ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








Πελάτες, κάπηλοι και καπηλίδες - από Κώστας Θεολόγου

αναρτήθηκε από : tinakanoumegk on : Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2021 0 comments




 
On ne peut pas être en même temps responsable et désespéré

Antoine de Saint-Exupéry (1900-1944) 

Η μετεμφυλιακή αγωνία της αστυφιλίας, το μεταπολεμικό baby-boom (1947-1965) και οι διώξεις λόγω φρονημάτων προσέλκυσαν μεγάλο τμήμα του πληθυσμού στις πόλεις, προκαλώντας διόγκωση της οικιστικής ανάπτυξης και ένταση στην οικονομία της οικοδομής, για να ικανοποιηθεί το στεγαστικό αίτημα της οικογένειας και του επαγγέλματος. Η μυστική, ασύδοτη και άρρητη συμφωνία μεταξύ χρηστών και αρμοδίων αρχών για την καταπάτηση, το μπάζωμα, τον εμπρησμό της δασικής έκτασης και την άμεση οικοπεδοποίησή τους εδραίωσε την αυθαιρεσία επί του δημόσιου χώρου ως κοινώς αποδεκτή. Το αυθαίρετο κτίσμα με τη συνδρομή της αρμόδιας αρχής «ενομιμοποιείτο» προάγοντας αφενός την ευημερία των χρηστών των αυθαιρέτων και αφετέρου των διαχειριστών της πολιτικής εξουσίας. Το γεγονός επέδρασε καταλυτικά στο πολιτικό σύστημα και στην πολιτική κουλτούρα, που ουδέποτε απεμπόλησαν τον πελατειακό χαρακτήρα τους. Η συνεχής χωρική αναοριοθέτηση της επικράτειας του νεότερου ελληνικού κράτους (1828-1947) φαίνεται ότι συμβάλλει στην ασάφεια περί τα όρια και του δημόσιου χώρου αποδομώντας τον σεβασμό του κοινόχρηστου ή δημόσιου χώρου και αναχαιτίζοντας την ευδοκίμηση της κοινωνικής συνείδησης ως προϋπόθεσης για την καλλιέργεια της ιδιότητας του πολίτη.

Έτσι, παγιώθηκε ο μεταπολιτευτικός χαρακτήρας της ανταλλακτικής αλληλεξάρτησης των πελατών-χρηστών και των πολιτικών ως απλό, αλλά ασφαλώς φαύλο, αλισβερίσι. Κάπηλοι και καπηλίδες (Αριστοφάνους Θεσμοφοριάζουσες στ. 347), αεί πελάτες και ουδέποτε πολίτες, σε αέναη συνένοχη συναλλαγή, «μαζί τα χτίσαμε», που θα έλεγε ο άλλος, αλλά μάλλον «μαζί τα χτίσατε», λέω εγώ ο πληβείος. Υπό αυτό το βολικό φαύλο καθεστώς δεν συνέφερε στη νεοελληνική πολιτεία να καταστρωθεί κτηματολόγιο και να καλλιεργηθεί συνείδηση ιδιότητας του πολίτη (πολιτότητας, citizenship). Κατά συνέπεια, ουδέποτε οποιαδήποτε άρχουσα ιδεολογία θεμελίωσε τις αξίες της στον σεβασμό στους θεσμούς και στον δημόσιο χώρο. Αντ’ αυτής εδραιώθηκε άρχουσα νοοτροπία, που λειτουργεί ιδιοτελώς, με μόνον γνώμονα το ανταλλακτικό συμφέρον της πολιτικής παρέας των χρηστών του δημόσιου χώρου. Ουδέποτε διδαχτήκαμε πώς να είμαστε πολίτες, φορολογούμενοι με καθήκοντα και υποχρεώσεις και με ανάλογες απαιτήσεις από τους πολιτικούς. Τοιαύτη συνειδητοποίηση θα μας εξέλισσε συμπεριφορικά ως δρώντες σε πλαίσιο πολιτείας που δεν περιορίζεται απλώς σε υποσχέσεις περί την ισονομία, αλλά προάγει την μεταξύ μας ειρήνη, την καθαριότητα, την δημόσια  υγιεινή, την ωραιότητα και τους καλούς τρόπους. Πόσο απαραίτητοι στην καθημερινή ζωή μας είναι οι κανόνες υγιεινής, η καθαριότητά μας και οι καλοί τρόποι που την απαλύνουν από την αθλιότητα της αγένειας και της αναίδειας!

Αναφορικά με τις κατά την ειδησεογραφία φυσικές καταστροφές στη χώρα μας, όπως οι πλημμύρες και οι πυρκαγιές, διευκρινίζουμε ότι δεν είναι απολύτως «φυσικές καταστροφές». Πριν από εικοσιέξι χρόνια έγραφα στο περ. Αντί για τις πλημμύρες στην Κόρινθο «Τα πάντα ρει, όταν χτίζει όπου βρει», παρακινημένος από την κραυγαλέα απόγνωση των πληγέντων, αλλά και την οργή τους εναντίον του «κράτους». Λησμονούμε συλλήβδην πως το κράτος έχει πρόσωπο και όνομα, όταν ζητάμε το παράνομο ρουσφέτι, αλλά, όταν η συγκεκριμένη παρανομία έχει συνέπειες εις βάρος μας, κατακραυγάζουμε εναντίον ενός κράτους απρόσωπου, από το οποίο απαιτούμε να μας συνδράμει, λες και είναι ο μεγαλόκαρδος πατέρας, που θα βάλει το χέρι στην τσέπη να τσοντάρει για τη ζημιά μας και να ξαναφέρει τη ζωή μας στην περιπόθητη κανονικότητα. Όταν επιθυμούμε να «νομιμοποιήσουμε την παρανομία» μας στον δημόσιο ή στον κοινόχρηστο χώρο, εμπλεκόμαστε κατ’ εξοχήν σε παράνομη πελατειακή σχέση συνενοχής, όχι μόνο ως αιτούντες (πελάτες), αλλά και ως εκχωρούντες (κάπηλοι) αντίστοιχα δικαιώματα. Αυτή η νοοτροπία, με τις καταπατήσεις, τα μπαζώματα, τις επεκτάσεις των χρηστών επί του αιγιαλού κτλ., αποτυπωνόταν επί δυο αιώνες ως απουσία κτηματολογίου, δασολογίου κοκ. Η νεοελληνική ιδιαιτερότητά μας σε αυτή την περίπτωση αφορά στη σφετεριστική καπατσοσύνη να καταπατούμε και να οικειοποιούμαστε ιδιοτελώς το κοινόχρηστο και το δημόσιο, είτε είναι ξεχασμένο χωράφι, είτε όμορφο δάσος ή αμμώδης αιγιαλός, πιλοτή πολυκατοικίας για στάθμευση, πεζοδρόμιο για παράταξη τραπεζοκαθισμάτων, γκαζόν, αγρός, κατάληψη κτηρίου, σχολείου, δρόμου κτλ. Εντέλει, η σύντηξη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και του δημόσιου χώρου αποτελεί περίπλοκο και δυσδιάκριτο συνονθύλευμα· τούτο το φαινόμενο της νεοελληνικής απροσδιοριστίας του δημόσιου χώρου το βάφτισα «ιδιώδημον» [ιδιωτικόν + δημόσιον > ιδιώδημον ή priblic (< private + public)] (Χαρτογραφώντας το ιδιώδημο, 2016, Ελληνοεκδοτική).

Ας πάψουμε όμως να θεωρούμε υπό την ιδιοτελή και ασφαλώς παραμορφωτική προοπτική μας τα καίρια ζητήματα του δημόσιου αστικού χώρου και να τα αξιολογούμε σε σμίκρυνση, την οποία μας επιβάλλει ο ατομοκρατικός και μικροαστικός κομφορμισμός μας. Όσο ο άρχων μικροαστισμός ή κομφορμισμός μας επικεντρώνεται σε ζητήματα ατομικής ιδιοκτησίας και κάποτε συμμαχεί ή ξιφομαχεί παράλογα με έναν κατασκευασμένο για τις διαλεκτικές ή κομματικές ανάγκες του περιθωριακό λαϊκισμό, δεν θα μπορέσει να αντιληφθεί τον δημόσιο χώρο ως φυσικό τοπίο και χωροχρονικό συνεχές με αισθητές πτυχές. Οι προϋποθέσεις διαυγασμού του για την ελληνική περίπτωση περιλαμβάνουν: α) την καλλιέργεια συνείδησης της ιδιότητας του πολίτη, β) την άρση της μονολιθικής πελατειακής υπόστασης του πολιτικού συστήματος, γ) τη θεσμική υλοποίηση των απαραίτητων χαρτογραφήσεων και δ) την κανονιστική εφαρμογή τους σε όλους τους χρήστες (πολίτες και επιχειρηματίες, κυβερνώντες και κυβερνώμενους). Ο χώρος έχει καταλυτική πολιτική σημασία και για την αυτογνωσία μας, την οποία καλούμαστε να εμβαθύνουμε με ασκήσεις αναστοχασμού, φορώντας μάσκα και διεκδικώντας αποστάσεις για τον ζωτικό χώρο μας, στην εποχή του COVID-19.

Κοντολογίς, οι επιλογές μας έχουν συνέπειες. Αν είμαστε υπεύθυνοι άνθρωποι, δεν μας αρμόζει να είμαστε απελπισμένοι και εξοργισμένοι. Ως εθνικά και προσωπικά υπεύθυνοι «πολίτες» οφείλουμε να είμαστε και εθνικά υπεύθυνοι εκλογείς, κι ας λέει το σύνθημα του γαλλικού Μάη «Αν οι εκλογές αλλάζαν τα πράγματα, θα ήταν παράνομες». Οι φυσικές καταστροφές, είτε αφορούν σε πλημμύρες που καλύπτουν με λάσπες είτε καταπίνουν με φλόγες περιουσίες και ανθρώπους, εκπορεύονται πολιτικά από τα πολεοδομικά και λοιπά βουλευτικά, ας πούμε, γραφεία, όπου πολλά συνομολογούνται και κατοχυρώνονται χωρίς την υπογραφή της αφέντρας φύσης.

 

Ο Κώστας Θεολόγου είναι καθηγητής στο ΕΜΠ και στο ΕΑΠ.

 

Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα (“Πόλη σε φλόγες”, 1993) είναι έργο της Άννας Βιλδιρίδου-Μακρή.

ΑΠΟ: ANTIFONO.GR   17 Σεπτεμβρίου 2021

Ετικέτες: