ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








Δήμος Μούτσης - ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ (1/3/2012) - ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ.

αναρτήθηκε από : tinakanoumegk on : Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024 0 comments


 


Της Σοφίας Νασσοπούλου - Χάλαρη

ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ, ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ, ΕΙΧΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΣΤΙΣ 7 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2023 ΤΟ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΚΕΙΜΕΝΟ.

ΑΣ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΣΗΜΕΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΙ ΑΣ ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΠΟΥ ΑΦΗΣΕ.



Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει τώρα τελευταία, αλλά μ’ έχει πιάσει μια πλήρης αδράνεια. Σαν να έφτασα πρόωρα στο τέρμα μιας διαδρομής που ήλπιζα κάπως αλλιώς να τελειώσει. 

Παρακολουθώ τα γεγονότα βέβαια με θλίψη, αλλ’ αυτό το συναίσθημα δε μου είναι κάτι το πρωτόγνωρο. Το 'χα από χρόνια πριν και φαντάζομαι δεν είμαι ο μόνος. 
Το 'χα από τότε που έγραφα το «Γουόκ μαν» και το «Για πούλημα λοιπόν», βλέποντας αυτή την άβυσσο της πολιτικής, πολιτιστικής και πνευματικής ξεπεσούρας. Αυτή τη λατρεία προς ό,τι το ευτελές κι αυτή την αναξιοκρατία σ’ όλο της το μεγαλείο, να 'χουν κατακλύσει τα πάντα στη ζωή μας. 

Πρωτοσέλιδα, κανάλια, εκδηλώσεις, συζητήσεις επί συζητήσεων, γεμάτες ως επί το πλείστον από παραπληροφόρηση. Βήμα συνήθως σ’ αυτούς που δεν είχαν να πουν τίποτα, παρ' εκτός απ’ το να καλύπτουν με όμοιες πάντα σοβαροφανείς κουβέντες ένα συγκεκριμένο χρόνο ή με κενές λέξεις ένα συγκεκριμένο χώρο.
Χρόνια τώρα το ίδιο βιολί και πάει λέγοντας. Όμως διόλου δε μας πείραζε. Ίσα ίσα, μάλιστα, που τα επικροτούσαμε κι όλας σε τέτοιο σημείο, που άμα κάποιος «ανθρωπάκος» πήγαινε να πει κάτι σοβαρό ή δεν έβρισκε βήμα, το πιθανότερο, ή το πολύ πολύ ως «γραφικός», αντιμετώπιζε μια κατάσταση του στυλ «άντε, πες το ποίημα σου και τέλειωνε, να κάνουμε κι εμείς τη δουλειά μας». 
Κι η δουλειά ήταν αυτή που εκούσια ή ακούσια προετοίμαζε το επερχόμενο. «Αξίζεις; Θα σε κοντύνω να μη φαίνεσαι. Θα φωνάξω πιο δυνατά να μην ακούγεσαι, δεν έχει σημασία τι θα πω, δε με νοιάζει και κυρίως δεν ντρέπομαι, φτάνει να μην υπάρχεις εσύ, και δεν πρέπει να υπάρχεις, γιατί ξέρεις ποιος είμ’ εγώ ρε;».


Εντάξει, δεν ξέρω αλλά υποθέτω. Μάλλον είσαι αυτός που έστειλε τον Ανατολάκη στη Βουλή και γύρισε την πλάτη στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο νεοέλληνας που μόλις το πρόβλημα ξέφυγε απ’ την «πολυτέλεια της περισπωμένης» κι έπεσε στην τσέπη μας, τότε ως διά μαγείας σκίρτησε μέσα του ένας αχταρμάς αρχαίων προγόνων και τζίπ, ΔΕΗ και Πολιτισμού, Εφορίας, Σύνταξης και Ιστορίας, όλα μαζί. 

Κι έτσι όπως του 'ρθαν απότομα, τα πήρε κι αυτός στο κρανίο που λένε, και μισοέντρομος, μισοπερήφανος και αγανακτισμένος, κατέβηκε στο Σύνταγμα. 
Λαός να δουν τα μάτια σου. Άνθρωποι κάθε λογής, κάθε χρώματος φύλου και ηλικίας, όλοι εκεί. Άλλοι καθισμένοι στις σκάλες και στα πεζούλια κι άλλοι όρθιοι με το βλέμμα στραμμένο προς τη Βουλή, να συζητούν να συμφωνούν και να δείχνουν. 

«Αλήθεια! Τι ομορφιά μπορεί να 'χει αυτός ο κόσμος όταν θέλει!». Είπα! 

Αλλά πριν προλάβω καλά καλά να σώσω τα λόγια μου, συνέβη το αναπάντεχο. Κάποιος εξ ημών, που κανείς μέχρι στιγμής δεν τον είχε προσέξει, ήρθε στα καλά του καθουμένου, στήθηκε μπροστά μας και κουνώντας επιδεικτικά το δάχτυλό του, άρχισε να φωνάζει:

 «Κάμερα σε μένα! Ο καιρός γαρ εγγύς, τόμος ένα και δύο!»


