ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








«Γιατί πόλεμος;»: Η ελάχιστα γνωστή αλληλογραφία Αϊνστάιν και Φρόυντ για τη βία, την ειρήνη και την ανθρώπινη φύση

αναρτήθηκε από : tinakanoumegk on : Σάββατο 19 Μαρτίου 2022 0 comments



(Φωτογραφίες: AP) -
                          Παρά τις τεράστιες συνεισφορές του στην επιστήμη, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν δεν ήταν απομονωμένος από τον κόσμο. Συνομιλούσε διαρκώς για διάφορα θέματα και αλληλογραφούσε με πολλούς εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους σε όλον τον κόσμο, από τον Ινδό φιλόσοφο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ μέχρι μια νεαρή Νοτιοαφρικανή που ήθελε να γίνεi επιστήμονας.Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν με τον Ινδό ποιητή και φιλόσοφο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ το 1930. (AP Photo)

Το 1931, το Institute for Intellectual Cooperation (Διεθνές Ινστιτούτο Πνευματικής Συνεργασίας) προσκάλεσε τον διάσημο φυσικό σε μια διεπιστημονική ανταλλαγή ιδεών για την πολιτική και την ειρήνη με έναν στοχαστή της επιλογής του. Εκείνος επέλεξε τον Σίγκμουντ Φρόυντ (6 Μαΐου 1856 – 23 Σεπτεμβρίου 1939), τον οποίο είχε συναντήσει το 1927 και του οποίου το έργο, αν και ήταν δύσπιστος απέναντι στην ψυχανάλυση, είχε αρχίσει να θαυμάζει.

Ακολούθησε μια σειρά επιστολών, στις οποίες συζητούσαν τις αφηρημένες γενικότητες της ανθρώπινης φύσης και τα πιθανά συγκεκριμένα βήματα για τη μείωση της βίας στον κόσμο. Η ειρωνία ήταν ότι η αλληλογραφία δημοσιεύτηκε μόλις το 1933 – αφού ο Χίτλερ, ο οποίος τελικά θα εξόριζε τόσο τον Αϊνστάιν όσο και τον Φρόυντ, ανέβηκε στην εξουσία – σε ένα λεπτό φυλλάδιο περιορισμένης έκδοσης με τίτλο «Γιατί πόλεμος;». Εκτυπώθηκαν μόνο 2.000 αντίτυπα της αγγλικής μετάφρασης, τα περισσότερα από τα οποία χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.



Αλλά η ουσία της αλληλογραφίας, η οποία παραμένει απροσδόκητα ελάχιστα γνωστή, διατηρείται στον τόμο του 1960 «Einstein on Peace», που περιλαμβάνει πρόλογο από τον Μπέρντραντ Ράσελ.
Η Αλληλογραφία

Τον 30 Ιουλίου 1932, ο Αϊνστάιν προσκαλεί επίσημα τον Φρόυντ να συμμετάσχει στην ανταλλαγή απόψεων που του είχε προτείνει το Ινστιτούτο Πνευματικής Συνεργασίας γράφοντας:

«Το πρόβλημα είναι το εξής: Υπάρχει κάποιος τρόπος να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα από την απειλή του πολέμου; Είναι κοινή γνώση ότι, με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, αυτό το ζήτημα έχει καταλήξει να σημαίνει ζήτημα ζωής και θανάτου για τον Πολιτισμό όπως τον ξέρουμε. Ωστόσο, παρ’ όλο τον ζήλο που επιδεικνύεται, κάθε προσπάθεια επίλυσής του έχει καταλήξει σε μια θλιβερή κατάρρευση».

Κατόπιν του εξηγεί γιατί επέλεξε τον ίδιο για συνομιλητή:

«Εκείνοι των οποίων το καθήκον είναι να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα επαγγελματικά και πρακτικά, συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο την ανικανότητά τους να το αντιμετωπίσουν, και έχουν τώρα μια πολύ ζωηρή επιθυμία να μάθουν τις απόψεις των ανθρώπων που, απορροφημένοι στην επιδίωξη της επιστήμης, μπορεί να βλέπουν τα παγκόσμια προβλήματα μέσα από έναν αποστασιοποιημένο φακό. Όσο για μένα, ο συνήθης στόχος της σκέψης μου δεν παρέχει καμία εικόνα για τα σκοτεινά σημεία της ανθρώπινης θέλησης και συναισθήματος. Έτσι, στην έρευνα που μας προτείνεται τώρα, δεν μπορώ να κάνω τίποτα περισσότερο από το να επιδιώξω να διευκρινίσω το επίμαχο ζήτημα και, καθαρίζοντας το έδαφος από τις προφανέστερες λύσεις, να σας επιτρέψω να φωτίσετε το πρόβλημα με την εκτεταμένη γνώση σας για την ενστικτώδη ζωή του ανθρώπου. Υπάρχουν ορισμένα ψυχολογικά εμπόδια των οποίων την ύπαρξη ένας μη ειδικός στις ψυχικές επιστήμες μπορεί αμυδρά να υποθέσει, αλλά των οποίων τις αλληλεπιδράσεις και τις ιδιοτροπίες είναι ανίκανος να κατανοήσει. Εσείς, είμαι πεπεισμένος, θα μπορείτε να προτείνετε εκπαιδευτικές μεθόδους, που βρίσκονται λίγο πολύ έξω από το πεδίο της πολιτικής, οι οποίες θα εξαλείψουν αυτά τα εμπόδια».



Ο Αϊνστάιν, ο οποίος περιγράφει τον εαυτό του ως «απρόσβλητο από εθνικιστικές προκαταλήψεις», διατυπώνει τις δικές του ιδέες για το τι μπορεί να συνεπάγεται μια λύση – ένα διεθνές νομοθετικό και δικαστικό όργανο, το οποίο θα επιλύει όλες τις συγκρούσεις με αμοιβαία συναίνεση – αλλά είναι επιφυλακτικός για τις προκλήσεις που θα είχε κάτι τέτοιο:

«Αυτό είναι ένα γεγονός το οποίο πρέπει να συνυπολογίσουμε: νόμος και ισχύς αναπόφευκτα συμβαδίζουν, και οι δικαστικές αποφάσεις προσεγγίζουν περισσότερο την ιδανική δικαιοσύνη που απαιτεί η κοινότητα (στο όνομα και τα συμφέροντα της οποίας εκφέρονται αυτές οι ετυμηγορίες) στο βαθμό που η κοινότητα έχει αποτελεσματική δύναμη να επιβάλλει τον σεβασμό του νομικού της ιδεώδους. Αλλά επί του παρόντος απέχουμε πολύ από το να κατέχουμε οποιαδήποτε υπερεθνική οργάνωση ικανή να εκδίδει ετυμηγορίες αδιαμφισβήτητης εξουσίας και να επιβάλλει την απόλυτη υποταγή στην εκτέλεση των ετυμηγοριών της. Έτσι οδηγούμαι στο πρώτο μου αξίωμα: Η αναζήτηση της διεθνούς ασφάλειας συνεπάγεται την άνευ όρων παράδοση από κάθε έθνος, σε κάποιο βαθμό, της ελευθερίας δράσης του – της κυριαρχίας του δηλαδή – και είναι ξεκάθαρο πέρα ​​από κάθε αμφιβολία ότι κανένας άλλος δρόμος δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοια ασφάλεια».

Στη συνέχεια, o Αϊνστάιν επισημαίνει τις ομάδες υπέρ των όπλων ως τον κύριο ένοχο στην παρεμπόδιση αυτής της νομοθετικής ουτοπίας:

«Η λαχτάρα για εξουσία που χαρακτηρίζει την κυρίαρχη τάξη σε κάθε έθνος είναι εχθρική απέναντι σε κάθε περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας. Αυτή η πείνα για πολιτική εξουσία υποστηρίζεται συχνά από τις δραστηριότητες μιας άλλης ομάδας, της οποίας οι φιλοδοξίες κινούνται σε καθαρά μισθοφορικές, οικονομικές γραμμές. Αναφέρομαι ιδίως σε αυτή τη μικρή αλλά αποφασιστική ομάδα, που δραστηριοποιείται σε κάθε έθνος, η οποία αποτελείται από άτομα που, αδιαφορώντας για κοινωνικές ευαισθησίες και περιορισμούς, θεωρούν τον πόλεμο, την κατασκευή και την πώληση όπλων, απλώς ως αφορμή για να προωθήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα και να διευρύνουν την προσωπική τους εξουσία. … Το οποίο μας οδηγεί αναπόφεκτα σε ένα άλλο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν αυτή η μικρή κλίκα να λυγίσει τη βούληση της πλειοψηφίας, που πρόκειται να χάσει και να υποφέρει από μια κατάσταση πολέμου, στην υπηρεσία των φιλοδοξιών αυτών των ανθρώπων; … Μια προφανής απάντηση σε αυτό το ερώτημα φαίνεται να είναι ότι η μειοψηφία, η άρχουσα τάξη επί του παρόντος, έχει υπό τον έλεγχό της τα σχολεία και τον Τύπο, συνήθως και την Εκκλησία. Αυτό της δίνει τη δυνατότητα να οργανώνει και να επηρεάζει τα συναισθήματα των μαζών και να τα εργαλειοποιεί».AP Photo

Ο Αϊνστάιν καταλήγει στη συνέχεια στην κύρια ερώτησή του προς τον Φρόυντ:

«Είναι δυνατόν να ελέγξουμε τη νοητική εξέλιξη του ανθρώπου ώστε να τον κάνουμε ανθεκτικό απέναντι στην ψύχωση του μίσους και της καταστροφικότητας; Εδώ δεν σκέφτομαι σε καμία περίπτωση μόνο τις λεγόμενες ακαλλιέργητες μάζες. Η εμπειρία αποδεικνύει ότι είναι μάλλον η λεγόμενη «διανόηση» που είναι πιο πιθανόν να υποκύψει σε αυτές τις καταστροφικές συλλογικές υποδείξεις, αφού ο διανοούμενος δεν έχει άμεση επαφή με τη ζωή στην ακατέργαστη μορφή της, αλλά τη συναντά στην πιο εύκολη, συνθετική της μορφή — επάνω στην τυπωμένη σελίδα. … Αλλά, εδώ έχουμε την καλύτερη ευκαιρία να ανακαλύψουμε τρόπους και μέσα για να καταστήσουμε αδύνατες όλες τις ένοπλες συγκρούσεις.

Γνωρίζω ότι στα γραπτά σας μπορεί να βρούμε απαντήσεις, ρητές ή υπονοούμενες, σε όλα τα ζητήματα αυτού του επείγοντος προβλήματος. Αλλά θα ήταν προς όφελος όλων μας εάν παρουσιάζατε το πρόβλημα της παγκόσμιας ειρήνης υπό το φως των πιο πρόσφατων ανακαλύψεων σας, γιατί μια τέτοια παρουσίαση θα μπορούσε να ανοίξει το μονοπάτι για νέους και γόνιμους τρόπους δράσης».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 12 Σεπτεμβρίου 1932, ο Αϊνστάιν μαθαίνει ​​από τον Leon Steinig, έναν διευθυντή της Κοινωνίας των Εθνών που διευκόλυνε την αλληλογραφία, ότι ο Φρόυντ ενδιαφερόταν για την ανταλλαγή ιδεών, με την επιφύλαξη ότι αυτό που είχε να πει μπορεί να ήταν πολύ απαισιόδοξο για τα γούστα του κόσμου, αλλά δεν μπορούσε να μπει στη διαδικασία να χρυσώσει το χάπι της άβολης αλήθειας:

«Σε όλη μου τη ζωή έπρεπε να λέω στους ανθρώπους αλήθειες που ήταν δύσκολο να καταπιούν. Τώρα που γέρασα, σίγουρα δεν θέλω να τους κοροϊδέψω».AP Photo

Αφού ο Αϊνστάιν διαβεβαιώνει τον Φρόυντ ότι αναζητά μια ψυχολογικά αποτελεσματική και όχι μια αισιόδοξη απάντηση, ο πατέρας της ψυχανάλυσης γράφει αργότερα τον Σεπτέμβριο:

«Αγαπητέ κύριε Αϊνστάιν:

Όταν έμαθα την πρόθεσή σας να με προσκαλέσετε σε μια αμοιβαία ανταλλαγή απόψεων για ένα θέμα που όχι μόνο σας ενδιέφερε προσωπικά αλλά φαινόταν ότι αξίζει επίσης δημόσιου ενδιαφέροντος, συμφώνησα εγκάρδια. Περίμενα να διαλέξετε ένα πρόβλημα που βρίσκεται στα σύνορα του γνωστού, όπως είναι σήμερα, ένα θέμα που ο καθένας από εμάς, φυσικός και ψυχολόγος, θα μπορούσε να προσεγγίσει από τη δική του οπτική γωνία, για να συναντηθούμε επιτέλους σε κοινό έδαφος, παρότι ορμώμενοι από διαφορετικούς χώρους. Έτσι το ερώτημα που μου θέσατε — τι πρέπει να γίνει για να απαλλαγεί η ανθρωπότητα από την απειλή του πολέμου — με ξάφνιασε. Και, στη συνέχεια, έμεινα άναυδος από τη σκέψη της ανικανότητάς μου (της δικής μας, πήγα να γράψω). γιατί αυτό μου φάνηκε ως θέμα πρακτικής πολιτικής, σωστής μελέτης του πολιτικού. Αλλά μετά συνειδητοποίησα ότι δεν θέσατε το ερώτημα με την ιδιότητα του επιστήμονα ή του φυσικού, αλλά ως λάτρης των συνανθρώπων σας… Και, στη συνέχεια, υπενθύμισα στον εαυτό μου ότι δεν με καλούσαν να διατυπώσω πρακτικές προτάσεις, αλλά μάλλον, να εξηγήσω πώς αυτό το ζήτημα της αποτροπής των πολέμων φαίνεται σε έναν ψυχολόγο».

Στη συνέχεια ο Φρόυντ περιγράφει τη θεωρία του για την εξελικτική τροχιά της βίας:

«Ξεκινάτε με τις σχέσεις μεταξύ ισχύος και δικαιώματος, και αυτό είναι σίγουρα το κατάλληλο σημείο εκκίνησης για την έρευνά μας. Αλλά, τον όρο ισχύς, θα τον αντικαθιστούσα μια πιο σκληρή και πιο αποκαλυπτική λέξη: βία. Στο δίκαιο και στη βία έχουμε σήμερα μια προφανή αντινομία. Είναι εύκολο να αποδείξουμε ότι το ένα έχει εξελιχθεί από το άλλο και, επιστρέφοντας στην αρχή και εξετάζοντας πρωτόγονες συνθήκες, η λύση του προβλήματος ακολουθεί αρκετά εύκολα.

[…]

Οι συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ ανθρώπων επιλύονται, καταρχήν, με την προσφυγή στη βία. Το ίδιο συμβαίνει και στο ζωικό βασίλειο, από το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να διεκδικήσει αποκλεισμό. Ωστόσο, οι άνθρωποι είναι επίσης επιρρεπείς σε συγκρούσεις απόψεων, που ααγίζουν, περιστασιακά, τις υψηλότερες κορυφές της αφηρημένης σκέψης, οι οποίες φαίνεται να απαιτούν διευθέτηση με εντελώς άλλη μέθοδο. Αυτή η βελτίωση είναι, ωστόσο, μια πρόσφατη εξέλιξη. Αρχικά, η ομαδική δύναμη ήταν ο παράγοντας που, σε μικρές κοινότητες, έκρινε την ιδιοκτησία και το ερώτημα τίνος η θέληση θα επικρατούσε. Πολύ σύντομα εφαρμόστηκε η φυσική δύναμη και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με τη χρήση διαφόρων βοηθημάτων. Νικητής αποδεικνυόταν όποιος είχε το καλύτερο όπλο ή το χειριζόταν πιο επιδέξια. Τώρα, για πρώτη φορά, με τον ερχομό των όπλων, διανοητικά ανώτεροι εγκέφαλοι άρχισαν να διώχνουν την μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη, αλλά το αντικείμενο της σύγκρουσης παρέμεινε το ίδιο: το ένα μέρος έπρεπε να περιοριστεί, λόγω του τραυματισμού του ή της εξασθένησης της δύναμής του, προκειμένου να ανακαλέσει μια αξίωση ή άρνηση. Αυτό το τέλος κερδίζεται πιο αποτελεσματικά όταν ο αντίπαλος τίθεται οριστικά εκτός μάχης — με άλλα λόγια, σκοτώνεται. Αυτή η διαδικασία έχει δύο πλεονεκτήματα: ο εχθρός δεν μπορεί να ανανεώσει τις εχθροπραξίες και, δεύτερον, η μοίρα του αποτρέπει τους άλλους από το να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Επιπλέον, η σφαγή ενός εχθρού ικανοποιεί μια ενστικτώδη λαχτάρα. … Ωστόσο, μπορεί να υπάρχει και μία εναλλακτική σκέψη που έρχεται σε αντίθεση με αυτή τη θέληση να σκοτώσει κανείς τον αντίπαλο: η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί σαν δούλος, εάν το ηθικό του σπάσει και του χαριστεί η ζωή. Εδώ η βία βρίσκει διέξοδο όχι στη σφαγή αλλά στην υποταγή. Από εκεί πηγάζει η πρακτική της επιείκειας. Αλλά ο νικητής, έχοντας από εδώ και στο εξής να ζει με τη λαχτάρα για εκδίκηση που κυλά στο αίμα του θύματός του, χάνει σε κάποιο βαθμό την προσωπική του ασφάλεια».

Ανιχνεύοντας πώς ο πολιτισμός εξελίχθηκε από «ωμή βία ή βία που υποστηρίζεται από όπλα» σε νόμο, ο Φρόυντ υποστηρίζει ότι η κοινή ταυτότητα και η αίσθηση της κοινότητας είναι καλύτερο προπύργιο τάξης από τη βία:

«Η ωμή βία ξεπερνιέται με την συνένωση. Η συμμαχική ισχύς των διάσπαρτων μονάδων ενισχύει το δίκιο της ενάντια στον απομονωμένο γίγαντα. Έτσι, μπορούμε να ορίσουμε το «δικαίωμα» (δηλαδή το δίκαιο) ως τη δύναμη μιας κοινότητας. Ωστόσο, και αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από βία, που επιτίθεται γρήγορα σε όποιο άτομο σταθεί στο δρόμο της, και χρησιμοποιεί τις ίδιες μεθόδους, ακολουθεί τους ίδιους στόχους, με μία μόνο διαφορά: είναι η κοινοτική, όχι η ατομική, βία που πετυχαίνει το δικό της. Όμως, για τη μετάβαση από την ωμή βία στην κυριαρχία του δικαίου, πρέπει πρώτα να δημιουργηθεί μια συγκεκριμένη ψυχολογική συνθήκη. Η ένωση της πλειοψηφίας πρέπει να είναι σταθερή και διαρκής. Αν ο μοναδικός λόγος ύπαρξής της είναι η ενόχληση κάποιου υπερφίαλου ατόμου και, μετά την πτώση του, διαλυθεί, δεν οδηγεί σε τίποτα. Κάποιος άλλος, πιστός στην ανωτερότητα της ισχύος του, θα προσπαθήσει να επαναφέρει την κυριαρχία της βίας και ο κύκλος θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα. Επομένως, η ένωση των ανθρώπων πρέπει να είναι μόνιμη και καλά οργανωμένη. Πρέπει να θεσπίσει κανόνες για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο πιθανών εξεγέρσεων. Να δημιουργήσει μηχανήματα που να διασφαλίζουν ότι οι κανόνες του —οι νόμοι— τηρούνται… Αυτή η αναγνώριση μιας κοινότητας συμφερόντων γεννά στα μέλη της ομάδας ένα αίσθημα ενότητας και αδελφικής αλληλεγγύης που αποτελεί την πραγματική της δύναμη. … Έχω θέσει αυτό που μου φαίνεται πως είναι ο πυρήνας του ζητήματος: η καταστολή της ωμής βίας μέσω της μεταφοράς της εξουσίας σε έναν ευρύτερο συνασπισμό, ο οποίος βασίζεται στην κοινότητα των συναισθημάτων που συνδέει τα μέλη του».AP Photo

Αλλά αυτό, επισημαίνει ο Φρόυντ, είναι ευκολότερο στη θεωρία παρά στην πράξη, καθώς προϋποθέτει μια κοινότητα ίσων, ενώ οι περισσότερες ομάδες έχουν μια εγγενή ανισορροπία δύναμης μεταξύ των ατόμων, η οποία οδηγεί σε αναπόφευκτη σύγκρουση:

«Από κει και πέρα υπάρχουν δύο παράγοντες στο κράτος που προκαλούν νομική αστάθεια, αλλά και νομοθετική εξέλιξη: πρώτον, οι προσπάθειες των μελών της άρχουσας τάξης να θέσουν εαυτούς πάνω από τους περιορισμούς του νόμου και, δεύτερον, ο διαρκής αγώνας αυτών που κυβερνώνται να επεκτείνουν τα δικαιώματά τους και να δουν κάθε κέρδος να ενσωματώνεται στον κώδικα, αντικαθιστώντας τις νομικές αναπηρίες με ίσους νόμους για όλους».

Από αυτό, παρατηρεί ο Φρόυντ, προκύπτει το παράδοξο της ειρήνης:

«Δεν μπορεί να εκφραστεί μία ενιαία συνολική κρίση για αυτούς τους επεκτατικούς πολέμους. Μερικοί, όπως ο πόλεμος μεταξύ των Μογγόλων και των Τούρκων, έχουν οδηγήσει σε αμείωτη δυστυχία. Άλλοι, ωστόσο, έχουν προωθήσει τη μετάβαση από τη βία στο νόμο, αφού οδήγησαν στη δημιουργία μεγαλύτερων οντοτήτων, εντός των οποίων απαγορεύτηκε η προσφυγή στη βία και ένα νέο καθεστώς καθόριζε όλες τις διαφορές. Έτσι η ρωμαϊκή κατάκτηση έφερε αυτό το όφελος, την Pax Romana, στα εδάφη της Μεσογείου. Ο πόθος των Γάλλων βασιλιάδων για επέκταση δημιούργησε μια νέα Γαλλία, που ανθούσε με ειρήνη και ενότητα. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο πόλεμος μπορεί να χρησιμεύσει για να ανοίξει τον δρόμο προς αυτήν την αδιάσπαστη ειρήνη που τόσο επιθυμούμε, γιατί είναι ο πόλεμος που δημιουργεί τεράστιες αυτοκρατορίες, εντός των οποίων κάθε πόλεμος απαγορεύεται από μια ισχυρή κεντρική δύναμη».

Ο Φρόυντ επαναφέρει τη θεωρία του στην παρούσα δύσκολη κατάσταση, προτείνοντας ότι υπάρχει μόνο ένας συγκεκριμένος τρόπος τερματισμού του πολέμου – η δημιουργία, με συναίνεση, ενός συγκεντρωτικού σώματος ελέγχου που επιλύει όλες αυτές τις συγκρούσεις συμφερόντων. Αυτό όμως απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις, οι οποίες εκείνη την εποχή παρέμεναν -όπως και σήμερα- ανεκπλήρωτες:

«Για αυτό χρειάζονται δύο πράγματα: πρώτον, η δημιουργία ενός τέτοιου ανώτατου δικαστηρίου. Δεύτερον, η επένδυσή της με επαρκή εκτελεστική δύναμη. Αν δεν εκπληρωθεί αυτή η δεύτερη απαίτηση, η πρώτη είναι μάταιη. Προφανώς η Κοινωνία των Εθνών (σ.σ: που αντικαταστάθηκε από τον ΟΗΕ), ενεργώντας ως Ανώτατο Δικαστήριο, πληροί την πρώτη προϋπόθεση. Όχι όμως και τη δεύτερη. Δεν έχει καμία δύναμη στη διάθεσή της και μπορεί να την αποκτήσει μόνο εάν τα μέλη του νέου σώματος, τα έθνη που την απαρτίζουν, την παρέχουν. Και, όπως έχουν τα πράγματα, αυτή είναι μια φρούδα ελπίδα. Ωστόσο, θα έπρεπε να έχουμε μια πολύ κοντόφθαλμη άποψη για την Κοινωνία των Εθνών αν αγνοούσαμε το γεγονός ότι εδώ υπάρχει ένα πείραμα του οποίου σπάνια – ποτέ άλλοτε, ίσως, σε τέτοια κλίμακα – έχει επιχειρηθεί στην πορεία της ιστορίας. Είναι μια απόπειρα απόκτησης της εξουσίας (με άλλα λόγια, της καταναγκαστικής επιρροής), που μέχρι τώρα βρισκόταν αποκλειστικά στην κατοχή της ισχύος, μέσω της ενεργοποίησης ορισμένων ιδεαλιστικών νοητικών προσεγγίσεων. … Υπάρχουν δύο παράγοντες συνοχής σε μια κοινότητα: ο βίαιος καταναγκασμός και οι δεσμοί συναισθημάτων («ταυτοποιήσεις», στην τεχνική γλώσσα) μεταξύ των μελών της ομάδας. Εάν ένας από αυτούς τους παράγοντες καταστεί ανενεργός, ο άλλος μπορεί να εξακολουθεί να αρκεί για να κρατήσει την ομάδα ενωμένη.

[…]

Και, στους καιρούς μας, μάταια αναζητούμε κάποια τέτοια ενωτική αντίληψη της οποίας η εξουσία θα ήταν αδιαμφισβήτητη. Είναι πολύ ξεκάθαρο ότι οι εθνικιστικές ιδέες, που είναι πρωταρχικές σήμερα σε κάθε χώρα, λειτουργούν σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Υπάρχουν κάποιοι που υποστηρίζουν ότι οι μπολσεβικικές αντιλήψεις μπορεί να φέρουν το τέλος του πολέμου, αλλά, όπως έχουν τα πράγματα, αυτός ο στόχος βρίσκεται πολύ μακριά και, ίσως, θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο μετά από μία περίοδο βάναυσου εμφύλιου πολέμου. Φαίνεται λοιπόν ότι κάθε προσπάθεια αντικατάστασης της ωμής βίας από την ισχύ ενός ιδανικού είναι, υπό τις παρούσες συνθήκες, καταδικασμένη να αποτύχει. Η λογική μας είναι προβληματική αν αγνοήσουμε το γεγονός ότι το δικαίωμα βασίζεται στην ωμή βία και ακόμη και σήμερα χρειάζεται τη βία για να διατηρηθεί».

Στη συνέχεια, ο Φρόυντ εκθέτει το πιο συναρπαστικό μέρος της θεωρίας του, το οποίο ασχολείται με τη διττή ικανότητα για καλό και κακό στην ανθρώπινη φύση, και υποστηρίζει ότι αυτές οι δύο φαινομενικά αντίθετες δυνάμεις λειτουργούν σε αναγκαία ομοφωνία:

«Υποθέτουμε ότι τα ανθρώπινα ένστικτα είναι δύο ειδών: αυτά που συντηρούν και ενοποιούν, τα οποία ονομάζουμε «ερωτικά» (με την έννοια που δίνει ο Πλάτων στον Έρωτα στο Συμπόσιό του), ή αλλιώς «σεξουαλικά» (επεκτείνοντας ρητά τη λαϊκή έννοια του «σεξ») και, δεύτερον, τα ένστικτα καταστροφής και θανάτωσης, τα οποία αφομοιώνουμε ως επιθετικά ή καταστροφικά ένστικτα. Αυτά είναι, όπως αντιλαμβάνεστε, τα γνωστά αντίθετα, η Αγάπη και το Μίσος, μεταμορφωμένα σε θεωρητικές οντότητες. Είναι, ίσως, μια άλλη πτυχή αυτών των αιώνιων πολικοτήτων, της έλξης και της απώθησης, που εμπίπτουν στον τομέα σας. Αλλά πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί και να μην περνάμε βιαστικά στις έννοιες του καλού και του κακού. Κάθε ένα από αυτά τα ένστικτα είναι τόσο απαραίτητο όσο και το αντίθετό του, και όλα τα φαινόμενα της ζωής προέρχονται από τη δραστηριότητά τους, είτε λειτουργούν σε σύμπνοια είτε σε αντίθεση. Φαίνεται ότι το κάθε ένστικτο από τα δύο μπορεί να λειτουργήσει αλλά σπάνια μεμονωμένα. Το κάθε ένα είναι σύμμεικτο («κράμα», όπως λέμε) με μία δόση από το αντίθετό του, που τροποποιεί τον στόχο του ή ακόμη, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση για την επίτευξή του. Έτσι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είναι σίγουρα ερωτικής φύσης, αλλά για να επιτύχει τον σκοπό του, αυτό ακριβώς το ένστικτο απαιτεί επιθετική δράση. Με τον ίδιο τρόπο το ένστικτο αγάπης, όταν κατευθύνεται προς ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, απαιτεί μια ανάμειξή του με το κτητικό ένστικτο, προκειμένου να εισέλθει σε αποτελεσματική κατοχή αυτού του αντικειμένου. Είναι η δυσκολία απομόνωσης των δύο ειδών ενστίκτου στις εκδηλώσεις τους, που τόσο καιρό μας εμπόδιζε να τα αναγνωρίσουμε. … Μόνο κατ’ εξαίρεση ακολουθεί μια δράση το ερέθισμα ενός ενστίκτου, το οποίο είναι από μόνο του ένα μείγμα Έρωτα και καταστροφικότητας. Κατά κανόνα, πολλά κίνητρα παρόμοιας σύνθεσης συμπίπτουν για την πραγματοποίηση της πράξης».

Το συσχετίζει αυτό με τη διεθνή δυναμική του πολέμου:

«Όταν ένα έθνος καλείται να συμμετάσχει σε πόλεμο, μια ολόκληρη γκάμα ανθρώπινων κινήτρων μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτήν την έκκληση – υψηλά και χαμηλά κίνητρα, κάποια από τα οποία ομολογούνται ανοιχτά, άλλα που υποκρύπτονται. Ο πόθος για επιθετικότητα και καταστροφή ασφαλώς περιλαμβάνεται. Οι αναρίθμητες σκληρότητες της ιστορίας και της καθημερινότητας του ανθρώπου επιβεβαιώνουν την επικράτηση και τη δύναμή της. Η διέγερση αυτών των καταστροφικών παρορμήσεων από τις εκκλήσεις στον ιδεαλισμό και το ερωτικό ένστικτο διευκολύνουν φυσικά την απελευθέρωσή τους. Μελετώντας τις φρικαλεότητες που καταγράφονται στη σελίδα της ιστορίας, πιστεύουμε ότι το ιδανικό κίνητρο έχει χρησιμεύσει συχνά ως καμουφλάζ για τη σκόνη της καταστροφής. Μερικές φορές, όπως με τις σκληρότητες της Ιεράς Εξέτασης, φαίνεται ότι, ενώ τα ιδανικά κίνητρα καταλάμβαναν το προσκήνιο της συνείδησης, αντλούσαν τη δύναμή τους από τα καταστροφικά ένστικτα που βυθίζονταν στο ασυνείδητο. Και οι δύο ερμηνείες είναι πιθανές».@ Max Halberstadt

Στη συνέχεια, ο Φρόιντ κάνει μια οδυνηρή και προφητική παρατήρηση σχετικά με την ομοιότητα μεταξύ επιστήμης και φιλοσοφίας:

«Όλα αυτά μπορεί να σας δώσουν τη ζοφερή εντύπωση ότι οι θεωρίες μας ισοδυναμούν με είδη μυθολογίας! Αλλά κάθε φυσική επιστήμη δεν οδηγεί τελικά σε αυτό – ένα είδος μυθολογίας; Είναι αλλιώς σήμερα με τις φυσικές σας επιστήμες;»

Στην πραγματικότητα, μια παρόμοια σχέση υφίσταται μεταξύ της ψυχολογίας και του θρησκευτικού δόγματος, και στον υποκείμενο κοινό τους παρονομαστή ο Φρόυντ βρίσκει την προτεινόμενη απάντηση στην αρχική ερώτηση του Αϊνστάιν, που ενσαρκώνει τον εμβληματικό λόγο του Τσάπλιν από τον Μεγάλο Δικτάτορα, δηλώνοντας ότι «θέλουμε να ζούμε με την ευτυχία του άλλου, όχι από τη δυστυχία του»:

«Από τη «μυθολογία» μας των ενστίκτων μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε μια φόρμουλα για μια έμμεση μέθοδο εξάλειψης του πολέμου. Αν η τάση για πόλεμο οφείλεται στο καταστροφικό ένστικτο, έχουμε πάντα στα χέρια μας το αντίδοτό του, τον Έρωτα. Ό,τι παράγει δεσμούς συναισθήματος μεταξύ των ανθρώπων πρέπει να μας χρησιμεύσει ως αντίδοτο του πολέμου. Αυτοί οι δεσμοί είναι δύο ειδών. Πρώτον, τέτοιες σχέσεις όπως αυτές προς ένα αγαπημένο αντικείμενο, χωρίς κάποια σεξουαλική πρόθεση. Ο ψυχαναλυτής δεν χρειάζεται να αισθάνεται κανέναν ενδοιασμό να αναφέρει την «αγάπη» σε αυτό το πλαίσιο. Η θρησκεία χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα: Αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Μια ευσεβής προσταγή, εύκολη στην εκφώνηση, αλλά δύσκολη στην εκτέλεση! Ο άλλος δεσμός συναισθήματος είναι μέσω της ταύτισης. Όλα όσα αναδεικνύουν τις σημαντικές ομοιότητες μεταξύ των ανθρώπων, φέρνουν στο παιχνίδι αυτό το συναίσθημα της κοινότητας, της ταύτισης, πάνω στο οποίο θεμελιώνεται, σε μεγάλο βαθμό, ολόκληρο το οικοδόμημα της ανθρώπινης κοινωνίας.

[…]

Το ότι οι άνδρες χωρίζονται σε διοικούντες και σε διοικούμενους δεν είναι παρά μια άλλη εκδήλωση της εγγενούς και ανεπανόρθωτης ανισότητας τους. Η δεύτερη κατηγορία αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία. Χρειάζονται έναν υψηλά ιστάμενο για να παίρνει αποφάσεις για αυτούς, στις οποίες συνήθως υποτάσσονται χωρίς αντίρρηση. Σε αυτό το πλαίσιο θα επισημάνουμε ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να δυσκολεύονται περισσότερο από ό,τι μέχρι τώρα για να σχηματίσουν μια ανώτερη τάξη ανεξάρτητων στοχαστών, που δεν θα υπόκεινται σε εκφοβισμό και θα είναι ένθερμοι αναζητητές της αλήθειας, των οποίων η λειτουργία θα ήταν να καθοδηγούν τις μάζες που εξαρτώνται από την ηγεσία τους. Δεν χρειάζεται να επισημάνουμε πόσο λίγο ενθαρρύνει μια τέτοια νέα δημιουργία η κυριαρχία των πολιτικών και η απαγόρευση της ελευθερίας της σκέψης από την Εκκλησία. Οι ιδανικές συνθήκες θα βρίσκονταν προφανώς σε μια κοινότητα όπου κάθε άνθρωπος θα υπέτασσε την ενστικτώδη ζωή του στις επιταγές της λογικής. Τίποτα λιγότερο από αυτό δεν θα μπορούσε να επιφέρει τόσο εμπεριστατωμένη και τόσο ανθεκτική ένωση μεταξύ των ανθρώπων, ακόμα και σε περίπτωση διακοπής των αμοιβαίων συναισθηματικών δεσμών. Σίγουρα όμως μια τέτοια ελπίδα είναι εντελώς ουτοπική, έτσι όπως έχουν τα πράγματα. Οι άλλες έμμεσες μέθοδοι αποτροπής του πολέμου είναι σίγουρα πιο εφικτές, αλλά δεν συνεπάγονται γρήγορα αποτελέσματα. Φέρνουν στο μυαλό μια άσχημη εικόνα μύλων που αλέθουν τόσο αργά που, πριν ετοιμαστεί το αλεύρι, οι άνθρωποι έχουν πεθάνει από την πείνα».

Παρά τη γενικά δυστοπική του διάθεση, ο Φρόυντ φροντίζει να επισημάνει ωστόσο γιατί η αναζήτηση του Αϊνστάιν έχει νόημα:

«Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στη ζωή του και ο πόλεμος καταστρέφει ζωές που ήταν γεμάτες υποσχέσεις. Εξαναγκάζει το άτομο σε καταστάσεις που ντροπιάζουν τον ανδρισμό του, υποχρεώνοντάς το να δολοφονήσει συνανθρώπους του, παρά τη θέλησή του. Καταστρέφει τις υλικές ανέσεις, τους καρπούς του ανθρώπινου μόχθου και πολλά άλλα. Επιπλέον, οι πόλεμοι, όπως διεξάγονται τώρα, δεν δίνουν κανένα περιθώριο για πράξεις ηρωισμού σύμφωνα με τα παλιά ιδανικά και, δεδομένης της υψηλής τελειότητας των σύγχρονων όπλων, ο πόλεμος σήμερα θα σήμαινε την απόλυτη εξόντωση ενός από τους μαχητές, αν όχι και των δύο. Αυτό είναι τόσο αληθινό, τόσο προφανές, που δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε γιατί η διεξαγωγή του πολέμου δεν απαγορεύεται με γενική συναίνεση».

