ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








Immanuel Wallerstein: Η κοσμοσυστημική προοπτική στις κοινωνικές επιστήμες / Επιμέλεια – Μετάφραση: Γιώργος Σουβλής

αναρτήθηκε από : tinakanoumegk on : Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019 0 comments

 (09/05/2014)

Ο Ιμμάνουελ Βάλλερσταϊν  (Νέα Υόρκη, 1930) είναι κοινωνιολόγος και έχει διδάξει, μεταξύ άλλων, στα Πανεπιστήμια Columbia, McGill και Binghamton. Από το 1999, μετά την συνταξιοδότησή του, είναι επιστημονικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Yale. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 εστιάζει την επιστημονική του ερευνά στην διαδικασία αποαποικιοποίησης της αφρικανικής ηπείρου, ενδιαφέρον το οποίο θα διατηρήσει για τις επόμενες δυο δεκαετίες εώς ότου να στρέψει το ενδιαφέρον του στην ανάλυση κοσμοσυστημάτων η οποία τον καθιερώνει στο χώρο των κοινωνικών επιστημών. Πρώτο διανοητικό απότοκο αυτής της ερευνητικής του στροφής είναι το βιβλίο The Modern World-System, vol. I: Capitalist Agriculture and the Origins of the European World-Economy in the Sixteenth Century το οποίο εκδίδεται το 1974 με στόχο μια νέα ερμηνεία των καταβολών του σύγχρονου καπιταλιστικού σύστηματος η οποία πλέον δεν είχε ως κυριάρχη κατηγορία ερμηνείας το έθνος-κράτος, όπως συνήθιζαν οι τότε κυρίαρχες βεμπεριανές κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, αλλά την ευρύτερη κατηγορία του κοσμοσυστήματος. Το κείμενο που ακολουθεί και το οποίο δημοσιεύτηκε δύο χρόνια αργότερα στο επιστημονικό περιοδικό The British Journal of Sociology, πρέπει να ειδωθεί ως συνέχιση ή καλύτερα ως επιστημολογική σύνοψη των θέσεων που αναπτύσσονται στο προαναφερθέν magnus opus του αμερικάνου κοινωνιολόγου. Πιο συγκεκριμένα, ο Wallerstein ορίζει θετικά το περιεχόμενο της μακροκοινωνιολογικής θεώρησης των κοσμοσυστημάτων με ένα συστηματικό τρόπο προκρίνοντάς την ως αντιπαράδειγμα σε σχέση με τις κυρίαρχες τότε στην αμερικάνικη κοινωνιολογία θεωρίες της ανάπτυξης. Υπό αυτήν την σκοπιά, το κείμενο είναι σημαντικό καθότι μας παρέχει μια από τις πρώτες απόπειρες πυκνής παρουσιάσης του παραδείγματος των κοσμοσυστημάτων το οποίο στην συνέχεια θα γίνει ένα από τα κυριάρχα στους χώρους των κοινωνικών επιστημών.       
Η κοσμοσυστημική προοπτική στις κοινωνικές επιστήμες
immanuel_wallerstein
Οι οργανωτικές δομές των επιστημών του ανθρώπου, που χρησιμοποιούμε σήμερα, αποκρυσταλλώθηκαν κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου. Το 1800 οι κατηγοριοποιήσεις (ή «επιστημονικοί κλάδοι»), οι οποίες σήμερα είναι καθιερωμένες – η ιστορία, τα οικονομικά, η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, οι πολιτικές επιστήμες – δεν υπήρχαν ως επί το πλείστον ως έννοιες, και σίγουρα δεν συνιστούσαν την βάση αυστηρώς διαφοροποιημένων ομάδων καθηγητών και ερευνητών. Η σε μεγάλο βαθμό περίπλοκη διαδικασία μέσω της οποίας συγκεκριμένοι συνδυασμοί ενδιαφερόντων και εννοιών έλαβαν ιδιαίτερες μορφές κατέληξε σε μείζονες «μεθοδολογικές» συζητήσεις, οι οποίες ακόμη εμφανίζονται υπό τον τίτλο, «φιλοσοφία της ιστορίας». Μεταξύ των συζητήσεων αυτών, μια από τις πιο σημαίνουσες ήταν αυτή μεταξύ της αποκαλούμενης νομοθετικής και ιδιογραφικής γνώσης, μεταξύ της δυνατότητας και της αδυναμίας γενικεύσεων για την ανθρώπινη συμπεριφορά, μεταξύ των υποστηρικτών της νομοθετικής προσέγγισης και αυτών της ιδιογραφικής.
Οι θιασώτες της νομοθετικής προσέγγισης κατανοούσαν τους εαυτούς τους ως «επιστήμονες». Είχαν την τάση να διατείνονται πως η ανθρωπινή συμπεριφορά συνιστούσε ένα φυσικό φαινόμενο όπως όλα τα άλλα, και θα μπορούσε ως εκ τούτου να μελετηθεί στην ίδια βάση με τα υπόλοιπα φυσικά φαινόμενα, χρησιμοποιώντας τους ίδιους κανόνες λογικής («την επιστημονική μέθοδο») και ικανοί εν τέλει να συνάγουν ακριβή αποτελέσματα συγκρίσιμα με εκείνα που επιτυγχάνονται στις φυσικές επιστήμες. Οι υπέρμαχοι της ιδιογραφικής προσέγγισης, αντίθετα, συχνά περιέγραφαν τους εαυτούς τους ως «ανθρωπιστές». Έρεπαν να υποστηρίζουν πως η ανθρώπινη ζωή, ούσα μια αναστοχαζόμενη ζωή, δεν θα μπορούσε να εξεταστεί με τον ίδιο τρόπο όπως οποιοδήποτε φυσικό φαινόμενο, για έναν από τους δύο παρακάτω λόγους. Είτε λόγω του ότι, όπως κάποιοι βεβαίωναν, οι άνθρωποι διαθέτουν βούληση και ως εκ τούτου ανθίστανται στις αυθαίρετες κανονικότητες, είτε επειδή, όπως κάποιοι άλλοι διατείνονται, ο ερευνητής αναπόφευκτα διαστρεβλώνει το ανθρώπινο υποκείμενο ανάλυσης κατά την ίδια την διαδικασία της παρατήρησης του και συνεπώς οι γενικεύσεις δεν θα είναι ποτέ έγκυρες.
Όπως σε όλες τις σπουδαίες δημόσιες συζητήσεις, και εδώ τα περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να λεχθούν, εν πολλοίς έχουν ήδη ειπωθεί. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι η συζήτηση έχει τελειώσει ή έχει ξεχαστεί, αλλά μόνο πως οι διαχωρισμοί έχουν θεσμοθετηθεί και για αυτόν τον λόγο οριοθετηθεί. Γενικά μιλώντας, στους θιασώτες της νομοθετικής προσέγγισης είχαν εκχωρηθεί τα τμήματα των οικονομικών, της κοινωνιολογίας και, των πολιτικών επιστήμων, και στους υποστηρικτές της ιδιογραφικής προσέγγισης τα τμήματα της ιστορίας και της ανθρωπολογίας. Προφανώς, δεδομένης της κρίσιμης ιδιομορφίας των οργανωτικών διαχωριστικών γραμμών, υπήρχαν διαφωνούντες σε κάθε «επιστημονική» δομή (όπως οι πολιτικοί «θεωρητικοί» στην πολιτική επιστήμη, και οι γλωσσολόγοι στην ανθρωπολογία). Αλλά αυτό δεν είχε σημασία!. Οι σφαίρες επιρροής είχαν οριοθετηθεί, και το status quo διατηρήθηκε.