 Κανονικός φαινόταν, αλλά μου την έδωσε ο τρόπος του. Εγωισμός; Όπως θέλετε πείτε το αλλά εγώ δεν κρατήθηκα. Στήθηκα, λοιπόν, καμαρωτός καμαρωτός, ύψωσα τα χέρια μου προς τον ουρανό και κοιτώντας στο πουθενά βροντοφώναξα: «Έϊβαλα! Έϊβαλα!…» Δεν ξέρω γιατί το 'πα, έτσι μου 'ρθε, αυτό όμως που ακολούθησε δεν περιγράφεται. 
Μια ομάδα έξαλλων ανθρώπων όρμησε προς την πλατεία αλλαλάζοντας: «Όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, το Δου Νου Του σκαρφάλωνε στα δέντρα…! Στα δέντρα εσείς; Παρθενώνες εμείς!».

 Ένας άλλος μόνος του συμπλήρωνε: «Κι ο Αλλάχ θα βοηθήσει!». Ο δικός μου στο μεταξύ είχε αλλάξει μοτίβο: «Νεφελίμ, Ελλοχίμ, τακ τακ σκληρό εξώφυλλο!»  

Ξοπίσω μια άλλη ομάδα ερχόταν επαναλαμβάνοντας με έμφαση για το δίκιο του εργάτη, κι η ατμόσφαιρα τελικά άρχισε να ζεσταίνει. Πήρανε μπρoς και τα τραγούδια. Σιγανά, ταπεινά και τρυφερά τραγούδια, μαζί με θούρια, παιάνες και ύμνους βυζαντινούς. 

«Όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα!»  Όλα, εκτός απ τα Ματ, που αγρίεψαν λόγω Μουσικής κι ορμήσανε κραυγάζοντας: «Σκασμός!».
Το πλήθος αντιστάθηκε: «Γαμώ τη μάνα σας!» «Όχι τέτοια, όχι τέτοια!» συνέστησαν οι πιο ψύχραιμοι.                               
  Σιγά σιγά, οι περισσότεροι γυρίσαμε στα σπίτια μας. Κάποιοι άλλοι κάψανε γι' ακόμα μια φορά την Αθήνα, κι οι υπόλοιποι, λέει, πήραν Δάνειο...!

ΥΓ: Φοβάμαι γιατί η νύχτα που 'ρχεται είναι μεγάλη, κι εγώ μένω ακόμα να βασανίζομαι κολλημένος σε μια φράση από τη «Χώρα των τυφλών» του H.G.Wells: 
«Σας τόχα πεί. Αναθεματισμένοι βλάκες!…».
________________

Δεκαέξι χρόνια μετά την πρώτη δισκογραφική παρουσία του Δήμου Μούτση και μετά από εννέα ολοκληρωμένους δίσκους και αρκετά «σκόρπια» τραγούδια, τον Ιούνιο του 1981 κυκλοφόρησε το «Φράγμα», ένας δίσκος ορόσημο, με στίχους του Κώστα Τριπολίτη και ερμηνευτές, εκτός από τον ίδιο το συνθέτη, την Σωτηρία Μπέλλου, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και την Άλκηστις Πρωτοψάλτη.
Ο δίσκος αυτός σηματοδότησε την αρχή μιας νέας διαδρομής για τον Δήμο Μούτση. Διαδρομή που κράτησε μέχρι το 1994 και το δίσκο «Για πούλημα λοιπόν», όπου ο ίδιος ο συνθέτης ήταν πλέον ο κύριος ερμηνευτής των τραγουδιών του. (Εξαίρεση ο «Ταξιδιώτης» με ερμηνεύτρια τη Νάνα Μούσχουρη, που κυκλοφόρησε το 1990). Είχε ξανατραγουδήσει βέβαια το 1976 στην «Εργατική συμφωνία», με τα τραγούδια από το θεατρικό έργο «Απεργία» του Γιώργου Σκούρτη… Ουσιαστικά όμως, η πορεία του ως ερμηνευτής, ξεκίνησε από το «Φράγμα».
Το «Φράγμα» είναι ένας «κομβικός» δίσκος. Αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, μια σύνοψη του μέχρι τότε έργου του συνθέτη, σε συνδυασμό με αυτά που θα ακολουθούσαν στο μέλλον. Ο λόγος του Κώστα Τριπολίτη, όπως πάντα, «τραχύς», επίκαιρος και, δυστυχώς, διαχρονικός.
(Πηγή κειμένου - Ogdoo.gr - Γιώγλου Θανάσης)




ΠΗΓΗ: https://www.facebook.com/share/p/mWKauDaTCMh9ViRp/
 Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com
Ετικέτες: