ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk

   Στήν παροῦσα ἐργασία μας θά ἀναφερθοῦμε στό πῶς ἀντιλαμβάνονταν τήν Δημοκρατία οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες. Θά ἐστιάσουμε περισσότερο στήν Ἀθηναϊκή Δημοκρατία γιατί αὐτή εἶναι ἡ σπουδαιότερη ἀπό τίς ἀρχαῖες Δημοκρατίες και ἐπίσης γιατί γιά αὐτή ἔχουμε τίς περισσότερες καί ἐγκυρότερες πληροφορίες.

Τί ἐννοοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες λέγοντας Δημοκρατία; Ἡ ἀπάντηση φαίνεται αὐτονόητη: ὅ,τι περίπου ἐννοεῖ καί ὁ σύγχρονος πολίτης. Στήν πραγματικότητα ὅμως ἐννοοῦσαν ἐντελῶς διαφορετικά τή Δημοκρατία. Ἡ Δημοκρατία, ὅπως τήν ἀντιλαμβάνονταν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἐλαχίστη ὁμοιότητα καί συγγένεια ἔχει μέ τόν σύγχρονο Κοινοβουλευτισμό.


Ὁ σύγχρονος πολίτης ἐκλέγει ἀντιπροσώπους πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἀποφασίζουν γι’αὐτόν καί ἀντ’αὐτοῦ. Οἱ σύγχρονοι πολῖτες/ἐκλογεῖς στήν πραγματικότητα δέν ἔχουν καμμία οὐσιαστική ἐξουσία, τό πολύ-πολύ εἶναι φορεῖς δικαιωμάτων. Παραχωροῦν τήν ἐξουσία σέ ἀντιπροσώπους κάθε τέσσερα χρόνια. Μάλιστα στήν σύγχρονη Ἑλλάδα ἔχουμε ἐκλόγιμη μοναρχία (τοῦ ἐκλεγμένου πρωθυπουργοῦ) μέ τήν κυριολεκτική ἔννοια τῆς λέξεως, ἀφοῦ ὁ πρωθυπουργός ἔχει ὑπό τον ἀπόλυτο ἔλεγχό του ὄχι μόνο τήν ἐκτελεστική ἐξουσία, ἀλλά καί τήν νομοθετική, ἀκόμη δέ καί τήν δικαστική. Στήν ἀρχαία Δημοκρατία οἱ πολῖτες εἶχαν οὐσιαστική ἐξουσία, καί μάλιστα ἐναλλάσσονταν σέ ἄρχοντες καί ἀρχομένους· ἄλλοτε ἦσαν ἄρχοντες και ἄλλοτε ἀρχόμενοι. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ὅταν ἔλεγαν Δημοκρατία ἐννοοῦσαν τήν κυριαρχία τοῦ δήμου. Ἐννοοῦσαν ἄλλοτε τήν κυριαρχία  τοῦ συνόλου τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν, ἄλλοτε τήν κυριαρχία τῶν πτωχῶν, τῶν ἀπόρων πολιτῶν. Ὁ M.I. Finley λέγει σχετικά: «Δῆμος ἦταν μία πρωτεϊκή “εὐμετάβλητη” λέξη μέ διάφορες σημασίες, μεταξύ τῶν ὁποίων “ὁ λαός ὡς σύνολο” (ἤ τό πολιτικό σῶμα γιά περισσότερη ἀκρίβεια) καί “οἱ κοινοί ἄνθρωποι” (οἱ κατώτερες τάξεις)».[1]

Ὅθεν λοιπό λέγοντας  «δῆμο» δέν ἐννοοῦμε μόνο τό σύνολο τοῦ  λαοῦ – πλούσιους καί πτωχούς −, ἀλλά και τούς ἀσθενέστερους οἰκονομικά πολῖτες πού ἀποτελοῦσαν καί τήν πλειονότητα τῶν πολιτῶν. Ὁ Ἀριστοτέλης γράφει συναφῶς: «ᾧ δέ διαφέρουσι ἥ τε δημοκρατία καί ἡ ὀλιγαρχία ἀλλήλων πενία καί πλοῦτός ἐστιν, καί ἀναγκαῖον μέν, ὅπου ἄν ἄρχωσι διά πλοῦτον, ἄν τ’ἐλάττους ἄν τέ πλείους εἶναι ταύτην ὀλιγαρχίαν, ὅπου δ’ ἄποροι, δημοκρατίαν, ἀλλά συμβαίνει τούς μέν ὀλίγους εἶναι τούς δέ πολλούς. Εὐποροῦσι μέν γάρ ὀλίγοι, τῆς δέ ἐλευθερίας μετέχουσι πάντες».[2] (Μετάφραση Πηνελόπης Τζιώκα-Εὐαγγέλου): «Ὅμως τό στοιχεῖο πού οὐσιαστικά διαφοροποιεῖ τή δημοκρατία ἀπό τήν ὀλιγαρχία εἶναι ἡ φτώχεια καί ὁ πλοῦτος. Ἔτσι ὑποχρεωτικά ὅπου ἡ ἐξουσία ἀσκεῖται μέ βάση τόν πλοῦτο, εἴτε λίγοι εἴτε πολλοί βρίσκονται στήν ἐξουσία, τό πολίτευμα αὐτό εἶναι ὀλιγαρχία. Ἀντίθετα, ὅπου οἱ ἄποροι ἔχουν τήν ἐξουσία, τό πολίτευμα αὐτό εἶναι δημοκρατία. Συμβαίνει ὅμως, ὡς γνωστόν, οἱ εὔποροι νά εἶναι λίγοι καί οἱ ἄποροι πολλοί. Ἔτσι λίγοι εὐποροῦν, ὅλοι ὅμως μετέχουν στήν ἐλευθερία».[3] Ἔτσι πρέπει νά ἑρμηνευθεῖ καί ὁ κλασσικός ὁρισμός τῆς δημοκρατίας πού διατυπώνει ὁ Περικλῆς στόν περίφημο Ἐπιτάφιό του: «Καί ὄνομα μέν διά τό μή ἐς ὀλίγους ἀλλ᾿ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται»[4] (Μετάφραση Γ. Μαρκαντωνάτου): «καί ὡς πρός τό ὄνομα ἔχει ἀποκληθεῖ δημοκρατία, ἐπειδή ἡ ἐξουσία δέν βρίσκεται στα χέρια τῶν λίγων (ὀλιγαρχικῶν), ἀλλά τοῦ δήμου»[5] («τῶν πολλῶν» κατά λέξιν σύμφωνα μέ τό πρωτότυπο∙ σημείωση δική μου). Ἡ Δημοκρατία μάλιστα ἀποσκοπεῖ στό συμφέρον τῶν ἀπόρων: «Ἡ δέ δημοκρατία πρός τό συμφέρον τό τῶν ἀπόρων».[6] Μάλιστα ἀλλοῦ λέει χαρακτηριστικά ὁ Ἀριστοτέλης: «Ἡ μέν γάρ τυρραννίς ἐστι μοναρχία πρός τό συμφέρον τοῦ μοναρχοῦντος, ἡ δ’ὀλιγαρχία πρός τό τῶν εὐπόρων, ἡ δε δημοκρατία πρός τό συμφέρον τό τῶν ἀπόρων∙ πρός δέ τό τῷ κοινῷ λυσιτελοῦν οὐδεμία αὐτῶν». Ἐτσι λοιπόν κατά τόν Σταγιρίτη ἡ Μοναρχία ἀποσκοπεῖ στό συμφέρον τοῦ ἑνός, τοῦ μονάρχη, ἡ Ὀλιγαρχία στό συμφέρον τῶν εὐπόρων, ἡ Δημοκρατία στό συμφέρον τῶν πτωχῶν, τῶν ἀπόρων καί στό κοινό συμφέρον, στό συμφέρον ὅλων, καμμία ἀπό αὐτές.

Πάντως γιά λόγους ἀκριβείας ὀφείλουμε νά σημειώσουμε πώς ὁ ὅρος «δῆμος» σημαίνει καί τό σύνολο τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν καί τούς πτωχότερους πολῖτες κατ᾿ἀντιδιαστολήν πρός τούς «ἀρίστους».[7] Στό λεκτικό μόρφωμα «δῆμος τῶν Ἀθηναίων» ἡ γενική «τῶν Ἀθηναίων» μπορεῖ νά ἐκληφθεῖ ὡς γενική κτητική (ὁπότε σημαίνει τόν δῆμο πού ἀνήκει στούς Ἀθηναίους, ἄρα τό σύνολο τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ), μπορεῖ νά ἐκληφθεῖ ὅμως καί ὡς γενική διαιρετική[8] (ὁπότε σημαίνει τό μέρος ἐκεῖνο πού ἀποσπᾶται ἀπό τό σύνολο τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ καί χαρακτηρίζεται «δῆμος», ἄρα τούς πένητες, τούς ἀδυνάτους, αὐτούς πού διακρίνονται ἀπό τούς ἀριστοκράτες).Ἡ Claude Mossé γράφει σχετικά: «Ὁ ὅρος δῆμος ἔχει τήν ἑξῆς διπλῆ ἔννοια: στά ἐπίσημα ἔγγραφα, γιά παράδειγμα στίς ἀποφάσεις, σημαίνει τήν κοινότητα τῶν πολιτῶν. Στά λογοτεχνικά κείμενα ἀντιθέτως, ὁ δῆμος εἶναι ὁ ἁπλός λαός σέ ἀντιδιαστολή μέ τούς πλούσιους, τούς εὐγενεῖς, τούς διακεκριμένους. Ἡ λέξη δημοκρατία, πού σημαίνει τήν κυριαρχία τοῦ δήμου, φέρει τήν ἴδια ἀμφισημία. Γιά τούς ὑπερασπιστές τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ σημαίνει τήν κυριαρχία ὅλων τῶν πολιτῶν, γιά τούς πολέμιους εἶναι ἡ κυριαρχία τῶν φτωχῶν, πού εἶναι καί οἱ περισσότεροι».[9]  Πάντως ὁ Θουκυδίδης γράφει «πᾶν τό ἐναντιούμενον τῷ δυναστεύοντι δῆμος ὠνόμασται».[10]

Κατά τον Ἀριστοτέλη εἰδοποιός διαφορά τῆς δημοκρατίας καί ὅρος πού τήν διαφορίζει ἀπό τήν ἀριστοκρατία εἶναι ἡ διά κλήρου ἀνάδειξη τῶν ἀρχόντων. «Δημοκρατικόν μέν τό κληρωτάς εἶναι τάς ἀρχάς, τό δ᾿αἱρετάς ὀλιγαρχικόν».[11]Μάλιστα κατά τόν ἴδιο φιλόσοφο ἡ Δημοκρατία εἶναι τό πολίτευμα πού οἱ ἐξουσίες κατ’ἐξοχήν ἀναδεικνύονται μέ κλήρωση: «Ἔστι δέ δημοκρατία μέν πολιτεία ἐν ᾗ κλήρῳ διανέμονται τάς ἀρχάς».[12] Τό 95% τῶν ἀξιωμάτων τῆς Ἀθηναϊκῆς Δημοκρατίας καταλαμβάνονταν μέ κλήρωση·μόνο οἱ Δέκα Στρατηγοί, πού προϋπέθεταν ἐξειδικευμένες ἱκανότητες, ἐκλέγονταν κανονικά.

Ὁ τρόπος νομῆς τῆς ἐξουσίας διά κληρώσεως ἀναντιρρήτως ἔχει ὁρισμένα πλεονεκτήματα. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής Κυριάκος Κατσιμάνης στό ἀξιόλογο βιβλίο του Πρακτική Φιλοσοφία καί πολιτικό ἦθος τοῦ Σωκράτη καταγράφει τά – θεωρητικά-δυνητικά τοὐλάχιστον − πλεονεκτήματα τῆς διά κλήρου ἀναδείξεως τῶν ἀρχόντων: «α) πλήττεται στή ρίζα της μιά μεγάλη ἀδυναμία τῆς δημοκρατίας, ἡ ὕπαρξη ἐπαγγελματιῶν τῆς πολιτικῆς∙ β) ἀσκεῖται οὐσιαστική πολιτική διαπαιδαγώγηση τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μαθαίνει τήν ὑπέρτατη τέχνη τοῦ ἄρχειν καί ἄρχεσθαι, στήν πράξη, διά μέσου συγκεκριμένων καταστάσεων∙ γ) καλλιεργεῖται ἡ αὐτοπεποίθηση καί ἡ ὑπευθυνότητα τῶν πολιτῶν, καθώς ἡ πολιτεία τούς ἐμπιστεύεται δημόσια ἀξιώματα, δείχνοντάς τους ἔμπρακτα ὅτι ἔχει πεποίθηση στίς ἱκανότητές τους».[13] (Βέβαια ὁ καθ. Κυριάκος Κατσιμάνης δέν παραλείπει νά προσθέσει ἀμέσως: «Ἐννοεῖται ὅτι ὅλα αὐτά ἰσχύουν καμιά φορά μόνο στή θεωρία. Στήν Ἀθήνα πάντως ἴσχυαν καί στήν πράξη, ἀλλά γιά σχετικό μικρό χρονικό διάστημα»[14]). Πάντως ἡ ἐκμάθηση τῆς τέχνης «τοῦ ἄρχειν καί ἄρχεσθαι» ἦταν ἰδιαίτερα σημαντική, καθότι κατά τόν Ἀριστοτέλη ἡ ἱκανότητα τοῦ ἄρχειν προϋποθέτει τήν ἱκανότητα τοῦ ἄρχεσθαι. Προηγεῖται τό ἄρχεσθαι καί ἕπεται τό ἄρχειν ὡς ἀπόρροια τοῦ ἄρχεσθαι. «Ἐπεί δε πολίτου καί ἄρχοντος τήν αὐτήν ἀρετήν εἶναι φαμέν καί τοῦ ἀρίστου ἀνδρός, τόν δ᾿αὐτόν ἀρχόμενον τε δεῖν πρότερον καί ἄρχοντα ὕστερον…»[15] καί «ἀλλ᾿ἔστι τις ἀρχή καθ᾿ἥν ἄρχει τῶν ὁμοίων τῷ γένει καί τῶν ἐλευθέρων. Ταύτην γάρ λέγομεν εἶναι τήν πολιτικήν ἀρχήν, ἥν δεῖ τόν ἄρχοντα ἀρχόμενον μαθεῖν»[16]. Καί αὐτό τό προνόμιο τό παρέχει μόνο ἡ ἀρχαιοελληνική δημοκρατία. Ἡ σύγχρονη ‒ κατ’ ὄνομα μόνο δημοκρατία ‒οὐδόλως. Πάντως ἡ ἱστορική πραγματικότητα ἔδειξε πώς οἱ Ἀθηναῖοι δέν ἐκμεταλλεύτηκαν τό πλεονέκτημα αὐτό τοῦ πολιτεύματός τους, τοὐλάχιστον γιά μακρύ χρονικό διάστημα…

Τά τρία οὐσιώδη χαρακτηριστικά μίας ἐλεύθερης πολιτείας κατά τόν Θουκυδίδη εἶναι οἱ πολῖτες νά εἶναι αὐτόνομοιαὐτοτελεῖς καί αὐτόδικοι.[17] Αὐτόνομοι σημαίνει νά εἶναι ἡ πηγή τῆς θεσπίσεως τῶν νόμων καί ἐν γένει τῆς θεσμίσεως τῆς κοινωνίας, αὐτοτελεῖς ἡ πηγή τῆς διακυβερνήσεως, τῆς ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας καί αὐτόδικοι ἡ πηγή τῆς θεσμίσεως καί ἀποδόσεως τῆς δικαιοσύνης.Ἐπ᾿αὐτοῦ γράφει ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης: «Ὅταν ὁ Θουκυδίδης θέλει νά χαρακτηρίσει μία πόλη ὡς ἐλεύθερη, τή χαρακτηρίζει “αὐτόνομοναὐτόδικον καί αὐτοτελῆ” {…} Λέει λοιπόν ὁ Θουκυδίδης  αὐτόνομος. Λέει αὐτόδικος, δηλ. ὅτι ἡ ἴδια δικάζει τίς παραβάσεις πού γίνονται μέσα στό χῶρο, στή σφαίρα τῆς ζωῆς τοῦ λαοῦ. Ὅπως ξέρετε, τά ἀρχαῖα ἀθηναϊκά δικαστήρια ἦταν κληρωτά καί ὄχι ἐπαγγελματικά δικαστήρια. Λέει αὐτοτελής∙ τέλος εἶναι ἡ ἀρχή, ἡ ἐξουσία μέ τήν ἔννοια τῆς κυβέρνησης.Στά ἀρχαῖα ἑλληνικά “οἱ ἐν τῷ τέλει” εἶναι οἱ κυβερνῶντες. Μία πολιτεία εἶναι ἕνα σύνολο πολιτῶν πού κυβερνοῦν οἱ ἴδιοι τόν ἑαυτό τους.Συνεπῶς ἐάν δέν εἴμαστε αὐτόνομοι, αὐτόδικοι καί αὐτοτελεῖς δέν μποροῦμε οὔτε νά ζοῦμε, οὔτε νά λέμε ὅτι ζοῦμε σέ δημοκρατία».[18] Καί πάλι ἐπ᾿ αὐτοῦ ἀποφαίνεται ὁ ἴδιος διανοητής: «Ἡ κοινότητα τῶν πολιτῶν − ὁ δῆμος – διακηρύσσει ὅτι ἔχει ἀπόλυτα τήν ὑπέρτατη κυριαρχία (αὐτόνομος, αὐτόδικος, αὐτοτελής: Διέπεται ἀπό τούς ἴδιους νόμους, ὑπάγεται στήν ἀνεξάρτητη δικαιοδοσία του καί κυβερνᾶ τόν ἑαυτό του, γιά νά ἐπαναλάβουμε τούς ὅρους τοῦ Θουκυδίδη). Βεβαιώνει ἐπίσης τήν πολιτική ἰσότητα (τό ἴσο μοίρασμα τῆς δραστηριότητας καί τῆς ἐξουσίας) ὅλων τῶν ἐλεύθερων πολιτῶν».[19] Ὡσαύτως ὁ Τάκης Φωτόπουλος γράφει ἐπί τοῦ προκειμένου: «Ἔτσι, ἡ πολιτική δημοκρατία ἔφθασε στό ἀπόγειό της, ἐπειδή ἦταν ἐκείνη τήν ἐποχή πού ὁλοκληρώθηκε ἡ διαδικασία πού ἔκανε τήν πόλιν αὐτόνομο (ἔθετε ἡ ἴδια τούς νόμους της), αὐτόδικο (δικαστήρια ἐνόρκων ἀποφάσιζαν γιά ὁποιαδήποτε διαμάχη καί αὐτοτελῆ (ἡ Ἐκκλησία τοῦ Δήμου λάμβανε ὅλες τίς σημαντικές ἀποφάσεις) – τά τρία στοιχεῖα τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα, σύμφωνα μέ τόν Θουκυδίδη, γιά νά μπορεῖ μιά πόλη νά χαρακτηρισθεῖ ἐλεύθερη.[20] Οἱ ἐλεύθεροι πολῖτες ἀσκοῦν τό νομοθετικό, δικαστικό καί ἐκτελεστικό ἔργο τους καί δέν ἐκχωροῦν σέ οἱαδήποτε ἄλλους, ἔξω ἤ πάνω ἀπό αὐτούς αὐτή τή λειτουργία-δραστηριότητα. Ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης γράφει ἐπ’αὐτοῦ: «Ἡ ἑλληνική πόλις δέν εἶναι “Κράτος” μέ τή σύγχρονη ἔννοια τοῦ ὅρου…Ἡ ἰδέα ἑνός “Κράτους” , δηλαδή ἑνός θεσμοῦ διακεκριμένου καί χωρισμένου   ἀπό τό σῶμα τῶν πολιτῶν, ἦταν ἀδιανόητη γιἀ ἕναν Ἕλληνα».[21]

Στήν δημοκρατική Ἀθηναϊκή πολιτεία δέν ὑπῆρχαν ἐπαγγελματίες πολιτικοί πού νά γνωρίζουν μέ ἐπάρκεια καί σέ βάθος τά προβλήματα τῆς δημόσιας ζωῆς (τέτοιοι κατά κάποιο τρόπο ἦσαν οἱ ἰσόβιοι Ἀρεοπαγῖτες, ἀλλά αὐτοί ἀκυρώθησαν καί  καταργήθηκαν ἀπό τίς μεταρρυθμίσεις τῶν δημοκρατικῶν τοῦ Ἐφιάλτη), δέν ὑπῆρχε ἀποκλειστική δημόσια διοίκηση μέ τήν ἔννοια πού ὑπάρχει σήμερα, δέν ὑπῆρχε ὑπαλληλική ἱεραρχία, δέν ὑπῆρχε ἐξειδικευμένο διπλωματικό σῶμα νά διεκπεραιώνει τίς ἐξωτερικές ὑποθέσεις τῆς πολιτείας. Δέν ὑπῆρχαν ἐπαγγελματίες δικαστικοί πού νά ἀπονέμουν δικαιοσύνη· τήν λειτουργία αὐτοί ἐπιτελοῦσαν οἱ ἴδιοι οἱ πολῖτες πού στελέχωναν διά κλήρου τά Δικαστήρια.Ἡ Δημοκρατία στηριζόταν περισσότερο στίς πνευματικές προϋποθέσεις, ἤγουν στίς διανοητικές καί ἠθικές ἀρετές τῶν πολιτῶν της καί πολύ λιγώτερο σέ ἐξειδικευμένες θεσμικές προϋποθέσεις.[22] Εἶναι χαρακτηριστικός ὁ παραλληλισμός πού ἔχει γίνει τῆς ἑλληνικῆς καί τῆς νεώτερης δημοκρατίας μέ πλοῖο: τό πλοῖο τοῦ κράτους στή σύγχρονη ἐποχή ἔχει μικρό πλήρωμα καί μεταφέρει ἀμέτρητους ἐπιβᾶτες, ἐνῶ τό πλοῖο τῆς ἑλληνικῆς πόλεως-κράτους εἶχει μόνο ναῦτες, τούς πολίτες.[23]

Οὐδέποτε ἄλλοτε ἡ ἀνθρωπότητα δέν πῆρε μέ τόση τόλμη τή μοῖρα της στούς ὤμους της, προσπαθώντας νά αὐτοορισθεῖ, νά αὐτοοργανωθεῖ, θεωρώντας τήν εὐτυχία της δική της ὑπόθεση καί ὄχι ὑπόθεση τῶν θεῶν. Ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης μιλώντας γιά τό γενικότερο φαντασιακό τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς δημοκρατίας γράφει τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Ἡ ἰδέα ἑνός ἱστορικοῦ νόμου, ἐγγυητῆ μιᾶς ἰδανικῆς κοινωνίας, εἶναι ἰδέα ἄγνωστη στούς Ἕλληνες, ὅπως ἄγνωστος εἶναι ὁ μεσσιανισμός ἤ ἡ δυνατότητα ἐξωκοσμικῆς φυγῆς. Ἡ θεώρηση αὐτή ἐμπνέει μιά στάση, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ὅ,τι εἶναι νά γίνει θά γίνει ἐδῶ. Ὅ,τι δέν γίνεται ἐδῶ, δέν γίνεται γιά μᾶς, δέν μᾶς ἀφορᾶ, γίνεται ἀλλοῦ, μεταξύ θεῶν, ἤ γίνεται στίς ρίζες τοῦ χάους. Τό σημαντικό γιά μᾶς γίνεται ἐδῶ, ἐξαρτᾶται ἀπό μᾶς κι ἐμεῖς θά τό κάνουμε. Δέν θά τό κάνει οὔτε ὁ Θεός, οὔτε ἡ ἱστορική ἀναγκαιότητα, οὔτε καμιά πολιτική διεύθυνση, κάτοχος τῆς ἐπιστημονικῆς σοφίας ἐπί τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Θά τό κάνουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι − ἄν γίνεται, κι ἄν μᾶς ἀφήσει ἡ Μοίρα ἤ δέν μπορεῖ νά γίνει. Καί αὐτό ἐν γνώσει μας ὅτι ὑποκείμεθα στόν ἴδιο νόμο πού διέπει καί τόν ὑπόλοιπο κόσμο, νόμο γενέσεως καί φθορᾶς».[24]

Ἡ δημοκρατική Ἀθήνα ἔμεινε στή συλλογική μνήμη τῆς ἀνθρωπότητας ὡς ἕνα ὄνειρο ἄπιαστο, ὡς ἕνα πρότυπο ἀνεπανάληπτο στίς κατοπινές γενιές.Τό ἰδεῶδες της, πολιτικό καί πολιτισμικό, οὐδέποτε (ξανα)πραγματοποιήθηκε στή ροή τῆς ἱστορίας· μόνο τό ὄνομά της ἔμεινε – «Δημοκρατία» ‒ ὡς μία ὑπόμνηση ἑνός  ἄφθαστου και ἀνέφικτου ὕψους. «…θαυμασθησόμεθα καί τοῖς νῦν καί τοῖς ἔπειτα…»(«θά γίνουμε ἀντικείμενο θαυμαμοῦ καί ἀπό τούς συγχρόνους μας καί ἀπό τούς μεταγενεστέρους»), εἶπε «προφητικά» ὁ Περικλῆς στόν Ἐπιτάφιο ἔχοντας ἐπίγνωση τοῦ πραγματοποιουμένου ἀνεπανάληπτου μεγαλείου. Ἡ Ἀθήνα καί ἡ Ρώμη ἔμειναν στή παγκόσμια μνήμη τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας ὡς δύο ἀνεπανάληπτα ἱστορικά ἐγχειρήματα.Ὅμως γράφει ἡ Χάνα Ἄρεντ, «ἐκεῖνο πού χάθηκε για πάντα μέ τήν πτώση τῆς Ρώμης ἦταν τό κέντρο ἑνός κόσμου καί μαζί μέ αὐτό ἡ σαφής ρωμαϊκή δυνατότητα νά ὀργανωθεῖ ὁλόκληρος ὁ κόσμος γύρω ἀπό ἕνα κέντρο. Ὅταν ὅμως ἀναλογιζόμαστε σήμερα τήν πτώση τῆς Ἀθήνας, εἰκάζουμε ὅτι σέ αὐτή τήν περίπτωση ἐκεῖνο πού χάθηκε για πάντα δεν ἦταν τό κεντρικό σημεῖο ἑνός κόσμου, ἀλλά οἱ ἀνώτερες δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου μέσα στόν κόσμο»[25]

[1]Ἀρχαία καί σύγχρονη δημοκρατία, μετάφραση Θεόφιλος Βανδῶρος, ἐκδ. Εὐρύαλος, Ἀθήνα 1989,  σελ. 76

[2] Ἀριστοτέλη Πολιτικά,1280 a  8

[3] Ἀριστοτέλη, Πολιτικά III, IV, πρόλογος Σωκράτης Δεληβογιατζῆς, εἰσαγωγή-μετάφραση-σχόλια Πηνελόπη Τζιώκα-Εὐαγγέλου, ἐκδ. Ζῆτρος, Θεσσαλονίκη 2007, σσ. 131-133

[4] Θουκυδίδου, Ἱστορίαι, 2, 37, 30

[5] Γεράσιμου Μαρκαντωνάτου, Θουκυδίδου Περικλέους Ἐπιτάφιος, ἐκδ. Cutenberg,  Ἀθήνα 2003, σελ. 113

[6] Ἀριστοτέλη Πολιτικά, 1279 b  7:

[7] Ἰωάννη Σ. Τουλουμάκου, Ἡ θεωρητική θεμελίωση τῆς δημοκρατίας στήν κλασσική Ἑλλάδα, ἐκδ. Παπαζήση, Ἀθήνα 1979, σσ. 10 καί 143

[8] Κατά προφορική δήλωση τοῦ καθηγητοῦ Βασιλείου Κωνσταντινόπουλου σέ Σεμινάριο γιά τήν «Διδακτική μεθοδολογία τοῦ ἀγνώστου κειμένου» πού διεξήγαγε ὁ ἴδιος στήν Καλαμάτα τήν ἀκαδημαϊκή χρονιά 2008-2009

[9] Claude Mossé, Ὁ πολίτης στήν ἀρχαία Ἑλλάδα, μετάφραση Ἰωάννα Παπακωνσταντίνοι, ἐκδ. Σαββάλας, Ἀθήνα 1996, σελ. 142

[10] Θουκυδίδου, Ἱστορίαι, 6, 89, 4

[11] Ἀριστοτέλη, Πολιτικά  1294 b 8-9

[12] Ἀριστοτέλη, Ρητορική 1365 b 4

[13] Κυριάκου Σ. Κατσιμάνη, Πρακτική Φιλοσοφία καί πολιτικό ἦθος τοῦ Σωκράτη, ἐκδ. Ἐπικαιρότητα, Ἀθήνα 1981, σελ. 80

[14] Κυριάκου Σ. Κατσιμάνη, ὅ. π., σελ. 80

[15] Ἀριστοτέλη, Πολιτικά  1333 a 11-14

[16] Ἀριστοτέλη, Πολιτικά 1277 b 8-10

[17] Βλ. Βασιλείου Μπετσάκου, Πολιτικός λόγος τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ἐκδόσεις Πατάκη, Ἀθήνα 2022, σελ.122

[18] Κορνηλίου Καστοριάδη, Οἱ ὁμιλίες στήν Ἑλλάδα, Δ´ ἔκδοση, Ὕψιλον/βιβλία. Ἀθήνα 2020, σελ. 132

[19] Κορνηλίου Καστοριάδη, Χῶροι τοῦ ἀνθρώπου, μετάφραση Ζήσης Σαρίκας, Ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1995, σελ. 188

[20] Τάκη Φωτόπουλου, Ἀπό τήν Ἀθηναϊκή Δημοκρατία στήν Περιεκτική Δημοκρατία, ἐκδ. Ἐλεύθερος Τύπος, Ἀθήνα 2000, σελ. 20

[21] Λορνηλίου Καστοριάδη, Χῶροι τοῦ ἀνθρώπου, μετάφραση Ζήσης Σαρίκας, ἔκδ. Ὕψιλον, Ἀθήνα 1995, σελ. 192

[22] Cristian Maier, Ἡ πολιτική τέχνη τῆς Ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Τραγωδίας, μετάφραση Φλώρα Μανακίδου, ἐκδ. Καρδαμίτσα, Ἀθήνα 1997, σελ. 57-58

[23] Cristian Maier, ὅ.π.,σελ.58

[24] Κορνηλίου Καστοριάδη, Ἡ ἀρχαία ἑλληνική δημοκρατία καί ἡ σημασία της γιά μᾶς σήμερα, Ὕψιλον/Βιβλία, Ἀθήνα 1999, σελ. 22

[25] Hannah Arendt, Ὑπόσχεση πολιτικῆς, μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου, ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα 2009, σελ. 254-255

 ΑΠΟ ΑΝΤΙΦΩΝΟ - https://antifono.gr/i-ennoia-tis-dimokratias-stin-archaia-ellada/

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Ο ύπνος", 1999) είναι έργο του Σαράντη Καραβούζη.

by : tinakanoumegk

 

Η οικονομία της αρχαίας Ελλάδας παραμένει αινιγματική σε έναν βαθμό. Τα υπάρχοντα στοιχεία και ευρήματα είναι σχετικά περιορισμένα και η ερμηνεία τους δύσκολη. Το δίκτυο των αρχαίων ελληνικών πόλεων απλώνονταν σε όλη την έκταση των ακτών της Μεσογείου, στην αρχαϊκή (776-500 π.Χ.),την κλασσική (500-323 π.Χ.) και την ελληνιστική εποχή (323-30 π.Χ.) με αυξανόμενη πυκνότητα με την παρέλευση του χρόνου. Μέχρι τις παρεμβάσεις του Max Weber και του Karl Polanyi η οικονομία των αρχαίων ελληνικών πόλεων εθεωρείτο πρωτο-καπιταλιστική. Διαστέλλονταν από την οικονομία των μεγάλων βασιλείων της Εγγύς Ανατολής, των Ασσυρίων αρχικά, των Βαβυλωνίων στην συνέχεια και των Περσών αργότερα, όπου κυριαρχούσε η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Στις αρχαίες ελληνικές πόλεις, αντίθετα, ο κρατικός έλεγχος επί της οικονομίας ήταν περιορισμένος και αυτό αρκούσε-υποτίθεται-για να χαρακτηρισθούν  καπιταλιστικές.

Η θεώρηση της αρχαίας οικονομίας ως πρωτο-καπιταλιστικής αποτελεί μια απλοϊκή προβολή του σήμερα στο χθες καθώς, όπως θα φανεί παρακάτω, στην ελληνική αρχαιότητα  η οικονομία δεν ήταν μια ξεχωριστή και αυτορρυθμιζόμενη σφαίρα της συλλογικής ζωής, ένας τομέας του επιστητού δηλαδή προσανατολισμένος στην αύξηση της παραγωγικότητας και την ανάπτυξη. Ούτε οι τιμές των αγαθών,εξάλλου,καθορίζονταν από τις απρόσωπες δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης.Ποσδιορίζονταν,αντιθετα,με βάση  τις προσωπικές σχέσεις, το παζάρεμα και την κρατική παρέμβαση (η τελευταία εκδηλώνονταν κυρίως στην διαμόρφωση της τιμής των σιτηρών).

Το πιο αποδεκτό μοντέλο για την προσέγγιση της αρχαίας οικονομίας είναι αυτό που κατέθεσε ο Moses Finley το 1973. Η προσέγγιση αυτή οφείλει πολλά στον Weber και τον Polanyi. Κατά τον Finley η αρχαία οικονομία δεν ήταν κατά κανένα τρόπο καπιταλιστική. Ούτε όμως ο χαρακτηρισμός της ως δουλοκτητικής την διαυγάζει πλήρως. Δεν ήταν μόνον μικρότερής κλίμακας από την νεωτερική αλλά διέφερε από αυτήν και ποιοτικά, όπως διέφερε επίσης και από άλλες οικονομίες που χρησιμοποιούσαν δούλους.

Κατ’ αρχάς με τον όρο οικονομία στην αρχαιότητα δεν γίνονταν αναφορά  σε μια ξεχωριστή σφαίρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που σχετίζεται με την παραγωγή, την διανομή και την κατανάλωση των αγαθών. Ο όρος αυτός παρέπεμπε στην διεύθυνση και διαχείριση των υποθέσεων του Οίκου. Ο οικογενειάρχης έπρεπε να διασφαλίζει την επιβίωση των μελών της οικογένειας του με την καλλιέργεια,συνήθως,ενός μικρού σχετικά γεωργικού κλήρου. Οι περισσότεροι αρχαίοι δούλευαν αρκετά σκληρά για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην συνεπικουρούμενοι από λιγοστούς δούλους. Παρ’ ότι δούλευαν σκληρά δεν αντιμετώπιζαν την εργασία ως πεμπτουσία της ανθρώπινης ουσίας των, αλλά απλώς ως αναγκαία. Θεωρούσαν πολύ σημαντικότερη και αξιέπαινη την μετοχή τους στην πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική ζωή της πόλης των κατά την διάρκεια των ωρών της σχόλης των.

Πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι στην αρχαιότητα η Εστία ήταν η Θεά του οίκου και ο Ερμής ο Θεός της πόλεως. Ο οίκος ήταν το βασίλειο της σταθερότητας, των ριζών και της ασφάλειας. Η πόλις ήταν το βασίλειο της κίνησης, της αβεβαιότητας και των αντιπαλοτήτων, αλλά και της συμμετοχής στα κοινά. Η διάκριση μεταξύ οίκου και πόλεως δεν υπήρξε πάντως απόλυτη. Οίκος και πόλις δεν μπορούν να διαχωρισθούν πλήρως και να αντιμετωπισθούν απομονωμένα. Έντονη συνοχή και αλληλεγγύη υφίσταται όχι μόνον στα πλαίσια του οίκου αλλά και μεταξύ των πολιτών, ενώ από την πόλη δεν απουσιάζουν και κάποιες οικονομικές δραστηριότητες. Γίνεται λόγος για βιοτεχνικές, εμπορικές και τραπεζικές δραστηριότητες που όμως αναλαμβάνονται από τους μέτοικους, ελεύθερους δηλαδή ξένους χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Ο αξιακός κώδικας των αρχαίων αντιμετώπιζε τις οικονομικές δραστηριότητες ως «βάναυσες» με την εξαίρεση της καλλιέργειας της γης, που ήταν η μόνη αρμόζουσα για τον ελεύθερο πολίτη. Πρέπει να τονισθεί ότι οι τράπεζες δεν δέχονταν καταθέσεις και επομένως το χρήμα δεν γεννούσε χρήμα παρά μόνο σε πολύ περιορισμένο βαθμό.

Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής λοιπόν της αρχαίας πόλεως προέρχονταν από την αγροτική της ενδοχώρα. Η πόλις ήταν κυρίως τόπος κατανάλωσης των αγαθών που παράγονταν στην ύπαιθρο και κέντρο πολιτικών δραστηριοτήτων και θρησκευτικής λατρείας. Σε αντίθεση με την αρχαία πόλη που ήταν κυρίως τόπος κατανάλωσης, η υστερο μεσαιωνική πόλη του ευρωπαϊκού Βορρά ήταν κυρίως τόπος εμπορικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων και γι αυτό συνετέλεσε στην ανάδυση του καπιταλισμού και του νεωτερικού κράτους.

Ο αριθμός, τώρα, των δούλων του Οίκου που δούλευαν είτε ως οικιακοί βοηθοί είτε ως καλλιεργητές ήταν περιορισμένος. Οι δούλοι εργάζονταν πλάι-πλάι με τις ελεύθερες γυναίκες για την διεκπεραίωση των οικιακών καθηκόντων και παράλληλα με τους μικροϊδιοκτήτες αγρότες για την καλλιέργεια της γης ή την κτηνοτροφία. Μόνον στην αρχαία Ρώμη και στα πλαίσια των μεγάλων γαιοκτησιών, των λατιφούντιων, εργάζονταν πολυάριθμοι δούλοι. Στην αρχαία Αθήνα μαζική εργασία δούλων υπήρχε μόνον στα μεταλλεία αργύρου του Λαυρίου. Ο άργυρος αυτός επέτρεπε στην Αθήνα να χρηματοδοτεί μεγάλες εισαγωγές σιτηρών από την Θράκη, την Μαύρη Θάλασσα και την Αίγυπτο. Μια άλλη πηγή εσόδων του Αθηναϊκού δήμου ήταν οι χρηματικές συνεισφορές των συμμάχων της Αθήνας στο κοινό ταμείο της συμμαχίας κατά των Περσών, που από ένα χρονικό σημείο και πέρα επενδύθηκαν στην κατασκευή στόλου και την χρηματοδότηση δημοσίων έργων.

Μια σημαντικότατη πλευρά της οικονομικής ζωής στην αρχαία Αθήνα αφορούσε την λεγόμενη πολιτική μισθοφορία, την αμοιβή των πολιτών για την συμμετοχή τους στα κοινά. Ο πολίτης μετέχει κρίσεως (στο δικαστικό σώμα) και αρχής (στο πολιτικό σώμα) και αμείβεται από την πόλη για τις δραστηριότητές του αυτές, Αν και η περιγραφή αυτή αφορά την δημοκρατική Αθήνα, η μετοχή κρίσεως και αρχής διέκρινε σε έναν κάποιο βαθμό και άλλες αρχαίες πόλεις.

Οι κοινωνίες λοιπόν των αρχαίων ελληνικών πόλεων και ιδίως η κοινωνία της αρχαίας Αθήνας είναι σε ένα βαθμό τουλάχιστον κοινωνίες σχόλης με θεμέλια βάση τους την πολιτική μισθοφορία. Οι νεωτερικές κοινωνίες, αντίθετα, είναι κοινωνίες εξαρτημένης εργασίας. Η πολιτική μισθοφορία ήταν προϋπόθεση της κοινωνικής και της πολιτικής ελευθερίας των πολιτών και ιδιαίτερα των άκληρων. Σήμερα ο πολίτης είναι ατομικά αλλά όχι και κοινωνικά και πολιτικά ελεύθερος. Διαθέτει απλώς πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, αλλά δεν μετέχει κρίσεως και αρχής, ενώ εκχωρεί την εργασία του στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Ένας ενδιάμεσος τύπος κοινωνίας μεταξύ των κοινωνιών της σχόλης και των κοινωνιών της εξαρτημένης εργασίας είναι η εταιρική κοινωνία που παρατηρείται στις πόλεις του Βυζαντίου. Εδώ ο φορέας της εργασίας δεν εκχωρεί την εργασία του στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής. Συμβάλλεται μαζί του και αποτιμώντας την εργασία του ως κεφαλαιο, υπεισέρχεται στο οικονομικό σύστημα ως εταίρος.

Συμπερασματικά οι οικονομικές δραστηριότητες στις αρχαίες ελληνικές πόλεις ήταν υποταγμένες και ενσωματωμένες σε πολιτικές και κοινωνικές δραστηριότητες. Η οικονομία ήταν εμβαπτισμένη σε πραγματικότητες που δεν ήταν οικονομικής φύσεως. Τα οικονομικά ζητήματα  δεν μπορούσαν να διαζευχθούν από ένα πλούσιο δίκτυο πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων. Η προβολή κατά συνέπεια του σήμερα στο αρχαιοελληνικό παρελθόν συσκοτίζει τις σχέσεις οικονομίας και κοινωνίας του τότε και λειτουργεί ως δικαίωση του καπιταλισμού που θέλει να εμφανίζεται ως απλή μετεξέλιξη της αρχαίας οικονομίας. Είναι καιρός όμως να απαλλαγούμε από παραπειστικές προβολές και εξωραϊσμούς.

Πηγές

The ancient economy. By Moses Finley. University of California press. 1973.

Myth and society in ancient Greece. By Jean-Pierre Vernant.Zone books. 1990.

Οικονομικά συστήματα και ελευθερία. Του Γιώργου Κοντογιώργη. Εκδόσεις Ι,Σιδερης. 2010.

 -ΑΠΟ ΑΝΤΙΦΩΝΟ - https://antifono.gr/i-oikonomia-stin-archaia-ellada/



Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, ζωγραφικό έργο του Τάσσου.