Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Βιβλιοπωλείο Παίδευσις Βασιλειάδης: ‘’…εμείς δεν ευτυχήσαμε να έχουμε μεγάλους κοινωνιολόγους, αλλά την κοινωνιολογία του έθνους την έγραψαν οι ποιητές μας’’ Μιχάλης Χαραλαμπίδης



Βιβλιοπωλείο Παίδευσις Βασιλειάδης
Ο Άγγελος Σικελιανός τον Αύγουστο του 1944, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, μετά από πρόσκληση, όπως λέει ο ίδιος, των Επτανήσιων, εκφωνεί μια ομιλία συγκλονιστική όπως λέγεται, από άποψη ατμόσφαιρας και περιεχομένου (το κείμενο σώζεται στον Δ΄ τόμο της σειράς του ‘’Πεζός Λόγος’’, σελ. 148, εκδ. ΙΚΑΡΟΣ) προς τιμή του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη. Σ΄ ένα λοιπόν σημείο της ομιλίας του περιγράφει ένα φοβερό για μένα περιστατικό, που πρωταγωνιστής του είναι ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης κι ο Λευκαδίτικός λαός. Το περιστατικό έχει ως εξής :
Στις 16 Δεκέμβρη του 1869, γίνεται ο μεγάλος σεισμός που χτύπησε τα Εφτάνησα και ισοπέδωσε την πόλη της Λευκάδας. Τότε η ελληνική κυβέρνηση, με τις δυνατότητες που είχε, μετά από ενέργειες του Βαλαωρίτη, στέλνει στη Λευκάδα ένα καράβι γεμάτο με διάφορα βοηθήματα, κυρίως όμως με ξυλεία για να ‘’παρηγορηθεί’’, ας πούμε, κάπως η κατάσταση. Το καράβι έφτασε και άραξε στο λιμάνι κι ο Λευκαδίτικος λαός είναι μαζεμένος στο μώλο και στέκει διστακτικός και φοβισμένος μη τολμώντας να κάνει κάτι. Σε μια στιγμή,… (κάντε σας παρακαλώ εικόνα όσα θα διαβάσετε παρακάτω) απ΄ τη πίσω μεριά του πλήθους, μια γιγάντια μορφή πλησιάζει. Το πλήθος παραμερίζοντας από σεβασμό ανοίγει ένα διάδρομο για να περάσει.
‘’Τότε, Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (αυτός ήταν η μορφή που είπα), κατεβαίνει στο λιμάνι, μπαίνει πρώτος στο καράβι, σκύβει και σηκώνει στους Ηράκλειους ώμους του την πιο μεγάλη απ΄ όλες τις δοκούς οπού ΄χε φέρει το καράβι, τη φορτώνεται και προχωρεί ανάμεσα απ΄ το πλήθος, δίχως να λυγίσει από το βάρος, προς τη χώρα μοναχός. Σε μια στιγμή όλος ο λαός είχε φορτώσει κιόλας στους δικούς του ώμους όλη την ξυλεία του καραβιού κι ακολουθάει σαν το μερμήγκι τον Ποιητή.
Δ ε ν ξ έ ρ ω ε ι κ ό ν α ω ρ α ι ό τ ε ρ η, ι ε ρ ό τ ε ρ η, γ ι α έ ν α τ α γ ό ψ υ χ ώ ν, κ α ρ δ ι ώ ν, σ ω μ ά τ ω ν, α π΄ α υ τ ή !’’
Προσέξτε σας παρακαλώ!... Στη γεμάτη δύναμη και λυρισμό, μικρή του φράση, ‘’…κι ακολουθάει σαν το μερμήγκι τον Ποιητή’’, ο Σικελιανός ξεκινά με ‘’Π’’ κεφαλαίο τη λέξη ποιητής, μεταρσιώνοντάς την έτσι, ιεροποιώντας την, δίνοντάς την άλλην υπόσταση. Και στην τελευταία πρότασή του, την αραιογράμματη από μένα, την ερμηνεύει.
Πρωτοδιάβασα αυτή την μεγάλη για μένα κουβέντα του Μιχάλη Χαραλαμπίδη, την εναρκτήρια αυτού του κειμένου, σε ένα σχόλιο που κατάθεσε σε μια ανάρτηση μου ο φίλος και συναθλητής Γιώργος Τασιόπουλος. Τον ευχαριστώ πολύ γι αυτή τη σημαντική κατάθεση, που στην ουσία ισοδυναμεί με διάσωση* της. Λοιπόν, η πρώτη μου επαφή μαζί της ήταν μια απλή ανάγνωση. Όμως, μετά από λίγα λεπτά, τρεις λέξεις της, οι ‘’κοινωνιολόγοι’’, η ‘’κοινωνιολογία’’ και οι ‘’ποιητές’’, άρχισαν να γυρίζουν στο μυαλό μου, να το απασχολούν και να του στρογγυλοκάθονται. Εκείνη τη στιγμή. έζησα για ακόμη μια φορά την επαλήθευση ενός αξιώματος -ας πούμε- του Σεφέρη, που αφορούσε στην ποίηση βέβαια, αλλά που κολλούσε γάντι και στην περίπτωση που περιγράφω και που έλεγε :
‘’πολλές φορές αντικρίζουμε πρώτη φορά ένα ποίημα. Μας φαίνεται σκοτεινό ή αλλόκοτο (ή αδιάφορο θα μπορούσε να πει κανείς λέω ΄γώ)… Γυρίζουμε σελίδα ή κλείνουμε το βιβλίο. Ωστόσο, ξαφνικά, (…) δυο-τρεις λέξεις, μία φράση, ένας στίχος γυρίζει μέσα στο μυαλό μας, και δεν εννοεί να τ΄ αφήσει. Το ποίημα ‘’έπιασε’’.
Ήταν ακριβώς, εκείνη η στιγμή που ψιθύρισα μέσα μου, ‘’τι είπε ο άνθρωπος !’’, ήταν ακριβώς εκείνη η στιγμή που ήρθε ταυτόχρονα στο νου μου, μαζί μ΄ άλλες σκέψεις, και το περιστατικό που περίγραψε ο Σικελιανός στην συγκλονιστική εκείνη ομιλία του, και κυρίως τα σημεία εκείνα για τα οποία παρακάλεσα την προσοχή σας. Ήταν ακριβώς εκείνη η στιγμή που ένιωσα, ότι η σπουδαία κουβέντα του Μιχάλη επαλήθευε και έκανε πολιτικό και κοινωνικό αξίωμα τη τελευταία πρόταση-συμπέρασμα του Σικελιανού στο μικρό απόσπασμα του που πριν διαβάσατε.
Έχω πει πολλές φορές, πως οι Έλληνες που βιώνουν την ιστορία του λαού μας, που ‘’διατρέχουν’’ όλες τις στιγμές της στη διαχρονία της καταργώντας έτσι το χρόνο, είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Ένας τέτοιος είναι και ο μέγας Σικελιανός. Βιώνει με όλη του την ένταση τον πολιτισμό του. Και ότι βγαίνει από μέσα του, είτε σαν ποίημα, είτε σαν πεζό (λατρεύω τα πεζά του !), βγαίνε σαν σπάραγμα, σαν τραγούδι, σαν ευωδιά, σαν λουλούδι και προσφέρεται απλόχερα σ΄ όλους μας (και σ΄ αυτό, στο να προσφέρει λουλούδια δηλαδή, όπως πιστοποιεί ο Σεφέρης, ήταν καταπληκτικός).
Μη φανταστείτε ότι με όλα αυτά που είπα πριν πως μιλώ για κάτι το μεταφυσικό. Το τι εννοώ μιλώντας γι αυτό, θα σας το δώσω με το παράδειγμα ενός περιστατικού όπως το περίγραψε ο Σεφέρης σε ένα γράμμα του στο Σαββίδη :
‘’Είναι η υπόθεση της ‘’Ελένης’’ του Ευριπίδη… Ο Μενέλαος και όλος ο στρατός των Δαναών που πολέμησαν για ένα σύννεφο. –Αυτήν την ‘’Ελένη’’ συλλογίστηκα πολύ οδυνηρά, ένα βράδυ, το περασμένο καλοκαίρι, στ΄ ακρογιάλι της Σαλαμίνας (σημ, δική μου: της Κύπρου, στην Αμμόχωστο), κοιτάζοντας την πανσέληνο να βγαίνει μέσα από τη θάλασσα και να κάνει ταχυδακτυλουργίες με φρεναπάτες. Γιατί πολεμήσαμε ;’’
Εκείνη τη στιγμή, όπως διαβάσατε στο απόσπασμα αυτό του Σεφέρη, ο μεγάλος ποιητής βίωνε την ιστορία, είχε ‘’μεταφερθεί’’ στο χρόνο. Ήταν ταυτόχρονα καθισμένος στα πόδια του Όμηρου και του Ευριπίδη και παρατηρούσε και βίωνε όλο αυτό το σκηνικό του μύθου και της τέχνης του λαού μας, και όλη αυτή του η εμπειρία εξέβαλε στο σπουδαίο ποίημά του ‘’Ελένη’’.
Έτσι ακριβώς και ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης. Ο Μιχάλης, ήτανε δίπλα στον Τεύκρο όταν αποικούσε τη Σαλαμίνα, την πανέμορφη Αμμόχωστο της μάνας Κύπρου, ήταν επάνω στην Πεντηκόντορο που μετέφερε τους Ίωνες της Αττικής να αποικίσουν τη Μίλητο. Ήτανε δίπλα στον Οικιστή και κατέγραφε την εμπειρία. Ήτανε δίπλα στον Οικιστή όταν ξεκινούσανε οι Μιλήσιοι να αποικίσουν τη Σινώπη του Πόντου και μετά την Τραπεζούντα. Και όλη αυτή του η εμπειρία και το βίωμα εξέβαλε στην πρότασή του για τη δημιουργία της πόλης της Ρωμανίας και στην πρότασή του για δημιουργία μιας νέας πόλης στις ακτές της Θεσσαλίας. Ήτανε δίπλα σε όλους τους Οικιστικές εκείνους και στους άποικους που ξεκινούσαν απ΄ την Ελλάδα να αποικίσουν τη Μεγάλη Ελλάδα, και ήταν όλο αυτό του το βίωμα και η εμπειρία που τον οδήγησαν να προτείνει τη δημιουργία μια νέας πόλης στα μέρη εκείνα. Μιας πόλης σφραγίδας της ιστορικής φιλίας των δύο λαών (Ελλήνων και Ιταλών). Ήταν δίπλα στο Δαβίδ Κομνηνό όταν έπεφτε η Τραπεζούντα στους Οθωμανούς. Δίπλα στο Βησσαρίωνα όταν έφευγε πια για τη Δύση. Ήταν δίπλα στο Σεφέρη όταν ζούσε έντονα την φοβερή εκείνη εμπειρία του που μόλις πριν διαβάσατε !
Ο Μιχάλης ήταν άλλου κόσμου διανοούμενος και πολιτικός, διαφορετικός από τα πρότυπα που πλασάρονται με το τσουβάλι αφθονοπαρόχως. Γι αυτό και ‘’άγνωστος’’ -γι αυτό και μόνος. Ο άνθρωπος αυτός, είτε ‘’οδυνηρά’’, είτε ‘’λυτρωτικά’’, είτε ‘’εν αγωνία’’, είτε ‘’εν γαλήνη’’ ζούσε το ιστορικό-πολιτισμικό βίωμα του λαού, και το μετάπλαθε σε πολιτικό λόγο ουσιαστικό -γι αυτό και ξεχωριστός.
*Δεν θυμάμαι να έχω ανταμώσει αυτό το αξίωμα του Μιχάλη Χαραλαμπίδη σε κάποιο από τα βιβλία του, δεν θυμάμαι. Εάν όντως όμως υπάρχει κάπου γραμμένο και δεν το αντιλήφθηκα, αυτό σημαίνει πως δεν τον έχω διαβάσει ακόμα καλά, πως έχω ακόμα δουλειά να κάνω. Αν όμως δεν υπάρχει, τότε, αυτό που έκανε ο φίλος είναι πολύ σημαντικό. Το να ‘’σώσει’’ δηλαδή αυτή την κουβέντα του Μιχάλη και να μην την αφήσει να χαθεί. Σκέφτομαι, πόσο σημαντικό εξίσου, θα ήταν, εάν φίλοι και συναθλητές, που είχαν ανάλογες με τον Γιώργο εμπειρίες, και έχουν συγκρατήσει στη μνήμη.