ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








Χ. Κασίμης (Καθ. Αγροτικής Ανάπτυξης): Γεωργία- «μπουτίκ» το μέλλον της παραγωγής στην Ελλάδα - Τα προβλήματα της ελληνικής ΚΑΠ και το κόστος των τροφίμων

αναρτήθηκε από : tinakanoumegk on : Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2024 0 comments


https://gr.euronews.com/2024/02/08/kasimis-kath-agrotikis-anaptiksis-georgia-boutique-to-mellon-tis-paragogis-stin-ellada?utm_source=Facebook&utm_medium=Social&fbclid=IwAR3yGhW0J19i3YaKuuVYY-E1XPAemVssVjvnfsY6osWXiHucV1vQ8Cd_kP4


Αγρότες στην έκθεση Agrotica στη Θεσσαλονίκη, 3 Φεβρουαρίου 2024

Από Συμέλα Τουχτίδου & κάμερα: Γιάννης Δόλας

Δημοσιεύθηκε 08/02/2024

Πώς μπορεί να γίνει βιώσιμο το ελληνικό μοντέλο αγροτικής παραγωγής- Τα προβλήματα της ελληνικής ΚΑΠ και το κόστος των τροφίμων

Η Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελεί πρότυπο σύγχρονης, ποιοτικής, βιώσιμης, μικρής κλίμακας αγροτικής παραγωγής υποστηρίζει ο καθηγητής Αγροτικής Ανάπτυξης, Χαράλαμπος Κασίμης, απαντώντας στο ερώτημα για το αν και τι είδους μέλλον μπορεί να έχει ο ελληνικός αγροτικός τομέας.

Οι προκλήσεις της νέας ευρωπαϊκής ΚΑΠ δεν μπορούν να απαντηθούν με αποσπασματικά μέτρα και παρά τις τροποποιήσεις που μπορεί να φέρουν οι αγροτικές κινητοποιήσεις ο πυρήνας της ανάγκης για πράσινη μετάβαση δεν πρόκειται να αλλάξει.

«Με βάση έναν σωστό σχεδιασμό θα μπορούσαμε να αναπτύξουμε  ένα μοντέλο- πρότυπο, μιας "γεωργίας- μπουτίκ". Αυτό σημαίνει μια γεωργία, η οποία μπορεί να είναι μικρή -γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε τα μεγέθη της ευρωπαϊκής ή αμερικανικής γεωργίας-, αλλά θα είναι "μπουτίκ". Τι αγοράζει κανείς σε μία μπουτίκ; Καλά, ποιοτικά προϊόντα, σε λίγο υψηλότερες τιμές. 

Θέλουμε μια γεωργία η οποία θα μπορεί να διασφαλίσει υψηλότερες τιμές λόγω της ποιότητας και της ταυτότητας των προϊόντων της, που θα έχει χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα, θα ανταποκρίνεται στους στόχους της ευρωπαϊκής πολιτικής που θέλει η γεωργία να προστατεύει το κλίμα και το περιβάλλον. Ταυτόχρονα, θα οικοδομεί διακρατικές συνέργειες με τους άλλους κλάδους της οικονομίας, όπως είναι ο τουρισμός, η γαστρονομία, η εστίαση. Τίποτα δεν είναι δύσκολο, αρκεί να υπάρχει σοβαρότητα και ο σχεδιασμός. 

Εμείς στην Ελλάδα συνηθίζουμε να πηγαίνουμε στα τυφλά. Και συχνά πληρώνουμε το κόστος αυτών των επιλογών. Είναι καιρός, νομίζω, να ανασυγκροτηθούμε και να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή για τον αγροδιατροφικό τομέα και θα πρέπει να πάρουμε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατεύσουμε τον αγροτικό κόσμο και να οικοδομήσουμε ένα μοντέλο που θα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις της εποχής.»

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκανε ήδη ένα βήμα πίσω σε ότι αφορά στους περιορισμούς στην χρήση φυτοφαρμάκων. Θεωρείται ότι αυτός είναι προάγγελος πλήρους ανατροπής της νέας  Κοινής Αγροτικής Πολιτικής;

«Δεν νομίζω ότι είναι προάγγελος πλήρους ανατροπής.  Η πολτική της νέας ΚΑΠ εφαρμόζεται και προβλήματα έχουν προκύψει στην εφαρμογή της. Κατά την άποψή μου, αυτή η χρονιά θα είναι μια χρονιά αντιφάσεων και πισωγυρισμάτων για την ευρωπαϊκή Αγροτική πολιτική, λόγω των πιέσεων που προκύπτουν από την πρώτη χρονιά εφαρμογής και τα αποτελέσματα της ουκρανικής κρίσης που έχουν συσσωρεύσει προβλήματα, τα οποία φαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει μπορέσει να τα διαχειριστεί.

Οπότε ορισμένα πισωγυρίσματα είναι ένδειξη πολιτικής ευελιξίας».

Ευρώπη: Οι καταναλωτές «κόβουν» τα φρέσκα τρόφιμα λόγω ακρίβειας

Αυτό σημαίνει ότι στο μέλλον θα αντιμετωπίσουμε ξανά τα ίδια προβλήματα;

«Πολλά θα εξαρτηθούν από τις ευρωεκλογές και το πώς θα διαμορφωθεί το πολιτικό σκηνικό. Υπάρχουν δυνάμεις που είναι αντίθετες με την εφαρμογή αυτής της πολιτικής, παρά το γεγονός ότι ισχυρίζονται ότι δεν θέλουν να ανατραπεί η πράσινη μετάβαση»

Ο ευρωπαίος καταναλωτής βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν συνεχή πληθωρισμό στα τρόφιμα.

«Ναι, και αυτό έχει ως συνέπεια τη μείωση της κατανάλωσης ποιοτικών προϊόντων. Έχει καταγραφεί μείωση της κατανάλωσης των φρέσκων φρούτων και λαχανικών, φαινόμενο που προφανώς πλήττει κυρίως τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.»

Άρα τι μπορεί να γίνει προκειμένου και οι καταναλωτές να μην δέχονται τέτοια ισχυρή πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα;

«Πρώτον, να έχουμε μια πολιτική η οποία θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα του υψηλού κόστους των εισροών. Τι ζήσαμε τα περασμένα χρόνια; Μια εκτίναξη του κόστους της ενέργειας, το οποίο επηρεάζει το κόστος παραγωγής.»

Άρα να επιδοτείται η ενέργεια που καταναλώνουν οι αγρότες;

«Ορισμένων ορισμένες χώρες το κάνουν και το κάνουν επιτυχώς. Για παράδειγμα η Ισπανία, που έχει το χαμηλότερο κόστος στο αγροτικό πετρέλαιο. Κάτι ανάλογο ισχύει και στην Κύπρο».

Αν ξεκινήσει, όμως, ο κύκλος επιδότησης ενέργειας για τους αγρότες δεν θα ακολουθήσουν ανάλογα αιτήματα και από άλλους κλάδους;

«Αυτός είναι ο ρόλος της πολιτικής, να διαχειριστεί αυτά τα προβλήματα. Το δεύτερο σκέλος έχει να κάνει με την πίεση στις τιμές που εισπράττουν οι παραγωγοί. Έχουμε συνθήκες ολιγοπωλιακές: η δύναμη, η εξουσία έχει συγκεντρωθεί στα σούπερ μάρκετ κατά βάση. Στην Ευρώπη, η σχέση τιμών παραγωγού με τιμές στο ράφι είναι **κάτω από το 1/5.**Όλα τα υπόλοιπα είναι ενδιάμεσοι: εμπορία, μεταποίηση και σούπερ μάρκετ.»

Στην Ελλάδα, οι αγροτικές κινητοποιήσεις αποτελούν σχεδόν παράδοση εδώ και πολλά χρόνια. Βλέπετε να συνεχίζονται και στο μέλλον;

«Έχουμε αυτή τη στιγμή δύο ειδικά προβλήματα: το ένα είναι το γενικό πρόβλημα του κόστους παραγωγής, των ανεξέλεγκτων πιέσεων της αγοράς στους παραγωγούς, οι ολιγοπωλιακές καταστάσεις, οι μη ελεγχόμενες εισαγωγές αγροτικών προϊόντων. Από την άλλη έχουμε το ειδικό πρόβλημα της Θεσσαλίας.

Οι κινητοποιήσεις αυτή τη στιγμή συνδέονται με το πρόβλημα που έχει προκύψει από το κόστος παραγωγής και τις δυσχέρειες που προκαλεί η εφαρμογή της κοινής αγροτικής πολιτικής στην περίπτωση της Ελλάδας. Έχουμε επιπτώσεις από την κακή εφαρμογή της πολιτικής στην χώρα μας. Για παράδειγμα, η χώρα μας δεν ενημέρωσε τους αγρότες καθόλου για το τι συμπεριλαμβάνει αυτή η πολιτική, τι πρέπει να κάνουν. Ότι είναι υποχρεωμένοι να ανταποκριθούν σε μια σειρά από μέτρα για το περιβάλλον και το κλίμα, ότι υπάρχουν περιβαλλοντικές αιρεσιμότητες, ότι πλέον θα ενισχύονται με βάση τις επιδόσεις τους και την ανταπόκρισή τους στους στόχους της πολιτικής.»