Η ανεπεξέργαστη αυτή εικόνα είναι απαραίτητο να τροποποιηθεί λαμβάνοντας υπόψη την τοπική διαφοροποίηση. Η περιγραφή μου αρμόζει καλύτερα στον Αγγλο-Αμερικάνικο πυρήνα του κοσμοσυστήματος. Οι γερμανοί παρακινηθήκαν από τους Βρετανικούς ορισμούς της κοινωνικής γνώσης και δημιούργησαν ένα επισφαλές υβρίδιο, την Επιστήμη του Κράτους. Ορισμένοι γάλλοι παρακινήθηκαν από την αποτυχία άλλων γάλλων να εμπνεύσουν, η οποία οδήγησε στην γέννηση της σχολής των Annales. Και οι δυτικοευρωπαϊκές εργατικές τάξεις εξωθήθηκαν από το σύστημα γενικά, και υιοθέτησαν έξω από την ακαδημαϊκή κοινότητα μια κριτική οπτική, τον Μαρξισμό, η οποία αμφισβήτησε την καθολικότητα των «γενικεύσεων».
Το έρεισμα της επικρατούσας θεσμοποίησης της καθοριστικής μεθοδολογικής διάκρισης, μεταξύ των υποστηρικτών της νομοθετικής και των υποστηρικτών της ιδιογραφικής προσέγγισης, τελικά κατέληξε να είναι, όπως είθισται να καταλήγει, μια συγκαλυμμένη αλλά πολύ σημαντική κατάφαση• η έννοια της μεμονωμένης κοινωνίας ως η βασική μονάδα ανάλυσης. Όλοι φάνηκαν να συμφωνούν πως ο κόσμος αποτελείται από πολλαπλές κοινωνίες. Διαφώνησαν για το κατά πόσον όλες οι κοινωνίες επιδίωξαν παρεμφερείς τροχιές στον ρου της ιστορίας (μολονότι με διαφορετικούς ρυθμούς) ή κατά πόσον κάθε κοινωνία ακολούθησε την δική της ιστορική διαδρομή. Διχογνώμησαν για το πόσον η εν λόγω κοινωνία έλαβε την μορφή του «κράτους» ή του «έθνους» ή του «λαού», αλλά σε κάθε περίπτωση συμφώνησαν πως συνιστούσε πολιτικο-πολιτισμική μονάδα.
Η περίοδος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ανέδειξε σε αυτό το πεδίο, όπως και σε πολλά άλλα, την ακμή αυτών των διανοητικών τάσεων στην επεξεργασία μιας θεώρησης που μπορούμε να αποδώσουμε ως «αναπτυξιακή προοπτική», η οποία για τους περισσότερους από τους προασπιστές της βρισκόταν σε αγαστή συνεργασία με τον «συμπεριφορισμό». Αυτή η θεώρηση αξίωνε πως όλα τα κράτη ενεπλάκησαν στην «διαδικασία της ανάπτυξης» (το οποίο για πολλά σήμαινε «να γίνουν έθνη»), πως η πρόοδος τους σύμφωνα με αυτή την ατραπό θα μπορούσε να μετρηθεί ποσοτικά και συγχρονικά, και αυτό στην βάση της γνώσης που απέρρεε από τέτοιες μετρήσεις, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν ουσιαστικά να επισπεύσουν την διαδικασία, η οποία αποτελούσε μια αξιοσύστατη διαδικασία. Από την στιγμή που αυτά τα κράτη πορεύονταν σε παράλληλες διαδρομές, όλα τα κράτη ήταν εγγενώς ικανά να επιτύχουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Το μόνο μείζονος σημασίας διανοητικό ερώτημα έγκειτο στο γιατί πολλά κράτη αντιστάθηκαν.
Αυτή η αντίληψη κυριάρχησε στον ακαδημαϊκό κόσμο – όχι μόνο της ηγεμονικής δύναμης, των Ηνωμένων Πολιτειών, και των συμμάχων της, την παλιά Ευρώπη, αλλά επίσης και του βασικού ανταγωνιστής της, την Ε.Σ.Σ.Δ. Οι θεωρίες σχετικά με το ποιές κυβερνητικές ενέργειες θα προήγαγαν την ανάπτυξη, και του ποιες κοινωνικές δυνάμεις την παρακώλυαν διαφοροποιούνταν σε μεγάλο βαθμό, αλλά η ευλογοφάνεια της «ανάπτυξης», ως πρότυπο ανάλυσης επικράτησε ολοκληρωτικά μέχρι τα μέσα της δεκαετία του 1960, οπότε και θεμελιώθηκε σε μια οικονομική πραγματικότητα και σε δύο πολιτικές εξελίξεις. Η οικονομική πραγματικότητα συνίστατο στο ότι, σε αντιδιαστολή με όλες τις θεωρίες, και όλη την συνακόλουθη προσπάθεια (βοήθεια, τεχνική αρωγή, ανθρώπινη επένδυση), το επονομαζόμενο «χάσμα» μεταξύ των «αναπτυγμένων» και των «αναπτυσσόμενων» χωρών διευρυνόταν αντί να ελαττώνεται.
Οι δυο πολιτικές εξελίξεις ήταν ουσιαστικά και σε τελική ανάλυση μια αντανάκλαση της προαναφερθείσας οικονομικής πραγματικότητας. Η μία ήταν η ανάδυση των εθνικών απελευθερωτικών κινημάτων απ’ άκρο σε άκρο του κόσμου, που ενεπλάκησαν σε ένοπλο αγώνα με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία – στο Βιετνάμ, στην Αλγερία και την Κούβα. Οι αγώνες τους είχαν αντίκτυπο εντός των Ηνωμένων Πολιτειών και της Δυτικής Ευρώπης – μεταξύ των φοιτητών, των καθηγητών και «του εσωτερικού του Τρίτου Κόσμου» – ο οποίος κατ’ ουσία κλόνισε την μέχρι τότε άκοπη ηγεμόνευση των υποστηρικτών της «αναπτυξιακής προοπτικής» στην ακαδημαϊκή κοινότητα.
Αλλά η συγκεκριμένη πολιτική αναταραχή επηρέασε επίσης και τις Κομμουνιστικές χώρες, όπου μια μακρά σειρά αλληλοσχετιζόμενων κρίσεων – το 20ου Κομματικό Συνέδριο του Κ.Κ.Σ.Ε., οι «αναταράξεις» στην Ανατολική Ευρώπη, ο διχασμός μεταξύ των Κινέζων και των Ρώσων, η πολιτιστική επανάσταση, η άνοδος του «Ευρω-κομμουνισμού» – με παρόμοιο τρόπο υποδαύλιζε την εσωτερική αξιοπιστία της Σταλινικής εκδοχής της «αναπτυξιακής προοπτικής», την τραχιά επαλληλία που κάθε κράτος προορίζονταν να «διανύσει».
Όταν μια θεωρία φαίνεται να μην είναι πλέον χρήσιμη σε μια επαρκή κοινωνική λειτουργία, οι στοχαστές είθισται να αρχίζουν να αμφισβητούν τα διανοητικά της εχέγγυα. Καθώς η «αναπτυξιακή προοπτική» εξηγούσε όλο και λιγότερο την κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούμε, διάφοροι συγγραφείς άσκησαν κριτική στις περισσότερες από τις προϋποθέσεις της, αναζητώντας ένα εναλλακτικό εξηγητικό πλαίσιο, το οποίο θα κατονομάσω «κοσμοσυστημική προοπτική».
Η βασική διαφορά ανάμεσα σε μια αναπτυξιακή και μια κοσμοσυστημική προσέγγιση έγκειται στο σημείο εκκίνησης, την μονάδα ανάλυσης. Η αναπτυξιακή προσέγγιση προϋποθέτει πως η μονάδα εντός της οποίας κυρίως λαμβάνει χώρα η κοινωνική δράση αποτελεί μια πολιτικό-πολιτισμική μονάδα – το κράτος, ή το έθνος, ή ο λαός – και επιχειρεί να εξηγήσει τις διαφορές μεταξύ αυτών των μονάδων, συμπεριλαμβανομένου του λόγου που οι οικονομίες τους είναι διαφορετικές. Μια κοσμοσυστημική θεώρηση αξιώνει, εν αντιθέσει, πως η κοινωνική δράση τελείται σε μια οντότητα εντός της οποίας ανακύπτει ένας ολοένα και μεγαλύτερος καταμερισμός εργασίας, και επιδιώκει να ανακαλύψει εμπειρικά σε ποίο βαθμό μια τέτοια οντότητα υφίσταται ή όχι ενοποιημένη πολιτικά ή πολιτισμικά, επερωτώντας θεωρητικά ποια είναι τα παρεπόμενα της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας μιας τέτοιας ενότητας.
Απορρίπτοντας την προϋπόθεση πως υφίσταται μια «κοινωνία», υποχρεωνόμαστε να εξετάσουμε τις εναλλακτικές δυνατότητες οργάνωσης του υλικού κόσμου. Στην πραγματικότητα γρήγορα ανακαλύπτουμε πως υπάρχει ένας περιορισμένος αριθμός δυνατοτήτων, τις οποίες μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μεταβαλλόμενους «τρόπους παραγωγής», εννοώντας με αυτό κάτι πολύ συναφές με αυτό που η φράση φαινομενικά δείχνει να εννοεί: τον τρόπο με τον οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται για τον επιμερισμό των παραγωγικών καθηκόντων, για τις ποσότητες των αγαθών που είναι αναγκαίο να παραχθούν και τις εργατοώρες που πρέπει να επενδυθούν, για τις ποσότητες των αγαθών που πρέπει να καταναλωθούν ή να συσσωρευτούν, για την διανομή των αγαθών που παράγονται.
Έναν τρόπο, ο οποίος είναι ιστορικά ο προγενέστερος όλων, θα τον αποκαλέσουμε ανταποδοτικό-καταγωγικό. Βασίζεται σε μια περιορισμένη και στοιχειώδη εξειδίκευση καθηκόντων, όπου τα προϊόντα ανταλλάσσονται αμοιβαία μεταξύ των παραγωγών. Σε αυτό τον τρόπο, ακρογωνιαίο παραγωγικό μέσο συνιστά η ανθρώπινη εργασία και για αυτό η βασική διασφάλιση της επιβίωσης των υποομάδων έγκειται στον έλεγχο της αναπαραγωγής (δια μέσου του ελέγχου των γυναικών και των απογόνων τους). Η παραγωγή πάνω από ένα συγκεκριμένο επίπεδο είναι πολιτικά ανησυχητική δίνοντας την δυνατότητα σε νεωτέρους ανθρώπους να ξεφύγουν από τον έλεγχο των πρεσβύτερων και για αυτόν τον λόγο οι ανισότητές αν και υπάρχουν είναι περιορισμένες.
Εμπειρικά, αποτελεί γεγονός (και θεωρώ ότι θα μπορούσε να επαληθευτεί πως θεωρητικά πρέπει να αποτελέσει το παράδειγμα) πως τέτοιου τύπου συστήματα είναι περιορισμένα σε φυσική κλίμακα, και πως τα οικονομικά όρια είναι σε μεγάλο βαθμό ταυτόσημα με τα πολιτικά και τα πολιτιστικά όρια. Η ονομασία «μικροσυστήματα» φαίνεται να ανταποκρίνεται επαρκώς. Εκτιμώ ότι συνιστά γεγονός πως τέτοιου τύπου μικροσυστήματα δεν είναι μόνο περιορισμένης φυσικής κλίμακας, αλλά επιπλέον αποδεικνύονται βραχύβια ιστορικά (υπό την έννοια μιας διάρκεια ζωής περίπου έξι γενεών). Αυτή η βραχεία διάρκεια ζωής μπορεί να εξηγηθεί με ποικίλους τρόπους: οι κίνδυνοι για μια τέτοια ανεξέλικτη, τεχνολογικά, ομάδα της φυσικής εξαφάνισης (λόγω εχθροπραξιών ή φυσικής καταστροφής)• η πιθανότητα κατάκτησης• η διάσπαση της ομάδας ως επακόλουθο της βραδείας ανάπτυξης συσσωρευμένων αποθεμάτων• η αναδιοργάνωση του καταμερισμού της εργασίας ως αποτέλεσμα της φυσικής μετακίνησης και της συνεπαγόμενης οικολογικής ρύθμισης.
Εάν αυτή η περιγραφή είναι ακριβής, η ανθρωπότητα έχει γνωρίσει αναρίθμητες τέτοιες ομάδες στην διάρκεια του ιστορικού χρόνου και δεν διαθέτει επί της ουσίας ιστορικά τεκμήρια για τον τρόπο λειτουργίας τους. Ορισμένοι εθνολόγοι υποστηρίζουν πως έχουν καταγράψει την λειτουργία τέτοιων ομάδων, αλλά γενικά είμαι επιφυλακτικός σχετικά με το αν οι μονάδες που μελετήθηκαν ήταν όντως αυτόνομα συστήματα, αφότου μια από τις προϋποθέσεις των περισσότερων μελετών αυτού του είδους, στην πραγματικότητα έχει υπάρξει ο ιμπεριαλιστικός έλεγχος της υπό μελέτη περιοχής, από μια ευρύτερη πολιτική οντότητα, η οποία με την σειρά της υπήρξε μέρος ενός πολύ ευρύτερου καταμερισμού εργασίας.
Η δική μας εμπειρική γνώση εν πολλοίς δεσμεύεται σε ευρύτερους καταμερισμούς εργασίας, τους οποίους θα ορίσω «κοσμοσυστήματα», χρησιμοποιώντας την λέξη «κοσμο-» για να νοηματοδοτήσω έναν ευρύτερο χώρο και μια μεγαλύτερη χρονική διάρκεια από αυτή των μικροσυστημάτων, και λειτουργικά για να δηλώσω ένα πεδίο, ή ένα καταμερισμό εργασίας, εντός των οποίων υπάρχουν περισσότερες από μία «πολιτισμικές» ομαδοποιήσεις, αλλά οι οποίες ενδέχεται ή όχι να είναι πολιτικά ενοποιημένες.
Έχουν υπάρξει στην πραγματικότητα, έως τώρα, δύο βασικές μορφές κοσμοσυστημάτων. Από την στιγμή που στην μια μορφή το πρότυπο είναι το ενοποιημένο πολιτικό σύστημα, θα ονομάσουμε αυτό τον τύπο «κοσμοαυτοκρατορία», σε αντιδιαστολή με τον άλλο τύπο ο οποίος ορίζεται ακριβώς από την αδιάλειπτη απουσία μιας τέτοιας πολιτικής ενότητας, την «κοσμοοικονομία».
Η «κοσμοαυτοκρατορία» ενεκλείει πολλές παραλλαγές ως προς την πολιτική υπερδομή και τις πολιτισμικές συνέπειες. Ένα μεγάλο μέρος του Οικονομία και Κοινωνία του Βέμπερ αποτελεί μια μορφολογία αυτών των διαφοροποιήσεων. Αλλά ο τρόπος παραγωγής είναι κοινός σε όλες αυτές τις διαφορετικές μορφές. Είναι ο τρόπος παραγωγής, που δημιουργεί ένας επαρκές αγροτικό πλεόνασμα (βασιζόμενος εκ τούτου σε μια πιο προηγμένη τεχνολογία σε σχέση με αυτήν του ανταποδοτικού-καταγωγικού τρόπου) ικανό για να συντηρήσει τόσο τους τεχνίτες που παράγουν μη-αγροτικά αγαθά όσο και ένα, με την ευρύτερη έννοια, «διοικητικό» στρώμα. Δεδομένου ότι οι γεωργικοί παραγωγοί και οι τεχνίτες υπό μια έννοια «ανταλλάσουν» αγαθά, είτε αμοιβαία είτε σε τοπικές αγορές, τα αγαθά μεταφέρονται από τους παραγωγούς στους «διαχειριστές» από μια επιβεβλημένη ιδιοποίηση, τον «φόρος υποτέλειας», ο οποίος συγκεντρώνεται από κάποιο πρόσωπο ή από κάποιον θεσμό – ο βαθμός στον οποίο είναι απομακρυσμένος αυτός ο θεσμός από τον παραγωγό συνιστά μια από τις πλέον σημαντικές μεταβλητές των διαφοροποιούμενων μορφών – και κατόπιν «αναδιανέμεται» στην «διοικητική γραφειοκρατία».
Η κεντρική διαφορά αυτού του τρόπου παραγωγής σε σχέση με τον ανταποδοτικό-καταγωγικό τρόπο, έγκειται στο γεγονός πως η τάξη που δεν παρήγαγε «αγαθά» συντηρούνταν (και μάλιστα συντηρούνταν καλά). Αλλά ανέκυπτε μια ουσιώδη αναλογία κοινή και στις δύο προνεωτερικές μορφές. Σε κανέναν από τους δύο τρόπους παραγωγής δεν ήταν ευκταία ή επιδιώχθηκε, η μέγιστη δυνατή παραγωγή. Ο λόγος είναι σαφής. Εφόσον το κανάλι, πάνω από την οικειοποίηση του πλεονάσματος στην αναδιανεμητική-υποτελή μορφή, ήταν η ίδια η «γραφειοκρατία», της οποίας οι επικεφαλείς της δομής «αναδιένειμαν» αυτό το πλεόνασμα, και μάλιστα το αυξημένο πλεόνασμα δημιούργησε ένα ισχυρό δέλεαρ για το «δικαίωμα κατοχής» του, ανεβαίνοντας την ιεραρχία. Αυτό βέβαια συνέβαινε συνεχώς. Αλλά συνεπαγόταν πως οι αυθέντηδες ομάδες ήταν πάντα δέσμιες της αντίφασης να επιζητούν περισσότερα, αλλά όχι «υπέρμετρα πολλά».
Οι απόρροιες ήταν πολυειδείς. Η τεχνολογική πρόοδος δεν ήταν επιθυμητή καθ’ εαυτή. Αναμφίβολα έλαβε χώρα, αλλά προφανώς ήταν μεγαλύτερη η ανάγκη για την διεύρυνση της παραγωγής από ότι η επιθυμία, όταν αυτό συνέβη, προκειμένου να αναχαιτιστεί η πτώση της πραγματικής παραγωγής που λειτουργούσε ως κινητήρια δύναμη της. Δευτερευόντως, οι αλληλοσυγκρουόμενες ανάγκες των κυριάρχων ομάδων (περισσότερο, αλλά όχι υπερβολικά) συνδέονταν με τους άμεσους παραγωγούς ως προς τις κοινωνικά-αποκρυσταλλωμένες εν αντιθέσει με τις κοινωνικά-ανοιχτές αναλογίες ιδιοποίησης. Αυτό δεν σηματοδοτεί πως οι αναλογίες αυτές δεν μετασχηματίζονταν ποτέ. Μεταβάλλονταν διαρκώς, αλλά ασυνεχώς, και ο μύθος του σταθερού ρυθμού αποτελούσε ένα κεντρικό ιδεολογικό μοτίβο της κοινωνικής δομής.
Σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής, οι ανισότητες ήταν υπερμεγέθεις συγκριτικά με τον ανταποδοτικό-καταγωγικό τρόπο, αλλά υφίστατο κάποια εγγενή όρια. Οι δεσπόζουσες ομάδες ενδέχεται να είχαν την εξουσία της ζωής και του θανάτου μέσω της άσκησης πολεμικής ισχύος επάνω στους άμεσους παραγωγούς, αλλά συνήθως καταπιάνονταν με το να αποτρέψουν τον λιμό, μιας και το «πάγιο» εισόδημα των κυρίαρχων ομάδων ήταν συνάρτηση ενός «πάγιου» επιπέδου ιδιοποίησης από μια «πάγια» υπολογιζόμενη συνολική παραγωγή. Ο λιμός μπορεί να επερχόταν παρά τις προσπάθειες των τοπικών κυρίαρχων ομάδων, αλλά σπανίως εξαιτίας της αδιαφορίας τους.
Εμπειρικά αποτελεί γεγονός (και νομίζω θα μπορούσε εκ νέου να επαληθευθεί πως θεωρητικά πρέπει να αποτελέσει το παράδειγμα) πως τέτοιου τύπου συστήματα ήταν μεγαλύτερα σε φυσικό μέγεθος από τα ανταποδοτικά-καταγωγικά συστήματα (και ενίοτε πολύ μεγαλύτερα, όπως για παράδειγμα η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο μεσουράνημα της). Εντός του οικονομικού καταμερισμού εργασίας, πολλαπλές «κουλτούρες» άκμασαν – λειτούργησαν παράλληλα με ομάδες γεωργικών παραγωγών, «παγκόσμιας»-κλίμακας εμπορικές ομάδες, ενδογαμικές υπερ-τοπικές «διοικητικές» ομάδες. Το ιδιαίτερο γνώρισμα, ωστόσο, αυτού του τρόπου παραγωγής ήταν η πολιτική ενότητα της οικονομίας, είτε αυτή η «ενότητα» ενείχε μια ακραία διοικητική αποκέντρωση (η «φεουδαλική» μορφή) ή έναν σχετικά εκτεταμένο συγκεντρωτισμό (προσιδιάζων σε μια «αυτοκρατορία»).
Τέτοιου είδους «κοσμοαυτοκρατορίες» υπάρχουν αδιάλειπτα ήδη από την Νεολιθική Επανάσταση, έως και τις πρόσφατες ιστορικές περιόδους. Ο αριθμός ήταν μεγάλος, αλλά όχι «ανυπολόγιστος». Η διάρκεια ζωής τέτοιων συστημάτων διαφοροποιούνταν ανάλογα με το μέγεθος τους, την απομόνωση τους, την οικολογική τους βάση, και ούτω καθεξής. Αλλά το μοτίβο τέτοιου τύπου συστημάτων ήταν κυκλικό – διεύρυνση του μεγέθους και ως εκ τούτου της συνολικής ιδιοποίησης του πλεονάσματος ως το σημείο που το γραφειοκρατικό κόστος της ιδιοποίησης του πλεονάσματος υπερέβαινε το πλεόνασμα το οποίο θα μπορούσε, με κοινωνικο-πολιτικούς όρους, να γίνει με αποτελεσματικό τρόπο αντικείμενο ιδιοποίησης• σημείο όπου εμφανίζονται η ύφεση και η αναδίπλωση.
Ο κύκλος της επέκτασης και της συστολής περιελάμβανε την ανελλιπή ενσωμάτωση και την κυκλοφορία «μονάδων» οι οποίες, όταν βρίσκονταν έξω από την «κοσμοαυτοκρατορία», δημιουργούσαν ανταποδοτικά-καταγωγικά μικροσυστήματα, αλλά όταν προσαρτούνταν εντός της, σχημάτιζαν εν μέρει μια επιπλέον περιοχή από την οποία δρέπονταν ο φόρος υποτέλειας και της οποίας η κοινωνικο-οικονομική αυτονομία ήταν ως εκ τούτου ανυπόστατη. Συνεπώς, αυτοί οι δύο τρόποι παραγωγής συνυπήρξαν στην γη για χιλιάδες χρόνια.
Ο «πολιτισμός» είναι ένας όρος που συχνά χρησιμοποιείται έτσι ώστε υποδηλώσει τα μοτίβα της «υψηλής κουλτούρας» που αναπτύχθηκαν από τις κυρίαρχες και «διοικούσες» τάξεις σε τέτοιου τύπου «κοσμοαυτοκρατορίες». Και δεδομένου του ότι ανέκυπτε μια ορισμένη «αναβίωση» των μορφών μιας ιδιαίτερης κουλτούρας κάθε φορά που μια νέα κοσμοαυτοκρατορία σχηματιζόταν στην ίδια γεωγραφική ζώνη, μπορούμε ωσαύτως να χρησιμοποιήσουμε την έννοια «πολιτισμός» για να σημάνουμε αυτές τις πολιτισμικές μορφές που είναι κοινές σε αλληλοδιάδοχες κοσμοαυτοκρατορίες στην ίδια ζώνη. (Η Κίνα αποτελεί το υπόδειγμα μιας μακράς σειράς τέτοιων διαδοχικών κοσμοαυτοκρατοριών).
Λαμβανομένου υπόψη ότι οι ανάγκες των κοσμοαυτοκρατοριών διευκολύνονταν από τον «ορθολογισμό» στην διοίκηση, η ανάπτυξη των «αρχείων» ήταν λογική και έχουμε αξιοσημείωτα «τεκμήρια» για να ανασυγκροτήσουμε τις λειτουργίες τέτοιας ιδιοσυστασίας συστημάτων, τις οποίες μπορούμε επομένως να «παρατηρήσουμε» στην πορεία του ιστορικού χρόνου (ή μάλλον να τις ανασυγκροτήσουμε σύμφωνα με τις δικές μας σύγχρονες ανάγκες).
Η «κοσμοοικονομία» συνιστά ένα θεμελιακά διαφορετικό τύπο κοινωνικού συστήματος από την «κοσμοαυτοκρατορία» και πολύ περισσότερο από ένα μικροσύστημα – τόσο ως προς την συμβατική δομή του όσο και ως προς τον τρόπο παραγωγής. Ως προς την συμβατική της δομή, μια κοσμοοικονομία ορίζεται ως ένας ενιαίος καταμερισμός εργασίας εντός του οποίου εδρεύουν πολλαπλές κουλτούρες – έτσι συνιστά ένα κοσμοσύστημα όπως η κοσμοαυτοκρατορία – το οποίο όμως δεν διαθέτει μια επικρατούσα πολιτική κουλτούρα. Στερούμενη την πολιτική δομή που θα αναδιανείμει το οικειοποιημένο πλεόνασμα, το πλεόνασμα μπορεί να διανεμηθεί αποκλειστικά μέσω της «αγοράς», εν τούτοις συνήθως τα κράτη που ενυπάρχουν εντός της κοσμοοικονομίας παρεμβαίνουν για να αλλοιώσουν την αγορά. Για αυτόν τον λόγο ο τρόπος παραγωγής είναι καπιταλιστικός.
Ο καπιταλιστικός τρόπος είναι εκείνος στον οποίο η παραγωγή προορίζεται για ανταλλαγή• δηλαδή, η παραγωγή καθορίζεται από την κερδοφορία της σε μια αγορά, μια αγορά στην οποία κάθε αγοραστής θέλει να αγοράσει οικονομικά (και επομένως αυτό το οποίο είναι, μακροπρόθεσμα, πιο αποτελεσματικά παραγόμενο και εμπορεύσιμο) αλλά στην οποία κάθε πωλητής επιθυμεί να πουλήσει στην υψηλότερη δυνατή τιμή (και συνεπώς μεριμνά προκειμένου οι αποδοτικότητες των άλλων να μην κατορθώνουν να μειώσουν τις πωλήσεις του.) Συνεπώς, το άτομο ως αγοραστής επιδοκιμάζει την αποδοτικότητα και ως πωλητής θέτει σε λειτουργία την πολιτική του δύναμη για να την παρακωλύσει.
Η βασική αντίφαση που διαπερνά τον καπιταλισμό ως κοινωνικό σύστημα, εκπηγάζει από την ομόχρονη επιθυμητότητα της ελευθερίας για τον αγοραστή και την απαρέσκεια της για τον πωλητή – της ελευθερίας της εργασίας, της ελεύθερης ροής των συντελεστών της παραγωγής, της ελευθερίας της αγοράς. Ο συγκερασμός της ελευθερίας και της ανελευθερίας που προκύπτει, συνιστά το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας. Αυτός ο επαμφοτερισμός της ελευθερίας διέπει τις πολιτικές της, την κουλτούρας της, τις κοινωνικές της σχέσεις.
Ενώ οι ποσότητες της παραγωγής σε έναν αναδιανεμητικό-υποτελή τρόπο παραγωγής ήταν με τον ένα ή με το άλλο τρόπο κοινωνικά «αποκρυσταλλωμένες», στον καπιταλιστικό τρόπο ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Δεν υφίσταται κανένα κοινωνικό όριο στο κέρδος, πέραν του ορίου της αγοράς: των ανταγωνιστικών πωλητών και του ανεπαρκούς αριθμού των αγοραστών. Ένας μεμονωμένος παραγωγός δεν παράγει μια σταθερή ποσότητα αλλά όσο περισσότερο μπορεί, και το οτιδήποτε το οποίο μπορεί να τον βοηθήσει να παράγει περισσότερο, και πιο αποτελεσματικά – επιστήμη και τεχνολογία – είναι ευπρόσδεκτο. Αλλά άπαξ και παραχθεί η ποσότητα αυτή, θα πρέπει να πωληθεί, ειδάλλως δεν επιτυγχάνεται κανένα κέρδος. Και από την στιγμή που επιτευχθεί κέρδος, όσο λιγότερο από αυτό καταναλωθεί άμεσα, τόσο περισσότερο κέρδος θα διασφαλιστεί μελλοντικά.
Επειδή όμως όλοι ακλουθούν την συγκεκριμένη πεπατημένη – την «αναρχία της παραγωγής» – θα επέλθει σύντομα η στιγμή όπου, η επιπρόσθετη παραγωγή δεν θα προσφέρει κέρδος αλλά ζημιά. Κατά αυτόν τον τρόπο, υπάρχουν και εδώ κύκλοι – όχι οι πολιτικοί κύκλοι των κοσμοαυτοκρατοριών αλλά οι οικονομικοί κύκλοι των κοσμοοικονομιών. Υφίστανται ομολογουμένως βαθιά εδραιωμένες ανισότητες και στην αναδιανομή, και πιθανόν οξύτερες ανισομέρειες από αυτές που υπήρχαν στις κοσμοαυτοκρατορίες (αν και οι φιλελεύθερες κοινωνικές επιστήμες ανέκαθεν υποστήριζαν το αντίθετο). Η αίτια εντοπίζεται στον μεγαλύτερο πλούτο που πρέπει κατανεμηθεί άνισα (ως απόληξη της τεχνολογικής προόδου) και στο σύνολο των τεχνικών μεθόδων που ενισχύουν την άνιση κατανομή.
Σε ένα αναδιανεμητικό σύστημα, το βασικό όπλο του ισχυρού είναι η άσκηση πολεμικής ισχύος. Επομένως, ο θεμελιώδης νόμος του πολιτικού βίου είναι ο θάνατος του πολιτικού αντίπαλου και η διασφάλιση ενός minimum βιοτικού επιπέδου για τον ομόφρονα παραγωγό. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής όμως, με του οικονομικούς κύκλους, η ζωή του παραγωγού, ως καταναλωτή του πλεονάσματος, ενδέχεται να είναι περισσότερο οικονομικά ζημιογόνα απ’ ότι επικερδής όταν ο παραγωγός εμφανίζεται ως παραγωγός του πλεονάσματος. Ως εκ τούτου ο πολιτικο-στρατιωτικός μηχανισμός μπορεί πολλές φορές να συμβάλει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στην μεγιστοποίηση του κέρδους επιτρέποντας την λιμοκτονία, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά.
Ο Immanuel Wallerstein μαζό με τον Sub-commandante Marcos
Ο Immanuel Wallerstein μαζί με τον Sub-commandante Marcos
Ιστορικά, οι κοσμοοικονομίες υπήρξαν ιδιαιτέρως εύτρωτοι θεσμοί των οποίων η διάρκεια ζωής ήταν συνήθως μικρότερη από έναν αιώνα, και έτσι είχαν μικρές πιθανότητες να καταστούν ένα εξελισσόμενο, κεφαλαιακά-διευρυνόμενο σύστημα. Εξέλειπαν οι πολιτικές δομές που θα απέτρεπαν την απόσχιση των διοικητικών περιφερειών από το σύστημα με αποτέλεσμα οι κοσμοοικονομίες που εμφανίστηκαν κατά καιρούς τις περισσότερες φορές, αποσαρθρώθηκαν. Διαφορετικά, εάν δεν διαλύονταν, αυτό συνέβαινε επειδή ένα μέλος κράτος επεκτεινόταν για να καλύψει τα όρια του καταμερισμού εργασίας, η κοσμοοικονομία με αυτόν τον τρόπο μεταβαλλόταν σε μια κοσμοαυτοκρατορία, και οι απαρχές ενός καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ταχέως επανέρχονταν σε έναν αναδιανεμητικό-υποτελή τρόπο παραγωγής.
Εκείνο που είναι άξιο αναφοράς σχετικά με το σύγχρονο κόσμο είναι η εμφάνιση μιας καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας η οποία επιβίωσε. Βέβαια, έκανε πολύ περισσότερα από το να επιβιώσει απλώς: άκμασε, επεκτάθηκε για να επικαλύψει ολόκληρη την γη (και έτσι αφάνισε όλα τα εναπομείναντα μικροσυστήματα και οι κοσμοαυτοκρατορίες), και προκάλεσε μια τεχνολογική και οικολογική «έκρηξη» στην χρήση των φυσικών πόρων.
Υπάρχουν τρία διακριτά θεωρητικά ερωτήματα που μπορούν να τεθούν για αυτό το σύγχρονο κοσμοσύστημα. Το πρώτο σχετίζεται με την εξήγηση της γένεσης του: πως δηλαδή επιβίωσε η Ευρωπαϊκή κοσμοοικονομία του 16ου αιώνα, εν αντιθέσει με τα προγενέστερα συστήματα τέτοιου τύπου. Το δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με το πως ένα τέτοιο σύστημα, από την στιγμή που ενοποιήθηκε, λειτουργεί. Το τρίτο αφορά το ποιες είναι βασικές κοσμικές τάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, και επομένως ποιο είναι το στοιχείο εκείνο που θα εξηγήσει την τελική του κατάρρευση του ως κοινωνικό σύστημα.
Κάθε ένα από αυτά τα τρία ερωτήματα είναι χρονοβόρο και πολυσύνθετο και δεν μπορεί να απαντηθεί, ικανοποιητικά, εν συντομία. Αφότου, όμως, έχω επιχειρήσει να δώσω διεξοδικότερες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα αλλού, εδώ μόνον θα σκιαγραφήσω την θέση μου για τα τρία αυτά ζητήματα με το πιο συνοπτικό τρόπο.
Η γένεση τοποθετείται στην διαδικασία της «εκθεμελίωσης» ενός ιδιάζοντος αναδιανεμητικού κοσμοσυστήματος, αυτού της Φεουδαλικής Ευρώπης, το οποίο φαίνεται να «εξάντλησε το δυναμικό» του στο μεγάλο κοινωνικο-οικονομικό ξέσπασμα του 1100-1250. Στην «κρίση» της ύφεσης των επερχόμενων δύο αιώνων, το πραγματικό εισόδημα των κυριάρχων στρωμάτων φαινόταν να ελαττώνεται σημαντικά. Ένας λόγος ήταν η αύξηση των πραγματικών αμοιβών των παραγωγών, επακόλουθό των δημογραφικών καταστροφών. Ένας δεύτερος εντοπίζεται στην καταστροφή που συνέβη εξαιτίας των γενικευμένων αγροτικών επαναστάσεων (συνέπεια του προγενεστέρου υπέρμετρου επιπέδου εκμετάλλευσης) και οι αλληλοκτόνες εχθροπραξίες των κυρίαρχων στρωμάτων (συνεπακόλουθο της πολύχρονης ανάλογης επέκτασης, φτάνοντας στην συντυχία της οικονομικής ύφεσης). Το όραμα κατέρρευσε.
Εάν μια κοσμοαυτοκρατορία έφτανε στις παρυφές του να καταστεί ικανή να κατακτήσει τον πυρήνα του συστήματος (την παλιά «ραχοκοκαλιά» της Ευρώπης), ή εάν η ίδια Φεουδαλική Ευρώπη ήταν πιο συγκεντρωτική, θα μπορούσε ενδεχομένως να προκύψει μια πιο παραδοσιακή πολιτική αναδιοργάνωση (της) «αυτοκρατορίας». Αλλά δεν συνέβη τίποτα από αυτά. Αντί αυτού υπήρξε μάλλον μια δημιουργική μεταλλαγή της φαντασίας από μέρους των κυρίαρχων στρωμάτων. Εστιάστηκε στην απόπειρα εύρεσης ενός εναλλακτικού τρόπου ιδιοποίησης του πλεονάσματος, αυτού της αγοράς, προκειμένου να διερευνηθεί κατά πόσον θα μπορούσε αυτός να συμβάλει στην αποκατάσταση του φθίνοντος πραγματικού εισοδήματος των κυριάρχων ομάδων. Αυτό περιλάμβανε την γεωγραφική επέκταση, την χωρική οικονομική εξειδίκευση, την εμφάνιση του «απολυταρχικού» κράτους – συνοπτικά, την δημιουργία μιας καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας.
Η γένεση του καπιταλισμού δεν συνιστάται στον θρίαμβο μιας νέας ομάδας, των αστών της πόλης, έναντι της έγγειας φεουδαλικής αριστοκρατίας. Μάλλον, θα πρέπει να θεωρηθεί ως η επαναγωγή του φεουδάρχη σε καπιταλιστή παραγωγό, μια ουσιώδη συνέχεια των αρχουσών οικογενειών. Επιπροσθέτως, λειτούργησε εξαιρετικά, όπως μπορεί να καταδείξει οποιαδήποτε ανασκόπηση από το 1800 έως το 1450 περίπου. Η «κρίση των φεουδαρχικών προσόδων» δεν ίσχυε πλέον. Η κρίση έδρευε πλέον στα εισοδήματα των παραγωγών. Ο «φτωχός» είχε συσταθεί ως μια μείζονα κοινωνική κατηγορία.
Η λειτουργία του συστήματος, αφότου καθιδρύθηκε, περιστράφηκε γύρω από δύο βασικές διχοτομίες. Η πρώτη συνίσταται στην διχοτομία της τάξης, οι αστοί έναντι των προλετάριων, όπου ο έλεγχος από τις άρχουσες ομάδες δεν ασκείται ούτε μέσω των δικαιωμάτων καταγωγής (όπως στα μικροσυστήματα) ούτε μέσω της άσκησης πολεμικής ισχύος (όπως στις κοσμοαυτοκρατορίες), αλλά κυρίως μέσω της πρόσβασης στις αποφάσεις για τον χαρακτήρα και την ποσότητα της παραγωγής των αγαθών (δια μέσου των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, του συσσωρευμένου κεφαλαίου, του έλεγχου πάνω στην τεχνολογία, κ.τ.λ.)
Η άλλη θεμελιακή διχοτομία έχει να κάνει με την χωρική ιεραρχία της οικονομικής εξειδίκευσης, το κέντρο έναντι της περιφέρειας, όπου έλαβε χώρα μια μετατόπιση στο επίπεδο της ιδιοποίηση του πλεονάσματος, από τους παραγωγούς των χαμηλών μισθών (αλλά της οξείας επιτήρησης), των χαμηλών κερδών, της χαμηλής κεφαλαιακής έντασης αγαθών, προς τους παραγωγούς των υψηλών μισθών (αλλά ασθενούς επιτήρησης), των υψηλών κερδών, της υψηλής κεφαλαιακής έντασης, η αποκαλούμενη «άνιση ανταλλαγή».
Η ιδιοφυΐα, εάν προτιμάτε, του καπιταλιστικού συστήματος, είναι η συνύφανση αυτών των δύο διαύλων εκμετάλλευσης, οι οποίοι επικαλύπτονται χωρίς να είναι ταυτόσημοι και οι οποίοι δημιουργούν τις πολιτιστικές και πολιτικές πολυπλοκότητες (και συσκοτίσεις) του συστήματος. Μεταξύ άλλων πραγμάτων, το καπιταλιστικό σύστημα έχει κατορθώσει να ανταποκρίνεται στις πολιτικο-οικονομικές πιέσεις των κυκλικών οικονομικών κρίσεων, αναδιαρθρώνοντας τις χωρικές ιεραρχίες χωρίς να αμβλύνονται σημαντικά οι ταξικές ιεραρχίες.
Ο μηχανισμός με τον οποίο το καπιταλιστικό σύστημα εν τέλει επιλύει τις περιοδικές του κρίσεις είναι η επέκταση: εξωτερικά χωρικά, και εσωτερικά με όρους «απελευθέρωσης» της αγοράς – θυμηθείτε την θεμελιώδη αμφιθυμία για την ελεύθερη αγορά, που είναι ευπρόσδεκτη για τον αγοραστή και απευκταία για τον πωλητή – δια μέσου της σταθερής προλεταριοποίησης της ημιπρολεταριακής εργασίας και της σταθερής εμπορευματοποίησης των μερικώς προσανατολισμένων στην αγορά χωρών.
Αμφότερες οι προαναφερθείσες διαδικασίες διέπονται από λογικά όρια. Όσον αφορά τη γεωγραφική επέκταση, τα όρια αυτά σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκαν από τις αρχές του εικοστού αιώνα. Στην περίπτωση της εσωτερικής επέκτασης, υπάρχουν ακόμη μεγάλα περιθώρια. Ο κόσμος βρίσκεται πιθανώς στην μέση της διαδρομής, κατά κάποιον τρόπο, αναφορικά με την διαδικασία της χειραφέτησης των συντελεστών παραγωγής. Αλλά και στην περίπτωση αυτή ο κόσμος τελικά πλησιάζει σε ένα ασύμπτωτο, σημείο όπου η δυνατότητα επίλυσης των οικονομικών κρίσεων θα απαλειφθεί, και ως εκ τούτου θα εισέλθουμε σε μια πραγματική κρίση του συστήματος ως τέτοιου.
Με αυτά τα δομικά όρια συνδέονται οι καμπύλες της πολιτικής καταπίεσης. Το σύστημα άνισης διανομής (όλα τα γνωστά συστήματα μέχρι τώρα) μπορεί να αναπαράγεται αποκλειστικά μέσα από την καταπίεση, η οποία αποτελεί συνάρτηση της σχέσης των δύο καμπυλών, της δυνατότητας και της προθυμία των ανώτερων στρωμάτων να καταστείλουν, της δυνατότητας και της προθυμίας των κατώτερων τάξεων να εξεγερθούν.
Εν τούτοις στην διάρκεια του ιστορικού χρόνου, εντός της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας, η πρώτη καμπύλη διαρκώς ατονεί και η δεύτερη καμπύλη συνεχώς αναπτύσσεται. Η αιτία είναι απλή. Το «κόστος» της καταστολής είναι η μερική αναδιανομή του πλεονάσματος στους καταπιεστές, που συνιστούν στην πραγματικότητα το ενδιάμεσο στρώμα. Η διαδικασία ονοματοθετείτε «απορρόφηση». Ωστόσο κάθε απορρόφηση «αξίζει» λιγότερο από την προηγούμενη, αφότου εμπερικλείει περαιτέρω αναγωγές από μια πτωτική ποσοστιαία αναλογία του πλεονάσματος, που ελέγχεται από τα ανώτατα στρώματα, προκειμένου να εξαγοράσουν εκ νέου το ενδιάμεσο στρώμα. (Κάποιος δεν «εξαγοράζει» τα χαμηλότερα στρώματα. Το μείζων ζήτημα έγκειται στο να τα εκμεταλλευτεί, από όπου και προκύπτει ο χρηματικός πλούτος με τον οποίο κάποιος «εξαγοράζει» τους άλλους, δηλαδή, διαμοιράζει το κατακτηθέν κέρδος.)
Ας είμαστε σαφείς ως προς το ζήτημα το οποίο θίγουμε. Ακόμη και αν η παγκόσμια οικειοποίηση των παραγωγών έχει παραμείνει τις τελευταίες δεκαετίες στην ίδια υψηλή κλίμακα όσο τις πρώιμες περιόδους της καπιταλιστικής κοσμοοικονομίας, η διανομή αυτού του πλεονάσματος έχει αρχίσει να μετατοπίζεται από τα ανώτερα στα μεσαία στρώματα.
Αυτό είναι πολιτικά κρίσιμο. Η επονομαζόμενη «άνοδος των μεσαίων τάξεων» είθισται να αντιμετωπίζεται ως πολιτικός σταθεροποιητής, επειδή υποτίθεται πως αποστερεί από τα κατώτερα στρώματα την ηγεμονία. Το αντιλαμβάνομαι τελείως διαφορετικά. Είναι πολιτικά υπονομευτική επειδή στερεί από τα ύπατα στρώματα ένα αρκετά σημαντικό βραβείο για το οποίο αξίζει να αγωνιστούν. Αυτό είναι η εμφανιζόμενη «χρεοκοπία του σθένους».
Αντιστρόφως, τα χαμηλότερα στρώματα στην πραγματικότητα οργανώνονται ολοένα και καλύτερα, όχι παρά αλλά εξαιτίας της «ανόδου των μεσαίων τάξεων». Αυτή η άνοδος έχει καταστήσει βέβαια ολοένα και σαφέστερο το ότι τα συμφέροντα των παραγωγών δεν είναι δέσμια των αναγκών και των διεκδικήσεων των μεσαίων στρωμάτων (όπως εκφράστηκε ιστορικά στα μεταρρυθμιστικά κινήματα και στις εθνο-εθνοτικές διεκδικήσεις για χωρική αναδιοργάνωση της διανομής των κερδών).
Εν τούτοις, οι διαρκείς τεχνολογικές αναβαθμίσεις της καπιταλιστικής οικονομίας δημιουργούν δυνατότητες πολιτικής οργάνωσης των άμεσων παραγωγών, άγνωστες σε προγενέστερες περιόδους. Επιπροσθέτως, στην εξέγερση, η επιτυχία οδηγεί σε επιτυχία υπό την έννοια της εκδήλωσης του δυναμικό της.
Για να συνοψίσουμε αυτή η αφελής και απλουστευτική εικόνα, η μετάβαση από μια καπιταλιστική κοσμοοικονομία σε μια σοσιαλιστική παγκόσμια-διακυβέρνηση στην οποία ζούμε και της οποία η ολοκλήρωση θα διαρκέσει μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι θεωρητικά η απόρροια δύο κοσμικών τάσεων: της δυνητικής εξάντλησης των ορίων της δομικής επέκτασης η οποία απαιτείται προκειμένου να διατηρηθεί η οικονομική βιωσιμότητα του καπιταλιστικού συστήματος• της γεφύρωσης του χάσματος μεταξύ των δύο πολιτικών καμπύλων της θέλησης για να συγκρουστούν οι δεσπόζουσες ομάδες και οι άμεσοι παραγωγοί σε παγκόσμιο επίπεδο.
Αυτό που στερείται μια «αναπτυξιακή» οπτική έγκειται στο γεγονός πως αυτές οι, μεγάλης κλίμακας, ιστορικές διαδικασίες δεν είναι καν συζητήσιμες, εάν κάποιος χρησιμοποιεί την πολιτικο-πολιτισμική οντότητα (το «κράτος») ως μονάδα ανάλυσης. Μόνο αναγνωρίζοντας πως αυτό που πρέπει να εξετάσουμε είναι τα κοσμοσυστήματα, μπορούμε να αρχίσουμε να εντοπίζουμε τα δεδομένα της σύγχρονης ιστορίας, τόσο αυτά που είναι «καθολικά», όσο και αυτά που είναι «μοναδικά», εντός της διαδικασίας των κοινωνικών δομών που ο κόσμος έχει συναντήσει στην διάρκεια του ιστορικού χρόνου.
Τότε μόνο, επίσης, μπορούμε να αρχίσουμε να είμαστε «επιστημονικοί» για το καθοριστικής σημασίας φυσικό φαινόμενο, τα ανθρώπινα σύνολα, και «ανθρωπιστές» καταλήγοντας στις δυνατές επιλογές που θα μας καταστήσουν πράγματι ικανούς, όλους εμάς, να φτάσουμε τις δυνατότητες μας και να συγκροτήσουμε τις κοινωνίες μας εντός αυτών των ορίων.
Immanuel Wallerstein, State University of New York at Binghampton
Ετικέτες: