τη­τα (Μ. Θε­ο­δω­ρά­κης & Κ. Γου­λιά­μος, 2018), δια­τυ­πώ­νο­ντας έναν προ­σα­να­το­λι­σμό δια­δο­χι­κά πα­ράλ­λη­λων μεν πλην όμως αλ­λη­λο­συν­δε­ό­με­νων πε­δί­ων και δρά­σε­ων όπου πο­λι­τι­κή, μου­σι­κή, τέ­χνη, αι­σθη­τι­κή τε­λούν υπό το πρί­σμα της συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας : «Ζω και υπάρ­χω μό­νο όταν συ­ντο­νί­ζο­μαι με το βα­σι­κό Νό­μο της Συ­μπα­ντι­κής Αρ­μο­νί­ας, οπό­τε γί­νο­μαι ένα υπαρ­κτό και δρα­στή­ριο μό­ριο, κα­θώς η ατο­μι­κή και ασή­μα­ντη κα­μπύ­λη του χρό­νου που μου δό­θη­κε θα αξιω­θεί να ενω­θεί με το άπει­ρο, το ακα­τα­νό­η­το το εν, το γα­λά­ζιο αι­θέ­ρα και το βόμ­βο των σφαι­ρών» (Μ. Θε­ο­δω­ρά­κης, 2009).
Ο οξυ­δερ­κής (ανα)στο­χα­σμός, όσο και η διο­ρα­τι­κή νε­ο­πυ­θα­γό­ρεια θε­ω­ρία του Θε­ο­δω­ρά­κη ανα­δια­τυ­πώ­νει ου­σιω­δώς το ση­μα­σιο­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα της συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας : «η πεμ­πτου­σία της Γνώ­σης έγκει­ται στην απο­κά­λυ­ψη των αντι­θέ­σε­ων μέ­σα στις οποί­ες γεν­νή­θη­κε ο Κό­σμος… Όλα τα αντί­θε­τα εί­ναι όμοια. Χά­ος και Αρ­μο­νία, Ζωή και Θά­να­τος, Μη­δέν και Άπει­ρο απο­τε­λούν τις δύο όψεις του ίδιου νο­μί­σμα­τος» (Μ. Θε­ο­δω­ρά­κης, 2009).
Σε αυ­τή τη θε­ω­ρία τα πά­ντα απορ­ρέ­ουν από τον συ­μπα­ντι­κό κό­σμο. Η αρ­μο­νία και το χά­ος —αντίρ­ρο­πα στοι­χεία— απο­τε­λούν απορ­ρο­ές της συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας, στην οποία ο συν­θέ­της απο­δί­δει ακό­μα και πο­λι­τι­κές δια­στά­σεις, προ­τάσ­σο­ντας στη συλ­λο­γι­στι­κή του την ορ­γα­νι­κή ολό­τη­τα των δρά­σε­ων και των ιδα­νι­κών της ελευ­θε­ρί­ας και της δη­μο­κρα­τί­ας ως σύν­θε­ση και βί­ω­ση της αρ­μο­νί­ας. Ακό­μα και η πρό­σλη­ψη κά­θε πνευ­μα­τι­κού έρ­γου —όπως και η σύλ­λη­ψη κά­θε φαι­νο­μέ­νου κουλ­τού­ρας αλ­λά και κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής δρά­σης—, απαι­τεί και προ­ϋ­πο­θέ­τει την οντο­λο­γι­κή εκ­δο­χή της δια­λε­κτι­κής της αρ­μο­νί­ας. Πρό­δη­λα όλη αυ­τή η προ­σέγ­γι­ση υπο­δει­κνύ­ει πως δεν έχου­με να κά­νου­με μ' έναν τε­λε­τουρ­γι­κό τύ­πο ή μια ανα­λυ­τι­κή επι­νό­η­ση αλ­λά με μια δια­λε­κτι­κή σύλ­λη­ψη και ερ­μη­νεία. Σύμ­φω­να μά­λι­στα με τον Λα­μπρέλ­λη (2018) «με­τά την πλα­τω­νι­κή δια­λε­κτι­κή, με­τά την μαρ­ξι­στι­κή δια­λε­κτι­κή, αλ­λά και με­τά την αρ­νη­τι­κή δια­λε­κτι­κή του Adorno , έχου­με μια ακό­μα, εξί­σου πρω­τό­τυ­πη και εν­δια­φέ­ρου­σα εκ­δο­χή της δια­λε­κτι­κής : τη δια­λε­κτι­κή της αρ­μο­νί­ας».
Θε­ω­ρώ πως η πο­λύ­τρο­πη δια­λε­κτι­κή της αρ­μο­νί­ας δη­μιουρ­γεί τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για ένα ευά­γω­γο (μο­λο­νό­τι δύ­σκο­λο) κί­νη­μα και, συ­νά­μα, ρη­ξι­κέ­λευ­θο πέ­ρα­σμα απο τη νη­πια­κή ηλι­κία της αν­θρω­πό­τη­τας —ήτοι, την πε­ρί­ο­δο της λο­γι­κής της γνώ­σης— στην αφε­τη­ρία της πε­ριό­δου του απο­λύ­τως ελεύ­θε­ρου αν­θρώ­που που, σύμ­φω­να με τον Θε­ο­δω­ρά­κη, εί­ναι η πε­ρί­ο­δος της λο­γι­κής τής φα­ντα­σί­ας. Σε αυ­τή την αξιο­λο­γι­κή με­τά­βα­ση ο Θε­ο­δω­ρά­κης επι­χει­ρεί και εν­σω­μα­τώ­νει μια φι­λο­σο­φι­κή θε­ώ­ρη­ση της ελ­λη­νι­κό­τη­τας, όντας πε­πει­σμέ­νος για την ικα­νό­τη­τα και δυ­να­τό­τη­τα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής πο­λι­τι­σμι­κής συ­νεί­δη­σης να δη­μιουρ­γή­σει συν­θή­κες απε­μπλο­κής από τις όποιες (αυ­το)πα­γι­δεύ­σεις μορ­φών υπο­τέ­λειας, δου­λεί­ας και εθε­λο­δου­λεί­ας.
Ιδιαί­τε­ρα σε μια επο­χή «τε­χνο­φε­ου­δαρ­χί­ας», όπου επι­χει­ρεί­ται η απο­στεί­ρω­ση της κοι­νω­νί­ας και η απο­δό­μη­ση του κρά­τους μέ­σω ψη­φια­κών μη­χα­νι­σμών (Gouliamos, 1997), σε μια πε­ρί­ο­δο αγριό­τη­τας του πο­λι­τι­σμού, στην οποία κυ­ριαρ­χεί ο κό­σμος του χά­ους και του μη­δε­νι­σμού, ο Θε­ο­δω­ρά­κης (1989 & 2016) προ­βάλ­λει την πεμ­πτου­σία της φι­λο­σο­φί­ας του για τον βιό­κο­σμο, την κοι­νω­νία, την πο­λι­τι­κή, τον πο­λι­τι­σμό και την Ελ­λά­δα. Ο ίδιος δε στον πρό­λο­γό του στο βι­βλίο της Α. Βούλ­γα­ρη (2016) ση­μεί­ω­νε πως η θε­ω­ρία του βοη­θά απο­τε­λε­σμα­τι­κά την κα­τα­νό­η­ση της στά­σης του μέ­σα στον σύγ­χρο­νο κό­σμο και κυ­ρί­ως μέ­σα στη ση­με­ρι­νή Ελ­λά­δα. Ει­δι­κό­τε­ρα σε ό,τι αφο­ρά στην Ελ­λά­δα εί­ναι γνω­στό το κεί­με­νό του, το οποίο μα­ζί με δύο άλ­λα του Κο­ντο­γιώρ­γη απο­τέ­λε­σαν το σώ­μα του βι­βλί­ου Ελ­λη­νι­κό­τη­τα και Δια­νό­η­ση (2007). Στο εν λό­γω πό­νη­μα δια­τυ­πώ­νε­ται, με­τα­ξύ άλ­λων, η θέ­ση πε­ρί των «κοι­νο­τή­των» στην Τουρ­κο­κρα­τία ως αδιά­πτω­της ιστο­ρι­κής συ­νέ­χειας από την αρ­χαιό­τη­τα, κα­θώς και του έθνους ως ανά­χω­μα στη ση­με­ρι­νή «διε­θνή των αγο­ρών». Στο ση­μείο αυ­τό εί­μα­στε υπο­χρε­ω­μέ­νοι να συ­μπε­ρά­νου­με ότι εδώ έχου­με μια ομο­λο­γη­μέ­νη προ­σέγ­γι­ση ως απόρ­ροια αντί­θε­σης στο «έθι­μο» του οι­κο­νο­μι­κού ωφε­λι­μι­σμού και τον συ­να­κό­λου­θο ερ­γα­λεια­κό λό­γο. Ση­μα­ντι­κό δια­φο­ρο­ποιό στοι­χείο για τον Θε­ο­δω­ρά­κη εί­ναι η εσω­τε­ρι­κή κα­τά­δυ­ση, η πε­ρι­πλά­νη­ση στις ρί­ζες του όντος και του ελ­λη­νι­σμού. Πρό­κει­ται σα­φώς για μια certitudo obiecti (βε­βαιό­τη­τα ως προς το αντι­κεί­με­νο) που βρί­σκε­ται σε αντι­στοι­χία με την ανά­πτυ­ξη κρι­τι­κής συ­νει­δη­το­ποί­η­σης.
Εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει, ο κα­λύ­τε­ρος τρό­πος για να κα­τα­νο­ή­σου­με τα πολ­λα­πλά επί­πε­δα του μου­σι­κού του υλι­κού αλ­λά και την ιδιο­φυή σκέ­ψη του Θε­ο­δω­ρά­κη, εί­ναι ν' απε­μπλα­κού­με από τους πα­ρα­μορ­φω­τι­κούς φα­κούς, τις φορ­μα­λι­στι­κές πα­ρα­νο­ή­σεις και επι­νο­ή­σεις, όπως και από τους επι­λε­κτι­κούς τρό­πους ανά­γνω­σης του ανα­θε­ω­ρη­τι­σμού της ιστο­ρί­ας. Ο Θε­ο­δω­ρά­κης αντι­κρού­ει και απο­δο­μεί τις συ­ντε­ταγ­μέ­νες του ανα­θε­ω­ρη­τι­σμού που αντι­φά­σκουν προς αυ­τή την ίδια την ιστο­ρία. Ο στο­χα­σμός του σχε­τι­κά με την «ελ­λη­νι­κό­τη­τα» προ­σφεύ­γει σε κα­νό­νες και αξί­ες αλή­θειας, ορ­θό­τη­τας και ει­λι­κρί­νειας, τέ­τοιες που υπερ­βαί­νουν κά­θε με­ρι­κό­τη­τα. Θε­με­λιώ­νει μια ηθι­κή του δια­λό­γου. Εν κα­τα­κλεί­δι, δη­μιουρ­γεί στη βά­ση επι­χει­ρη­μά­των τους όρους για μια ορ­θή με­θο­δο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση ώστε να συλ­λά­βου­με και να πραγ­μα­τευ­θού­με το θέ­μα που εί­ναι η πνευ­μα­τι­κή και κοι­νω­νι­κή Ελ­λά­δα ως ένα ζή­τη­μα που ανή­κει όχι μό­νο στη σφαί­ρα της επι­στή­μης του πνεύ­μα­τος αλ­λά και στην ιστο­ρία του πνεύ­μα­τος. Αυ­τή ακρι­βώς η διο­ρα­τι­κό­τη­τα του συ­νί­στα­ται στο ότι κα­τα­νό­η­σε πως ακό­μα και οι αιχ­μη­ροί πα­ρά­γο­ντες κρί­σε­ων περ­νούν μέ­σα από τους νό­μους της συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας. Για τον ίδιο πά­ντως, η δια­λε­κτι­κή της αρ­μο­νί­ας μπο­ρεί να δια­δρα­μα­τί­σει πρω­τεύ­ο­ντα ρό­λο στη δια­μόρ­φω­ση μιας χει­ρα­φε­τι­κής δρά­σης, δύ­να­μης και δυ­να­τό­τη­τας για την πο­λι­τι­κή, τον πο­λι­τι­σμό και την τέ­χνη. Η εν λό­γω πα­ρα­δο­χή, μας οδη­γεί να προ­σεγ­γί­σου­με το έρ­γο του ως συ­στα­τι­κό μέ­ρος του χει­ρα­φε­τι­κού (ανα)στο­χα­σμού της συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας.
Συ­νο­πτι­κά θα έλε­γα πως ο Θε­ο­δω­ρά­κης, αντλώ­ντας από τη εκ­δο­χή της δια­λε­κτι­κής της αρ­μο­νί­ας και τη φι­λο­σο­φι­κή πα­ρά­δο­ση του τό­που του, συ­νει­δη­το­ποιεί εναρ­γέ­στε­ρα την ανά­γκη δια­μόρ­φω­σης μιας νέ­ας γνω­σιο­λο­γί­ας για μια οι­κου­με­νι­κή τέ­χνη και κουλ­τού­ρα, τέ­τοια που ν' αντι­στοι­χεί στην εκ­κί­νη­ση ενός ου­μα­νι­σμού με πυ­ρή­να την αέ­ναη κί­νη­ση του αρ­μο­νι­κού γί­γνε­σθαι. Για τού­το και ο χει­ρα­φε­τι­κός και δια­λε­κτι­κός χα­ρα­κτή­ρας του συ­νο­λι­κού του έρ­γου απο­τε­λεί κα­θο­ρι­στι­κό ορό­ση­μο στην ιστο­ρία της δη­μο­κρα­τι­κής πρά­ξης, της φι­λο­σο­φι­κής σκέ­ψης, και της μου­σι­κής πα­γκο­σμί­ως. Πέ­ραν τού­του, το βέ­βαιαο εί­ναι πως η θε­ώ­ρη­ση του Θε­ο­δω­ρά­κη από τη θέ­ση της συ­μπα­ντι­κής αρ­μο­νί­ας απο­τε­λεί εφαλ­τή­ριο για την ανα­ζή­τη­ση νέ­ων τρό­πων μου­σι­κής έκ­φρα­σης και κοι­νω­νι­κού πράτ­τειν, κα­θώς και νέ­ων σχη­μά­των δια­μόρ­φω­σης της βού­λη­σης αλ­λά και της αν­θρώ­πι­νης σκέ­ψης.


ΒΙ­ΒΛΙΟ­ΓΡΑ­ΦΙΑ

Βούλ­γα­ρη Ανα­στα­σία (2016): Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης, Διά­λο­γοι στο Λυ­κό­φως: Συ­νο­πτι­κή πα­ρου­σί­α­ση. Πρό­λο­γος Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη, επιμ. έκ­δο­σης, Angelakis Digital, Αθή­να.
Gouliamos Kostas (1997): “The Information Highway and the Diminution of the Nation-State”. Στο Cultural Ecology-the changing dynamics of communication (επ. D. Cliché), Λον­δί­νο, IIC Global Report Series.
Δόι­κος Πα­να­γιώ­της (2014): Principia Formarum — οντο­λο­γία της στο­χα­στι­κής φα­ντα­σί­ας, εκδ. Ρώ­μη.
Θε­ο­δω­ρά­κης Μί­κης & Κώ­στας Γου­λιά­μος (2018): Στη Δια­λε­κτι­κή της Αρ­μο­νί­ας, εκδ. Gutenberg

Θε­ο­δω­ρά­κης Μί­κης (2017): Μο­νό­λο­γοι στο Λυ­καυ­γές. Εκ­δό­σεις Ια­νός
Θε­ο­δω­ρά­κης Μί­κης (2016): Διά­λο­γοι στο λυ­κό­φως. Εκ­δό­σεις Ια­νός
Θε­ο­δω­ρά­κης Μί­κης (2009): Ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης μι­λά­ει για τη συ­μπα­ντι­κή αρ­μο­νία. Βι­βλίο & CD, εκδ. Bond-us music
Θε­ο­δω­ρά­κης Μί­κης & Γιώρ­γος Δ. Κο­ντο­γιώρ­γης (2008): Ελ­λη­νι­κό­τη­τα και «Δια­νό­η­ση», εκδό­σεις Ια­νός
Θε­ο­δω­ρά­κης Μί­κης (1989): Αντι­μα­νι­φέ­στο — Για τις αν­θρω­πο­μο­νά­δες, εκδ. Γνώ­σεις
Λα­μπρέλ­λης Δη­μή­τρης (2018): Βι­βλιο­κρι­σί­ες- Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης & Κώ­στας Γου­λιά­μος: «Στη δια­λε­κτι­κή της Αρ­μο­νί­ας». Διά-Λο­γος, Επε­τη­ρί­δα Φι­λο­σο­φι­κής Έρευ­νας, τ. 8, εκδ. Πα­πα­ζή­ση


Μίκης Θεοδωράκης & Μάνος Χατζιδάκις στο στούντιο
Μίκης Θεοδωράκης & Μάνος Χατζιδάκις στο στούντιο

Σαν ένα σύντομο παραμύθι

————————————————————
της

ΑΓΑ­ΘΗΣ ΔΗΜΗ­ΤΡΟÝΚΑ
————————————————————


Μου ζη­τή­θη­κε από τον Χάρ­τη να γρά­ψω ένα κεί­με­νο για τον Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη.
Πι­στεύ­ο­ντας ότι στον ίδιο θα άρε­σε όλος αυ­τός ο κα­ται­γι­σμός δη­λώ­σε­ων, συ­νε­ντεύ­ξε­ων και άρ­θρων για την προ­σω­πι­κό­τη­τά του και το έρ­γο του, επι­τρέψ­τε μου ένα μι­κρό κεί­με­νο σαν σύ­ντο­μο πα­ρα­μύ­θι σε προ­σω­πι­κό ύφος και γρα­φή.

Ήταν η επο­χή των «Λα­μπρά­κη­δων», κι εγώ, πέ­ντε πε­ντέ­μι­σι χρο­νών στο Πε­ντά­λο­φο Με­σο­λογ­γί­ου, όταν το χω­ριό μου έζη­σε ένα πο­λι­τι­κο-πο­λι­τι­στι­κό δι­ή­με­ρο, μπο­ρεί και τρι­ή­με­ρο αν κρί­νω από το πλή­θος των εκ­δη­λώ­σε­ων: Ομι­λί­ες, τρα­γού­δια, χο­ροί – τό­τε πρω­το­εί­δα να χο­ρεύ­ουν, και μά­λι­στα με πα­ρα­δο­σια­κές φο­ρε­σιές, τον τσα­κώ­νι­κο, τρα­γου­δώ­ντας «σού ’ι­πα, μά­να μ’, πά­ντρε­ψέ με» στο προ­αύ­λιο του σχο­λεί­ου∙ βά­φτι­ση στην εκ­κλη­σία δί­πλα από το σχο­λείο ενός νε­ο­γέν­νη­του κο­ρι­τσιού που το εί­παν «Αγά­πη»∙ έκ­θε­ση παι­δι­κού βι­βλί­ου σ’ ένα μα­γα­ζί στον κε­ντρι­κό δρό­μο και πα­ράλ­λη­λα λα­χειο­φό­ρος αγο­ρά με παι­χνί­δια για παι­διά.
Από την έκ­θε­ση διά­λε­ξα και μου πή­ρε η μά­να μου το πρώ­το παι­δι­κό βι­βλίο που εί­χα πο­τέ, τα Χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα δι­η­γή­μα­τα του Πα­πα­δια­μά­ντη. Με τον λα­χνό μου κέρ­δι­σα ένα πλα­στι­κό κουρ­δι­στό ροζ γου­ρου­νά­κι μ’ ένα αμπε­λό­φυλ­λο στο στό­μα – με­γά­λη και­νο­το­μία για τον χώ­ρο και χρό­νο όπου ζού­σα.

Πρω­τα­γω­νι­στής όλων αυ­τών των εκ­δη­λώ­σε­ων ήταν ένας πα­νύ­ψη­λος και αει­κί­νη­τος άντρας με πυ­κνά μαύ­ρα μαλ­λιά.
Ξα­νά­κου­σα το όνο­μά του στο ελ­λη­νι­κό ρα­διό­φω­νο ως συν­θέ­τη κά­ποιων τρα­γου­διών που δε συ­γκρά­τη­σα τους τί­τλους τους.
Στη διάρ­κεια της δι­κτα­το­ρί­ας, από τους ξέ­νους σταθ­μούς που έπια­νε ο πα­τέ­ρας μου, θυ­μά­μαι τα τρα­γού­δια «Θα ση­μά­νουν οι κα­μπά­νες» σε ποί­η­ση Γιάν­νη Ρί­τσου και «Διό­τι δεν συ­νε­μορ­φώ­θην» σε ποί­η­ση του συν­θέ­τη, κι όταν η χού­ντα έπε­σε και το ρα­διό­φω­νο έπαι­ζε ελεύ­θε­ρα και πα­νη­γυ­ρι­κά τρα­γού­δια του Θε­ο­δω­ρά­κη, ο αγα­πη­μέ­νος μου κύ­κλος ήταν το Μα­ουτ­χά­ου­ζεν σε ποί­η­ση Ιά­κω­βου Κα­μπα­νέλ­λη, ήταν εκεί­νο το «κο­ρί­τσι με τα φο­βι­σμέ­να μά­τια», εκεί­νη η αγά­πη «με το κα­θη­μερ­νό της φό­ρε­μα κι ένα χτε­νά­κι στα μαλ­λιά».
Το 1976 εί­χα την τύ­χη να τον ξα­να­δώ, στην Αθή­να πια, στη μυ­θι­κή ηχο­γρά­φη­ση της «Ελ­λα­δο­γρα­φί­ας» από Τα πα­ρά­λο­γα των Μά­νου Χα­τζι­δά­κι και Νί­κου Γκά­τσου. Ωστό­σο, σ’ αυ­τή τη συ­νά­ντη­ση, πα­ρά την πλη­θω­ρι­κό­τη­τα του Μί­κη, εμέ­να με γο­ή­τευ­σε η αρ­χο­ντι­κή και ευ­γε­νέ­στα­τη μορ­φή του γιου του, του έφη­βου τό­τε Γιώρ­γου Θε­ο­δω­ρά­κη.
Με τα χρό­νια δια­πί­στω­σα πως το τρα­γού­δι που με συ­γκι­νεί πε­ρισ­σό­τε­ρο σε μου­σι­κή Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη, για το δέ­σι­μο με­λω­δί­ας, στί­χων και ερ­μη­νεί­ας, εί­ναι το «Βρέ­χει στη φτω­χο­γει­το­νιά» σε ποί­η­ση Τά­σου Λει­βα­δί­τη. Όσες φο­ρές και να τ’ ακού­σω, εί­τε με άλ­λους εί­τε μό­νη μου, θα ση­κω­θώ να το χο­ρέ­ψω, συ­νε­παρ­μέ­νη σαν τους ανα­στε­νά­ρη­δες, «Αχ, ψεύ­τη κι άδι­κε ντου­νιά / π’ άνα­ψες τον καη­μό μου,/ εί­σαι μι­κρός και δε χω­ράς/ τον ανα­στε­ναγ­μό μου».
Στη συ­νέ­χεια συ­νά­ντη­σα τον Θε­ο­δω­ρά­κη πολ­λές φο­ρές, πό­τε στο εστια­τό­ριο, στο τρα­πέ­ζι του Γκά­τσου, και πό­τε στις συ­νε­λεύ­σεις της ΕΔΕΤ (Ένω­ση Δη­μιουρ­γών Ελ­λη­νι­κού Τρα­γου­διού), όπου πρω­το­στα­τού­σαν ο Χα­τζι­δά­κις κι εκεί­νος και στις οποί­ες ερ­χό­ταν συ­νή­θως με την κό­ρη του, τη Μαρ­γα­ρί­τα, που όπως την κοί­τα­ζα τη φα­ντα­ζό­μουν μ’ ένα στε­φά­νι άγριες μαρ­γα­ρί­τες στα μαλ­λιά της σαν προ­σω­πο­ποί­η­ση της άνοι­ξης.
Εί­χα ξε­κι­νή­σει πια να γρά­φω κι εγώ στί­χους και ήταν ο ίδιος ο Χα­τζι­δά­κις αυ­τός που μου ζή­τη­σε να γρά­ψω μια ενό­τη­τα για να την με­λο­ποι­ή­σει ο Θε­ο­δω­ρά­κης. Η ιδέα αυ­τή δεν ολο­κλη­ρώ­θη­κε πο­τέ, κι ού­τε πο­τέ έμα­θα αν ο Θε­ο­δω­ρά­κης τη γνώ­ρι­ζε. Πά­ντως, από τους στί­χους εκεί­νους, το μό­νο που θυ­μά­μαι εί­ναι το ότι σ’ ένα χιου­μο­ρι­στι­κό τρα­γού­δι εί­χα βάλ­λει ένα γου­ρου­νά­κι ροζ να ομοιο­κα­τα­λη­κτεί με τα κολ­χόζ.
Αρ­γό­τε­ρα, μό­νη πια, συ­να­ντού­σα τον Θε­ο­δω­ρά­κη σε συ­ναυ­λί­ες ή σε πα­ρου­σιά­σεις δί­σκων με έρ­γα του, και το 2004 μού δό­θη­κε η ευ­και­ρία να γρά­ψω ελ­λη­νι­κούς στί­χους σε τρία τρα­γού­δια που εί­χαν ακου­στεί στα γαλ­λι­κά και γερ­μα­νι­κά. Έκτο­τε, προ­σπά­θη­σα να βά­λω στί­χους και σε άλ­λες με­λω­δί­ες του χω­ρίς να φτά­νω στο απο­τέ­λε­σμα που προσ­δο­κού­σα.
Τώ­ρα, εξα­κο­λου­θώ­ντας ν’ ακούω μου­σι­κές και τρα­γού­δια του, θα τον θυ­μά­μαι πά­ντα όπως τον πρω­το­γνώ­ρι­σα: νέο, μα­χη­τι­κό κι εν­θου­σιώ­δη. Και, όταν θα πη­γαί­νω στην Κρή­τη, θα περ­νάω ν’ ανά­βω ένα κε­ρά­κι στον τά­φο του και να του αφή­νω ένα λου­λού­δι κόκ­κι­νο.

Μικρό Αφιέρωμα

Αντί χαιρετισμού

————————————————————
της

ΙΟYΛΙ­ΤΑΣ ΗΛΙΟ­ΠΟÝΛΟY

————————————————————


Η ανα­χώ­ρη­ση του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη από τη ζωή, έκλει­σε ορι­στι­κά —για την Ελ­λά­δα του­λά­χι­στον— το μι­σά­νοι­χτο ακό­μη πορ­τά­κι του ει­κο­στού αιώ­να.
Έχο­ντας ό ίδιος κα­τα­φέ­ρει να συ­γκε­ρά­σει σε μια αν­θρώ­πι­νη ύπαρ­ξη την ιστο­ρία της επο­χής του, τα ιδα­νι­κά, τις αξί­ες, τις αμ­φι­σβη­τή­σεις, τις τα­ρα­χές, τους αγώ­νες για ελευ­θε­ρία, τις ιδε­ο­λο­γι­κές αντε­γκλή­σεις, την τόλ­μη και τις πα­λι­νω­δί­ες των και­ρών, αλ­λά και προ­πά­ντων την ζω­τι­κή καλ­λι­τε­χνι­κή έκ­φρα­ση ενός τα­ρα­χώ­δους αιώ­να, πο­ρεύ­τη­κε μες τα πρώ­τα χρό­νια του ει­κο­στού πρώ­του σε­βά­σμιος, βα­ρύς αλ­λά και ανυ­πό­τα­χτος δη­μιουρ­γός μου­σι­κής, στο­χα­σμού και πρά­ξης.
Δεν φυ­λα­κί­στη­κε πο­τέ κι ας φυ­λα­κί­στη­κε συ­χνά, δεν εντά­χτη­κε πο­τέ που­θε­νά κι ας εντά­χτη­κε ένα πο­λύ με­γά­λο μέ­ρος της ζω­ής του στο Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα. Ήξε­ρε πα­ρά όλα αυ­τά να μέ­νει κα­τ’ ου­σί­αν ανε­ξάρ­τη­τος, υπα­κού­ο­ντας πά­ντα στην χει­μαρ­ρώ­δη ορ­μή του εαυ­τού του. Σε αυ­τήν την ακα­τά­βλη­τη δύ­να­μη πά­θους που τον ωθού­σε να μι­λά, να παίρ­νει θέ­ση, να δη­μιουρ­γεί, όχι κα­τ’ ανά­γκη μέ­σα στο συ­γκε­κρι­μέ­νο πλαί­σιο των καλ­λι­τε­χνι­κών και πο­λι­τι­κών ρευ­μά­των της επο­χής του, αλ­λά μέ­σα στην προ­σω­πι­κή κοί­τη του, που ήθε­λε κά­θε φο­ρά να βρί­σκει την φόρ­μα και το πε­ριε­χό­με­νο της δι­κή του αλή­θειας. Έγρα­ψε συμ­φω­νι­κά έρ­γα, σουί­τες, μου­σι­κή για το θέ­α­τρο, έγρα­ψε πολ­λά κι όμορ­φα τρα­γού­δια, όπως εκεί­να τα τό­σο συ­γκι­νη­τι­κά τρα­γού­δια του Επι­τά­φιου σε ποί­η­ση Γιάν­νη Ρί­τσου, αλ­λά ίσως να βρή­κε απο­λύ­τως τον εαυ­τό του στο υβρι­δι­κό, όπως το ονο­μά­ζει, έρ­γο, το Άξιον Εστί. Αυ­τό το εξαι­ρε­τι­κά επε­ξερ­γα­σμέ­νο πνευ­μα­τι­κά ποι­η­τι­κό έρ­γο του Οδυσ­σέα Ελύ­τη, που ξέ­ρει να συ­μπυ­κνώ­νει την ιστο­ρία του Έλ­λη­να, του ποι­η­τή και του ερω­τευ­μέ­νου, συ­νά­ντη­σε την ευαι­σθη­σία του Θε­ο­δω­ρά­κη, όταν εκεί­νος, σχε­δόν από έν­στι­κτο, κα­τά­λα­βε την μέ­γι­στη ση­μα­σία του και αντέ­δρα­σε με τον δι­κό του πρω­τό­τυ­πο και πρω­τεϊ­κό τρό­πο, αφή­νο­ντας τον λό­γο να κυ­λή­σει στην κοί­τη μιας ψυ­χής που εκ­προ­σω­πού­σε, θε­λη­τά κι αθέ­λη­τα, την ατο­μι­κή, αλ­λά και την συλ­λο­γι­κή συ­νεί­δη­ση, την από­λυ­τα πνευ­μα­τι­κή αλ­λά και την από­λυ­τα αθώα υπό­στα­ση του Έλ­λη­να.
Ο Θε­ο­δω­ρά­κης ήταν, ναι, μία εξαί­ρε­ση. Στο πλαί­σιο των ρε­α­λι­στι­κών νό­μων της κα­νο­νι­κό­τη­τας, θα’ λε­γα πως κα­τέ­λυ­σε κά­θε έν­νοια μο­νο­μέ­ρειας, ή αυ­στη­ρής εξει­δί­κευ­σης και μέ­τρου. Η ενα­ντί­ω­ση υπήρ­ξε πά­ντα η φυ­σι­κή του ανα­πνοή και η μου­σι­κή του, κα­τα­γρα­φή αυ­τής της ανά­σας που σχε­δόν πά­ντα δεν ζη­τού­σε πα­ρά να εί­ναι αλη­θι­νή, πη­γαία, έντο­νη απο­τύ­πω­ση της πε­ρι­πέ­τειάς του, όχι μό­νον της εξω­τε­ρι­κής τε­θλα­σμέ­νης της ζω­ής του, όχι μό­νον της αγω­νι­στι­κής πα­ρό­τρυν­σης, μα και της βύ­θιας αλή­θειας του. Εκεί­νης της μο­να­χι­κής ώρας πριν την από­φα­ση, μέ­σα στη με­γά­λη λύ­πη, ή στην στιγ­μή ενός απέλ­πι­δου ονεί­ρου, μιας τολ­μη­ρής σύλ­λη­ψης, ακό­μη και μιας υπο­τα­γής σ’ αυ­τό που ο ίδιος συ­χνά ονό­μα­ζε συ­μπα­ντι­κή αρ­μο­νία.
Αυ­το­στρα­τευ­μέ­νος σε ιδέ­ες και όνει­ρα, σ’ έναν ανυ­πό­τα­κτο εαυ­τό που «δεν κοι­μά­ται πο­τέ», ταύ­τι­σε τη ζωή με την συ­νε­χή ανα­μό­χλευ­ση, με την διαρ­κή διεκ­δί­κη­ση και δρά­ση, με τον πλού­σιο ήχο του σύ­μπα­ντός του, με την άναρ­χη κραυ­γή μιας πά­ντα επό­με­νης γέν­νας. Μου­σι­κή, συ­χνές πο­λι­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις ως το τέ­λος, κεί­με­να, γράμ­μα­τα, συ­νε­ντεύ­ξεις, στί­χοι, σιω­πές· κά­πο­τε πο­λύ­τι­μες σιω­πές — όπως όταν χά­θη­κε ο αδελ­φός του και μα­ζί ανε­πί­στρε­πτα ένα δι­κό του αρ­χέ­γο­νο κομ­μά­τι αγά­πης κι αυ­το­γνω­σί­ας, αφού η «ψυ­χή, εἰ μέλ­λει γνώ­σε­σθαι αὑτήν, εἰς ψυχὴν αὐτῇ βλε­πτέ­ον».
Δεν του έφτα­νε πο­τέ το λί­γο, θέ­λη­σε σ’ αυ­τό το μι­κρό κα­λά­θι της ζω­ής να τα χω­ρέ­σει όλα. Κι όταν έβλε­πε ότι πη­γαί­νουν να πέ­σουν κά­ποια, νο­μί­ζω πως μά­τω­νε κι ίσως να μα­τώ­νει ακό­μη με κά­ποιες ανορ­θο­γρα­φί­ες που ξε­πε­τά­γο­νται ξαφ­νι­κά για να επι­βε­βαιώ­σουν την μο­να­ξιά του .
Εμ­βλη­μα­τι­κός αναμ­φί­βο­λα, επι­κός ναι, αλ­λά και βα­θιά συ­ναι­σθη­μα­τι­κός. Τα λυ­ρι­κά του έρ­γα αιφ­νι­διά­ζουν με την τρυ­φε­ρό­τη­τα τους. Η δύ­να­μη της ευαι­σθη­σί­ας εί­ναι ένα πα­ρε­ξη­γη­μέ­νο «όπλο», που όσοι, σπά­νιοι άντρες, έμα­θαν απ’ την γέν­νη­ση τους να το φέ­ρουν γεν­ναία, στό­χευ­σαν και βρή­καν τα πιο κα­θα­ρά χρώ­μα­τα του ου­ρα­νού.

Τα Λυ­ρι­κά του, η Βε­α­τρί­κη στην οδό μη­δέν, τα Άσμα­τα, όπως η Εσπέ­ρα, έρ­γα για σό­λο τσέ­λο, μου­σι­κή δω­μα­τί­ου, το Adagio για φλά­ου­το, κλα­ρι­νέ­το, τρο­μπέ­τα και ορ­χή­στρα εγ­χόρ­δων — ένας Θε­ο­δω­ρά­κης ανο­χύ­ρω­τος, μό­νος με την ισχύ της τρυ­φε­ρό­τη­τας, χω­ρίς πρό­θε­ση άλ­λη απ’ την έκ­φρα­ση της λα­μπε­ρής λύ­πης της καρ­διάς του. Ακού­στε τον και σ’ αυ­τά τα πιο άγνω­στα έρ­γα του για να τον ξα­να­δεί­τε να κλεί­νει τα μά­τια και να τρα­γου­δά τους στί­χους του αδελ­φού του Γιάν­νη, με μια φω­νή χω­ρίς μέ­ταλ­λο που έβγαι­νε απ’ τα βά­θη, αχός και άχνα:

Χά­θη­κα μέ­σα στους δρό­μους που μ’ έδε­σαν για πά­ντα…
χά­θη­κα για­τί εί­χα όνει­ρα πολ­λά και το λι­μά­νι εί­ναι μι­κρό

Κα­λό τα­ξί­δι Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη στο με­γά­λο λι­μά­νι του ου­ρα­νού.


Γ΄Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού
Γ΄Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού

Χατζιδάκις, Θεοδωράκης

————————————————————
του

ΣΩΤΗ­ΡΗ ΚΑΚÍΣΗ

————————————————————


Τα τρία πρώ­τα Φε­στι­βάλ Ελ­λη­νι­κού τρα­γου­διού έγι­ναν στην Αθή­να, στον Ιπ­πό­δρο­μο του Φα­λή­ρου τό­τε, το ’59, το ’60 και το ’61.
Ο Μά­νος Χα­τζι­δά­κις πή­ρε το πρώ­το βρα­βείο και στα δύο πρώ­τα Φε­στι­βάλ, με το «Κά­που υπάρ­χει η αγά­πη μου» το ’59 και με το «Κυ­πα­ρισ­σά­κι» και την «Τι­μω­ρία» του το ’60. Μου έλε­γε, μας έλε­γε και σε επή­κο­ον ίσως και κά­ποιων άλ­λων, δε θυ­μά­μαι πια, πως στο τρί­το εν σει­ρά φε­στι­βάλ ο ίδιος εί­χε το «Κου­ρα­σμέ­νο πα­λι­κά­ρι» και τον «Κυρ-Αντώ­νη», και πως του το κα­τέ­τα­ξαν δεύ­τε­ρο και τον «Κυρ-Αντώ­νη», πά­λι αν θυ­μά­μαι κα­λά, δεν τον αξιο­λό­γη­σαν θε­τι­κά κα­θό­λου. Το πρώ­το βρα­βείο δό­θη­κε στην «Απα­γω­γή» του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη.

Μικρό Αφιέρωμα


«Εγώ εί­χα τό­τε δυ­σα­ρε­στη­θεί, εί­χα κα­τα­λά­βει επι­τέ­λους τι ρό­λο παί­ζουν αυ­τές οι επι­τρο­πές, που οδή­γη­σαν άλ­λω­στε το Φε­στι­βάλ τα επό­με­να χρό­νια όπου το οδή­γη­σαν, και στε­κό­μουν πα­ρά­με­ρα κά­πως. Τό­τε, με πλη­σί­α­σε ένας από εκεί­νους τους μί­μους μας στο τρα­γού­δι, θέ­λο­ντας να μου που­λή­σει εκ­δού­λευ­ση, και μου έλε­γε:
— Μά­νο μου, απα­ρά­δε­κτο! Τι εί­ναι αυ­τά τα πράγ­μα­τα!; Με τέ­τοια τρα­γού­δια που υπέ­βα­λες εσύ, να σου φερ­θούν έτσι;
Κι εγώ τό­τε τον απέ­πεμ­ψα σκαιώς και του εί­πα:
— Φύ­γε από ‘δω! Ο Θε­ο­δω­ρά­κης εί­ναι συν­θέ­της. Εσύ δεν εί­σαι!»

(Από το ανέκδοτο βιβλίο Νουάρ Στιγμές )



Μίκης Θεοδωράκης και Διονύσης Καρατζάς, Βραχάτι 23/8/86 (Αρχείο Δ. Καρατζά)
Μίκης Θεοδωράκης και Διονύσης Καρατζάς, Βραχάτι 23/8/86 (Αρχείο Δ. Καρατζά)

Ο μέγας παις εσαεί

————————————————————
του

ΔΙΟ­ΝΥ­ΣΗ ΚΑΡΑΤΖÁ

————————————————————


Πέ­ρα­σαν 35 ολό­κλη­ρα χρό­νια από εκεί­νο το Σάβ­βα­το 23 Αυ­γού­στου 1986, όταν δρα­σκέ­λι­σα με δέ­ος και αμη­χα­νία το κα­τώ­φλι του σπι­τιού στο Βρα­χά­τι και βρέ­θη­κα μπρο­στά στον Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη, τον μύ­θο της γε­νιάς μου. Την προη­γού­με­νη ημέ­ρα εί­χα λά­βει γράμ­μα του:

Βραχάτι, 21-8-86

Αγαπητέ φίλε Καρατζά,

Η ποιητική σας συλλογή «Χρώματα φωνήεντα» με άγγιξε τόσο πολύ, ώστε χωρίς κι εγώ να καταλάβω το πώς και το γιατί, συνέθεσα 18 τραγούδια επάνω στην ποίησή σας.
Το πιο απλό νομίζω ότι θα ήταν να περνούσατε από το Βραχάτι για να σας τα παίξω στο πιάνο, ώστε να διαπιστώσετε αν η μουσική μου ερμηνεύει πραγματικά την ποίησή σας ή αν την προδίδει. Μόνο που ο καιρός επείγει λιγάκι διότι από 1 Σεπτεμβρίου θα βρίσκομαι κάπως μακριά.

Σας χαιρετώ και σας συγχαίρω

Δικός σας
Μίκης Θεοδωράκης

Μάνος και Μίκης, Πάτρα 1/8/89 (Αρχείο Δ. Καρατζά)
Μάνος και Μίκης, Πάτρα 1/8/89 (Αρχείο Δ. Καρατζά)


Μου γνώ­ρι­σε τη γλυ­κύ­τα­τη Μυρ­τώ και την κό­ρη του Μαρ­γα­ρί­τα, που κυ­νη­γού­σε τον μι­κρό Μί­κη. Κα­θί­σα­με με­τά στο γρα­φείο του με το πιά­νο.
Εγώ δεν ήξε­ρα πώς να βο­λέ­ψω το σώ­μα μου. Μου δεί­χνει ένα όμορ­φο ξύ­λι­νο σκα­μνί και μου λέ­ει: «Κά­θι­σε. Εδώ κά­θι­σαν ο Ρί­τσος και ο Ελύ­της και πρω­τά­κου­σαν τα τρα­γού­δια τους». Τι ήθε­λε να το πει, μ’ έπια­σε πα­νι­κός. Και συ­μπλή­ρω­σε: «Μ’ εσέ­να θα κά­νω κά­τι δια­φο­ρε­τι­κό. Θα βά­λω το μα­γνη­τό­φω­νο και θα γρά­ψου­με τη συ­νο­μι­λία μας». Η κα­σέ­τα αρ­χί­ζει με το κλά­μα του μι­κρού Μί­κη, που δεν θέ­λει να πά­ει στον κή­πο. Ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης κά­θε­ται στο πιά­νο και παί­ζει τις με­λω­δί­ες που έγρα­ψε πά­νω στα ποι­ή­μα­τά μου. Μου ζη­τά τη γνώ­μη μου (!) και σχο­λιά­ζει πολ­λά και διά­φο­ρα με τον μο­να­δι­κό τρό­πο του που μα­γεύ­ει.
Μου εί­πε, λοι­πόν, πώς ξε­κί­νη­σε να με­λο­ποιεί την ποί­η­σή μου. Όταν άνοι­ξε το βι­βλίο μου και διά­βα­σε τον πρώ­το στί­χο του πρώ­του ποι­ή­μα­τός μου «Σπά­ζο­ντας στα δυο τη θά­λασ­σα βγαί­νει το φεγ­γά­ρι», εί­πε «Ένιω­σα ότι το ποί­η­μα το έγρα­ψες για μέ­να. Διό­τι, πράγ­μα­τι, το φεγ­γά­ρι εδώ στο Βρα­χά­τι βγαί­νει σπά­ζο­ντας στα δυο τη θά­λασ­σα».
Άρ­χι­σε να παί­ζει στο πιά­νο τα τρα­γού­δια μας. Στα­μα­τού­σε κά­θε τό­σο και μου εξη­γού­σε πώς άκου­γε μέ­σα από τις λέ­ξεις τη μου­σι­κή, πώς η με­λω­δία εί­ναι μια φυ­σι­κή ρυθ­μι­κή δια­δο­χή των μου­σι­κών φθόγ­γων που απη­χεί την αρ­μο­νία του σύ­μπα­ντος, πώς οι συν­θέ­σεις του στους κύ­κλους τρα­γου­διών, στα ορα­τό­ρια, στα συμ­φω­νι­κά και στα με­τα­συμ­φω­νι­κά του έρ­γα και στις λυ­ρι­κές τρα­γω­δί­ες έχουν κοι­νή ρί­ζα…

Μου χα­ρί­ζει μια χει­ρό­γρα­φη παρ­τι­τού­ρα με τρα­γού­δια μας και με την ακό­λου­θη αφιέ­ρω­ση:

Με ήχους από την Πά­τρα της εφη­βεί­ας μου.
Στον Διο­νύ­ση Κα­ρα­τζά, θύ­μη­ση της πρώ­της γνω­ρι­μί­ας-ακρό­α­σης.
Με αγά­πη και πολ­λές ευ­χές.
Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης
Βρα­χά­τι, 23-8-86

Νιώ­θω ευ­τυ­χι­σμέ­νος, αλ­λά βιά­ζο­μαι να φύ­γω. Ού­τε για φα­γη­τό, που μου πρό­τει­νε, δεν κά­θι­σα. Το τα­ξί­δι για την Πά­τρα ήταν ελα­φρύ και διά­φα­νο. Ήθε­λα να επι­στρέ­ψω στην Πά­τρα και να μα­ζέ­ψω τους φί­λους μου για να ακού­σουν την κα­σέ­τα, που τη φυ­λάω ως πο­λύ­τι­μο δώ­ρο. Σ’ αυ­τή την κα­σέ­τα έχει απο­τυ­πω­θεί η συ­γκλο­νι­στι­κή μου­σι­κή και ποι­η­τι­κή δύ­να­μη του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη, με όλη την απλό­τη­τα και την αλή­θεια του.
Στις 3 Ια­νουα­ρί­ου του 1987 με­τα­δί­δε­ται σε πρώ­τη εκτέ­λε­ση από το ρα­διό­φω­νο της ΕΡΤ-2 ο πρώ­τος κύ­κλος τρα­γου­διών μας «Τα πρό­σω­πα του ήλιου». Ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης προ­τεί­νει στους ακρο­α­τές να του στεί­λουν κα­σέ­τες για να τους γρά­ψει το έρ­γο. Στο στού­ντιο ΘΗ­ΤΑ κα­τα­φτά­νουν πέ­ντε χι­λιά­δες κα­σέ­τες! «Θε­ω­ρώ ˝Τα πρό­σω­πα του ήλιου˝ σαν μια στρο­φή μέ­σα στη μου­σι­κή μου. Εκ­φρά­ζω με αυ­τά την αντί­λη­ψή μου για το πώς βλέ­πω σή­με­ρα το ελ­λη­νι­κό τρα­γού­δι τό­σο σαν με­λω­δία-στί­χο-ρυθ­μό, όσο και σαν φως-ήχο-χρώ­μα­τα» (Δή­λω­ση του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη στον Γιώρ­γο Σαβ­βί­δη, εφημ. Αυ­γή, 15-2-1987). Ο δί­σκος κυ­κλο­φο­ρεί τον Απρί­λιο του 1987.
Τον Νο­έμ­βριο του 1987 κυ­κλο­φο­ρεί σε δί­σκο, γραμ­μέ­νο μό­νο από τη μία πλευ­ρά του, το έρ­γο «Ως αρ­χαί­ος άνε­μος», βα­σι­σμέ­νο στο ομώ­νυ­μο βι­βλίο μου (1987). «Όπως εί­ναι γνω­στό, τους ˝Λι­πο­τά­κτες˝ τους τρα­γού­δη­σα ο ίδιος, όπως έκα­να και με το ˝Ένας όμη­ρος˝, τα ˝Λυ­ρι­κά˝ και το ˝Ως αρ­χαί­ος άνε­μος˝, για να υπο­γραμ­μί­σω μια ιδιαί­τε­ρη σχέ­ση με το έρ­γο, κι ακό­μα, για να απο­κα­τα­στή­σω την άμε­ση, τη φυ­σι­κή, θα ‘λε­γα, επα­φή που έχει ο ήχος της φω­νής με τον ακρο­α­τή (…). Όλα αυ­τά στο πλαί­σιο της ολο­κλη­ρω­μέ­νης σχέ­σης του συν­θέ­τη με το κοι­νό του» (Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης, Οι δρό­μοι του Αρ­χάγ­γε­λου, εκδ. Κέ­δρος 1995, τό­μος 5ος, σ. 189).

Το 1988 έχω νέα έκ­πλη­ξη από τον Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη. Έχει ήδη συν­θέ­σει τρί­το κύ­κλο τρα­γου­διών «Η Βε­α­τρί­κη στην οδό Μη­δέν» με δέ­κα ποι­ή­μα­τα από τη συλ­λο­γή μου Ως αρ­χαί­ος άνε­μος (1987). Πρό­σθε­σε και δύο δι­κά του, «Βε­α­τρί­κη πά­ψε να γε­λάς» και «Η Βε­α­τρί­κη στην οδό Μη­δέν», που έδω­σε και τον τί­τλο στο έρ­γο. Η Βε­α­τρί­κη, η δα­ντι­κή αυ­τή περ­σό­να, συμ­βο­λί­ζει τον ιδα­νι­κό, αιώ­νιο έρω­τα, την τρυ­φε­ρό­τη­τα της ου­το­πί­ας, αλ­λά και τη μα­ταί­ω­ση των ονεί­ρων στην οδό Μη­δέν. Όμως το μη­δέν δεν εί­ναι τέ­λος, εί­ναι μια πα­ρέν­θε­ση που κά­νει πιο πο­θη­τή την αλή­θεια του έρω­τα, της πα­τρί­δας, της ευ­τυ­χί­ας. Η Βε­α­τρί­κη εί­ναι ένα έρ­γο βα­θιά λυ­ρι­κό και ανυ­πό­κρι­τα πο­λι­τι­κό.

Ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης μού αφη­γή­θη­κε αρ­γό­τε­ρα ότι οι στί­χοι μου από το τρα­γού­δι «Η με­γά­λη άρια της Βε­α­τρί­κης»

«… όπως ξε­φεύ­γουν απ’ το νε­ρό τα ψά­ρια
και πο­νά­νε στα όμορ­φα του ήλιου…»


στά­θη­καν η αι­τία να στα­μα­τή­σει το ψά­ρε­μα! (Η με­λω­δία αυ­τού του τρα­γου­διού συ­νι­στά το Adagio).
Η συ­νερ­γα­σία μου με τον Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη συ­νε­χί­στη­κε με τον τέ­ταρ­το κύ­κλο τρα­γου­διών, που κυ­κλο­φό­ρη­σε πρώ­τα στη Γερ­μα­νία το 1996 με τον τί­τλο «Poetica» κι ύστε­ρα στην Ελ­λά­δα με τον τί­τλο «Τα Λυ­ρι­κό­τε­ρα». Τα με­λο­ποι­η­μέ­να ποι­ή­μα­τα εντά­χθη­καν στην ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή μου Αν­θο­φο­ρία της νύ­χτας (1997).
Σε μια συ­νέ­ντευ­ξή του στο μα­θη­τι­κό πε­ριο­δι­κό Νε­α­νι­κά Βή­μα­τα του Πει­ρα­μα­τι­κού Λυ­κεί­ου του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρών (31-12-1997), ση­μειώ­νει: «Ο Κα­ρα­τζάς μού προ­σφέ­ρει νέ­ους τρό­πους μου­σι­κής, κυ­ρί­ως με­λω­δι­κής έκ­φρα­σης: ˝Βε­α­τρί­κη˝, ˝Τα πρό­σω­πα του ήλιου˝, ˝Ως αρ­χαί­ος άνε­μος˝, ˝Τα Λυ­ρι­κό­τε­ρα˝. Μ’ αυ­τό το τε­λευ­ταίο έρ­γο πι­στεύω ότι κα­τα­κτώ μια κο­ρυ­φή μέ­σα στο το­πίο της μου­σι­κής μου, στην προ­σπά­θειά μου να φτά­σω στα υψη­λό­τε­ρα και αρ­τιό­τε­ρα όρια της λυ­ρι­κής-με­λω­δι­κής έκ­φρα­σης. Ένας αγώ­νας που ξε­κί­νη­σε πριν 60 χρό­νια στην Πά­τρα, όταν έγρα­φα την πρώ­τη μου με­λω­δία, έμελ­λε να ολο­κλη­ρω­θεί σ’ αυ­τήν την κο­ρύ­φω­ση του λυ­ρι­σμού που λέ­γε­ται ˝Τα Λυ­ρι­κό­τε­ρα˝ και που γέν­νη­σε η επα­φή μου με την ποί­η­ση ενός «Πα­τρι­νού ποι­η­τή».
Εκ­κρε­μεί η έκ­δο­ση του πέμ­πτου έρ­γου μας «Ρα­ψω­δία για βα­ρύ­το­νο και ορ­χή­στρα εγ­χόρ­δων». Ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης το χα­ρα­κτή­ρι­σε ως κύ­κνειο άσμα του και πρω­το­πα­ρου­σιά­στη­κε στο Μέ­γα­ρο Μου­σι­κής Αθη­νών τον Ια­νουά­ριο του 2013.
Όλη αυ­τή η εμπει­ρία της συ­νερ­γα­σί­ας μου με τον Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη άλ­λα­ξε κυ­ριο­λε­κτι­κά τον τρό­πο με τον οποίο βλέ­πω τα πράγ­μα­τα, σκέ­φτο­μαι τη ζωή και γρά­φω ποί­η­ση. Αξιώ­θη­κα τη φι­λία του, τον ακο­λού­θη­σα σε συ­ναυ­λί­ες στην Ελ­λά­δα και το εξω­τε­ρι­κό, έμα­θα αλή­θειες, χά­ρη­κα θαύ­μα­τα…

Στη ζωή και το έρ­γο του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη συ­νυ­πάρ­χουν ο πό­νος, η χα­ρά, η μο­να­ξιά, η ελ­πί­δα, ο έρω­τας, ο αγώ­νας, η αντί­φα­ση, η ανα­ζή­τη­ση. Ο Μί­κης εί­ναι ο γνή­σιος λαϊ­κός άν­θρω­πος: εκρη­κτι­κός και απρό­βλε­πτος στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του, άμε­σος στο χιού­μορ του, ευά­λω­τος στις αδυ­να­μί­ες του, δυ­να­τός στις σκέ­ψεις του, συ­νε­πής στα ορά­μα­τά του, επί­μο­νος κυ­νη­γός της ομορ­φιάς. Πά­νω απ’ όλα ο Μί­κης εί­ναι ο άν­θρω­πος του χρέ­ους και της ελευ­θε­ρί­ας. Γι’ αυ­τό και στη συ­νεί­δη­ση του λα­ού προ­βάλ­λει ως μύ­θος που συ­ναρ­πά­ζει και εμπνέ­ει.
Ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης έζη­σε πα­ρα­μέ­νο­ντας το παι­δί που εί­ναι πά­ντο­τε ο Έλ­λη­νας. Πα­θια­σμέ­νος δη­μιουρ­γός, πε­τού­σε από όνει­ρο σε όρα­μα. Ελεύ­θε­ρος πο­λί­της, πά­λε­ψε για δη­μο­κρα­τία και δι­καιο­σύ­νη. Σκαν­δά­λι­σε με την υπερ­βο­λή του και λα­τρεύ­ε­ται για το έρ­γο του. Υπήρ­ξε ατί­θα­σος και τρυ­φε­ρός. Ανα­ζη­τού­σε διαρ­κώς την αλή­θεια στην ποί­η­ση και τον αγώ­να. Ο Μί­κης εί­ναι ο ωραί­ος πα­γκό­σμιος Έλ­λη­νας, ο μέ­γας παις εσα­εί.


Διευθύνοντας την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΡΤ σε ερμηνεία της «Τρίτης Συμφωνίας». Σολίστ η μεσόφωνος Μαρκέλλα Χατζιάνο (Μοντρεάλ, 11.5.1993). Αρχείο Γ.Β. Μονεμβασίτη
Διευθύνοντας την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα και τη Χορωδία της ΕΡΤ σε ερμηνεία της «Τρίτης Συμφωνίας». Σολίστ η μεσόφωνος Μαρκέλλα Χατζιάνο (Μοντρεάλ, 11.5.1993). Αρχείο Γ.Β. Μονεμβασίτη
Μικρό Αφιέρωμα

Ο βράχος στην άκρη της θάλασσας

————————————————————
του
ΓΙΑΝ­ΝΗ ΚΟΝΤΟÝ
————————————————————


Στη Μυρτώ

Ο Μί­κης, τα χέ­ρια του, το γε­λα­στό παι­δί, τα ποι­ή­μα­τα, η φω­νή, η κα­τα­γω­γή του από τον Απόλ­λω­να. Ο μου­σι­κός που σμί­γει Ανα­το­λή και Δύ­ση. Τα νιά­τα μας, που μα­ζί του συ­νε­χί­ζο­νται. Η πο­λι­τι­κή που γί­νε­ται Τέ­χνη και το αντί­στρο­φο. Το αε­ρά­κι του μέλ­λο­ντος και του πα­ρό­ντος. Το παι­δί με τις εξο­ρί­ες, που καλ­λιερ­γού­σε στο κη­πά­κι του λου­λού­δια και ου­ρα­νό. Ο Μί­κης των με­γά­λων χει­ρο­νο­μιών, μας έμα­θε να ανά­βου­με τα βρεγ­μέ­να σπίρ­τα μας και να γε­λά­με. Οι μου­σι­κές του να τρέ­χουν ελεύ­θε­ρες μέ­σα σε λι­βά­δια και να μας τρε­λαί­νουν. Ο άν­θρω­πος που τα έβα­λε με ό,τι ενο­χλού­σε τον Έλ­λη­να. Θα μπο­ρού­σε να ήτα­νε μα­ζί με τον Άγ­γε­λο Σι­κε­λια­νό στην πα­ρά­στα­ση τού Προ­μη­θέα — να γρά­ψει μου­σι­κή και να παί­ξει τον ρό­λο. Ο καλ­λι­τέ­χνης των με­γά­λων συ­ναυ­λιών και της μου­σι­κής δω­μα­τί­ου. Ο άν­θρω­πος ιστο­ρία. Ο συν­θέ­της που οδή­γη­σε τα δά­χτυ­λα του Μα­νώ­λη Χιώ­τη στον «Επι­τά­φιο» του Γιάν­νη Ρί­τσου. Ο Γιώρ­γος Σε­φέ­ρης, ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της, ο Τά­σος Λει­βα­δί­της, ο Κώ­στας Κα­ρυω­τά­κης, ο Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός, ο Μα­νό­λης Ανα­γνω­στά­κης, ο Τά­κης Σι­νό­που­λος, κά­θο­νται πλάι του και ακού­νε.
Οι ποι­η­τές που θα έρ­θουν ρί­χνουν τα που­κά­μι­σά τους στα πό­δια του, για να πα­τή­σει ο αρ­χάγ­γε­λος.


[ Ιού­λιος 1999. Χει­ρό­γρα­φο κεί­με­νο του Γιάν­νη Κο­ντού δη­μο­σιευ­μέ­νο στο πρό­γραμ­μα του (αφιε­ρω­μέ­νου στον Μ.Θ.) Φε­στι­βάλ Πρε­σπών 1999 ]


Συζητώντας (2009). Αρχείο Γ.Β. Μονεμβασίτη
Συζητώντας (2009). Αρχείο Γ.Β. Μονεμβασίτη

Ο Μίκης που 'γινε σύννεφο κι άστρο λαμπρό* τής χαραυγής

————————————————————
του
ΓΙΩΡ­ΓΟΥ Β. ΜΟΝΕΜ­ΒΑΣÍΤΗ
————————————————————



Ήταν γνω­στό τον τε­λευ­ταίο και­ρό, και όχι μό­νον εις τους πα­ροι­κού­ντες την Ιε­ρου­σα­λήμ, ότι οι μέ­ρες του εί­χαν λι­γο­στέ­ψει ανη­συ­χη­τι­κά. Πα­ρά ταύ­τα η εί­δη­ση της τε­λευ­τής προ­κά­λε­σε αβά­στα­χτη συ­γκί­νη­ση. Ο κα­θέ­νας την εξέ­φρα­σε με το δι­κό του τρό­πο. Άλ­λοι με με­γα­λο­στο­μί­ες, άλ­λοι με συ­γκρα­τη­μέ­να λό­για, άλ­λοι με έντο­νη συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση, άλ­λοι, λι­γο­στοί αυ­τοί, με ένα βου­βό λυγ­μό και με σιω­πή.
Ανα­λύ­σεις επί ανα­λύ­σε­ων, απο­κα­λύ­ψεις επί απο­κα­λύ­ψε­ων, όχι πά­ντα ανε­πί­λη­πτη ιστο­ρι­κή τεκ­μη­ρί­ω­ση, προ­σέ­δω­σαν στο γε­γο­νός χα­ρα­κτή­ρα γιορ­τής μάλ­λον πα­ρά πέν­θους. Τί­πο­τα από αυ­τά βε­βαί­ως δεν αλ­λοί­ω­σε το γε­γο­νός. Ο Μί­κης εξε­μέ­τρη­σε το επί­γειο ζην πλη­ρέ­στα­τος ημε­ρών —έφυ­γε έφη­βος, λί­γο πριν τα 100—, πλη­ρέ­στα­τος δό­ξης, πλη­ρέ­στα­τος αμ­φι­σβή­τη­σης, πλη­ρέ­στα­τος αγά­πης και ευ­γνω­μο­σύ­νης. Οι φά­σεις και οι αντι­φά­σεις μιας ζω­ής μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κής και ζη­λευ­τά, μο­να­δι­κά καρ­πο­φό­ρας. Όσο με­γά­λω­νε στα χρό­νια, τό­σο με­γά­λω­νε και η αυ­το­γνω­σία του. Ήδη το 2009 στον χαι­ρε­τι­σμό του για τη με­γά­λη έκ­θε­ση αφιε­ρω­μέ­νη στο τρι­συ­πό­στα­τό του —το τρι­λα­μπές, όπως το εί­χε εκ­μυ­στη­ρευ­τεί, δια­κρι­τι­κά, ο ίδιος— «συν­θέ­της/πο­λι­τι­κός/στο­χα­στής», που εί­χε ορ­γα­νω­θεί από το Ίδρυ­μα της Βου­λής των Ελ­λή­νων για τον Κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό και τη Δη­μο­κρα­τία, ευ­χα­ρι­στού­σε από καρ­διάς όλους αυ­τούς «... που εί­χαν την τόλ­μη να λά­βουν μια τό­σο γεν­ναία από­φα­ση να αφιε­ρώ­σουν σε ένα τό­σο αι­ρε­τι­κό και αμ­φι­λε­γό­με­νο –από πά­σης από­ψε­ως– Έλ­λη­να πο­λί­τη αυ­τήν τη θαυ­μά­σια έκ­θε­ση...».

Ο Μί­κης ήταν πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ όλα μου­σι­κός. Ήταν ένας Αρ­χάγ­γε­λος της Ελ­λη­νι­κής Μου­σι­κής· Μι­χα­ήλ ήταν άλ­λω­στε το βα­φτι­στι­κό του. Χά­ρη στην ιδιό­τη­τά του αυ­τή αγα­πή­θη­κε και δο­ξά­στη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο και αμ­φι­σβη­τή­θη­κε λι­γό­τε­ρο. Το τάν­κερ στο οποίο θα χω­ρέ­σει το τε­ρά­στιο από κά­θε άπο­ψη μου­σι­κό του έρ­γο, σί­γου­ρα δεν χω­ρά στη ... λί­μνη των Ιω­αν­νί­νων. Χω­ρά όμως το έρ­γο του αυ­τό στη μνή­μη εκεί­νου που χω­ρίς πα­ρω­πί­δες θα ακο­λου­θή­σει τα χνά­ρια που άφη­σε στην πο­ρεία για τη λυ­τρω­τι­κή κα­τα­ξί­ω­ση.
Για να οδη­γή­σου­με τη μνή­μη στην ανά­κλη­ση ή/και στην αφο­μοί­ω­ση του μου­σι­κού έρ­γου του Μί­κη επι­λέ­ξα­με επτά, εμ­βλη­μα­τι­κά κα­τά την άπο­ψή μας, έρ­γα του —ξε­χω­ρι­στά εί­ναι πά­ρα πολ­λά, εμ­βλη­μα­τι­κά λί­γα— και θυ­μί­ζου­με με­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους, που τα έκα­ναν να ξε­χω­ρί­σουν από τα υπό­λοι­πα σπου­δαία.    
Για­τί επτά; Για­τί και ο Μί­κης εί­χε απο­δε­χτεί, εί­χε ασπα­στεί τη μυ­στη­ρια­κή δύ­να­μη και ιε­ρό­τη­τα του αριθ­μού αυ­τού, που πολ­λοί συ­νο­δοι­πό­ροι του, όπως ο Οδυσ­σέ­ας Ελύ­της – για τις Μι­κρές Κυ­κλά­δες, κα­θώς και για τον κύ­κλο Λόρ­κα (Romancero Gitano) έδω­σε ποι­η­τι­κό υλι­κό για επτά τρα­γού­δια! – και ο Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός. Με­τά μά­λι­στα προ­τρο­πή του τε­λευ­ταί­ου ο Μί­κης έδω­σε στην «Εα­ρι­νή Συμ­φω­νία» του τον αριθ­μό 7 αντί του 4 που αντι­στοι­χού­σε κα­νο­νι­κά στη σει­ρά της δη­μιουρ­γί­ας της. Την άνοι­ξη του 1982 ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης εί­χε αρ­χί­σει να επε­ξερ­γά­ζε­ται ποί­η­ση του Γιάν­νη Ρί­τσου με σκο­πό να συν­θέ­σει μια νέα Συμ­φω­νία την τέ­ταρ­τη κα­τά σει­ρά. Εί­χε επι­λέ­ξει ποι­η­τι­κό λό­γο από την «Εα­ρι­νή Συμ­φω­νία», από το «Εμ­βα­τή­ριο του Ωκε­α­νού» και από την «Κυ­ρά των Αμπε­λιών». Εί­χε απο­φα­σί­σει να ονο­μά­σει τη Συμ­φω­νία του αυ­τή Εα­ρι­νή, ωστό­σο το Τέ­ταρ­τη και Εα­ρι­νή του φαί­νο­νταν αταί­ρια­στα και ασύμ­βα­τα. Εκεί­νη την επο­χή ολο­κλή­ρω­νε την κα­ντά­τα του Κα­τά Σαδ­δου­καί­ων αξιο­ποιώ­ντας το ομώ­νυ­μο ποι­η­τι­κό έρ­γο του Μι­χά­λη Κα­τσα­ρού. Σε μια συ­νά­ντη­σή του με τον ποι­η­τή στο Βρα­χά­τι του εκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε τον προ­βλη­μα­τι­σμό του. Ο Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός από­ρη­σε και τον ρώ­τη­σε: «Μα για­τί αυ­τή η υπο­τα­γή στους αριθ­μούς;». «Έχεις δί­κιο» του απά­ντη­σε ο συν­θέ­της. «Η επό­με­νη Συμ­φω­νία μου, με­τά την Τρί­τη, δεν μπο­ρεί πα­ρά να εί­ναι η Εβδό­μη, δε­δο­μέ­νου ότι το Έαρ εκ­φρά­ζει τον ιε­ρό αριθ­μό 7!». Η από­φα­ση ελή­φθη και έτσι η νέα Συμ­φω­νία ονο­μά­στη­κε Εβδό­μη. Το γε­γο­νός αυ­τό αι­τιο­λο­γεί την έλ­λει­ψη μιας Πέμ­πτης και μιας Έκτης Συμ­φω­νί­ας. Με­τά την Εβδό­μη ακο­λού­θη­σε η σύν­θε­ση της Τέ­ταρ­της Συμ­φω­νί­ας – φυ­σιο­λο­γι­κή η αρίθ­μη­ση. Εγκα­τέ­λει­ψε όμως τα σχέ­δια για τη σύν­θε­ση μιας Πέμ­πτης και μιας Έκτης για­τί κα­τα­πιά­στη­κε με τη δη­μιουρ­γία των λυ­ρι­κών τρα­γω­διών του, αφιε­ρώ­νο­ντας έκτο­τε όλη σχε­δόν τη δη­μιουρ­γι­κή του ενέρ­γεια σε αυ­τές!

Επτά εμ­βλη­μα­τι­κά έρ­γα του Μί­κη λοι­πόν, που έφυ­γε «με την πρώ­τη στα­γό­να της βρο­χής»

1. Ελ­λη­νι­κή Απο­κριά (Μου­σι­κή μπα­λέ­του, 1947-1953): για­τί στο πρώ­ι­μο αυ­τό έρ­γο του, τού οποί­ου η σύν­θε­ση άρ­χι­σε στα νη­σιά της εξο­ρί­ας, στην Ικα­ρία, συ­γκε­κρι­μέ­να, σμί­γει με υπο­δειγ­μα­τι­κό τρό­πο ιδιαί­τε­ρες μου­σι­κές αγά­πες (Προ­κό­φιεφ, Στρα­βίν­σκυ, Σο­στα­κό­βιτς), ηχο­ρυθ­μούς της ελ­λη­νι­κής γης και θά­λασ­σας (ρε­μπέ­τι­κο, νη­σιώ­τι­κο), με τις δι­κές του εμπνευ­σμέ­νες με­λω­δί­ες (το θέ­μα του σα­ξο­φώ­νου που υπάρ­χει στον τρί­το χο­ρό του έρ­γου που ονο­μά­ζε­ται «Γκα­μή­λα» ενέ­πνευ­σε τον Μά­νο Χα­τζι­δά­κι στη δη­μιουρ­γία του τρα­γου­διού «Το πέ­λα­γο εί­ναι βα­θύ»), πλά­θο­ντας έτσι ένα άκρως σα­γη­νευ­τι­κό και οπωσ­δή­πο­τε δια­χρο­νι­κό σύν­θε­μα – ήταν αγα­πη­μέ­νο έρ­γο του Μά­νου Χα­τζι­δά­κι. Το έρ­γο γρά­φτη­κε για το Ελ­λη­νι­κό Χο­ρό­δρα­μα της Ραλ­λούς Μά­νου. Στην ολο­κλη­ρω­μέ­νη μορ­φή του μπα­λέ­του πρω­το­πα­ρου­σιά­στη­κε από το Ελ­λη­νι­κό Χο­ρό­δρα­μα στις 14 Μαρ­τί­ου 1954 στην Κρα­τι­κή Όπε­ρα της Ρώ­μης σε μου­σι­κή διεύ­θυν­ση Αν­δρέα Πα­ρί­δη – στο πρό­γραμ­μα συ­νυ­πήρ­χαν τα μπα­λέ­τα Έξι λαϊ­κές ζω­γρα­φιές και Το κα­τα­ρα­μέ­νο φί­δι του Μά­νου Χα­τζι­δά­κι. Στα εξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρο­ντα στοι­χεία που συ­γκρο­τούν την ιστο­ρία του έρ­γου προ­στί­θε­ται και η πρώ­τη του δι­σκο­γρά­φη­ση. Πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε αυ­τή το 1964 σε πα­ρα­γω­γή της ΕΔΑ. Το ερ­μή­νευ­σε η Συμ­φω­νι­κή Ορ­χή­στρα του Εδιμ­βούρ­γου, υπό τις κα­τευ­θυ­ντή­ριες οδη­γί­ες του επι­φα­νούς Άγ­γλου αρ­χι­μου­σι­κού – και με­τέ­πει­τα Sir – Colin Davis!    

2. Επι­τά­φιος (Κύ­κλος τρα­γου­διών, 1958):για­τί με αυ­τό τον κύ­κλο, που εί­χε ως αφε­τη­ρία την ποί­η­ση του Γιάν­νη Ρί­τσου, γεν­νή­θη­κε το «έντε­χνο λαϊ­κό» τρα­γού­δι — ο φαι­νο­με­νι­κά αδό­κι­μος αυ­τός όρος επι­νο­ή­θη­κε από τον Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη. Έμελ­λε έκτο­τε να κυ­ριαρ­χή­σει στη μου­σι­κή ζωή της χώ­ρας και συ­χνά να την κα­τα­δυ­να­στεύ­σει. Ο συν­θέ­της χα­ρα­κτη­ρί­ζει έντε­χνη την ποί­η­ση και λαϊ­κή τη μου­σι­κή. Η ταυ­τό­χρο­νη δι­πλή δι­σκο­γρά­φη­ση του κύ­κλου το 1960 (σε ενορ­χή­στρω­ση και διεύ­θυν­ση Μά­νου Χα­τζι­δά­κι, με ερ­μη­νεύ­τρια τη Νά­να Μού­σχου­ρη και σε ενορ­χή­στρω­ση και διεύ­θυν­ση Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη, με ερ­μη­νευ­τή τον Γρη­γό­ρη Μπι­θι­κώ­τση) που εί­χε κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό την αι­σθη­τι­κή δια­φο­ρο­ποί­η­ση, δη­μιούρ­γη­σε το γνω­στό ελ­λη­νι­κό μου­σι­κό «σχί­σμα»: θε­ο­δω­ρα­κι­κοί – χα­τζι­δα­κι­κοί. Αυ­τό το εμ­βλη­μα­τι­κό έρ­γο —οκτώ από κά­θε άπο­ψη αρι­στουρ­γη­μα­τι­κά τρα­γού­δια, γνή­σια ελ­λη­νι­κά— έμελ­λε να αλ­λά­ξει τους προ­σα­να­το­λι­σμούς και το ύφος του ελ­λη­νι­κού τρα­γου­διού. Με αυ­τό ο ελ­λη­νι­κός λα­ός άρ­χι­σε να τρα­γου­δά τους ποι­η­τές του. Και από τό­τε πο­τέ δεν έπα­ψε να τους τρα­γου­δά.

Με τον Γρη­γό­ρη Μπι­θι­κώ­τση


3. Ηλέ­κτρα (Μου­σι­κή για την ομώ­νυ­μη κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή ται­νία του Μι­χά­λη Κα­κο­γιάν­νη, 1962): για­τί μο­λο­νό­τι η μου­σι­κή και το ένα τρα­γού­δι που πλά­στη­καν για να συ­ντρο­φεύ­ουν τις ει­κό­νες δεν απο­τυ­πώ­νο­νται εύ­κο­λα στη μνή­μη, απο­τέ­λε­σαν ένα μνη­μείο του εί­δους, το οποίο εγκω­μιά­στη­κε πα­γκο­σμί­ως. Ο ίδιος ο συν­θέ­της σχο­λί­α­σε επι­γραμ­μα­τι­κά, σε μέλ­λο­ντα χρό­νο, τη δη­μιουρ­γία του αυ­τή με τα ακό­λου­θα λό­για: «Ήταν η πρώ­τη μου συ­νει­δη­τή επα­φή με τη μου­σι­κή του κι­νη­μα­το­γρά­φου, και τη θε­ω­ρώ ως πρό­τυ­πο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής μου­σι­κής». Δεν εί­ναι απλώς πρό­τυ­πο κι­νη­μα­το­γρα­φι­κής μου­σι­κής τού­τη η προ­σφο­ρά του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη. Εί­ναι πρό­τυ­πο μου­σι­κής που συν­δέ­ει το απώ­τε­ρο χθες με το σή­με­ρα του ελ­λη­νι­σμού. Όπως το συν­δέ­ουν οι αρ­χαί­ες τρα­γω­δί­ες. Με λι­τά μου­σι­κά μέ­σα (η παρ­τι­τού­ρα ορί­ζει φω­νή, πί­κο­λο φλά­ου­το, κλα­ρί­νο, σα­ντού­ρι, μπα­γλα­μά, κό­ντρα-μπά­σο και κρου­στά) που απο­λαμ­βά­νουν την αρω­γή ήχων της φύ­σης ο συν­θέ­της δια­μορ­φώ­νει ένα ιδα­νι­κό μου­σι­κό το­πίο που συ­χνά αντι­κα­θι­στά το λό­γο. Αντι­κα­θι­στά μά­λι­στα κά­πο­τε και την πο­λυ­δύ­να­μη σιω­πή.

4. Το τρα­γού­δι του νε­κρού αδερ­φού (1960-62): για­τί αυ­τό το ολό­δι­κό του μου­σι­κο­θε­α­τρι­κό έρ­γο —«Μου­σι­κή Τρα­γω­δία» το θέ­λει ο πλα­στουρ­γός του— υμνεί με απα­ρά­μιλ­λο τρό­πο την αδελ­φο­σύ­νη, τη συμ­φι­λί­ω­ση και την ενό­τη­τα, ανα­γκαία στοι­χεία για την διαιώ­νι­ση του ελ­λη­νι­σμού. Μια πά­λη ανά­με­σα σε ιδέ­ες και αν­θρώ­πους, ανά­με­σα στο πά­θος και τα πά­θη. Ένα έρ­γο που έχει ταυ­τό­χρο­να ρί­ζες στο λαϊ­κό θέ­α­τρο και στην αρ­χαία τρα­γω­δία. «Ελε­γεία» το χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο Άγ­γε­λος Τερ­ζά­κης. Οι απλοί άν­θρω­ποι γί­νο­νται σε αυ­τό σύμ­βο­λα της σύγ­χρο­νης νε­ο­ελ­λη­νι­κής μυ­θο­λο­γί­ας. Η μαρ­τυ­ρία του Μά­νου Κα­τρά­κη που πρω­τα­γω­νι­στού­σε στην πα­ρά­στα­ση εί­ναι κα­τα­λυ­τι­κή: «Εδώ ο Θε­ο­δω­ρά­κης χυ­μά­ει μέ­σα στο χρό­νο, αρ­πά­ζει τη λαϊ­κή ψυ­χή, την κά­νει μου­σι­κή και λό­γο και τη ρί­χνει πά­νω από τα πά­θη μας σαν φως και σαν βρο­χή. Το ησυ­χά­ζει, τα καλ­μά­ρει και μας ενώ­νει πά­λι, με μια δε­ξιο­τε­χνία θαυ­μα­στή. Και προ­πα­ντός με μιαν αλή­θεια.». Κι αν ο πε­ζός λό­γος χά­νε­ται με το τέ­λος της πα­ρά­στα­σης, πα­ρα­μέ­νει στη μνή­μη ο λό­γος-στί­χος με τον οποίο δο­μή­θη­καν τα τρα­γού­δια. Σπα­ρα­χτι­κός και αυ­τός σε από­λυ­τη σύ­μπνοια με το όλον. Εν­νιά συ­γκλο­νι­στι­κά λαϊ­κά τρα­γού­δια συ­νέ­θε­σε ο Θε­ο­δω­ρά­κης για το έρ­γο του αυ­τό· τα οκτώ σε δι­κούς του στί­χους, ένα σε στί­χους του Κώ­στα Βίρ­βου. Εν­νιά τρα­γού­δια-δια­μά­ντια με κο­ρυ­φαίο το «Στα περ­βό­λια», για πολ­λούς το κο­ρυ­φαίο των ομοει­δών τρα­γου­διών του.  

5. Άξιον Εστί (1960-63): για­τί με αυ­τό το κα­θ’ όλα μο­να­δι­κό και πρω­τό­τυ­πο έρ­γο ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης θε­με­λιώ­νει μια νέα τά­ξη πραγ­μά­των στην ελ­λη­νι­κή μου­σι­κή. Αυ­τή την οποία ο ίδιος βά­φτι­σε με­τα­συμ­φω­νι­κή μου­σι­κή. Συ­νο­δοι­πο­ρούν σε αυ­τό αρ­μο­νι­κά με ευ­φά­ντα­στο δη­μιουρ­γι­κό τρό­πο το μου­σι­κά λό­γιο με το μου­σι­κά λαϊ­κό, με έρει­σμα τη με­γά­λη ποί­η­ση. Μια μου­σι­κή τοι­χο­γρα­φία πρά­ξης σπου­δαί­ας και τε­λεί­ας ακα­τα­μά­χη­της σα­γή­νης, εί­ναι τού­το το ου­ρα­νό­φερ­το έρ­γο. Ο χο­ρός, ο ψάλ­της, ο αφη­γη­τής, ο λαϊ­κός τρα­γου­δι­στής, η λαϊ­κή ορ­χή­στρα, η συμ­φω­νι­κή ορ­χή­στρα σε αγα­στή σύ­μπνοια, κοι­τά­ζουν άλ­λο­τε την ανα­το­λή, άλ­λο­τε τη δύ­ση πα­ρα­μέ­νο­ντας ωστό­σο επί­μο­να ελ­λη­νι­κά. Ο επιού­σιος λό­γος του Οδυσ­σέα Ελύ­τη έγι­νε η αφορ­μή για να δι­δα­χτού­με με αιώ­νιο τρό­πο ότι αυ­τός ο κό­σμος μπο­ρεί να εί­ναι μι­κρός, αλ­λά συ­νά­μα εί­ναι και μέ­γας. Έρ­γο ανε­πα­νά­λη­πτο, μνη­μείο πραγ­μα­τι­κό κι αδια­πραγ­μά­τευ­το, κα­τα­σκευα­σμέ­νο από γνή­σια ελ­λη­νι­κά υλι­κά, χω­ρίς προ­δρό­μους και ίσως χω­ρίς επι­γό­νους.

6. Τρί­τη Συμ­φω­νία (α΄ μορ­φή 1980-81, β΄ μορ­φή 1992): για­τί αυ­τή η δη­μο­φι­λέ­στε­ρη από τις έξι συμ­φω­νί­ες του συν­θέ­τη εμπε­ριέ­χει μια κο­ρυ­φαία στιγ­μή ελ­λη­νι­κής συμ­φω­νι­κής μου­σι­κής. Πρό­κει­ται για το 3ο μέ­ρος της, το οποίο έχει την επω­νυ­μία «Βυ­ζα­ντι­νός ύμνος για τον Πέ­τρο της ΕΠΟΝ» και χα­ρα­κτη­ρι­σμό ρυθ­μι­κής αγω­γής Adagio – Adante. Σε αυ­τό σμί­γει ανα­πά­ντε­χα —αν μπο­ρεί να υπάρ­ξει το ανα­πά­ντε­χο στη μου­σι­κή ποι­η­τι­κή του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη— με­λο­ποι­η­μέ­νη ποί­η­ση του Κ. Π. Κα­βά­φη με τα εγκώ­μια της Με­γά­λης Πα­ρα­σκευ­ής. Μια θε­σπέ­σια πρω­τό­τυ­πη λυ­ρι­κή με­λω­δία «τρα­γου­δά» τα επι­λεγ­μέ­να σπά­ραγ­μα από τη δεύ­τε­ρη στρο­φή του ποι­ή­μα­τος «Η πό­λις» — το έγρα­ψε ο Αλε­ξαν­δρι­νός το 1910— και με έναν τρό­πο μα­γι­κό με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται στο βυ­ζα­ντι­νό μέ­λος που ανα­δύ­ε­ται από το «Αι γε­νε­αί πά­σαι» και το «Η ζωή εν τά­φω» και σμί­γει με αυ­τό εις μου­σι­κήν σάρ­καν μί­αν! Κά­θαρ­σις!!! Η φω­νή (με­σό­φω­νος), οι φω­νές (χο­ρω­δία) και η με­γά­λη συμ­φω­νι­κή ορ­χή­στρα αρ­νού­νται τη συ­μπό­ρευ­ση με τις σύγ­χρο­νες επι­μο­νές, που εκ­φρά­ζο­νται με την «τε­τρά­χορ­δη» μου­σι­κή λο­γι­κή του συν­θέ­τη, και ακο­λου­θούν ένα ξε­χω­ρι­στό ηχο­ρυθ­μι­κό δρό­μο, αμι­γώς ελ­λη­νι­κό. Αν ανα­λο­γι­στού­με μά­λι­στα ότι τα υπό­λοι­πα τρία μέ­ρη του έρ­γου έχουν ως πυ­ρή­να το ποί­η­μα του Σο­λω­μού «Η τρε­λή μά­να» δια­πι­στώ­νου­με ότι η τι­μή —και για­τί όχι και το τί­μη­μα—εί­ναι πο­λύ με­γά­λη: Βυ­ζά­ντιο-Σο­λω­μός-Κα­βά­φης-Θε­ο­δω­ρά­κης. Τι κι αν και αυ­τό το έρ­γο αντι­κα­θρε­φτί­ζει το πλη­θω­ρι­κό του δη­μιουρ­γού του — η ερ­μη­νεία του ξε­περ­νά τη μια ώρα. Εκεί­νο που μέ­νει βα­σα­νι­στι­κά στη μνή­μη εί­ναι το «Ω γλυ­κύ μου έαρ». Όχι αυ­τός κα­θ’ εαυ­τός ο βυ­ζα­ντι­νός ύμνος, αλ­λά ο αρι­στουρ­γη­μα­τι­κός τρό­πος με τον οποίο τον ενέ­τα­ξε ο μου­σουρ­γός στο έρ­γο του.

7. Adagio - Στα θύ­μα­τα του Βοσ­νια­κού πο­λέ­μου (1.5.1993) – για­τί μέ­σα σε λί­γες μου­σι­κές αρά­δες ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης εκ­φρά­ζει με μο­να­δι­κή ευαι­σθη­σία τη θλί­ψη, την οδύ­νη, ου μην και την ορ­γή του, για τα θύ­μα­τα του Βοσ­νια­κού πο­λέ­μου. Όχι όμως με κραυ­γα­λέο τρό­πο, αλ­λά με τον δι­κό του ατμο­σφαι­ρι­κό, ευ­γε­νι­κό και τρυ­φε­ρό. Πρω­το­μα­γιά του 1993. Τρα­γι­κά τα κο­ρυ­φώ­μα­τα του γει­το­νι­κού πο­λέ­μου. Στη σκέ­ψη του τρι­γυ­ρί­ζει η με­λαγ­χο­λι­κή με­λω­δία με την οποία έπλα­σε το 1987 τη «Με­γά­λη άρια της Βε­α­τρί­κης» για τον κύ­κλο τρα­γου­διών Η Βε­α­τρί­κη στην Οδό Μη­δέν. Μια ορ­χή­στρα εγ­χόρ­δων για τη συ­νο­δεία αντί του αρ­χι­κού πιά­νου, ένα πνευ­στό για το τρα­γού­δι αντί της φω­νής. Να πως γεν­νή­θη­κε ένα μοι­ρο­λόι χω­ρίς λό­για για τα θύ­μα­τα ενός ακό­μη άδι­κου πο­λέ­μου. Η με­λω­δία ξε­τυ­λί­γε­ται αρ­γά, βα­σα­νι­στι­κά κά­πο­τε, σε τρί­ση­μο ρυθ­μό. Ο ελάσ­σων τρό­πος της μου­σι­κής εί­ναι απο­λύ­τως ται­ρια­στός. Το adagio, ο εξ ορι­σμού χα­ρα­κτη­ρι­σμός της ρυθ­μι­κής αγω­γής, αρ­μο­νι­κός μοιά­ζει τί­τλος του νέ­ου έρ­γου. Ακούς αυ­τή τη θε­σπέ­σια μου­σι­κή μι­νια­τού­ρα και ανα­ρω­τιέ­σαι σε τι μπο­ρεί να υπο­λεί­πε­ται δυο άλ­λων ομοει­δών του που έχουν δο­ξα­στεί από τη μου­σι­κή οι­κου­μέ­νη στον 20ό αιώ­να: το Adagio για έγ­χορ­δα του Σά­μιου­ελ Μπάρ­μπερ (1936) και το Adagietto το οποίο συ­νέ­θε­σε για την Πέμ­πτη Συμ­φω­νία του ο Γκού­σταβ Μά­λερ (1901-02) — ναι αυ­τό που απο­γεί­ω­σε με το Θά­να­το στη Βε­νε­τία ο Λου­κί­νο Βι­σκό­ντι (1971). Η απά­ντη­ση μο­νο­σή­μα­ντα δε­δο­μέ­νη.

Εύ­κο­λα γί­νε­ται αντι­λη­πτό με­τά από αυ­τά, ότι και μό­νον με τα επτά έρ­γα του που μνη­μο­νεύ­τη­καν ο Μί­κης Θε­ο­δω­ρά­κης εί­χε κερ­δί­σει την αθα­να­σία. Ναι δεν την κέρ­δι­σε με το θά­να­τό του. Την εί­χε κερ­δί­σει προ πολ­λού με το ασύ­γκρι­το, το απα­ρά­μιλ­λο μου­σι­κό έρ­γο του. Τό­σο το ελ­λη­νι­κό, όσο και το οι­κου­με­νι­κό.

* Ο Νί­κος Γκά­τσος θέ­λει πι­κρό το άστρο της χα­ραυ­γής. Ο Μί­κης, όμως, ήταν και πα­ρα­μέ­νει «άστρο λα­μπρό».


Μικρό Αφιέρωμα

Το φτερούγισμα μιας αδιάλειπτης εφηβείας

————————————————————
του
ΓΙΩΡ­ΓΟΥ ΜΟYΛΟΥΔÁΚΗ
————————————————————


[ Α ]

Ερ­γό­χει­ρα

Αν κα­θί­σεις, νύ­χτα Σε­πτεμ­βρί­ου, κά­τω από ξά­στε­ρο ου­ρα­νό κι αφή­σεις τα μά­τια σου να βυ­θι­στούν στο πα­ρελ­θόν ενός σύ­μπα­ντος που κα­τά πά­σα πι­θα­νό­τη­τα δεν υπάρ­χει πλέ­ον, το φυλ­λα­ρά­κι του μυα­λού σου —από τρό­μο, από αγαλ­λί­α­ση;— θα απο­μο­νώ­σει μια χού­φτα κου­κί­δες απ’ το πλή­θος που σκόρ­πι­σε το χέ­ρι του Με­γά­λου Σπο­ρέα, και θα υφά­νει στον αμ­φι­βλη­στροει­δή της φα­ντα­σί­ας σου ένα μο­να­δι­κό υφα­ντό — έτσι κα­θώς κά­ποιοι κά­πο­τε ύφα­ναν τον Το­ξό­τη και τη Με­γά­λη Άρ­κτο στον θό­λο των επου­ρα­νί­ων, δη­λα­δή στον θό­λο του μυα­λού τους. Ετού­το το εφή­με­ρο κά­τω απ’ τον ξά­στε­ρο ου­ρα­νό υφα­ντό θα ‘ναι χρι­σμέ­νο το λυ­τρω­τι­κό πα­ρά­δο­ξο των ερω­τευ­μέ­νων και των ασκη­τών: καλ­λι­τέ­χνης κι απο­δέ­κτης του έρ­γου τέ­χνης εί­ναι ένα και το αυ­τό πρό­σω­πο. Το έρ­γο, στο εξής, θα σπαρ­τα­ρά, νε­ο­γέν­νη­το μα­ζί και ετοι­μο­θά­να­το, μες στην κοι­λιά ενός ακα­ριαία μη­δε­νι­σμέ­νου χρό­νου, μέ­σα στο φως μιας αστρα­πής, έτσι κα­θώς λέ­γε­ται ότι συ­νέ­βη μες στην ψυ­χή του Άγ­γλου στρα­τιώ­τη λί­γο πριν τον κα­τα­βρο­χθί­σει ο ζω­ο­ποιός Πόρ­φυ­ρας του Σο­λω­μού: «Άστρα­ψε φως κι εγνώ­ρι­σεν…».
Κα­τα­λα­βαί­νου­με απόεκεί έξω ό,τι εί­μα­στε έτοι­μοι να κα­τα­λά­βου­με. Το εκεί έξω αδια­φο­ρεί· πι­θα­νό­τα­τα. Στη δι­κή μου αί­σθη­ση, η εν εί­δει καλ­πα­σμού χι­λί­ων επι­βη­τό­ρων έλευ­ση του Θε­ο­δω­ρά­κη απ’ τον ιστο­ρι­κό χρό­νο της γε­νιάς μου δεν μπο­ρεί πα­ρά να υπα­κού­ει στο πα­ρα­πά­νω πα­ρά­δο­ξο. Εκεί­νο που ο κα­θέ­νας θα κρα­τή­σει στα χέ­ρια του, όταν η σκό­νη του καλ­πα­σμού κα­τα­κα­θί­σει, θα εί­ναι ένα νε­ο­γέν­νη­το πρό­σω­πο, ο δι­κός του κά­θε φο­ρά Θε­ο­δω­ρά­κης. Αυ­τό το πρό­σω­πο, που σε ανύ­πο­πτο χρό­νο ει­σέ­βα­λε με τις σκόρ­πιες κου­κί­δες της ιστο­ρί­ας του στο πι­λο­τή­ριο του βα­θυ­σκά­φους μας και απο­συ­ντό­νι­σε τα όρ­γα­να, και ανα­κα­τέ­τα­ξε τις συ­ντε­ταγ­μέ­νες της πο­ρεί­ας, εάν αυ­τό συ­νέ­βη, θα 'ναι για πά­ντα, ακό­μα και ερή­μην του, ένα ακρι­βό για μας πρό­σω­πο.
Αλ­λιώς: ο Θε­ο­δω­ρά­κης έζη­σε τις πολ­λές του ζω­ές μέ­σα στη μία δι­κή του, και φα­ντά­ζει πλέ­ον αδύ­να­το να απο­σα­φη­νι­στεί το ποια ζωή υπήρ­ξε όντως δι­κή του. Ίσως ένας κυ­μα­τι­σμός μες στο πο­λύ­βουο καρ­να­βά­λι των γε­γο­νό­των, προ­ο­ρι­σμέ­νος να ντύ­νε­ται μια κά­θε φο­ρά δια­φο­ρε­τι­κή μά­σκα, προ­κει­μέ­νου να κα­θη­συ­χά­ζει τους εχθρούς, αλ­λά κυ­ρί­ως τον ίδιο του τον εαυ­τό. Θα μι­λή­σω εδώ για τη μία δι­κή μου ζωή του Θε­ο­δω­ρά­κη, που ένας πει­να­σμέ­νος μέ­σα μου, ήδη από την επο­χή της εφη­βεί­ας, ίδιος και απα­ρά­λα­χτος σ’ όλα τα χρό­νια, φώ­τι­ζε βου­βά με το πιο φρο­ντι­σμέ­νο του φα­να­ρά­κι.

Η συ­νά­ντη­ση

Η ευ­ρεία οι­κο­γέ­νειά μου, πο­τι­σμέ­νη ως το πιο βα­θύ ση­μείο απ’ τη βία της φυ­λα­κής και της εξο­ρί­ας, και λου­σμέ­νη στους αντι­κα­το­πτρι­σμούς ενός αδιά­λει­πτου επα­να­στα­τι­κού σθέ­νους (του οποί­ου, ει­ρή­σθω εν πα­ρό­δω, κο­ρυ­φαίο δώ­ρο υπήρ­ξε η ώρα της συγ­χώ­ρε­σης), εί­χε δο­κι­μά­σει να μου τον γνω­ρί­σει, εγκα­θι­στώ­ντας με σε νε­α­ρή ηλι­κία μες στην πα­ρη­γο­ρη­τι­κή εμ­βέ­λεια του φω­το­στέ­φα­νου των ενερ­γειών του. Κά­ποιος μέ­σα μου εί­χε τό­τε αρ­νη­θεί, για τους δι­κούς του λό­γους, και το πα­ρά­δο­ξο εί­ναι πως ένας τα­ξι­κός εχθρός, ο Μά­νος Χα­τζι­δά­κις, ευ­θύ­νο­νταν για την πρώ­τη μας συ­νά­ντη­ση. Έτσι, βρέ­θη­κα στα 16 μου, στο κα­φε­νείο του «Galaxy», στο Ηρά­κλειο, να πί­νω κα­φέ σε ένα στρογ­γυ­λό τρα­πε­ζά­κι με τα δυο τέ­ρα­τα της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής εξω­στρέ­φειας, με το δέ­ος εκεί­νο που χω­ρίς αμ­φι­βο­λία θα ερύ­θρυ­νε τις πα­ρειές μιας νε­ό­τη­τας που επέ­με­νε να χτί­ζει τους χάρ­τι­νους πύρ­γους της πά­νω στα θε­μέ­λια της αγιο­σύ­νης των ιν­δαλ­μά­των. Κι όμως, κά­ποιος μέ­σα μου γνώ­ρι­ζε ήδη ότι το φως που έλου­ζε εκεί­νο το τρα­πε­ζά­κι ήταν ένα, έτσι κα­θώς με­τά το «Δεύ­τε λά­βε­τε» τα κε­ριά που καί­νε μες στις πα­λά­μες καί­νε το ίδιο Ανα­στά­σι­μο φως, αυ­τό που φώ­τι­σε το πρό­σω­πο του Ιη­σού όσο και του λη­στή. Το φως εκεί­νο εί­χε προ­σφερ­θεί αιώ­νες πριν τη γέν­νη­ση και των τριών, κι ερ­χό­ταν τώ­ρα να φω­τί­σει την κα­λή την ώρα.
Η μνή­μη που κρα­τώ απ’ αυ­τή την πρώ­τη συ­νά­ντη­ση πα­ρέ­μει­νε αλώ­βη­τη στην κρι­τι­κή των επό­με­νων χρό­νων. Θα προ­σθέ­σω μό­νο πως η όποια ανα­φο­ρά στη συ­νέ­χεια των συ­να­ντή­σε­ων, επαγ­γελ­μα­τι­κή ή όχι, δεν έχει χώ­ρο εδώ, εξ ού και την πα­ρα­κάμ­πτω ως άκομ­ψη· μο­νά­χα η αί­σθη­ση της πρώ­της φο­ράς, που, κα­τά πώς λέ­νε, δια­θέ­τει διεισ­δυ­τι­κές αρε­τές.
Θυ­μά­μαι λοι­πόν, όχι δί­χως κά­ποια αδιό­ρα­τη νο­σταλ­γία, πως ο Χα­τζι­δά­κις εξέ­πε­μπε την κα­θη­λω­τι­κή χά­ρη ενός ακρι­βού αρώ­μα­τος της ανα­το­λής, και μα­ζί έναν αέ­ρα ακα­τα­νί­κη­της συγ­γέ­νειας. Η Κρή­τη ρί­ζω­νε όμορ­φα στα υλι­κά του και ήταν ολο­φά­νε­ρο ότι τον έθρε­φε. Δί­πλα στον Θε­ο­δω­ρά­κη άκου­γες το δια­κρι­τι­κό ψι­θύ­ρι­σμα, μια χα­μη­λό­φω­νη αναγ­γε­λία επι­κεί­με­νης πτή­σης, το φτε­ρού­γι­σμα μιας αγκα­λιάς προς το εύ­θραυ­στο της ζω­ής, ένα ήρε­μο σάλ­πι­σμα και μα­ζί μια επι­τα­κτι­κή πρό­σκλη­ση να απε­λευ­θε­ρω­θείς απ’ τη θνη­τό­τη­τα, πριν προ­λά­βει ο Χά­ρος και σε ντρο­πιά­σει. Το ίδιο Κρη­τι­κό σθέ­νος που από κα­τα­γω­γή κου­βά­λα­γαν κι οι δύο (Χα­νιώ­της απ’ τον Γα­λα­τά ο ένας, Ρε­θε­μνιώ­της απ’ τον Μύρ­θιο ο άλ­λος, με­γα­λω­μέ­νοι όμως στην ξε­νι­τιά τής μο­να­ξιάς τους) με­τα­γλωτ­τι­ζό­ταν δί­πλα στον Θε­ο­δω­ρά­κη σε κά­τι που έμοια­ζε με κου­βέ­ντα κλεμ­μέ­νη απ’ τον Κα­πε­τάν Μι­χά­λη (ή απ’ τον κα­πε­τάν Μί­κη, να πεις εδώ), ενώ δί­πλα στον Χα­τζι­δά­κι με­τα­μορ­φω­νό­ταν σε πο­λύ­τι­μο πρου­κιό, ερ­γό­χει­ρο προ­για­γιάς που στε­κό­τα­νε ντυ­μέ­νη τα γιορ­τι­νά της στο κε­φα­λό­σκα­λο να σε κα­λω­σο­ρί­σει, ει­κό­να-κέ­ντη­μα που οι άντρες όλοι έσκυ­βαν να προ­σκυ­νή­σουν. Έλε­γες πως παλ­λό­τα­νε μες στην ησυ­χία του απο­γεύ­μα­τος σαν υπο­φω­τι­σμέ­νη κά­μα­ρη του Κα­βά­φη, που μό­λις από μέ­σα της εί­χαν εξέλ­θει ακρο­πο­δη­τί οι «Νέ­οι της Σι­δώ­νος». Κι αυ­τά την ώρα που ο Θε­ο­δω­ρά­κης φύ­σα­γε αφη­ρη­μέ­νος το ίδιο του το φου­σκω­μέ­νο άρ­με­νο, ιστιο­φό­ρο μέ­σα στην από­λυ­τη ερη­μιά της νύ­χτας, που ξε­κι­νά τα­ξί­δι μ’ άγνω­στο προ­ο­ρι­σμό. Τη διά­φα­νη ζωή τους όμως την ξε­φα­νέ­ρω­ναν αυ­τά τα ξε­χα­σμέ­να πού­που­λα, ριγ­μέ­να απ’ την ορ­θά­νοι­χτη φτε­ρού­γα κά­ποιας ου­το­πί­ας, πού­που­λα που δεν προ­λά­βαι­ναν να κρύ­ψουν, και που στο φως του απο­γεύ­μα­τος έλα­μπαν σαν μο­να­δι­κή αλή­θεια. Γι’ αυ­τό ήταν κε­φά­τοι.


Ερ­γο­τέ­λης

Λί­γο πριν απ’ τα πα­ρα­πά­νω, στο κα­τά­με­στο με­τα­πο­λι­τευ­τι­κό γή­πε­δο του Ερ­γο­τέ­λη, συ­νε­λάμ­βα­να την ίδια μου την ψυ­χή να πάλ­λε­ται λου­σμέ­νη στον αέ­ρα που ανα­κά­τευε με το φτε­ρού­γι­σμά του όταν δι­ηύ­θυ­νε, κά­τω απ’ το τρυ­φε­ρό σε­ντό­νι της φω­νής της Φα­ρα­ντού­ρη [φω­νή-μά­να, φω­νή-ερω­μέ­νη, φω­νή-συ­ντρό­φισ­σα] και κά­τω απ’ τις κο­φτε­ρές λε­πί­δες των μπου­ζου­κιών του Καρ­νέ­ζη και του Πα­πα­δό­που­λου [με τα χέ­ρια τους να δεί­χνουν σ’ άλ­λον τό­πο το κα­θέ­να, λες και τα χώ­ρι­ζε η ευ­χή ενός κα­θρέ­φτη], που απ’ τους πιο πο­λυ­σύ­χνα­στους δρό­μους της γυά­λι­νής τους έξαρ­σης χυ­νό­ντου­σαν κα­τά πά­νω μας κι έκο­βαν τσα­μπιά μνή­μης ολό­δρο­σα, τις ρό­γες των αό­ρα­των προ­σευ­χών, τα δώ­ρα της αδια­με­σο­λά­βη­της ζω­ής. Στη­ριγ­μέ­νοι στο στα­θε­ρό πά­τη­μα του χα­σά­πι­κου και περ­νώ­ντας σκυ­φτοί μέ­σα απ’ τους δαι­δα­λώ­δεις λα­βυ­ρίν­θους του ζεϊ­μπέ­κι­κου [πά­ντα στους ίσκιους άκου­γες το πη­χτό μου­σού­νι­σμα του Μι­νώ­ταυ­ρου], τα μοί­ρα­ζαν σε χέ­ρια πει­να­σμέ­να, σε εμάς, που πά­νω στις διο­νυ­σια­σμέ­νες ια­χές του ακο­νί­ζα­με τη διάρ­κεια του αι­σθή­μα­τος, την ανταρ­σία σ’ ό,τι λοι­δο­ρού­σε το φι­λό­τι­μο, την απο­κο­τιά μιας αστρα­πιαί­ας μα με χει­ρουρ­γι­κή τε­λειό­τη­τα κί­νη­σης που ξε­ρί­ζω­νε απ’ τα σπλά­χνα τον ει­σβο­λέα του φό­βου και τον πε­τού­σε στον αφα­λό της γιορ­τής, ντρο­πια­σμέ­νο. Τό­τε θα ερ­χό­ντου­σαν οι μαυ­ρο­φό­ρες να χορ­τά­σουν με τη σάρ­κα του τα νύ­χια τους, λυ­τρω­τι­κά μπρο­στά στα μά­τια μας να τον αφα­νί­σουν.
Κι ερ­χό­ταν κά­πο­τε η ώρα για να πει τη Ρω­μιο­σύ­νη, έτσι κα­θώς συλ­λα­βί­ζεις έναν χρη­σμό χω­ρίς να ξέ­ρεις (τη Ρω­μιο­σύ­νη που ήταν δά­νειο, η πρό­νοια κά­ποιου κρυμ­μέ­νου μέ­σα μας διαρ­ρή­κτη, δά­νειο όπως κι ο Ζορ­μπάς — μι­κρές κλο­πές που ο χρό­νος ίσως του συγ­χώ­ρη­σε, αφού μέ­σα στην πο­λυ­πραγ­μο­σύ­νη δεν υπήρ­χε χώ­ρος για δι­κά σου και δι­κά μου, κι ας κό­στι­σε αυ­τό σε ανοι­χτές πλη­γές· ποιος να μι­λή­σει σή­με­ρα γι’ αυ­τά, και από ποια γω­νιά της μνή­μης;). Κι ο τρό­πος που συλ­λά­βι­ζε τη Ρω­μιο­σύ­νη ήταν ο τρό­πος όλων μας. Λου­σμέ­νος, απ’ την κο­ρυ­φή ως τα νύ­χια της θε­ό­ρα­της φι­γού­ρας του με μια βία λυ­τρω­τι­κή, βία που την έθρε­φε κά­θε γραμ­μά­ριο αδι­κί­ας, που την άν­δρω­νε η πί­κρα της προ­δο­σί­ας, που την έκα­νε λά­βα­ρο ο έρω­τας προς έναν κό­σμο που θα ήταν άλ­λος. Κι αυ­τόν τον κό­σμο, με αξε­διά­λυ­τα όμοιο τρό­πο, τον ανέ­μι­ζε μέ­σα στο στή­θος μας σαν προ­σευ­χή ο χρι­στια­νός κι ο άθε­ος.
Σή­με­ρα δεν μπο­ρώ να ξε­χω­ρί­σω εκεί­νο το φτε­ρού­γι­σμα απ’ τον ίδιο τον Θε­ο­δω­ρά­κη, και να για­τί εδώ η απώ­λεια δεν εί­ναι ένας θά­να­τος μα μια εκρί­ζω­ση, ο θρή­νος για τον απο­χω­ρι­σμό απ’ τη γιορ­τή μιας ζώ­σας ου­το­πί­ας, όχι κά­τι λι­γό­τε­ρο απ’ το πέν­θος της κα­νο­νι­κής ζω­ής. Τώ­ρα, λί­γο πριν, απο­σβο­λω­μέ­νοι, βλέ­πα­με το νε­κρό σώ­μα της εφη­βεί­ας μας να κα­τε­βαί­νει σ’ αυ­τή την πα­ρά­ξε­νη τρύ­πα στη γη του Γα­λα­τά, έτσι όπως κά­θε νε­κρός, σαν πο­τέ να μην ήταν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο από ένας νε­κρός. Μυ­ριά­δες θρή­νη­σαν βου­βά και σώ­πα­σαν για αυ­τό που έστα­ξε πί­σω απ’ το δά­κρυ: ό,τι έδω­σε νό­η­μα στη ζωή μας, ό,τι μας ανύ­ψω­σε λί­γο πά­νω απ’ τον κό­σμο της ανά­γκης, υπήρ­ξε θνη­τό. Στην πα­ρά­ξε­νη τρύ­πα του Γα­λα­τά κα­τε­βά­σα­με τον ίδιο μας τον εαυ­τό.

Μικρό Αφιέρωμα



[ Β ]

Κά­τω απ’ τη φό­δρα

Ως εδώ το έδα­φος ήταν κοι­νό. Απ’ το ση­μείο αυ­τό κι έπει­τα δια­κρί­νο­νται οι γκρί­ζες ζώ­νες. Στο εξής ο κα­θέ­νας θα πα­τά στη δι­κή του τη βάρ­κα.
Ο Θε­ο­δω­ρά­κης —αυ­τό το κομ­μά­τι Θε­ο­δω­ρά­κη που εγώ θέ­λω να κρα­τή­σω— ακό­νι­ζε το ξί­φος του στην κα­θα­ρό­τη­τα της πρό­θε­σης και όχι στη βε­βαιό­τη­τα της νί­κης. Η με­τέ­ω­ρη πα­τρί­δα που υπε­ρα­σπί­στη­κε (αυ­τός και οι χι­λιά­δες σαν αυ­τόν, ανά­με­σά τους κι ο πα­τέ­ρας μου) ανέ­πνεε ήδη μέ­σα τους, σύμ­μα­χος κι άγ­γε­λος. Με κά­ποιον τρό­πο πραγ­μα­τι­κή πα­τρί­δα τους υπήρ­ξε η ίδια η μά­χη, και να για­τί η σκη­νή που ανα­κα­λεί ο Θε­ο­δω­ρά­κης [εκεί που σε έναν μελ­λο­θά­να­το προ­σφέ­ρε­ται η δυ­να­τό­τη­τα να εξαι­ρε­θεί, αλ­λά αυ­τός βου­τά στη θά­λασ­σα και κο­λυ­μπά προς τη βάρ­κα που θα τον οδη­γή­σει μα­ζί με τους συ­ντρό­φους του στο εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα] συ­νο­ψί­ζει το τι υπήρ­ξε ο θά­να­τος για αυ­τούς, θά­να­τος που με­τα­στοι­χειω­νό­ταν σε διαρ­κές χά­δι της πο­θη­τής πα­τρί­δας, στη μό­νη της εν­σάρ­κω­ση, στον μό­νο τό­πο που το όνει­ρο ανέ­πνεε ψη­λά πά­νω από τα μι­κρά με­γέ­θη. Κι ο χρό­νος δια­στέλ­λο­νταν. Ο λί­γος που από­με­νε φού­σκω­νε σε αιώ­νες πα­ρα­δεί­σιας γα­λή­νης. Και να για­τί οι Μα­κρο­νη­σιώ­τες απε­χθα­νό­ντου­σαν τη δή­λω­ση, κι αυ­τό το ξέ­ρω κι απ’ τη μαρ­τυ­ρία και το μαρ­τύ­ριο του πα­τέ­ρα μου, που ήταν εκεί, συ­γκά­τοι­κος, στα ίδια ακρι­βώς εκεί­να χρό­νια.
Αλ­λιώς: Το εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα ήταν ένα μι­κρό τρι­ζό­νι, σαν αυ­τό που κά­πο­τε φα­νε­ρώ­θη­κε μες στο «Λα­κω­νι­κόν» του Ελύ­τη, για να κα­τα­κυ­ρώ­σει, «μέ­σα στη νύ­χτα των αφρό­νων» και με τον πιο αδιαμ­φι­σβή­τη­το τρό­πο, «το νό­μι­μο του Ανέλ­πι­στου».
Ποια άλ­λη Ελ­λά­δα να ζη­τή­σει κα­νείς;


Συμ­φω­νη­τι­κό μιας πα­ρα­τε­τα­μέ­νης εφη­βεί­ας

Ανα­σκα­λεύ­ο­ντας τώ­ρα για λί­γο ακό­μη τα ρού­χα του νε­κρού, (αφού ήδη δια­πρά­ξα­με την ύβρη και η νέ­με­ση, χω­ρίς αμ­φι­βο­λία, θα μας πλή­ξει), θα δού­με ότι ο νε­κρός εί­χε ζή­σει τη δεύ­τε­ρη, πα­ράλ­λη­λη, ζωή του σε κοι­νή θέα, έτσι ώστε αυ­τή να εί­ναι διά­πλα­τα εκτε­θει­μέ­νη στις συμ­βο­λι­κές επεν­δύ­σεις. Αυ­τό, σε συν­δυα­σμό με ένα δια­τρη­τι­κό τα­λέ­ντο που ένω­νε ετε­ρό­κλη­τα άν­θη κα­θώς και μια δαι­μο­νι­κή αντο­χή (που μπο­ρείς να την πεις γεν­ναιό­τη­τα ή ψυ­χο­πα­θο­λο­γι­κής κα­τα­γω­γής άγνοια κιν­δύ­νου, που τη συ­νό­δευε —όπως κά­ποια παι­διά— μια εξαί­σια τύ­χη) του επέ­τρε­πε να πα­ρα­μέ­νει όρ­θιος στα δύ­σκο­λα και να επι­μέ­νει λες και ήταν άτρω­τος. Και όντως, με αυ­τόν τον πρω­θύ­στε­ρο τρό­πο, πα­ρέ­με­νε άτρω­τος. Τον προ­στά­τευε άλ­λω­στε, κα­θώς πολ­λοί φί­λοι θα ισχυ­ρι­στούν, η πα­νο­πλία ενός υπερ­τρα­φούς Εγώ. Μα ποιος νοιά­ζε­ται γι’ αυ­τό σή­με­ρα; Απ’ τη χρο­νι­κή από­στα­ση που λειαί­νει τις λε­πτο­μέ­ρειες, εκεί­νο που δε­σπό­ζει εί­ναι η ωραιό­τη­τα των πιο ιδιω­τι­κών του αγώ­νων, εκεί­νων που υπο­πτεύ­ε­ται κα­νείς στις χα­ρα­μά­δες των συ­νε­ντεύ­ξε­ων και της με­γά­λης μου­σι­κής του. Κι αυ­τή η ωραιό­τη­τα δεν ήρ­θε ανέ­ξο­δα, εκτός και υπο­θέ­σει κα­νείς (πράγ­μα που, εγώ πά­ντως, θε­ω­ρώ βέ­βαιο) πως η άμα τη πα­ρα­δώ­σει πλη­ρω­μή των ευ­γε­νών τό­πων στους οποί­ους ει­σέρ­χο­νταν τον απάλ­λασ­σε απ’ την υπο­χρέ­ω­ση να πλη­ρώ­νει κα­τά την έξο­δο.
Στην έξο­δο λοι­πόν τί­πο­τα δεν πλη­ρώ­θη­κε. Τον δό­ξα­σαν ακό­μα και εκεί­νοι που, σαν εμέ­να, μέ­τρη­σαν σε ανύ­πο­πτο χρό­νο με το υπο­δε­κά­με­τρο της μι­κρο­ψυ­χί­ας τους τα λά­θη μιας ζω­ής που ανα­δύ­ο­νταν για λί­γο στην επι­φά­νεια, ξε­φυ­σώ­ντας, για να ανα­πνεύ­σει, αντί να κοι­τά­ξουν το μέ­γε­θος του κή­τους που χό­ρευε κά­τω απ’ το νε­ρό, έτοι­μο να κα­τα­δυ­θεί στην άβυσ­σο.
Κα­τά τα λοι­πά, μπο­ρώ να υπο­θέ­σω ότι το βα­σι­κό του σθέ­νος υπήρ­ξε η εμ­μο­νή στις με­γά­λες κα­τα­δύ­σεις και η προ­σφο­ρά ενός δι­χτυού προ­στα­σί­ας προς τους πε­πτω­κό­τες συ­να­γω­νι­στές. Την νοη­μα­το­δό­τη­ση της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας θα έπρε­πε να τη σέρ­νει η ατμο­μη­χα­νή των πιο με­γά­λων φι­λο­δο­ξιών, κι αυ­τό νο­μί­ζω τον έκα­νε να ξε­φεύ­γει απ’ την κα­κιά την ώρα τό­τε που οι σφαί­ρες σφύ­ρι­ζαν γύ­ρω του, και να ξε­γλι­στρά επι­τυ­χώς απ’ τα μι­κρά όταν αυ­τά απει­λού­σαν να τον κυ­ριεύ­σουν. Έτσι, ο πιο επαρ­κής συ­νο­μι­λη­τής του υπήρ­ξε ένα φα­ντα­σια­κό κοι­νό (ή πραγ­μα­τι­κό; δύ­σκο­λο να πεις τι προη­γή­θη­κε και τι απέ­μει­νε), που ήταν ο κα­θρέ­φτης ενός εξαί­σιου, ιδα­νι­κού Εγώ, ένα κοι­νό που χει­ρο­κρο­τού­σε τον διο­νυ­σια­σμέ­νο δι­κό του κα­θρέ­φτη μες στα γε­μά­τα στά­δια. Για­τί, ασφα­λώς, και το κοι­νό τον δι­κό του ιδα­νι­κό εαυ­τό ήταν που χει­ρο­κρο­τού­σε πά­νω στη μορ­φή του Θε­ο­δω­ρά­κη, γι’ αυ­τό εκ των υστέ­ρων κά­ποιοι δεν του συγ­χώ­ρη­σαν που γέ­ρα­σε. Ενε­νή­ντα έξι έτη ήταν χω­ρίς αμ­φι­βο­λία πά­ρα πολ­λά για έναν έφη­βο, όσο κι αν κά­θε τό­σο γιορ­τά­ζα­με και πά­λι την ανα­γέν­νη­ση της εφη­βεί­ας του [μας].
Μια εξαί­σια πα­λαί­στρα υπήρ­ξαν οι μυ­θι­κές εκεί­νες εξέ­δρες, οι φορ­τω­μέ­νες μου­σι­κούς σαν κι­βω­τοί του Νώε, πα­λαί­στρα να ανα­με­τρη­θείς με το φθαρ­τό του χρό­νου, και η ικα­νο­ποί­η­ση στον γύ­ρο του προ­σώ­που του, που οι κά­με­ρες κα­τέ­γρα­φαν, δεν μπο­ρεί πα­ρά να κα­τα­γό­τα­νε από μια χώ­ρα πιο μα­κρι­νή απ’ τη μα­ταιο­δο­ξία. Μα κι αν υπο­θέ­σου­με πως κι εκεί­νη η μα­ταιο­δο­ξία εί­χε βά­λει τη μα­κριά ου­ρά της στην εξί­σω­ση, εύ­κο­λα θα πεις σή­με­ρα χα­λά­λι του, αφού μέ­σα στο ερ­γα­στή­ρι των γε­γο­νό­των αυ­τή έγι­νε ο κι­νη­τή­ρας μιας εξου­θε­νω­τι­κής εξω­στρέ­φειας, από­λυ­τα κρί­σι­μης κι επι­κίν­δυ­νης, σαν δί­κο­πο μα­χαί­ρι, ανά­λο­γα τους αν­θρώ­πους στους οποί­ους αυ­τή απευ­θυ­νό­ταν.
Και πολ­λοί θα πουν σή­με­ρα πως με τους Χα­τζι­δά­κι­δες και τους Θε­ο­δω­ρά­κη­δες χά­σα­με τη δυ­να­τό­τη­τα μιας πο­λυ­φω­νί­ας του ψυ­χι­κού κυ­μα­τι­σμού μας. Αλ­λά αυ­τό δεν θα το ξέ­ρου­με αν δεν έρ­θει ο λο­γα­ρια­σμός, αν δε υπο­λο­γί­σου­με τι κλη­ρο­δο­τή­θη­κε και τι εμπο­δί­στη­κε. Το μό­νο που έχου­με στα χέ­ρια μας εί­ναι η προί­κα. Και μι­λώ­ντας για τον Θε­ο­δω­ρά­κη, πρέ­πει να πα­ρα­δε­χτώ ότι στο δι­κό μου ψυ­χι­κό απο­τύ­πω­μα η πα­ρου­σία του δά­νει­σε εκεί­νη την αί­σθη­ση του ανί­κη­του που η γε­νιά μου κου­βά­λη­σε στους ώμους της, απο­σκευή και σταυ­ρό. Λες κι εί­χα­με κρυ­φά συ­νυ­πο­γρά­ψει ένα συμ­φω­νη­τι­κό ότι αυ­τή την εκ­κλη­σιά θα την ασπρί­ζου­με τα κα­λο­καί­ρια, θα της ανά­βου­με τα κα­ντή­λια της και θα τη λει­τουρ­γού­με, όσο κα­κοί και­ροί κι αν ερ­χό­ντου­σαν. Και ήρ­θαν.


Ο λα­ός του

Ισχυ­ρί­ζο­μαι ότι Θε­ο­δω­ρά­κης εί­χε τις επο­χές και τους τό­πους του. Κα­θό­λου δεν αγα­πώ τις έλευ­σή του απ’ τις αί­θου­σες των Με­γά­ρων Μου­σι­κής, κά­τι που κι ο ίδιος θα πρέ­πει να ένοιω­θε. Το έν­δυ­μα εκεί πρό­δι­δε το πε­ριε­χό­με­νο με χί­λια στό­μα­τα. Μό­νο στον πρώ­ι­μο με­τα­πο­λι­τευ­τι­κό χρό­νο και στους ανοι­χτούς ου­ρα­νούς των στα­δί­ων μπο­ρού­σε να χτι­στεί η εύ­φο­ρη φω­λιά που έθρε­ψε το άρ­ρη­το, τους βου­βούς ακό­μα μα­χη­τές ενός μέλ­λο­ντος σαν χά­δι του ήλιου μες στο κα­τα­χεί­μω­νο. Όσο η τε­χνι­κή επι­στρα­τευό­ταν, τό­σο το ψεύ­δος έτρι­βε τα χέ­ρια του. Εκεί, τό­τε, μες στην πραγ­μα­τι­κή φω­λιά των ιε­ρών με­τα­γλωτ­τί­σε­ων, με εκεί­να τα χέ­ρια-φτε­ρού­γες που σκέ­πα­ζαν τις φω­νές-χρη­σμούς, που φού­σκω­ναν και ξε­φού­σκω­ναν σαν μες στην αγκα­λιά μά­γου το αε­ρό­στα­το ενός θυ­μι­κού εύ­πλα­στου όπως το θυ­μι­κό του πλη­γω­μέ­νου, ευ­λο­γού­σε την υπό­σχε­ση προς τον «λαό του» πως θα πα­ρα­μεί­νει άφο­βος μπρο­στά στο άγνω­στο· όπως και ο λα­ός του. Πα­ράλ­λη­λα, δεν αμε­λού­σε την ιε­ρή υπο­χρέ­ω­ση να κοι­τά προς τα κει που ψυ­χα­νε­μι­ζό­ταν πως ζυ­γιά­ζε­ται το βά­ρος μιας μά­χι­μης συλ­λο­γι­κό­τη­τας με ελ­λη­νι­κό πρό­σω­πο, όσο επι­κίν­δυ­νο κι αν ήταν να αρ­θρω­θούν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά εκεί­νης της ελ­λη­νι­κό­τη­τας. Για­τί αυ­τό το άρ­ρη­το ήταν που ένω­νε τον «λαό του». Το ότι δεν μπό­ρε­σε να αρ­θρω­θεί δη­μό­σια και πει­στι­κά αυ­τή η συλ­λο­γι­κό­τη­τα μοιά­ζει να εί­ναι ο λό­γος της διο­λί­σθη­σης στο ση­με­ρι­νό τί­πο­τα των αι­σθη­μά­των, που ασφα­λώς κι αυ­τός μοι­ρά­στη­κε στη μο­να­ξιά του. Και μι­λώ­ντας για τον «λαό», ακό­μα ανα­ρω­τιέ­μαι τι γεύ­ση να ‘χε άρα­γε μέ­σα στο στό­μα του αυ­τή η σχε­δόν κομ­μα­τι­κής προ­έ­λευ­σης αβλε­ψία της γλώσ­σας.
Μοιά­ζει πά­ντως βέ­βαιο πως το πέν­θος που πλά­κω­σε τις ψυ­χές αυ­τού του λα­ού απ’ την μέ­ρα της απο­χώ­ρη­σής του θα απο­δει­χθεί βα­θύ­τε­ρο και διαρ­κέ­στε­ρο από αυ­τό που θα πε­ρί­με­ναν όσοι εδώ και μια δε­κα­ε­τία προ­ε­τοί­μα­ζαν τον επι­κή­δειο ενός προ­σώ­που που πλη­σί­α­ζε τα εκα­τό. Η γε­νιά μας θα πεν­θή­σει πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, για­τί μα­ζί μ’ αυ­τόν θα πεν­θή­σει την ίδια της την κά­πο­τε ικα­νό­τη­τα να βλέ­πει την ιστο­ρία σαν γε­γο­νός που οι ενέρ­γειές της μπο­ρού­σαν έστω και λί­γο να ακου­μπή­σουν. Η με­τάλ­λα­ξη, μες στις οθό­νες και μες στο αστι­κό το­πίο της απο­ξέ­νω­σης, έτρι­βε τα χέ­ρια της ήδη απ’ την δε­κα­ε­τία του ’80. Τώ­ρα εί­χε εγκα­τα­στα­θεί στις ζω­ές μας, πά­νο­πλη.
Και ένα πα­ρά­δο­ξο, μια πα­ράλ­λη­λη για τον «λαό του» σκέ­ψη, που ίσως εί­ναι ένα κλει­δί: Την πλέ­ον ανι­διο­τε­λή, την πλέ­ον άγια, θα ‘λε­γες, στά­ση στα δύ­σκο­λα χρό­νια έμοια­ζε να την υιο­θέ­τη­σαν οι «άθε­οι», που δεν κα­τα­δέ­χτη­καν απ’ την κο­ρυ­φή της πε­ρη­φά­νειας τους να ζη­τή­σουν ένα αντί­τι­μο για ό,τι ένοιω­θαν ανά­γκη τους. Έτσι, πά­νω στο πτώ­μα της ήτ­τας έμει­νε χώ­ρος μό­νο για τις ύαι­νες, που σε ένα ανοι­γό­κλει­σμα του βλέ­φα­ρου μα­ζεύ­τη­καν, άλ­λοι σι­δε­ρώ­νο­ντας ξα­νά την κου­κού­λα του δω­σί­λο­γου, και άλ­λοι μι­λώ­ντας για τον νέο άν­θρω­πο, που εί­ναι μάλ­λον το ίδιο πράγ­μα. Για τους υπό­λοι­πους, η ζωή έγι­νε μια διελ­κυ­στίν­δα ανά­με­σα στον θυ­μό και στη συγ­χώ­ρη­ση. Την ακρι­βή στιγ­μή μιας τέ­τοιας διελ­κυ­στίν­δας πε­ρι­γρά­φει κά­που ο Θε­ο­δω­ρά­κης, τό­τε που ο —εξα­θλιω­μέ­νος πλέ­ον— κά­πο­τε βα­σα­νι­στής ζη­τά­ει τη βο­ή­θειά του. Η ει­κό­να επα­να­λαμ­βά­νε­ται στις λι­γο­στές δι­η­γή­σεις που μου έκα­νε δώ­ρο ο πα­τέ­ρας μου απ’ τη δι­κή του τη ζωή. Και οι δύο πα­ρα­χώ­ρη­σαν τη βο­ή­θεια που τους ζη­τή­θη­κε. Σή­με­ρα αυ­τό δεν μπο­ρεί πα­ρά να μοιά­ζει αυ­το­νό­η­το. Στο σκη­νι­κό της κά­θε Μα­κρο­νή­σου μπο­ρού­σες να αντέ­ξεις τον βα­σα­νι­σμό μό­νο αν κα­τά­φερ­νες την ηλιό­λου­στη εκεί­νη θέ­ση ψη­λά πά­νω απ’ τη σι­δε­ρέ­νια μέγ­γε­νη, εκεί απ’ όπου ο βα­σα­νι­σμός έμοια­ζε να συμ­βαί­νει κά­που μα­κριά, σε άλ­λη χώ­ρα. Το ίδιο εί­πε ο Χρι­στός επά­νω στον σταυ­ρό, όχι ασφα­λώς προς τον Πα­τέ­ρα Του αλ­λά προς τα δι­κά μας τα θνη­τά αυ­τιά: «Πά­τερ, ἄφες αὐτοῖς,…».
Από αυ­τό το ύψος κοί­τα­ξαν, οι άθε­οι. Και ο πό­νος έγι­νε συγ­χώ­ρε­ση.


Με­γά­λη ποί­η­ση και λαϊ­κό ήθος

Κά­νω εδώ ένα βή­μα πί­σω, για να σκε­φτώ τη μό­νι­μη επω­δό, ότι εκεί­νος εί­ναι που έβα­λε τα λό­για των με­γά­λων ποι­η­τών μέ­σα στο στό­μα του λα­ού. Θα πω, γυρ­νώ­ντας τη φό­δρα του ισχυ­ρι­σμού ανά­πο­δα, πως ήταν η «με­γά­λη ποί­η­ση» που βα­φτί­στη­κε στα νε­ρά του λαϊ­κού Ιορ­δά­νη, με νο­νό αυ­τόν τον νέο Ιω­άν­νη Βα­πτι­στή, ανά­με­σα σ’ άλ­λους εξέ­χο­ντες ανα­δό­χους. Για­τί η με­γά­λη ποί­η­ση υπήρ­χε πά­ντα μες στις τα­πει­νές ζω­ές και πά­ντα ξέ­πλε­νε το στό­μα του λα­ού απ’ τις ακα­θαρ­σί­ες των και­ρών. Υπήρ­χε μες στα ιε­ρά κεί­με­να και στους ψαλ­μούς και μες στους Ερω­τό­κρι­τους της κά­θε γω­νιάς αυ­τής της πα­τρί­δας και μες στο στό­μα κά­θε αφη­ρη­μέ­νου αν­θρώ­που, που, όταν ξε­χνιό­ταν, ένας πρό­γο­νος τον κα­τα­λάμ­βα­νε, στρού­φι­ζε μες τη γλώσ­σα του και μί­λα­γε μ’ αυ­τήν. Στην Κρή­τη ακό­μα βρί­σκω μέ­σα απ’ το στό­μα ενός «αγράμ­μα­του» —εκεί που ακό­μα κα­τα­δέ­χε­ται να κα­τε­βεί— να στά­ζει ο Κορ­νά­ρος φως απ’ το φως της λύ­ρας του και να γε­μί­ζει ο τό­πος πα­ρά­δει­σο. Έτσι, χρειά­στη­κε μο­νά­χα το μπου­ζού­κι του Καρ­νέ­ζη και το αλέ­τρι της φω­νής του Μπι­θι­κώ­τση, που ερή­μην του (και πό­σο με­γά­λη ση­μα­σία εί­χε εκεί­νο το «ερή­μην του»!) όρ­γω­νε τα εύ­φο­ρα μέ­σα μας χω­ρά­φια, για να ανοί­ξουν οι καρ­διές σε εκεί­νες τις με­τα­γρα­φές της διαρ­κώς πα­ρού­σας μέ­σα ποί­η­σης, που υπήρ­ξε η ποί­η­ση των ποι­η­τών.
Δεν ήταν λοι­πόν οι με­γά­λοι ποι­η­τές που φω­τα­γώ­γη­σαν τη γιορ­τή, μα ήταν ο λα­ός που άνοι­ξε την πόρ­τα του σε εκεί­νους, χρί­ζο­ντάς τους άξιους να του μι­λή­σουν απ’ τον ίδιο τό­πο που του εί­χε μι­λή­σει το δη­μο­τι­κό τρα­γού­δι. Δί­χως να ξέ­ρου­νε, κρα­τού­σα­νε κι αυ­τοί πε­σκέ­σια απ’ τη μά­να. Και να για­τί ο Σε­φέ­ρης μπο­ρεί και κά­θε­ται ταυ­τό­χρο­να στις «θα­λασ­σι­νές σπη­λιές» του και μέ­σα στα σα­λό­νια του Αγ­γλι­κού Προ­ξε­νεί­ου, ίδιος κι απα­ράλ­λα­χτος, και όμως άλ­λος. Οι μά­σκες άλ­λα­ζαν, το όρα­μα ενός πα­ρά­δει­σου που εί­χε την όψη της πα­τρί­δας —όσο άκομ­ψα και να το πεις, πά­ντα κά­τι θα λέ­ει αυ­τό— έμε­νε ζω­ντα­νό μες στον κα­θέ­να μας. Αυ­τό ήταν το ση­μείο της συγ­χώ­ρη­σης, η κο­ρυ­φή των ενερ­γειών, η χα­ρα­μά­δα του χρό­νου απ’ όπου ξε­δι­πλώ­θη­κε η με­γά­λη όρα­ση, ανέ­τει­λε ένα φως και φώ­τι­σε την επι­κρά­τεια της ου­το­πί­ας που ήταν πά­ντα η ζωή, ως μα­κριά, ως το ση­μείο του κοι­νού μας Γα­λα­τά.
Θα προ­σθέ­σω πως, την ώρα που η αστυ­φι­λία διά­βρω­νε την κα­θα­ρό­τη­τα του βλέμ­μα­τος των εσω­τε­ρι­κών με­τα­να­στών, επι­σκιά­στη­κε, αν όχι απο­σιω­πή­θη­κε, αυ­τή η καί­ρια σκέ­ψη, το ότι δη­λα­δή η με­γά­λη ποί­η­ση υπήρ­ξε «με­τα­γρα­φή», ένα και­νούρ­γιο έν­δυ­μα πά­νω στο ίδιο το πα­λαιό σώ­μα της συ­γκί­νη­σης. Αυ­τή η απο­σιώ­πη­ση —συ­νει­δη­τή ή όχι— υπήρ­ξε λά­θος τα­κτι­κής αν όχι έγκλη­μα. Απ’ αυ­τή την ασυ­νέ­χεια, απ’ το χά­σμα που άφη­σε ετού­τη η ελ­λι­πής συ­νεί­δη­ση, πέ­ρα­σαν οι ορ­δές των βαρ­βά­ρων κι εγκα­τα­στά­θη­καν. Σ’ αυ­τή την στιγ­μή της ανα­γκα­στι­κής πλέ­ον μά­χης, λέω πως μια ομο­βρο­ντία απο­θη­σαυ­ρι­σμέ­νων προ­σευ­χών που επί χρό­νια κρύ­βο­νταν σαν πυ­ρο­μα­χι­κά μες στην ψυ­χή των τρα­γου­διών —και του Μί­κη και όλων, ασφα­λώς— θα εί­ναι το κύ­ριο όπλο μας. Μια ομο­βρο­ντία που θα έσπερ­νε σε εύ­φο­ρους ου­ρα­νούς τα φυ­λαγ­μέ­να στο χώ­μα ίχνη της κα­τα­γω­γής, τους ήλιους ενός αρ­χαί­ου γα­λα­ξία, που πε­ρι­μέ­νει κά­που, στην πιο βα­θιά νύ­χτα, να τον συλ­λα­βί­σου­με. Αυ­τό προ­σπά­θη­σε ο κά­θε Θε­ο­δω­ρά­κης, εί­τε το εί­πε έτσι εί­τε αλ­λιώς.

Έξο­δος

[Κα­νέ­να πρό­σω­πο δεν απο­χω­ρεί εφό­σον μέ­νει εδώ ο σπό­ρος του, που γο­νι­μο­ποιεί το ρήγ­μα και εκ­μαιεύ­ει το πραγ­μα­τι­κό μας πρό­σω­πο μέ­σα από το εφή­με­ρο. Ό, τι θα ζή­σει εκεί λο­γιά­ζε­ται αθά­να­το. Ο Θε­ο­δω­ρά­κης, και όποιος άλ­λος φώ­τι­σε μια έστω βρα­χύ­σω­μη μα ζω­ο­ποιό ου­το­πία, θα εί­ναι ένα χέ­ρι δί­πλα μας πο­λύ­τι­μο, να απλω­θείς να πά­ρεις φως τό­τε που όλα θα ‘χουν σκο­τει­νιά­σει. Όσο για τον Θε­ο­δω­ρά­κη που επέ­με­νε να περ­πα­τά πά­νω στη γη, κα­λο­δε­χού­με­νος κι αυ­τός, για­τί χω­ρίς αυ­τόν ού­τε ο άλ­λος.]
Κα­λο­ζω­σμέ­νες μπά­μπου­σκες, πο­λύ­χρω­μες, μοιά­ζουν οι άν­θρω­ποί μας, μ’ όλα τους τα παι­διά μέ­σα στο σώ­μα τους. Μια νύ­χτα θα ακού­σου­με τα λό­για τους να μας κα­λούν πά­νω απ’ το ρά­φι. Τό­τε θα ζη­τη­θεί, σαν από πά­ντα έτοι­μοι, να απα­ντή­σου­με: εμείς, ποιο απ’ τα ορ­φα­νά τους θα υιο­θε­τή­σου­με;



Μικρό Αφιέρωμα

Θεοδωράκης ή τανκς;

————————————————————
του
ΓΙΩΡ­ΓΟΥ ΧΟΥ­ΛΙÁΡΑ
————————————————————


Θε­ού δώ­ρο ο Θε­ο­δω­ρά­κης επω­νύ­μως συ­νι­στά, όπως γνω­ρί­ζουν και οι την Ιε­ρου­σα­λήμ πα­ρε­τυ­μο­λο­γού­ντες. Ο μα­έ­στρος και μα­ΐ­στρος αυ­τός υπήρ­ξε από τις διε­θνώς πιο κα­τα­κυ­ρω­μέ­νες φυ­σιο­γνω­μί­ες του ελ­λη­νι­κού ει­κο­στού αιώ­να. Υπό τους ήχους του «Μα­ουτ­χά­ου­ζεν», Αφ­γα­νοί πο­λέ­μαρ­χοι με αμε­ρι­κα­νι­κή στή­ρι­ξη έμπαι­ναν το 2001 στην Κα­μπούλ για να εκ­διώ­ξουν τους Σπου­δα­στές, που Τα­λι­μπάν λέ­γο­νται στη γλώσ­σα τους και εί­χαν απα­γο­ρεύ­σει τη μου­σι­κή, πριν επι­στρέ­ψουν με­τά από εί­κο­σι χρό­νια. Σε το­πι­κή εκ­δο­χή τους ρυθ­μούς του «Αντώ­νη» πά­λι έπαι­ζαν στα με­γά­φω­να γυ­ναί­κες στο Κουρ­δι­στάν κα­τά τη διάρ­κεια πο­λιορ­κί­ας από ακρώ­νυ­μους σα­λα­φι­στές.
Το δι­κό τους συρ­τά­κι έχουν σύ­ρει αυ­τό­χθο­νες στην Αυ­στρα­λία, ένα κομ­μά­τι που από 4/4 γί­νε­ται 2/4, κα­θώς ο ρυθ­μός επι­τα­χύ­νε­ται. Φυ­σι­κά έξω από κά­θε γρα­φείο του ΕΟΤ ορ­θώ­νο­νται αό­ρα­τοι αν­δριά­ντες του Θε­ο­δω­ρά­κη, του Κα­κο­γιάν­νη, του Κα­ζαν­τζά­κη, του Άντο­νι Κουίν και άλ­λων της «ημε­τέ­ρας παι­διάς». Πα­ρά τις εν­στά­σεις, προ­έ­βα­λαν μια Ελ­λά­δα του Ζορ­μπά, η οποία έγι­νε του­ρι­στι­κός προ­ο­ρι­σμός ενός ευ­ρω­παϊ­κού πρω­το­γο­νι­σμού, που εί­χαν ψη­λα­φή­σει οι ποι­η­τές. Επρό­κει­το για μια «κα­τα­στρο­φι­κή επι­τυ­χία», που επι­βε­βαιώ­νει ότι πιο ελ­κυ­στι­κός από μνη­μεία και αρ­χαιό­τη­τες, ακό­μη και από τον ήλιο και τη θά­λασ­σα, εί­ναι ένας μυ­θι­κός τρό­πος ζω­ής.
Νο­μί­ζω θα χαι­ρό­ταν που η νε­κρο­λο­γία του στον βρε­τα­νι­κό Guardian φι­λο­ξε­νή­θη­κε στις στή­λες της κλα­σι­κής μου­σι­κής. Σε μια τσέ­πη εί­χε τον Κα­βά­φη και στην άλ­λη τον Μπραμς, έλε­γε, αλ­λά οι κλα­σι­κές επι­δό­σεις του πα­ρέ­μει­ναν πιο γνω­στές στο εξω­τε­ρι­κό. Οι αριθ­μοί με­τά θά­να­τον ίσως ήταν δια­φο­ρε­τι­κοί. Πά­ντως πριν πε­θά­νει, σε δη­μο­σκό­πη­ση τον Ιού­λιο σχε­τι­κά με τις ση­μα­ντι­κό­τε­ρες προ­σω­πι­κό­τη­τες στον χώ­ρο της ελ­λη­νι­κής μου­σι­κής, ο Θε­ο­δω­ρά­κης (με 59 ως πο­σο­στό επι­λο­γής) εί­χε έρ­θει δεύ­τε­ρος με­τά τον Χα­τζι­δά­κι (62), με την Κάλ­λας (28) και άλ­λους να ακο­λου­θούν σε από­στα­ση. Οι δύο πρω­τα­γω­νι­στές απο­τε­λούν κο­ρυ­φές μιας εθνο­καλ­λι­τε­χνι­κής σύ­μπρα­ξης, μιας συμ­φι­λί­ω­σης του έθνους με την τέ­χνη, με τον «αρι­στε­ρό» Θε­ο­δω­ρά­κη αγα­πη­μέ­νο των «δε­ξιών» και τον «δε­ξιό» Χα­τζι­δά­κι αγα­πη­μέ­νο των «αρι­στε­ρών».


Όλοι κά­πο­τε κοι­μού­νται

Ο κύ­βος ερ­ρί­φθη. Επί του μνή­μα­τος. Τε­τρα­γω­νί­ζο­ντας τον κύ­κλο με συ­νε­χείς κυ­βι­στή­σεις, σχή­μα κύ­βου έχει το μνη­μείο, με το όνο­μα συ­μπλη­ρω­μέ­νο στο σταυ­ρό­λε­ξο του κοι­μη­τη­ρί­ου. Βρί­σκε­ται κο­ντά στην εί­σο­δό του, στο χω­ριό του πα­τέ­ρα του στον Γα­λα­τά Χα­νί­ων, όπου με­τά τη Μα­κρό­νη­σο προ­έ­κυ­ψε ο «Επι­τά­φιος», κα­θώς ο ίδιος γεν­νή­θη­κε στη Χίο. Από μι­κρός τα­ξί­δευε, όπως συμ­βαί­νει με τα παι­διά νο­μα­δι­κών δη­μο­σί­ων υπαλ­λή­λων, η συμ­βο­λή των οποί­ων στην ιστο­ρία της τέ­χνης πα­ρα­μέ­νει άγνω­στο κε­φά­λαιο. Δια­κό­σια χρό­νια πέ­ρα­σαν από την έκρη­ξη της Επα­νά­στα­σης και σχε­δόν εί­κο­σι ένα από τον και­νούρ­γιο αιώ­να πριν απο­δη­μή­σει ο πα­νύ­ψη­λος πα­γα­νι­στής, που την Ορ­θή Δό­ξα ανέ­τρε­πε ανα­δια­γρά­φο­ντας το κύ­κλιο άσμα της Ορ­θο­δο­ξί­ας.
«Τώ­ρα, στο τέ­λος της ζω­ής μου, την ώρα των απο­λο­γι­σμών, σβή­νουν απ’ το μυα­λό μου οι λε­πτο­μέ­ρειες και μέ­νουν τα “Με­γά­λα Με­γέ­θη”», άρ­χι­ζε η επι­στο­λή που εί­χε απευ­θύ­νει τον Οκτώ­βριο του 2020 στον Γε­νι­κό Γραμ­μα­τέα του ΚΚΕ, προ­σθέ­το­ντας ότι «Για το λό­γο αυ­τό θέ­λω να αφή­σω αυ­τόν τον κό­σμο ως κομ­μου­νι­στής.» Κα­τά τη διάρ­κεια τρι­ή­με­ρου πέν­θους, αμό­λυ­ντοι και μο­λυ­σμέ­νοι, άκαυ­τοι και κα­μέ­νοι, πρό­σφυ­γες από πα­λαιό­τε­ρες πε­ποι­θή­σεις τους θα εί­χαν την ευ­και­ρία να ανα­λο­γι­στούν το δι­κό τους «χους εις χουν» (Who Is Who στα αγ­γλι­κά), όταν και αυ­τοί τον κύ­κλο ολο­κλη­ρώ­σουν. Σε αντι­δια­στο­λή προς κα­τε­στη­μέ­νες δο­ξα­σί­ες, ο Θε­ο­δω­ρά­κης ανέ­δει­ξε την εντο­πιό­τη­τα του κομ­μου­νι­σμού και την οι­κου­με­νι­κό­τη­τα του εθνι­κι­σμού, που κι­νη­το­ποιούν τα αντα­να­κλα­στι­κά όλων όσοι θα ήθε­λαν να μην υπάρ­χει κα­μία μι­γα­δι­κή συ­νύ­παρ­ξη αυ­τού του εί­δους.
Η Βου­λή θα έκλει­νε για την εξό­διο ακο­λου­θία, όπως εί­χε δια­κό­ψει τις ερ­γα­σί­ες της η Ιό­νιος Βου­λή στην ακό­μη αγ­γλο­κρα­τού­με­νη Κέρ­κυ­ρα, όταν πέ­θα­νε ο Διο­νύ­σιος Σο­λω­μός. Με­τά από συ­νεν­νό­η­ση Εκ­κλη­σί­ας και Κόμ­μα­τος, ορί­στη­καν τα σχε­τι­κά με το λαϊ­κό προ­σκύ­νη­μα, που μία ημέ­ρα νω­ρί­τε­ρα χρειά­στη­κε να αρ­χί­σει λό­γω της διε­ξα­γω­γής του Ρά­λι Ακρό­πο­λις. Έχουν και τα αυ­το­κί­νη­τα τους κα­νό­νες τους, όπως δια­πι­στώ­νουν νε­κροί αοι­δοί. Με τους αστυ­νο­μι­κούς θα συ­μπλέ­κο­νταν προ­σκυ­νη­τές, πριν δο­θεί πα­ρά­τα­ση. Με ένα δώ­ρο υπερ­βο­λής στο υπερ­βο­λι­κό δώ­ρο που ονο­μά­ζε­ται Ελ­λά­δα, με­τε­ώ­ρι­ση μύ­θου και ημί­θε­ου συ­νι­στού­σε η εκ­δη­μία του Μί­κη (Μι­χα­ήλ) Θε­ο­δω­ρά­κη, ενώ ανα­κού­φι­ση ίσως προ­κα­λού­σαν όσοι δή­λω­ναν ότι δεν τον εί­χαν γνω­ρί­σει. Πράγ­μα­τι πολ­λοί τον γνώ­ρι­ζαν, αλ­λά πό­σους ανα­γνώ­ρι­ζε εκεί­νος;


Τι εί­ναι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αν δεν εί­ναι το από­λυ­το ριά­λι­τι;

Συ­νή­θως ερί­ζουν για τον τό­πο γέν­νη­σης. Σπα­νί­ως ερί­ζουν για τον τό­πο τα­φής. «Από τα πρώ­τα πράγ­μα­τα που κα­τά­λα­βα, μι­κρό παι­δί, εί­ναι πως ο πα­τέ­ρας μας δεν μας ανή­κει», υπήρ­ξε ανάρ­τη­ση με τη διευ­κρί­νι­ση ότι «Επι­θυ­μία του ήταν να τα­φεί στην Κρή­τη. Δεν το μά­θα­με χθες, ού­τε χρειά­στη­καν συμ­βο­λαιο­γρά­φοι, επι­στο­λές και Πρω­το­δι­κεία να μας το πουν. Την εί­χε εκ­φρά­σει με κά­θε δυ­να­τό τρό­πο. Δη­μό­σια. Ιδιω­τι­κά. Προ­φο­ρι­κά. Γρα­πτά. Και έχει προ­σω­πι­κά φρο­ντί­σει για την τε­λευ­ταία λε­πτο­μέ­ρεια». Αντι­θέ­τως, άλ­λη ανάρ­τη­ση υπο­στή­ρι­ζε ότι «αυ­τός που φεύ­γει δεν μπο­ρεί να έχει κα­μιά επι­θυ­μία πλέ­ον. Επι­θυ­μία μπο­ρεί να έχει μό­νο η οι­κο­γέ­νεια». Η υπό­θε­ση έφτα­σε στα δι­κα­στή­ρια.
Τι από­στα­ση χω­ρί­ζει το Πρω­το­δι­κείο της ζω­ής από το Εσχα­το­δι­κείο του θα­νά­του; Απο­τε­λεί ο νε­κρός πε­ριου­σία των οι­κεί­ων του ή εν θερ­μώ και σε ψύ­χος συ­ντη­ρού­νται οι επι­θυ­μί­ες που έχει εκ­φρά­σει ενώ ζού­σε; Πού τε­λειώ­νει το δί­κιο της οι­κο­γέ­νειας και πού αρ­χί­ζει η οι­κο­γέ­νεια του δι­καί­ου; Μή­πως, με τον ίδιο τρό­πο που τα παι­διά τε­λι­κά δεν ανή­κουν στους γο­νείς, ού­τε οι γο­νείς ανή­κουν στα παι­διά τους; Πό­σο εύ­κο­λα όμως γί­νε­ται αυ­τό αντι­λη­πτό σε ένα πε­ρι­βάλ­λον όπου πε­ριου­σί­ες και εξου­σί­ες με­τα­βι­βά­ζο­νται κλη­ρο­νο­μι­κώ δι­καίω; Και πό­τε εί­ναι δυ­σκο­λό­τε­ρο να το κα­τα­λά­βει κα­νείς; Αν έχει παι­διά ή αν δεν έχει; Αν έχει γο­νείς ή αν δεν έχει; Μπο­ρεί πο­τέ να απο­τε­λεί υπό­δειγ­μα συμ­φι­λιω­μέ­νης κοι­νω­νί­ας η οι­κο­γέ­νεια, όπου ένας εμ­φύ­λιος εμ­φι­λο­χω­ρεί; Οι δια­τα­ρα­χές σε σχέ­ση με την τα­φή του απο­τε­λούν προ­σω­ρι­νή εμπλο­κή για την υστε­ρο­φη­μία του συν­θέ­τη, ο οποί­ος ιδιαί­τε­ρα ενερ­γη­τι­κά την εί­χε δια­χει­ρι­σθεί, όπως επί­σης ο Σε­φέ­ρης και ο Κα­βά­φης, σε σύ­γκρι­ση με άλ­λους σύγ­χρο­νους δη­μιουρ­γούς, φε­ρ’ ει­πείν, τον Χα­τζι­δά­κι, τον Ρί­τσο ή τον Ελύ­τη.


Τέ­χνη & πο­λι­τι­κή

Οι καλ­λι­τέ­χνες εί­ναι φο­ρείς πο­λι­τι­κής στην τέ­χνη. Ο ένας τρό­πος με τον οποίο αυ­τό γί­νε­ται εί­ναι εξω­τε­ρι­κός. Αξιο­ποιώ­ντας ως εφαλ­τή­ριο τη δη­μο­φι­λία που προ­σφέ­ρει το έρ­γο τους προ­ω­θούν από­ψεις, όπως θα έκα­νε κά­θε πρό­γο­νος των ίν­φλου­εν­σερς. Ο τρό­πος αυ­τός εντάσ­σε­ται στο πε­δίο της προ­πα­γάν­δας, της δια­φή­μι­σης και του μάρ­κε­τινγκ, που ορί­ζο­νται από το κυ­ρί­αρ­χο πο­λι­τι­κό, οι­κο­νο­μι­κό και κοι­νω­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Ο άλ­λος τρό­πος εί­ναι εσω­τε­ρι­κός, με την πρό­θε­ση να εμπε­ριέ­χε­ται, όπως αξε­διά­λυ­τα εμπλέ­κο­νται μορ­φή και πε­ριε­χό­με­νο σε κά­θε έρ­γο και δια­χω­ρί­ζο­νται μό­νο για λό­γους ανά­λυ­σης. Διαρ­κώς και ασυ­νε­χώς η τέ­χνη συ­νι­στά πο­λι­τι­κή δια­δι­κα­σία, στην οποία με­τέ­χουν και όσοι εμ­μέ­νουν σε δη­μο­σί­ως απο­λι­τι­κή στά­ση. Εί­ναι ανα­με­νό­με­νο, αφού, όσο και αν εξα­γριώ­νο­νται υπέρ της υπαί­θρου, τε­χνί­τες και καλ­λι­τέ­χνες βρί­σκο­νται στον πυ­ρή­να της πό­λης, από όπου ταυ­τό­χρο­να εκ­πο­ρεύ­ο­νται πο­λι­τι­σμός και πο­λι­τι­κή.
Με τον δη­μιουρ­γι­κό πλη­θω­ρι­σμό που τον διέ­κρι­νε, ο Θε­ο­δω­ρά­κης αξιο­ποιού­σε την καλ­λι­τε­χνι­κή πα­ρου­σία του για τη δη­μο­σιο­ποί­η­ση των εκά­στο­τε από­ψε­ων του. Έφερ­νε έτσι την πο­λι­τι­κή στην τέ­χνη, όπως συ­νή­θως γί­νε­ται. Κα­θο­ρι­στι­κό όμως ήταν το αντί­στρο­φο, δη­λα­δή να φέρ­νει την τέ­χνη στην πο­λι­τι­κή, εναρ­μο­νί­ζο­ντας την καλ­λι­τε­χνι­κή δρά­ση με την πο­λι­τι­κή του διαί­σθη­ση. Η πο­λι­τι­κή ως διαρ­κής φυ­γή προς το μέλ­λον εγκολ­πώ­νε­ται την ανα­πα­ρά­στα­ση όσων προη­γή­θη­καν. Στον βαθ­μό που ως συν­θέ­της πί­στευε ότι ο ίδιος μπο­ρού­σε τα αντί­θε­τα να συν­θέ­σει, συ­γκυ­ρία και ιστο­ρία συ­νέ­πι­πταν. Αυ­τό που «οι πιο πολ­λοί απο­κα­λούν νι­τσεϊ­κό πνεύ­μα εγώ το βρή­κα πρώ­τα στον εαυ­τό μου –που εί­χε ανά­γκη να αυ­το­ϋ­μνη­θεί για να επι­ζή­σει– και στη συ­νέ­χεια το δι­δά­χτη­κα από τον Πα­λα­μά», έχει πει.
Ένα δί­δυ­μο τέ­χνης και πο­λι­τι­κής ανα­δεί­χθη­κε σε συ­γκε­κρι­μέ­νο διε­θνές και το­πι­κό ιστο­ρι­κό πλαί­σιο. Στην Ευ­ρώ­πη και πα­γκο­σμί­ως, δύο αντίρ­ρο­πες τά­σεις εί­χαν ση­μα­δέ­ψει δη­μιουρ­γούς του ει­κο­στού αιώ­να, με τον Μα­ρι­νέ­τι, τον Γέιτς και τον Πά­ουντ, λό­γου χά­ριν, να συ­γκλί­νουν προς τη μία πλευ­ρά και τους υπερ­ρε­α­λι­στές, τον Μπρε­χτ και τον Νε­ρού­δα προς την άλ­λη. Πρό­κει­ται για γε­γο­νός που συ­χνά απο­σιω­πά­ται, κα­θώς κα­ταρ­ρα­κώ­νει την κο­σμο­λο­γία ενός κρι­τι­κού κα­θω­σπρε­πι­σμού, με εκα­τέ­ρω­θεν κοι­νό «οντο­λο­γι­κό» επι­χεί­ρη­μα ότι ένας σπου­δαί­ος δη­μιουρ­γός δεν μπο­ρεί να εί­ναι φα­σί­στας ή κομ­μου­νι­στής.


Εμ­φύ­λιος & ιστο­ρι­κός συμ­βι­βα­σμός

Σε σχέ­ση με την Ελ­λά­δα, δύο στοι­χεία, στα οποία έχω ανα­φερ­θεί αλ­λού, έχουν ιδιαί­τε­ρη ση­μα­σία. Για με­γά­λο διά­στη­μα, και ύστε­ρα από τη Με­τα­πο­λί­τευ­ση, ο εμ­φύ­λιος πό­λε­μος δεν ανα­γνω­ρι­ζό­ταν ως κα­θο­ρι­στι­κή ιστο­ρι­κή το­μή για τη χώ­ρα. Την αδυ­να­μία αυ­τή απο­δο­χής συ­νό­δευε και εξι­σορ­ρο­πού­σε ένας «θριαμ­βι­σμός» της αντί­στα­σης, που δια­μόρ­φω­νε τις συν­θή­κες υπο­δο­χής καλ­λι­τε­χνι­κών έρ­γων. Επρό­κει­το για διά­θε­ση που εν τέ­λει συ­νά­δει —κυ­ριο­λε­κτι­κά στην πε­ρί­πτω­ση της μου­σι­κής— με νο­σταλ­γούς κά­θε χα­μέ­νης πα­τρί­δας. Στο κλί­μα αυ­τό εντάσ­σο­νται ηχο­γρα­φί­ες, με κα­τεύ­θυν­ση από τον Κα­λο­μοί­ρη προς τον Σο­στα­κό­βιτς, που πα­ρα­πέ­μπουν σε έναν σο­βιε­τι­κό ρο­μα­ντι­σμό, με ετι­κέ­τα σο­σια­λι­στι­κού ρε­α­λι­σμού, και ολο­κλη­ρώ­νουν έναν ηδο­νι­κό αρ­ρα­βώ­να εμ­βα­τη­ρί­ων, ορα­το­ρί­ων και ύμνων ακά­θι­στων σε γή­πε­δα και συ­ναυ­λί­ες.
Ένα δεύ­τε­ρο κρί­σι­μο ιστο­ρι­κό στοι­χείο υπο­δο­χής ήταν το γε­γο­νός ότι ο «ιστο­ρι­κός συμ­βι­βα­σμός», τον οποίο Ιτα­λοί επαγ­γέλ­θη­καν για τη χώ­ρα τους, επι­τεύ­χθη­κε στην Ελ­λά­δα. Ήταν απο­τέ­λε­σμα πλα­γιο­κό­πη­σης, από απο­γό­νους των δύο πλευ­ρών του εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου, του βα­σι­κού αντα­γω­νι­στή του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη σε δη­μο­φι­λία κα­τά τη διάρ­κεια της αντι­δι­κτα­το­ρι­κής πε­ριό­δου, δη­λα­δή του Αν­δρέα Πα­παν­δρέ­ου. Έξω από τα ιστο­ρι­κά συμ­φρα­ζό­με­νά της και τα χρό­νια της νε­ό­τη­τας, που κά­ποιοι ακό­μη απο­χαι­ρε­τούν, δυ­σκο­λό­τε­ρα γί­νε­ται αντι­λη­πτή η ση­μα­σία της προ­σφο­ράς του Θε­ο­δω­ρά­κη, που συμ­φι­λί­ω­σε τον λαό με την τέ­χνη. Έχει τε­λειώ­σει ο εμ­φύ­λιος, όταν όλοι εκ­κλη­σιά­ζο­νται μα­ζί, θύ­μα­τα της πί­στης στον ορ­θό λό­γο και θύ­μα­τα του ορ­θο­λο­γι­σμού της με­τα­φυ­σι­κής τους.
Ο συν­θέ­της κα­τά­φε­ρε όχι μό­νον να κα­θρε­φτί­σει την επο­χή στην τέ­χνη σου, αλ­λά και να κα­θρε­φτί­σει την τέ­χνη του η επο­χή. Αυ­τό υλο­ποι­ή­θη­κε με τη δη­μιουρ­γι­κή ιδιο­τρο­πία της «έντε­χνης λαϊ­κής μου­σι­κής», που πα­ράλ­λη­λα ανα­φέ­ρε­ται σε επι­τεύγ­μα­τα μιας καλ­λι­τε­χνι­κής «ελίτ» που ακού­ει ο «λα­ός» και λαϊ­κά ακού­σμα­τα για μια ελίτ. Πρό­κει­ται για σύ­ζευ­ξη «υψη­λής» και «χα­μη­λής», υπο­τί­θε­ται, κουλ­τού­ρας, πρό­κει­ται για ένα υβρί­διο «ελι­τι­στι­κού πο­που­λι­σμού» που απευ­θύ­νε­ται σε απο­κλει­σμέ­νους και μη προ­νο­μιού­χους. Δεν νιώ­θουν πιά μι­κροί, γνω­ρί­ζο­ντας ότι και η Ελ­λά­δα εί­ναι μι­κρή, αλ­λά απέ­ρα­ντη.
Ο καλ­λι­τέ­χνης εμ­φα­νί­στη­κε όπως κά­θε Έλ­λη­νας, αφού όλοι οι Έλ­λη­νες εί­ναι καλ­λι­τέ­χνες. Και ανέ­θρε­ψε την ποί­η­ση, την τέ­χνη του λό­γου δη­λα­δή που κοι­νω­νούν και σα­τι­ρί­ζουν οι Έλ­λη­νες. Βέ­βαια κά­θε ανα­τρο­φή συ­νε­πά­γε­ται και εξό­ντω­ση. Η επι­τυ­χία του πα­ρα­δείγ­μα­τος άνοι­ξε τον δρό­μο για λι­γό­τε­ρο τα­λα­ντού­χους. Ας ει­πω­θεί ξα­νά: η με­λο­ποί­η­ση προ­σέ­θε­σε το με­λό στην ποί­η­ση. Ωστό­σο, μέ­σα στην ανία πολ­λών ποι­η­τι­κών δο­κι­μών, ποιος έχει το σθέ­νος να αρ­νη­θεί να γα­βγί­ζουν τα ποι­ή­μα­τα στα σκυ­λά­δι­κα;

Κά­ποιοι πι­στεύ­ουν ότι δεν υπάρ­χει απά­ντη­ση στα με­γά­λα ερω­τή­μα­τα της ζω­ής: Μέ­σι ή Ρο­νάλ­ντο; Μπι­τλς ή Ρό­λινγκ Στό­ουνς; Θε­ο­δω­ρά­κης ή Χα­τζι­δά­κις; Κά­ποιοι άλ­λοι πι­στεύ­ουν ότι υπάρ­χουν απα­ντή­σεις, αλ­λά λεί­πουν τα ερω­τή­μα­τα. Ποιο όμως εί­ναι το ερώ­τη­μα για να ξα­να­κου­στεί ο δη­μιουρ­γός; Μή­πως πρέ­πει να απα­γο­ρευ­τεί η μου­σι­κή;


—————— Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ ——————

[Για τον «Αντώ­νη»] Επρό­κει­το για τον γεν­νη­μέ­νο το 1921 Αντώ­νιο Κων­στα­ντι­νί­δη του Οδυσ­σέα, που εί­χε με­τα­φερ­θεί από το Ντα­χά­ου στο Μα­ουτ­χά­ου­ζεν το 1944, σύμ­φω­να με στοι­χεία που δη­μο­σί­ευ­σε το 2020 η Χρη­στί­να Σ. Σω­τήρ­χου στην «Ιο­νι­κή Ενό­τη­τα», ιστό­το­πο του Συλ­λό­γου Ερ­γα­ζο­μέ­νων και Συ­ντα­ξιού­χων στην Ιο­νι­κή Τρά­πε­ζα: Ο-Αντώ­νης-από-τους-Αμπε­λό­κη­πους_compressed.pdf (ionikienotita.gr).
[Για τη «φάρ­σα της ποί­η­σης»] Σε «μια φάρ­σα που εί­χε στή­σει η ποί­η­ση στη ζωή» – με άλ­λα λό­για για το πώς ποι­ή­μα­τα για αν­θρώ­πους που εί­χαν πα­ραι­τη­θεί, όπως ει­δι­κά η «Άρ­νη­ση» του Σε­φέ­ρη, αλ­λά και οι «Μοι­ραί­οι» του Βάρ­να­λη, με­λο­ποι­η­μέ­να ως εμ­βα­τή­ρια από τον Θε­ο­δω­ρά­κη, με­τα­τρά­πη­καν σε σύμ­βο­λα αντί­στα­σης, όταν τρα­γου­δή­θη­καν κα­τά τη διάρ­κεια της δι­κτα­το­ρί­ας και με­τά – έχει ανα­φερ­θεί ο Δη­μή­τρης Κε­λαϊ­δί­της: Η εκτρο­πή της «Άρ­νη­σης» – Μια ανά­γνω­ση του κλα­σι­κού ποι­ή­μα­τος του Γιώρ­γου Σε­φέ­ρη | Η Κα­θη­με­ρι­νή (kathimerini.gr)

[Πε­ρί τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων] «Θε­ο­δω­ρά­κης ή τανκς;» Ο ίδιος εί­χε γε­λά­σει με την ερώ­τη­σή μου, που απέ­φυ­γα να δη­μο­σιο­ποι­ή­σω, πριν από δε­κα­ε­τί­ες στη Νέα Υόρ­κη, με την αφορ­μή μα­κρο­σκε­λούς συ­νέ­ντευ­ξης, έχο­ντας βρε­θεί ένα διά­στη­μα να δου­λεύω δη­μο­σιο­γρά­φος. Δεν ήταν μά­λι­στα ικα­νο­ποι­η­μέ­νος από τις βια­στι­κές απα­ντή­σεις του και μου έδω­σε την άδεια να τις ανα­δια­τυ­πώ­σω. Αυ­τά όμως ανή­κουν σε ένα αυ­το­βιο­γρα­φι­κό πε­δίο. Εφό­σον δεν συ­νι­στά προ­ω­θη­τι­κό στοι­χείο μιας συ­ζή­τη­σης, η σχέ­ση με έναν νε­κρό δεν χρειά­ζε­ται να απα­σχο­λεί πα­ρά μό­νον τον εμπλε­κό­με­νο, έστω και αν πρό­κει­ται για κά­τι αν­θρώ­πι­νο – στον βαθ­μό που και οι Έλ­λη­νες εί­ναι άν­θρω­ποι, όποια και αν ήταν η άπο­ψη του Τσώρ­τσιλ, πριν ή με­τά τον Δε­κέμ­βριο. Σε συν­θή­κες πρω­τεϊ­κών με­τα­μορ­φώ­σε­ων, αμ­φι­σβη­τεί­ται μά­λι­στα με ποιον τρό­πο ει­πώ­θη­κε ή όχι από τον Θε­ο­δω­ρά­κη η φρά­ση «Κα­ρα­μαν­λής ή τανκς», που τον συ­νο­δεύ­ει έκτο­τε. Δη­μο­σιεύ­μα­τα με­τά την κα­τάρ­ρευ­ση της δι­κτα­το­ρί­ας ανα­φέ­ρο­νται σε δυ­σφο­ρία, που εξέ­φρα­σε σε δη­μο­σιο­γρά­φους σε πρό­βες. Του ζη­τή­θη­κε να απο­φύ­γει πε­ριο­δεί­ες και να πε­ριο­ρι­στεί σε συ­ναυ­λί­ες στην Αθή­να και αντέ­δρα­σε λέ­γο­ντας ότι έχου­με τον Κα­ρα­μαν­λή από τη μια και τα τανκς από την άλ­λη, αλ­λά η κυ­βέρ­νη­ση Κα­ρα­μαν­λή δεν δι­καιού­ται να αρ­χί­ζει με απα­γο­ρεύ­σεις. Σε λύ­ση Κα­ρα­μαν­λή ο Θε­ο­δω­ρά­κης εί­χε ανα­φερ­θεί ήδη το 1973, κα­τά τη διάρ­κεια συ­νέ­ντευ­ξης τύ­που για το βι­βλίο του Το χρέ­ος.

Σχε­τι­κά κεί­με­να
Γιώρ­γος Χου­λιά­ρας, «Πο­λι­τι­σμός και πο­λι­τι­κή: Εμ­φύ­λιος πό­λε­μος και “πο­λι­τι­στι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση” στην Ελ­λά­δα» στον τό­μο Η Ελ­λά­δα ’36 – ’49. Από τη Δι­κτα­το­ρία στον Εμ­φύ­λιο: Το­μές και συ­νέ­χειες, επιμ. Hagen Fleischer, Κα­στα­νιώ­της, 2003, (3η έκδ., 2005), σσ. 428-438.

Yiorgos Chouliaras, «Greek Culture in the New Europe» στον τό­μο Greece, the New Europe, and the Changing International Order, επιμ. Harry J. Psomiades & Stavros B. Thomadakis, Νέα Υόρ­κη: Pella Publishing, 1993, σσ. 79-122.
Για­τί ο Κα­βά­φης; / Γιώρ­γος Χου­λιά­ρας - Χάρ­της (hartismag.gr)



Μικρό Αφιέρωμα

Μίκης Θεοδωράκης: «Το Ελληνικό Έθνος και το χρέος μας απέναντι στους αγωνιστές του ᾽21»

Ο Πα­νη­γυ­ρι­κός της 25ης Μαρ­τί­ου 2000
———————
Ζω­ντα­νή ηχο­γρά­φη­ση από την Αί­θου­σα Τε­λε­τών του Αρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης με αφορ­μή την ανα­γό­ρευ­ση του Μί­κη Θε­ο­δω­ρά­κη σε επί­τι­μο δι­δά­κτο­ρα του Τμή­μα­τος Μου­σι­κών Σπου­δών (40:39΄)

[ Αναπαραγωγή με την άδεια τού © ΑΠΘ ]

Αποσπάσματα της ομιλίας τυπώθηκαν εδώ