Ζαχαρίας Καπλανίδης
Οικονοµολόγος
Από τα πρώτα στοιχεία οικονομικής πολιτικής, που μαθαίνει ένας πρωτοετής φοιτητής στα πανεπιστήμια, και τώρα πλέον, ευτυχώς, και από την τρίτη Λυκείου, είναι βασικές έννοιες όπως συντελεστές παραγωγής, εναλλακτικό κόστος, συγκριτικό πλεονέκτημα, μικροοικονομία και μακροοικονομία.
Έτσι για τους συντελεστές παραγωγής, μαθαίνει ότι αυτοί είναι το έδαφος, το κεφάλαιο και η εργασία, που με απλά λόγια σημαίνει, ότι για οτιδήποτε παράξουμε, προϊόν ή υπηρεσία, χρειαζόμαστε ένα χώρο, ένα χρηματικό ποσό και τέλος έναν ή περισσότερους εργαζόμενους.
Το σημαντικό που μαθαίνει, εδώ, είναι ότι και οι τρεις αυτοί συντελεστές, δεν είναι άπειροι σε καμία χώρα. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, που σήμερα εξετάζουμε, έχουμε 10 εκατομμύρια περίπου κατοίκους, εκ των οποίων σύμφωνα με τα σημερινά στοιχεία 4,5 εκατομμύρια εργάζονται, 500.000 δηλώνουν άνεργοι, 2,5 εκατομμύρια είναι συνταξιούχοι, και τα υπόλοιπα 2,5 εκατομμύρια είναι παιδιά ή σπουδαστές ή ενήλικες, που για κάποιους προσωπικούς λόγους, δεν ενδιαφέρονται να βγουν στην αγορά εργασίας.
Αυτό λοιπόν, είναι κατά βάσιν, το εργατικό δυναμικό της χώρας: 4,5 εκατομμύρια που εργάζονται και 500.000 που θέλουν να εργαστούν αλλά δεν βρίσκουν εργασία ή δε βρίσκουν την εργασία που επιθυμούν. Σχετικά με τον άλλο συντελεστή παραγωγής, το έδαφος, η Ελλάδα έχει επισήμως χερσαία έκταση 132.000 km². Απ’ αυτήν όμως την έκταση θα πρέπει να υπολογίσουμε μόνο την έκταση που είναι οικονομικά αξιοποιήσιμη, αφού μεγάλες εκτάσεις καταλαμβάνουν χέρσα γη, βουνά, δάση, απότομα φαράγγια και γενικά εδάφη χωρίς καμία υποδομή, όπου είναι σχεδόν αδύνατη κάθε οικονομική δραστηριότητα.
Συμπέρασμα: από τα 132.000 km² χερσαίας έκτασης της χώρας, ίσως μόνο το 7-10% είναι κατάλληλο για οικονομικές δραστηριότητες, και αυτή είναι η μέγιστη δυνατότητα του συντελεστή εδάφους.
Και τέλος, σχετικά με το κεφάλαιο, θα πρέπει να πούμε ότι σήμερα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τραπέζης Ελλάδας, οι καταθέσεις πολιτών και επιχειρήσεων, στις εμπορικές τράπεζες, είναι περίπου 213 δισεκατομμύρια ευρώ. Απ’ αυτά τα 213 δισεκατομμύρια οι τράπεζες βεβαίως, για λόγους ασφαλείας, δεν είναι διατεθειμένες να δανείσουν παραπάνω από 60-70 % και ασφαλώς αυτό το ποσοστό το διανέμουν σε δάνεια για επενδύσεις, δηλαδή για την παραγωγή, αλλά και σε λοιπά μη άμεσα παραγωγικά, όπως είναι τα καταναλωτικά, ταξιδιωτικά, στεγαστικά κλπ. Άρα και εδώ διαπιστώνουμε ότι τα κεφάλαια που μπορούν να αντληθούν για καθαρά παραγωγικούς σκοπούς, από τις τράπεζες, που είναι και ο κύριος χρηματοδότης αυτής αυτής της διαδικασίας, είναι απόλυτα οριοθετημένα. Απλά, σ’ αυτά τα όρια, θα πρέπει να προσθέσουμε κάποιους οικονομικούς πόρους από ευρωπαϊκά προγράμματα όπως ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης κλπ και βέβαια από ξένες επενδύσεις που τοποθετούνται στην Ελλάδα. Αυτά είναι όλα. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, οι παραγωγικές επενδύσεις φτάνουν στο 17% περίπου του ΑΕΠ, δηλαδή κοντά στα 37 δις. Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι οι συνολικοί οικονομικοί πόροι μπορούν να φτάσουν και το 22% του ΑΕΠ (είναι ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση), τα κεφάλαια δε θα ξεπερνούσαν τα 50 δις.
Εκεί είναι το πραγματικό μέγιστο ποσό για κεφάλαια που αφορούν την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών στην Ελλάδα. Αλλά αναλογικά το ίδιο ισχύει και για κάθε άλλη χώρα είτε πρόκειται για την Αμερική ή την Κίνα ή τη Γερμανία.
Συμπέρασμα πρώτο: οι βασικοί συντελεστές παραγωγής, όπως εργασία, έδαφος και κεφάλαιο, σε καμιά χώρα, δεν είναι απεριόριστοι και όλες οι χώρες, όπως φυσικά και η Ελλάδα, αντιμετωπίζουν το δίλημμα που θα κατευθύνουν αυτούς τους συντελεστές προκειμένου να πετύχουν το μέγιστο οικονομικό αποτέλεσμα για να αυξήσουν τον πλούτο του κράτους και φυσικά του λαού τους. Γιατί το ζητούμενο της οικονομικής διαδικασίας, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η συνολική και ατομική ευημερία των πολιτών σε μία επικράτεια. Με δεδομένο λοιπόν ότι οι παραγωγικοί τομείς μιας οικονομίας είναι ο πρωτογενής δηλαδή ο αγροκτηνοτροφικός, ο δευτερογενής δηλαδή ο βιομηχανικός και ο τριτογενής δηλαδή οι εν γένει υπηρεσίες, το δίλημμα για τη χώρα μας είναι που πρέπει να επενδύσει τους περιορισμένους όπως είδαμε συντελεστές παραγωγής, ώστε να μεγιστοποιήσει το συνολικό πλούτο της αλλά και την συνολική και ατομική ευημερία των Ελλήνων.
Φαινομενικά δύσκολο ερώτημα αφού οι αποφάσεις για κατανομή των συντελεστών παραγωγής στους διάφορους τομείς της οικονομίας (πρωτογενή, δευτερογενή ,τριτογενή) παίρνονται από χιλιάδες επενδυτές και επιχειρηματίες, ακόμα και από διαφορετικά παραγωγικά Υπουργεία μιας Κυβέρνησης.

Πώς λοιπόν να αποφασίσουμε στη χώρα μας, που βασικά μας ενδιαφέρει, να κατανείμουμε τους διαθέσιμους περιορισμένους συντελεστές παραγωγής ώστε να πετύχουμε το μέγιστο δυνατό οικονομικό αποτέλεσμα (output); Την απάντηση και εδώ την έχει μία από τις βασικές έννοιες της πολιτικής οικονομίας. Είναι η έννοια του «συγκριτικού πλεονεκτήματος», που κάθε χώρα, κάθε περιοχή ακόμα και κάθε μεμονωμένο άτομο τα χαρακτηρίζει. Είναι απλά το στοιχείο ή τα στοιχεία που τους καθιστούν ιδιαίτερα παραγωγικούς σε κάποιους τομείς, όπως παραδείγματος χάριν στον τριτογενή ή πρωτογενή τομέα, ή σε ατομικό επίπεδο στα μαθηματικά ή την φυσική στο τρέξιμο ή στο άλμα κλπ κλπ
Τι λέει λοιπόν η έννοια του συγκριτικού πλεονεκτήματος; Ότι μια χώρα μπορεί πιο εύκολα να παράγει μπανάνες απ’ ότι βερίκοκα ή αυτοκίνητα απ’ ότι υφάσματα ή κάποιος να τρέχει γρηγορότερα απ’ ότι να κάνει μεγάλα άλματα.
Αν λοιπόν, στην πρώτη περίπτωση, αποφασίσεις να φυτέψεις βερικοκιές αντί για μπανανιές ή να αναπτύξεις βιομηχανία υφασμάτων αντί για αυτοκινήτων, είναι μάλλον μια λανθασμένη απόφαση, και θα χρειαστεί να ξοδέψεις περισσότερους συντελεστές παραγωγής και μάλιστα με αβέβαια αποτελέσματα, απ’ ότι αν επενδύσεις σε μπανάνες και αυτοκίνητα που έχεις το συγκριτικό πλεονέκτημα.
Το ίδιο και με τον αθλητή. Εάν κάνεις το λάθος να προπονείς έναν άνθρωπο σε λάθος άθλημα, σχετικά με τα προσόντα του, τότε σίγουρα σπαταλάς πόρους και ενέργεια χωρίς αποτέλεσμα.
Τώρα βέβαια το ερώτημα που ανακύπτει, είναι που οφείλεται και πώς ερμηνεύεται το φαινόμενο του συγκριτικού πλεονεκτήματος.
Η απάντηση είναι σύνθετη αλλά εντελώς ξεκάθαρη.
Για μια χώρα, τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, αλλά και αντίστροφα τα μειονεκτήματα, απορρέουν από διάφορους παράγοντες όπως κλιματολογικές συνθήκες (αφορούν κυρίως τον πρωτογενή τομέα) μακρόχρονες παραδόσεις όπως λ.χ. για την Ελλάδα η Ναυτιλία, δεξιότητες με μακροχρόνια παράδοση όπως λ.χ. η υφαντουργία, χαρακτηριστικά ανθρώπινης φυλής όπως λ.χ. ευελιξία, ευστροφία, αντοχή ή και αντίστροφα, και φυσικά προσθέστε και τον παράγοντα πολιτικό σύστημα και πολιτικές πρακτικές, που έχουν να κάνουν με το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον, και που εμείς οι οικονομολόγοι αποκαλούμε μακροοικονομία.
Όλοι αυτοί οι παραπάνω παράγοντες, και ίσως και κάποιοι επιπλέον, λειτουργούν σαν επιταχυντές ή και αντίστροφα, σε μία παραγωγική απόφαση να παράξουμε το Α προϊόν ή υπηρεσία και όχι το Β που ενδεχομένως έχουμε μπροστά μας σαν εναλλακτική.
Αν θελήσουμε, με αυτή τη λογική. να δούμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας, ανά τομέα οικονομικής δραστηριότητας, τότε ελπίζω να συμφωνήσετε στα ακόλουθα:
Η χώρα μας, από την αρχαιότητα, έχει παράδοση στην παραγωγή αγροκτηνοτροφικών προϊόντων, με εμβληματικά αγαθά, όπως το λάδι, οι ελιές, το κρασί, το μέλι, τα γαλακτοκομικά, τα φρούτα καθώς και τα προϊόντα της θάλασσας όπως ψάρια, σφουγγάρια κλπ. Εύλογοι οι λόγοι: όπως κλίμα, δεξιότητες, μικρά απαιτούμενα κεφάλαια, ισχυρές μεταφορές (ναυτιλία) ήδη από την αρχαιότητα. Πού όμως βρίσκεται σήμερα ο πρωτογενής τομέας της χώρας; Στα Τάρταρα!!
Πλήρης εγκατάλειψη από ανθρώπους και κυβερνήσεις. Καμία ουσιαστική επένδυση, το αντίθετο μάλιστα, αποεπένδυση με διαρκή αφαίρεση συντελεστών παραγωγής είτε πρόκειται για εργασία ή για εδάφη.
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, η ανάπτυξη της χώρας, στηρίχθηκε κατά 30% στον πρωτογενή τομέα, ενώ σήμερα η συμβολή του στο ΑΕΠ της χώρας είναι κάτω των 5%. Ποιος φταίει; Σίγουρα και η κυβέρνηση αλλά και οι ίδιοι οι αγρότες. Η κυβέρνηση, διότι θα έπρεπε να υποστηρίξει με μακροοικονομικά και όχι μόνο εργαλεία τον εκσυγχρονισμό του πρωτογενούς τομέα, και οι αγρότες διότι προτιμούν να διεκδικούν, σταθερά κάθε χρόνο, με κινητοποιήσεις, ψίχουλα, μέσω επιδοτήσεων, αντί να κατανοήσουν τις μεγάλες ευκαιρίες που προσφέρουν σήμερα οι τεχνολογικές εξελίξεις.
Έτσι, κυβέρνηση και αγρότες, αντί να μάθουν να «ψαρεύουν για να μην πεινάσουν ποτέ», βολεύονται στην παροχή ενός ψαριού λίγο πριν την«αποβίωση» του κλάδου. Έτσι η κυβέρνηση, θεωρεί ότι τους έχει ικανοποιημένους, και θα δρέψει πολιτικά οφέλη, και οι αγρότες αποχωρούν από τα μπλόκα, έστω με μίνιμουμ ικανοποίηση ότι κάτι κατάφεραν να αποσπάσουν.
Με αυτή τη διαδικασία, το πατροπαράδοτο, συγκριτικό πλεονέκτημα, πάει περίπατο και το αποτέλεσμα είναι η χώρα να εισάγει γεωργικά προϊόντα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, επιβαρύνοντας θεαματικά το ελληνικό εμπορικό ισοζύγιο και την συνολική ευημερία του ελληνικού λαού.
Να λοιπόν η πρώτη «παγίδα μίζερης ανάπτυξης», που είναι και ο τίτλος του σημερινού μας άρθρου.
Και προχωράμε, για λίγο ακόμα, για να αποφύγουμε να σας κουράσουμε.
Ακούμε πολύ συχνά τελευταία, από υπεύθυνους και μη, ότι είναι λάθος το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας, λόγω «μονοκαλλιέργειας» και εννοούν τον τουρισμό, και ότι αυτό πρέπει να αλλάξει και να το γυρίσουμε ενδεχομένως στη βιομηχανία!!
Και ελάτε τώρα να δούμε μαζί τι σημαίνει αυτό. Να αφαιρέσουμε, με απλά λόγια, περιορισμένους συντελεστές παραγωγής, που αναλύσαμε παραπάνω, από τομείς που έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα, όπως είναι ο τουρισμός, και να επενδύσουμε ενδεχομένως σε αυτοκινητοβιομηχανία, κατασκευή τρένων, smart κινητών και άλλων βιομηχανικών προϊόντων, και να βγούμε να ανταγωνιστούμε την Αμερική, την Κίνα, τη Γερμανία, την Κορέα κα.
Ούτε στον ύπνο μας.
Θα κατασπαταλήσουμε ότι συντελεστές έχουμε και δεν έχουμε, θα γεμίσουμε φουγάρα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το κλίμα και τον τουρισμό και θα καταλήξουμε με εταιρείες φαντάσματα.
Η Ελλάδα, και κυρίως οι Έλληνες, για χίλιους λόγους και λόγω ιδιοσυγκρασίας, δεν έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα στον δευτερογενή τομέα, δηλαδή τη βιομηχανία και ιδιαίτερα στην βαριά βιομηχανία. Εκεί που θα μπορούσαμε να διαπρέψουμε, είναι στις υπηρεσίες και βέβαια στον στρατηγικό τομέα που είναι ο πρωτογενής. Δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα. Πολύ προσεκτικά, πρέπει να επιλέξουμε τους τομείς που έχουμε τις ευκαιρίες μας και δεν είναι λίγοι: τουρισμός, ναυτιλία, έρευνα και νέες τεχνολογίες, υγεία και πρόληψη, μερικοί από τους βασικούς τομείς στον κλάδο υπηρεσίας. Ολόκληρος ο πρωτογενής τομέας που θα είναι έγκλημα, και λόγω του στρατηγικού του χαρακτήρα ,να εγκαταλειφθεί στη μοίρα του.
Και τέλος, σχετικά με τη μεταποίηση και τη βιομηχανία, θα ήμουν θετικός για ορισμένους τομείς, όπως η μεταποίηση αγροτικών προϊόντων (γαλακτοκομικά, μαρμελάδα φρούτων, κρασιά κλπ) ή η φαρμακοβιομηχανία, που βρίσκεται ήδη σε καλό δρόμο, η εξόρυξη ορισμένων πολύτιμων και σπάνιων γαιών και τέλος η Ναυπηγοεπισκευαστική λόγω Ναυτιλίας, αν και φοβάμαι ότι αυτό το τρένο έχει ήδη χαθεί από Κίνα, Ιαπωνία και Κορέα. Έστω να καλύπτουμε κάποιες ανάγκες σε κατασκευές και επισκευές πολεμικών πλοίων, στο πλαίσιο αμυντικών σχεδίων.
Συμπέρασμα δεύτερο και τελευταίο:
Η Ελλάδα και οι Έλληνες είναι ξεκάθαρο που έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα και που όχι.
Οποιαδήποτε απόκλιση από αυτόν τον κανόνα οδηγεί στην κατασπατάληση συντελεστών παραγωγής, που για πολλούς λόγους, ακόμα και δημογραφικούς, είναι απόλυτα περιορισμένοι στη χώρα μας.
Οι οποιεσδήποτε κυβερνήσεις θα πρέπει επιτέλους να σταματήσουν να λειτουργούν ψηφοθηρικά, και να δουν το δάσος και όχι κάθε φορά το δέντρο, που έχουν μπροστά τους. Πρέπει να δημιουργήσουν τις συνθήκες, δηλαδή το μακροοικονομικό περιβάλλον μέσα στο οποίο θα ανθίσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα, που δεν είναι και λίγα, των Ελλήνων επιχειρηματιών και εργαζομένων.
Σε αντίθετη περίπτωση, συμβάλλουν σ’ αυτό που αποκαλέσαμε «παγίδα μίζερης ανάπτυξης» που σίγουρα είναι μέχρι σήμερα η εικόνα.
Δύο τοις 100 (2%) ετήσια ανάπτυξη, δεν είναι να το πανηγυρίζεις αλλά σχεδόν για τα «πανηγύρια», όταν η χώρα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις στην Ευρωπαική Ένωση, αν όχι τελευταία, σε δείκτες όπως παραγωγικότητα, διαθέσιμο εισόδημα, πληθωρισμός, διαφάνεια, άμεσες ξένες επενδύσεις, εμπιστοσύνη σε θεσμούς, όπως η διοίκηση και η δικαιοσύνη κλπ κλπ.

Κατά συνέπεια, δε μας φταίει το παραγωγικό μοντέλο αλλά ο τρόπος που διαχειριζόμαστε το ήδη υπάρχον.
Δε μας φταίνε τα «βράχια» μπροστά μας αλλά εμείς στραβά αρμενίζουμε.
Αλλαγή πλεύσης λοιπόν, και σ’ αυτό πρέπει να συμβάλουν και οι πολίτες και οι επιχειρηματίες αυτής της χώρας και όχι μόνο οι κυβερνήσεις.
Η «παγίδα μίζερης ανάπτυξης» αναζητεί διέξοδο εκτόνωσης ή από το κράτος ή από το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Ιδανικά και από τους δύο.
Για να δούμε θα τα καταφέρουμε;
απο https://dyomagazine.gr 25 Ιουνίου 2026