Δεδομένης της περίφημης παροιμίας για τη διαίσθηση έναντι του ορθολογισμού που συχνά αποδίδεται, πιθανότατα εσφαλμένα, στον Αϊνστάιν – «Ο διαισθητικός νους είναι ένα ιερό δώρο και ο λογικός νους είναι ένας πιστός υπηρέτης. Έχουμε δημιουργήσει μια κοινωνία που τιμά τον υπηρέτη και έχει ξεχάσει το δώρο» – είναι ενδιαφέρον ότι ο Φρόυντ επισημαίνει την καταστολή του ενστίκτου από τη διάνοια ως το χαρακτηριστικό της ανθρώπινης προόδου:

«Η πολιτισμική ανάπτυξη της ανθρωπότητας (μερικοί, ξέρω, προτιμούν να την αποκαλούν πολιτισμό) βρίσκεται σε εξέλιξη από την αρχαιότητα. Σε αυτήν την εξελικτική διαδικασία οφείλουμε ό,τι καλύτερο υπάρχει στη σύνθεσή μας, αλλά και πολλά που προκαλούν τον ανθρώπινο πόνο. Η προέλευση και οι αιτίες του είναι ασαφείς, το θέμα του είναι αβέβαιο, αλλά μερικά από τα χαρακτηριστικά του είναι εύκολα αντιληπτά. Μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει στην εξαφάνιση της ανθρωπότητας, γιατί βλάπτει τη σεξουαλική λειτουργία από περισσότερες από μία απόψεις, και ακόμη και σήμερα οι απολίτιστες φυλές και οι υποανάπτυκτες τάξεις όλων των εθνών πολλαπλασιάζονται πιο γρήγορα από τα καλλιεργημένα στοιχεία. … Οι ψυχικές αλλαγές που συνοδεύουν αυτή τη διαδικασία πολιτισμικής αλλαγής είναι εντυπωσιακές και αδιαμφισβήτητες. Συνίστανται στην προοδευτική απόρριψη των ενστικτωδών στόχων και στη μείωση των ενστικτωδών αντιδράσεων. Από την ψυχολογική πλευρά δύο από τα σημαντικότερα φαινόμενα του πολιτισμού είναι, πρώτον, η ενίσχυση της διανόησης, η οποία τείνει να κυριαρχήσει στην ενστικτώδη ζωή μας και, δεύτερον, μια εσωστρέφεια της επιθετικής παρόρμησης, με όλα τα επακόλουθα οφέλη και κινδύνους. Τώρα ο πόλεμος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ψυχική διάθεση που μας επιβάλλει η ανάπτυξη του πολιτισμού. Ως εκ τούτου, είναι αναμενόμενο να αγανακτούμε με τον πόλεμο, να τον βρίσκουμε εντελώς ανυπόφορο».

Υπό το πρίσμα του σπαρασσόμενου από συγκρούσεις σημερινού κόσμου, το συμπέρασμα του Φρόυντ αντηχεί με οδυνηρή δυσφορία:

«Πόσο καιρό πρέπει να περιμένουμε προτού οι υπόλοιποι άνθρωποι γίνουν ειρηνιστές; Είναι αδύνατο να πούμε, και όμως ίσως η ελπίδα μας ότι αυτοί οι δύο παράγοντες -η πολιτισμική προδιάθεση του ανθρώπου και ένας βάσιμος τρόμος για τη μορφή που θα πάρουν οι μελλοντικοί πόλεμοι- μπορεί να χρησιμεύσουν για τον τερματισμό του πολέμου στο εγγύς μέλλον, δεν είναι χιμαιρική. Αλλά μέσω ποιας οδού ή παραδρόμου θα συμβεί αυτό, δεν μπορούμε να μαντέψουμε. Εν τω μεταξύ, μπορούμε να στηριχθούμε στη διαβεβαίωση ότι ό,τι συμβάλλει στην πολιτισμική ανάπτυξη, λειτουργεί και κατά του πολέμου».Το άδειο γραφείο του Άλμπερτ Αϊνστάιν στο Πρίνστον το 1955 (AP Photo/Jacob Harris)

Στις 3 Δεκεμβρίου 1932, ο Αϊνστάιν απαντά σε μια θερμή επιστολή:

«Κέρδισες την ευγνωμοσύνη μου και την ευγνωμοσύνη όλων των ανθρώπων που αφιέρωσες όλη σου τη δύναμή στην αναζήτηση της αλήθειας και που έδειξες το πιο σπάνιο θάρρος στο να δηλώνεις τις πεποιθήσεις σου σε όλη σου τη ζωή».

Την ίδια περίοδο, ο Αϊνστάιν συμμετείχε ενεργά στον διανοητικό ακτιβισμό της ειρήνης. Η πιο οδυνηρή του παρατήρηση — διαχρονική και πιο επίκαιρη από ποτέ — γράφτηκε τον Απρίλιο του 1932, ως συμβολή σε ένα συμπόσιο για την Ευρώπη και τον επερχόμενο -τότε- πόλεμο, και τυπώθηκε στο ρωσόφωνο περιοδικό Nord-Ost:

«Εφόσον όλες οι διεθνείς συγκρούσεις δεν υπόκεινται σε διαιτησία και η επιβολή των αποφάσεων που λαμβάνονται με διαιτησία δεν είναι εγγυημένη, και όσο η παραγωγή πολέμου δεν απαγορεύεται, μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι ο ένας πόλεμος θα ακολουθεί τον άλλον. Αν ο πολιτισμός μας δεν αποκτήσει την ηθική δύναμη για να ξεπεράσει αυτό το κακό, είναι βέβαιο ότι θα μοιραστεί τη μοίρα των προηγούμενων πολιτισμών: την παρακμή και την πτώση».

Πηγή: The Marginalian    /     ERTNEWS.GRΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
13/03
Σύνταξη: Δάφνη Σκαλιώνη
Ετικέτες: