ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








Ntinos Papantoniou: Οι δομημένες σκέψεις του Dimitris Tsingos για την ελληνική εκπαίδευση και το ελληνικό πανεπιστήμιο. Μιας βαθύτερη συζήτηση, αναδεικνύοντας όχι μόνο τις αδυναμίες, τις παθογένειες των θεσμών, του δημοσίου σχολείου, αλλά και του κοινωνικού συμβολαίου.

αναρτήθηκε από : tinakanoumegk on : Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026 0 comments


 Ntinos Papantoniou:

Χαίρομαι να διαβάζω τις δομημένες σκέψεις του Dimitris Tsingos όπως αυτό το κείμενο που αφορά την ελληνική εκπαίδευση και το ελληνικό πανεπιστήμιο.
Ακόμη περισσότερο όταν λειτουργεί ως σκαπανέας μιας βαθύτερης συζήτησης, αναδεικνύοντας όχι μόνο τις αδυναμίες, τις παθογένειες των θεσμών, του δημοσίου σχολείου, αλλά και του κοινωνικού συμβολαίου ,που διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες ανάμεσα στην ελληνική κοινωνία, την οικογένεια, το κράτος και το πανεπιστήμιο.
Θα μου επιτρέψεις, αγαπητέ Δημήτρη, κάνοντας μια μικρή κατάχρηση του χώρου, να μοιραστώ ορισμένες σκέψεις για το ελληνικό πανεπιστήμιο, που πολλοί γνωρίζουν, αλλά λίγοι συζητούν πραγματικά σε βάθος.
Διαβάζοντας την ανάρτησή σου, θυμήθηκα τη Rossana Rossanda, μία από τις σημαντικότερες μορφές της ιταλικής πολιτικής και πνευματικής ζωής του 20ού αιώνα.
Από την δεκαετία του '60 με τις παρεμβάσεις της για το πανεπιστήμιο και το φοιτητικό κίνημα, που αποτυπώθηκαν και στο έργο της L'anno degli studenti και τα κείμενα της στην ιστορική εφημερίδα Il Manifesto, υποστήριζε ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι απλώς ένας χώρος επαγγελματικής κατάρτισης, αλλά ο θεσμός όπου μια κοινωνία αποφασίζει ποια γνώση παράγει, για ποιον σκοπό και προς όφελος ποιας κοινωνικής προοπτικής.
Με αυτή την έννοια, το πανεπιστήμιο αποτελεί ταυτόχρονα χώρο γνώσης και χώρο εξουσίας. Καθορίζει τι θεωρείται σημαντικό, ποιες επιστήμες χρηματοδοτούνται, ποια επαγγέλματα αποκτούν κύρος και, τελικά, ποιο μοντέλο ανάπτυξης επιλέγει μια χώρα.
Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης όπως γράφεις, διαμορφώθηκε ένα ιδιαίτερο κοινωνικό συμβόλαιο. Η ελληνική οικογένεια πείστηκε ότι η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο αποτελούσε σχεδόν τη μοναδική οδό κοινωνικής ανόδου, επαγγελματικής ασφάλειας και προσωπικής καταξίωσης.
Γύρω από αυτή την υπόσχεση οργανώθηκαν ολόκληρες ζωές, οικογενειακοί προϋπολογισμοί, φροντιστήρια, αγωνίες και προσδοκίες.
Οι πανελλαδικές εξετάσεις μετατράπηκαν σε μια σχεδόν εθνική τελετουργία μετάβασης προς ένα υποτιθέμενα καλύτερο μέλλον.
Όμως με το πέρασμα των χρόνων αποδείχθηκε ότι το συμβόλαιο αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό ελλιπές ή και παραπλανητικό.
Η μαζική “παραγωγή” πτυχιούχων δεν συνοδεύτηκε από ένα αντίστοιχο παραγωγικό σχέδιο για τη χώρα.
Οι σχολές και τα πανεπιστημιακά τμήματα δεν δημιουργήθηκαν, στις περισσότερες περιπτώσεις, στη βάση ενός εθνικού και περιφερειακού αναπτυξιακού σχεδιασμού, αλλά συχνά με κριτήρια που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες της τοπικής αγοράς, τις πολιτικές και εκλογικές κομματικές επιδιώξεις.
Το πολιτικό σύστημα και τα συνδικάτα συζητούσαν κυρίως για τη διανομή του πλούτου και την κατανάλωση. Το φοιτητικό κίνημα περιορίσθηκε, σε φτωχές περιεχομένου συζητήσεις και στην αριθμολογία των φοιτητικών εκλογών.
Η συζήτηση για την παραγωγή, τη βιομηχανία, τη μεταποίηση, την αγροτική ανάπτυξη, την τεχνολογία και τη δημιουργία νέου πλούτου παρέμεινε περιορισμένη.
Ακόμη και τα πανεπιστήμια έδωσαν συχνά μεγαλύτερη έμφαση στις υπηρεσίες, στη διοίκηση, στην κατανάλωση γνώσης και στο marketing παρά στη μελέτη της παραγωγής και της ανάπτυξης.
Έτσι δημιουργήθηκε ένα βαθύ γνωστικό έλλειμμα. Και όταν μια κοινωνία δεν παράγει γνώση γύρω από την ανάπτυξη, χάνει σταδιακά και το λεξιλόγιο για να την περιγράψει.
Ως άνθρωπος που δραστηριοποιούμαι εδώ και σαράντα χρόνια στην παραγωγή και τη μεταποίηση και έχω βιώσει από κοντά τη σταδιακή μετατόπιση του ενδιαφέροντος, από την παραγωγή προς τις χρηματοδοτήσεις και την οικονομία των επιδοτήσεων, έχω συχνά την αίσθηση ότι αυτό το έλλειμμα το συναντώ καθημερινά.
Όροι όπως βιομηχανική πολιτική, παραγωγικότητα, τεχνολογική κυριαρχία, μεταποίηση, αναγέννηση της υπαίθρου, αγροτική και περιφερειακή ανάπτυξη και στρατηγικός σχεδιασμός απουσιάζουν συχνά από τον δημόσιο διάλογο.
Το αποτέλεσμα είναι όχι μόνο οικονομική αλλά και πνευματική στασιμότητα.
Η κριτική της Rossanda αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Το πανεπιστήμιο δεν πρέπει να είναι ένας μηχανισμός αναπαραγωγής κοινωνικών προσδοκιών ούτε ένα εργοστάσιο παραγωγής τίτλων σπουδών.
Πρέπει να είναι ένας χώρος ελευθερίας, κριτικής σκέψης και δημοκρατικής παραγωγής γνώσης.
Ένας θεσμός που θα εκπαιδεύει νέους ανθρώπους ικανούς όχι μόνο να εντάσσονται στην αγορά εργασίας αλλά και να κατανοούν, να αμφισβητούν και να μετασχηματίζουν την πραγματικότητα.
Γι’ αυτό η συζήτηση για το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν μπορεί να εξαντλείται στις εξετάσεις, στα μηχανογραφικά ή στις αλλαγές που φέρνει κάθε νέος υπουργός Παιδείας.
Πρέπει να ανοίξει μια βαθύτερη συζήτηση για τα προγράμματα σπουδών, για τη σχέση τους με την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, για τη θέση της βιομηχανίας, της γεωργίας, της τεχνολογίας και της καινοτομίας μέσα στο ακαδημαϊκό σύστημα.
Παράλληλα, τα πολιτικά κόμματα, το φοιτητικό κίνημα, οι σύλλογοι γονέων αλλά και η ίδια η ακαδημαϊκή κοινότητα οφείλουν να ανοίξουν αυτή τη συζήτηση.
Στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η πρόσβαση είναι ελεύθερη και η αξιολόγηση μεταφέρεται κυρίως κατά τη διάρκεια των σπουδών.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα σύστημα που να δίνει περισσότερες ευκαιρίες στους νέους ανθρώπους και λιγότερη εξάρτηση από μία και μόνο εξεταστική διαδικασία που συχνά καθορίζει τη ζωή τους.
Το μεγάλο ζητούμενο, ωστόσο, είναι βαθύτερο. Δεν αφορά μόνο το πώς μπαίνουν οι νέοι στο πανεπιστήμιο αλλά το γιατί μπαίνουν και τι κοινωνία τους περιμένει όταν βγαίνουν από αυτό.
Για δεκαετίες η χώρα επένδυσε στο «καταναλώνω» και λιγότερο στο «παράγω». Ίσως ήρθε η ώρα να επαναπροσδιορίσουμε την αποστολή του ελληνικού πανεπιστημίου και να το συνδέσουμε ξανά με τη γνώση, την παραγωγή, την καινοτομία και την περιφερειακή ανάπτυξη, όπως έλεγε και έγραφε ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης.
Γιατί τελικά το ερώτημα δεν είναι μόνο τι πανεπιστήμιο θέλουμε. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι χώρα θέλουμε. Και το πανεπιστήμιο αποτελεί πάντοτε τον καθρέφτη της απάντησης που δίνει μια κοινωνία σε αυτό το ερώτημα. Λιγότερα
Όταν το 2001 ξεκινήσαμε την έρευνα αγοράς για το 'Ηλεκτρονικό Φροντιστήριο', δηλαδή το e-Frontistirio, συντομογραφία του οποίου είναι το eFront - το πρώτο προϊόν της Epignosis που ακόμα διαγράφει μια εξαιρετικά επιτυχημένη πορεία στη διεθνή αγορά - μείναμε έκπληκτοι με δυο πράγματα:
1. Το μέγεθος της δαπάνης: Η ελληνική οικογένεια δαπανούσε συνολικά περισσότερα από €2.000.000.000 (δυο δισεκατομμύρια ευρώ) σε ετήσια βάση για το φροντιστήριο των παιδιών της. Το ποσό είναι απλά *συγκλονιστικό* (φανταστείτε ότι ένα πολυετές ΕΣΠΑ είναι περίπου €20B - άρα ο έλληνας φορολογούμενος πληρώνει περίπου ένα ΕΣΠΑ από την τσέπη του για την *ενισχυτική διδασκαλία* των παιδιών του!).
2. Τα κοινωνικά χαρακτηριστικά του φροντιστηρίου: Μια πολύ πιεσμένη οικονομικά οικογένεια στο Κερατσίνι και μια ιδιαίτερα εύπορη οικογένεια στην Πολιτεία πλήρωναν περίπου τα ίδια χρήματα για φροντιστήριο - σίγουρα στην ίδια τάξη μεγέθους. Ήταν ένας νέος ορισμός του 'αγαθού πρώτης ανάγκης'. Για αυτό οι αγρότες που έκλειναν τους δρόμους φώναζαν 'δεν έχουμε να πληρώσουμε τα φροντιστήρια των παιδιών μας'.
Πίσω από αυτό το γεγονός βέβαια κρυβόταν κάτι τρομακτικά δυσάρεστο: Το ανομολόγητο κοινωνικό συμβόλαιο ήταν πως 'θα πληρώνετε όλοι αυτό το 'νταβατζιλίκι' και στη συνέχεια με μια αντικειμενική διαδικασία θα μπαίνετε σε σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μέσα από τις οποίες τα παιδιά σας θα 'αποκατασταθούν'.'
Για αυτό έφτασαν οι πανελλήνιες να είναι ο μοναδικός αξιόπιστος θεσμός στη νέα ελληνική δημοκρατία. Τη μια φορά που διέρρευσαν τα θέματα, έπεσε η κυβέρνηση (κυριολεκτικά, το σκάνδαλο Ράμμου).
Για αυτό αυτό έφτασαν τμήματα νηπιαγωγών ή αστυνομικών να έχουμε κάποια στιγμή βάση γύρω στο 19 (τουλάχιστον στις διαδηλώσεις τρώγαμε δακρυγόνα που εκτόξευαν αριστούχοι, κάτι είναι κι αυτό).
Το ανομολόγητο αυτό όμως κοινωνικό συμβόλαιο οδήγησε στην κατάρρευση του μεταπολιτευτικού συστήματος το 2010. Όταν όλοι έπρεπε να 'λαδώσουν' (έστω και εμμέσως) για να 'αποκατασταθούν' στην πραγματικότητα κανονικοποιούσαν και αποδέχονταν τη διαφθορά, η οποία στα ανώτερα κλιμάκια έφτασε σε επίπεδα Λατινικής Αμερικής, ίσως και υψηλότερα.
Έφτασα να νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τι ακριβώς συνέβη με την 'ελληνική κρίση' αν δεν μελετήσει σε βάθος το φαινόμενο του φροντιστηρίου, όπως έγραφα το 2012: https://www.tsigos.gr/2012/08/deree.html
Τα τελευταία χρόνια παρατηρεί κανείς ότι η παράνοια του φροντιστηρίου αντικαθίσταται από μια νέα, εκείνη του ιδιωτικού σχολείου.
Η ελληνική κοινωνία εγκαταλείπει μαζικά το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης με αποτέλεσμα την επιταχυνόμενη κατάρρευση του τελευταίου. Ακριβώς το ίδιο έγινε και με το δημόσιο σύστημα υγείας: Όταν όλοι έφτασαν να απευθύνονται σε ιδιωτικά νοσοκομεία και κλινικές για οποιαδήποτε ιατρική φροντίδα, η κατάρρευση του ΕΣΥ κατέστη μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία, με τις όποιες εξαιρέσεις απλώς να επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Γεννήθηκα το 1977. Στα δικά μας χρόνια, αν εξαιρέσει κανείς τα σχολεία εγνωσμένου κύρους - της ελίτ, για να το πούμε όπως είναι - όπως το Κολλέγιο, η Σχολή Μωραΐτη και το Αρσάκειο (μιλώντας για εκείνη την εποχή, '80 και '90) ο βασικός λόγος που κάποιος πήγαινε σε ιδιωτικό σχολείο ήταν η αδυναμία του να περάσει τις τάξεις στο δημόσιο. Πήγαινε επί της ουσίας για να αγοράσει ένα απολυτήριο Λυκείου (το οποίο έφτασε να μην έχει καμία αξία).
Σήμερα όμως η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Βλέπουμε μεγάλα διεθνή funds να εξαγοράζουν σημαντικά ιδιωτικά σχολεία (Εκπαιδευτήρια Δούκα, Κωστέα - Γείτονα, Σχολή Μωραΐτη, κ.α.). Βλέπουμε ακόμα δεκάδες νέα, ανώνυμα ιδιωτικά σχολεία να ξεπηδούν σε περιοχές χαμηλού εισοδήματος, όπως η Δυτική Αθήνα. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Τι αναζητούν οι γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους μαζικά στην ιδιωτική εκπαίδευση;
Δυστυχώς η θέση και μόνο του ερωτήματος προκαλεί θλίψη. Δείτε τους πιθανούς λόγους:
1. Υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης.
2. Δημιουργία φιλικών δεσμών με παιδιά ισχυρών οικογενειών.
3. Φυγή στο εξωτερικό για σπουδές αμέσως μετά τη μέση εκπαίδευση.
4. Κοινωνικό στάτους - αναγνώριση.
5. Ωράρια που βολεύουν την εργαζόμενη οικογένεια (συχνά οι γονείς δουλεύουν μέχρι τις 6:00 πλέον - τι κάνει για αυτό το δημόσιο σχολείο).
6. Αποφυγή μεταναστών (ή, για να το πω με το λεξιλόγιο όσων σκέφτονται έτσι, "να μην έχει Αλβανούς / Πακιστανούς / Γεωργιανούς κλπ κλπ -- Ή, όπως έλεγαν παλιότερα σε ΗΠΑ, Αυστραλία και Γερμανία, "να μην έχει Έλληνες").
7. Να μην έχει απεργίες και καταλήψεις.
Κάντε ένα πείραμα στη δική σας οικογένεια, εφόσον επιλέξατε κι εσείς ιδιωτικό σχολείο, να δείτε ποιος είναι ο πραγματικός λόγος. Ρωτήστε γνωστούς και φίλους, προσπαθώντας να πάρετε αυθόρμητες και ειλικρινείς απαντήσεις.
Τα αποτελέσματα θα σας εκπλήξουν. Ένα νέο ρήγμα γεννιέται στην ελληνική κοινωνία. Δημιουργείται μπροστά στα μάτια μας και κάνουμε πως δεν το βλέπουμε.
Ο Robert Reich ήταν υπουργός εργασίας στις ΗΠΑ επί Κλίντον. To 2018 έγραψε το υπέροχο βιβλίο "The Common Good" όπου λίγο πολύ ισχυρίζεται πως η άνθιση της ιδιωτικής παιδείας στις ΗΠΑ (μέχρι πολύ πρόσφατα εκεί, στο κέντρο του καπιταλισμού, επικρατούσε η δημόσια παιδεία!) θα καταστρέψει το 'αμερικανικό όνειρο', ακριβώς γιατί θα δημιουργήσει ένα ρήγμα στην κοινωνία.
Στην Αμερική το βλέπουμε ήδη να συμβαίνει. Οι ΗΠΑ πληρώνουν ήδη το τίμημα αυτής της πολιτικής - διότι είναι μια καθαρή πολιτική απόφαση η διαχρονική υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας - ενώ σύντομα ο λογαριασμός θα έρθει και στη μικρή Ελλάδα μας.
Τα πιο έξυπνα μυαλά της χώρας για πολλές δεκαετίες θα έμπαιναν στο ΕΜΠ, στην Ιατρική, στη Νομική ή στη Φιλοσοφική Αθηνών. Κάποιοι ελαφρώς παρακάτω, όπως ο υποφαινόμενος, θα έμπαιναν στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (η μεγαλύτερη τύχη της ζωής μου!) ή και σε άλλα εξαιρετικά περιφερειακά πανεπιστήμια και ΤΕΙ (με την ορολογία της εποχής).
Σήμερα στο ελληνικό τριτοβάθμιο σύστημα θα πάνε μόνο όσοι δεν έχουν να πληρώσουν για να φύγουν στο εξωτερικό στα 18. Αυτό σιγά σιγά θα μετατρέψει την ελληνική οικονομία σε μια 'μονοκαλλιέργεια του τουρισμού', όπως θα έλεγε ο μεγάλος δάσκαλος Μιχάλης Χαραλαμπίδης. Δηλαδή, θα μας κάνει κάτι αντίστοιχο της Ταϊλάνδης, της Αιγύπτου ή το Μαρόκου.
Σκεφθείτε το καλά και πράξτε αναλόγως.
Όχι, δεν αναζητώ ήρωες που θα στείλουν τα παιδιά τους σε ένα δημόσιο σύστημα που καταρρέει - όπως προστάζει μια πολιτική δεκαετιών.
Ευελπιστώ να ενεργοποιήσω Πολίτες οι οποίοι θα απαιτήσουν όσο πιο επιτακτικά γίνεται τον πολλαπλασιασμό της επένδυσης σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Όχι την αύξηση κατά 10% ή 15%. Τον πολλαπλασιασμό της κατά 2 ή 3 φορές. Είναι όρος επιβίωσης.
Διότι αν οι πολιτικάντηδες σας πούνε ότι 'ενδιαφέρονται για την παιδεία', μπορείτε να τους απαντήσετε όπως οι Αμερικάνοι φίλοι μας:
Money talks, bullshit walks. Λιγότερα
ΤΕΙ - Deree - Αγγλία και η εθνική παράνοια πανελληνίων & φροντιστηρίου
Λιγότερα
tsigos.gr
ΤΕΙ - Deree - Αγγλία και η εθνική παράνοια πανελληνίων & φροντιστηρίου

Ετικέτες: