πρόσφατα θέματα




Προηγούμενα πρός τό δεῖν οὕτω






Προηγουμενα εὕσημον λόγον δῶτε











Γιάννης Τσεκλένης: «Αντί να στήσουμε το ελληνικό branding, γίναμε φασονιέρηδες των Γερμανών» - Κείμενο Αλεξάνδρα Κοροξενίδη/inside story

αναρτήθηκε από : Γρηγόρης Κλαδούχος on : Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017 0 comments

Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η Ελλάδα ήταν η πιο μοντέρνα πλεκτοβιομηχανία. Λίγα χρόνια αργότερα όλα είχαν χαθεί. Με αφορμή την έκθεση ζωγραφικών σχεδίων του στο ID Concept Store, ο Έλληνας σχεδιαστής μιλά στο inside story για τις περιπέτειες της μόδας στη χώρα.

Από τη συλλογή Vase Look με μοτίβα από αγγεία. Ο Γιάννης Τσεκλένης στο σχεδιαστήριο του, 1966. Ύφασμα από την ίδια συλλογή.
Το πέρασμα του χρόνου τείνει να στρογγυλεύει το παρελθόν, να απλουστεύει τα όσα συνέβησαν, να κατηγοριοποιεί και να ωραιοποιεί τα γεγονότα. Αν σήμερα βλέπουμε τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 με μία νοσταλγική ματιά, αν τις αποτιμούμε ως περιόδους δημιουργικότητας, κομψότητας και νεανικής ορμής, μένει να αναρωτηθούμε κατά πόσο αυτή η εικόνα αποτελεί προβολή σημερινών, ανικανοποίητων προσδοκιών ή πραγματικότητα.
Για τον Γιάννη Τσεκλένη, η δεκαετία του εβδομήντα ήταν σίγουρα μία περίοδος γόνιμης δημιουργικότητας αλλά και μεγάλων ανατροπών. Η έκθεση A Tseklenis Tribute, The 70s Drawings Revisited που ανοίγει το Σάββατο στο I-D Concept StoreΗ σελίδα στο fb είναι αφορμή αφενός να ξαναεπισκεφθεί κανείς το έργο ενός σημαντικού και πολύπλευρου κοσμοπολίτη δημιουργού και αφετέρου να αναλογιστεί πάνω σε ζητήματα που αφορούν τη διαδρομή της μόδας στη χώρα, τις αναλαμπές και τα αδιέξοδα της.
Η έκθεση συνδέει το τότε με το τώρα παρουσιάζοντας για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό αυθεντικά ζωγραφικά σχέδια σε χαρτί –μία επιλογή 13 έργων από τα 300 διασωθέντα– του Γιάννη Τσεκλένη,Η σελίδα στο fb τα περισσότερα της δεκαετίας του ’70. Τα σχέδια αυτά ήταν μελέτες για τα μοτίβα υφασμάτων που χρησιμοποίησε στις δημιουργίες του επί 25 χρόνια. Δημιουργίες που παρουσιάστηκαν στα εξώφυλλα διεθνών περιοδικών και εφημερίδων όπως η Vogue, το Vanity Fair, το Elle, η Figaro, η Washington Post και πια βρίσκονται σε μουσεία όπως το Victoria & Albert"Design for screen printed textile from 'Vase Look' collection", V & A του Λονδίνου.
Μαζί με τα σχέδια, η έκθεση παρουσιάζει τις μίνι συλλογές τριών σύγχρονων Ελλήνων σχεδιαστών: της Σοφίας Κοκοσαλάκηsophiakokosalaki.com, του Άγγελου Μπράτηangelosbratis.it και της σχεδιάστριας κοσμημάτων Ντόλλυς ΜπουκογιάννηH σελίδα στο fb, έργα που ο καθένας τους εμπνεύστηκε από τα σχέδια του Γιάννη Τσεκλένη. Ο Μπράτης και η Κοκοσαλάκη δημιούργησαν φορέματα από σχέδια υφασμάτων που επέλεξαν από το αρχείο του Γιάννη Τσεκλένη. Ανασυστήνοντας την παλαιά πρακτική του σχεδιαστή, οι σχεδιαστές τύπωσαν τα σχέδια στη μεταξουργία του Γιώργου ΤσιακίρηΗ ιστοσελίδα στο Σουφλί, παλαιό συνεργάτη του Τσεκλένη. Στη μονάδα αυτή, που δραστηριοποιείται από το 1954, οι παραδοσιακές μέθοδοι παραγωγής μεταξιού έχουν πια συνδυαστεί με σύγχρονες μεθόδους ψηφιακής τεχνολογίας. Εκεί μάλιστα τα τελευταία χρόνια ο Γιάννης Τσεκλένης έχει επανεκδώσει σχέδια του σε φουλάριαtseklenisfoulards.com.
Τα φουλάρια και η βοήθεια οργάνωσης εκθέσεων σχετικά με το έργο του, όπως η έκθεση που οργανώνει το επόμενο Σεπτέμβριο το Πελοποννησιακό Λαογραφικό ΊδρυμαΟ ιστότοπος στο Ναύπλιο (άλλωστε ο σχεδιαστής δώρισε 685 φορέματα και 978 σχέδια από το αρχείο του στο ίδρυμα), είναι οι μόνοι οδοί μέσα από τους οποίους ο Γιάννης ΤσεκλένηςΗ ιστοσελίδα του ασχολείται πια με τη μόδα. Κατά τα άλλα, έχει αποχωρήσει από το χώρο από τη δεκαετία του ’90, έχοντας ζήσει τη διεθνή αναγνώριση αλλά και την απογοήτευση ονείρων που η ελληνική πραγματικότητα ματαίωσε. Διότι ο Τσεκλένης υπήρξε και εξακολουθεί να είναι ένας πολυπράγμων δημιουργός με όραμα και πραγματικούς στόχους. Δημιουργός από το Α ως το Ω, σχεδίαζε ο ίδιος τα υφάσματα που χρησιμοποιούσε στις δημιουργίες του συνεργαζόμενος με εταιρείες νημάτων και επινοούσε μεθόδους προβολής και παραγωγής των δημιουργιών του ώστε να φτάσουν στο ευρύ κοινό. Ο ίδιος σκεφτόταν τη μόδα ολιστικά, κάθε στάδιο από από τη δημιουργία έως την υλοποίηση, από το καλλιτεχνικό έως το επιχειρηματικό σκέλος.
Η πιο παραγωγική περίοδος για τον ίδιο μπορεί να ήταν η δεκαετία του ’70, αλλά για την ελληνική μόδα δεν ισχύει το ίδιο. Τα κομψά ρούχα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 δεν σημαίνουν ότι η μόδα ήταν ανθηρή στην Ελλάδα διότι οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την ανάπτυξη. «Την δεκαετία του ’60 και του ’70, η ελληνική μόδα απαρτιζόταν κυρίως από οίκους ραπτικής που αντέγραφαν κάτι από το εξωτερικό, αγόραζαν το ύφασμα στην Ελλάδα και το έραβαν. Οι καλές στιγμές για την μόδα δεν υπήρξαν ποτέ. Η Ελλάδα υπήρξε το μεγαλύτερο υπεργολαβικό εργαστήρι παραγωγής υφασμάτων στην Ευρώπη. Είχε όλη την τεχνογνωσία αλλά δεν είχε στρατηγικό σχεδιασμό» λέει ο Γιάννης Τσεκλένης στο inside story.
Στο χώρο της κλωστοϋφαντουργίας και της πλεκτοβιομηχανίας η Ελλάδα είχε το προβάδισμα, όμως από πολιτικά λάθη έχασε την ευκαιρία να αναπτύξει το συγκριτικό της αυτό πλεονέκτημα, την τεχνογνωσία και την εγχώρια παραγωγή πρώτης ύλης. «Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 η Ελλάδα ήταν η πιο μοντέρνα πλεκτοβιομηχανία. Το πρόβλημα ήταν ότι, αντί να στήσουμε την παραγωγή και το ελληνικό branding, γίναμε φασονιέρηδες των Γερμανών. Το ’88 ήμασταν η 12η εξαγωγική δύναμη στον κόσμο. Αν με αυτό το άρμα φτιάχναμε τα δικά μας brands, δεν θα είχαμε πρόβλημα σήμερα».
Το χτύπημα, όπως εξηγεί, ήρθε όταν η Ελλάδα δέχθηκε, ενώ είχε την επιλογή να μην το κάνει, μια ευρωπαϊκή συμφωνία που μετακινούσε τις μονάδες παραγωγής “έντασης εργασίας” (μονάδες στις οποίες η εργασία ως συντελεστής παραγωγής μετέχει με μικρότερο συγκριτικά ποσοστό από ό,τι άλλοι συντελεστές, όπως ο μηχανολογικός εξοπλισμός και τα συστήματα λογισμικού) σε αναπτυσσόμενες χώρες, με το σκεπτικό ότι τονώνοντας την οικονομία των χωρών αυτών θα εξασφάλιζαν πελάτες για τα ακριβά ευρωπαϊκά προϊόντα. «Αυτή η ενέργεια ανέκοψε κάθε στρατηγική ανάπτυξης. Σαν να μην καταλάβαιναν οι ιθύνοντες ότι το 60% της παραγωγής βαμβακιού βρισκόταν στην Ελλάδα».
Έχοντας πληγεί ανεπανόρθωτα, η βιομηχανία της μόδας δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί. Επιπλέον, απέναντι στον ανταγωνισμό του φθηνού εργατικού δυναμικού, η Ελλάδα έχασε την ευκαιρία που είχε. Η κατάσταση παγιώθηκε και υπό αυτές τις συνθήκες είναι πλέον λογικό για τους σχεδιαστές να αναζητούν πια την τύχη τους στο εξωτερικό. Η Σοφία Κοκοσαλάκη έχει την έδρα της στο Λονδίνο, ο Μπράτης στην Ιταλία.
«Η σοβαρή κλωστοϋφαντουργία έχει καταστραφεί στη χώρα, αλλά το ταλέντο έχει μείνει εδώ. Έχουμε πολύ αξιόλογους σχεδιαστές, μικρές εταιρείες που είναι δημιουργικές και προσπαθούν, αλλά χωρίς επάρκεια πρώτων υλών δεν μπορούν να μεγαλώσουν την παραγωγή τους και να αναπτυχθούν. Δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην παραγωγή ποσότητας και η κατάσταση θα παραμείνει ίδια αν δεν ενθαρρυνθεί το κεφάλαιο να δημιουργήσει μικτές επιχειρήσεις στο μοντέλο των μεγάλων οικονομικοβιομηχανικών εταιρειών χάρη στις οποίες μεγάλοι οίκοι όπως ο Armani ή ο Gucci μπορούν και αναπτύσσονται τόσο εντυπωσιακά» λέει ο Γιάννης Τσεκλένης.
Θα μπορούσε όμως η ελληνική μόδα, η ελληνική παραγωγή και το ελληνικό branding να ανταγωνιστεί τη μαζική παραγωγή και τη φθηνή εργασία των αναπτυσσόμενων χωρών; «Η ελληνική κλωστοϋφαντουργία θα μπορούσε να εξελιχθεί σε παραγωγή υψηλής ποιότητας νημάτων που πάντα θα έχει ζήτηση. Αυτό συμβαίνει και στην Ιταλία, π.χ. στο Kόμο, κέντρο παραγωγής ποιοτικού μεταξιού» λέει ο Γιάννης Τσεκλένης, σύμφωνα με τον οποίο η ελληνική παραγωγή θα μπορούσε να έχει θέση στην παραγωγή υψηλών ποιοτικών προϊόντων.
Κάτι αντίστοιχο, ότι δηλαδή στοχεύουμε στο φθηνό και μαζικό προϊόν, συμβαίνει στον τουρισμό. «Σήμερα ζούμε ένα αντίστοιχο δράμα με τον τουρισμό. Καμαρώνουμε για τον τουρισμό μας, ότι έχουμε 25 εκατομμύρια επισκέπτες και δεν υπολογίζουμε ότι ο καθένας από αυτούς για 10 μέρες δεν θα ξοδέψει πάνω από 500 ευρώ. Είμαστε η μοναδική χώρα στον κόσμο που συγκεντρώνει είκοσι διαφορετικά τοπία και πολιτισμούς στον ίδιο τόπο, που διαθέτει εξαιρετική ομορφιά και ποικιλία και που αντί να είναι ένα πρώτης τάξεως, ακριβό, τουριστικό θέρετρο για λίγους, έχει μεταβληθεί σε μαζικό προορισμό».
Ο Γιάννης Τσεκλένης εκφράζει την απογοήτευση του για τα ανεπανόρθωτα λάθη που δυστυχώς επαναλαμβάνονται. Αυτή η απογοήτευση ήταν τελικά που τον έκανε να εγκαταλείψει τη λαμπρή του πορεία στο χώρο της μόδας στις αρχές των ’90ς και να στραφεί, τα τελευταία χρόνια κυρίως, στην επιμέλεια και τον σχεδιασμό χώρων, πρωτίστως ξενοδοχείων, και οικιστικών συνόλων, πρόσφατα στη Μύκονο και την Τήνο.
Πολυπράγμων και πολυτάλαντος, ο Γιάννης Τσεκλένης εξακολούθησε όμως να σχεδιάζει. Ο δημιουργός που έφτιαξε το 1971 τις στολές της Ολυμπιακής Αεροπορίας"Οι εκπληκτικές στολές της Ολυμπιακής Αεροπορίας", MaryHop διαδεχόμενος τον Pierre Cardin, το 1998 δημιούργησε τις στολές προσωπικού του ΗΛΠΑΠ, το 2003 την ένδυση προσωπικού ξενοδοχείων όπως η Μεγάλη Βρετανία, το 2005 τις ενδυμασίες για τους αξιωματικούς και οπλίτες του Ελληνικού Στρατού. Τη δεκαετία αυτή εξάλλου συνεχίζει τη δραστηριότητα του και σε άλλους τομείς: σχεδιάζει τους συρμούς του ΟΣΕ, τα τρόλεϊ ή τα αεροσκάφη της Ελληνικής Αεροπορίας. Αυτό το εύρος δεν είναι κάτι καινούριο: το 1979 η Fiat του είχε αναθέσει τον εσωτερικό σχεδιασμό τεσσάρων μοντέλων της και το 1988 θα σχεδιάσει το εσωτερικό του στόλου των αεροσκαφών της Ολυμπιακής Αεροπορίας.
Yπό μία έννοια, η πορεία του Τσεκλένη ήταν μία σειρά μεγάλων επιτυχιών που όμως συνάντησαν και μεγάλα εμπόδια, μία σειρά ονείρων που δεν υλοποιήθηκαν. Το μεγαλύτερο όνειρο ήταν να συνενώσει την ελληνική δημιουργία με την ελληνική παραγωγή, να δημιουργήσει δηλαδή τις συνθήκες για υποδομές.
Γεμάτος ιδέες, επινοητικότητα και ορμή, ο Γιάννης Τσεκλένης, αυτοδίδακτος και από μικρός ταλαντούχος στη ζωγραφική, μεγαλώνει μέσα στον ευρύτερο χώρο της μόδας και στο οικογενειακό κατάστημα υφασμάτων διεύθυνε ο πατέρας του. Από το 1961, συναισθανόμενος τα προβλήματα του χώρου, δημιουργεί με διορατικότητα μία εταιρεία μελετών διαφήμισης που οργανώνει καμπάνιες για μεγάλες ελληνικές εταιρείες όπως οι Σ.& Η. ΜΕΤΑΞΑΣ, ΑΙΓΑΙΟΝ, ΕΛΦΙΝΚΟ, ενώ παράλληλα ασχολείται με τη διακόσμηση, όπως την επιμέλεια των ναών για τους βασιλικούς γάμους του Χουάν Κάρλος και της Σοφίας.
Το 1964, όταν αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση, τυπώνει και τα πρώτα του σχέδια σε υφάσματα και δημιουργεί με αυτά την πρώτη του συλλογή. Ο Ντίμης Κρίτσας την ξεχωρίζει και προτείνει στον νεαρό Τσεκλένη να συνεργαστούν και να παρουσιάσουν στην Αμερική μία συλλογή. Η έκθεση στο ξενοδοχείο St. Regis της Νέας Υόρκης έχει τεράστια επιτυχία και τα σχέδια αγοράζονται από την Εlizabeth Arden που πρωτοστατεί τότε στην υψηλή μόδα της αμερικανικής μητρόπολης.
Ανεξάρτητος πλέον, ο Τσεκλένης ξεκινά συνεργασία με διεθνείς εταιρείες παραγωγής υφασμάτων και νημάτων και μέσω του licensing μπορεί να υλοποιήσει τις δημιουργίες του. Ο Έλληνας σχεδιαστής θεωρείται άλλωστε ο πρώτος που εισήγαγε τις μεθόδους του franchising και του licensing στη χώρα. Ξεκινά με ξένες εταιρείες και επεκτείνεται σε σύμπραξη και με ελληνικές με licensing σε κολάν, μαγιό, σεντόνια, υφάσματα επιπλώσεων, παιδικό ρουχισμό και, το 2005, εργατικά ρούχα, ενώ το franchising τον βοηθά να ανοίξουν πολλά καταστήματα Tseklenis ανά τη χώρα. Και όλα αυτά σε εποχές που τα συμβόλαια αυτά είναι κάτι καινούριο, ακόμα και για τους ειδικούς.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 οι δημιουργίες Tseklenis πωλούνται σε εκλεκτά καταστήματα ανά τον κόσμο. To licensing είναι ένας τρόπος να γίνει γνωστός και να ανοιχτεί στη διεθνή αγορά, όμως το κύριο μέλημα του είναι να λειτουργήσει ανεξάρτητα από συνεργασίες και να δημιουργήσει στον τόπο του μία δυναμική βιομηχανική παραγωγή. Δημιουργεί μία μονάδα παραγωγής έτοιμων ενδυμάτων ενώ έχει ήδη πρωτοστατήσει στη συσπείρωση των Ελλήνων δημιουργών μέσα από τη διοργάνωση, το 1970, των Ελληνικών Συλλογών Μόδας. «Μεγάλα ονόματα στο χώρο της μόδας, φημισμένοι editors, ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση και ήλθαν να δουν τις εκθέσεις. Υπήρχαν αστέρια που ήθελα να ακουστούν. Δυστυχώς όμως οι Έλληνες σχεδιαστές δεν τόλμησαν να βγουν προς τα έξω και περιορίστηκαν στην εγχώρια αγορά, προτιμώντας την ασφάλεια της».
Η δεκαετία του ’70 είναι λαμπρή, ιδιαίτερα παραγωγική. Η εταιρεία του Γιάννη Τσεκλένη απασχολεί πολλούς εργαζομένους και δέχεται συνεχώς παραγγελίες. Όμως η διάγνωση ότι πάσχει από καρκίνο δημιουργεί πρόβλημα ρευστότητας κεφαλαίου καθώς οι τράπεζες, φοβούμενες μία κακή έκβαση στην υγεία του σχεδιαστή, δυσχεραίνουν τη συνεργασία και έτσι η επιχείρηση βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Ο Τσεκλένης κλείνει όλες τις υποδομές (εργοστάσιο, εκθετήρια και καταστήματα) στην Ελλάδα και φεύγει για τις ΗΠΑ. Έχει ήδη σχεδιάσει τη σειρά σχολικών ποδιών κατόπιν πρόσκλησης του Γιάννη Γεωργακά των καταστημάτων ΜΙΝΙΟΝ, συλλογή που υλοποιείται ενώ ο Τσεκλένης βρίσκεται στην Αμερική. Έναν χρόνο αργότερα, ο Γεωργακάς του ζητά να γυρίσει πίσω και να διευρύνουν τη συνεργασία τους. Ο Τσεκλένης ξαναπιάνει το νήμα της δημιουργικότητας του και το 1980 ανοίγει νέα εκθετήρια στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο και ξεκινά πάλι τις εξαγωγές ειδών Tseklenis. Όμως το 1982 οι σχολικές ποδιές καταργούνται, προκαλώντας τεράστιο κόστος για την παραγωγή που είχε ήδη υλοποιηθεί. Ο Τσεκλένης συνεχίζει απτόητος και το 1987 εκλέγεται πρόεδρος του ΔΣ της Πειραϊκής-Πατραϊκής αναλαμβάνοντας την ανάπτυξη των επώνυμων προϊόντων της εταιρείας. Παραιτείται δύο χρόνια αργότερα, όταν διαπιστώνει τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί η καταστρεπτική αποβιομηχάνιση της χώρας.
Το να φορέσει πολύς κόσμος το ίδιο ρούχο είναι επιτυχία για τη μόδα, τον σχεδιαστή. Το να μπορεί ο πολύς κόσμος να έχει πρόσβαση στη μόδα είναι μεγάλη υπόθεση. Η μαζικότητα δεν ακυρώνει την πρωτοτυπία
Ο Τσεκλένης μπορεί να μην υλοποίησε πλήρως όλα τα φιλόδοξα σχέδια του, γνώρισε όμως τεράστια διεθνή επιτυχία, συνεισέφερε τα μέγιστα στο χώρο της μόδας και της παραγωγής ενδύματος στην Ελλάδα, έστρεψε τη διεθνή προσοχή στην εγχώρια δημιουργικότητα. Μπόρεσε ακόμα να κάνει ένα από πολλά όνειρά του πραγματικότητα: να κάνει τη μόδα προσβάσιμη σε ένα ευρύ κοινό, να ντύσει «τόσο την κυρία του ρετιρέ όσο και του υπογείου», όπως λέει. Σύγχρονος στην ιδέες του και πάντα με νεανική ορμή παρά τα ογδόντα του χρόνια, δεν αναπολεί τον χαμένο καιρό «της μόδα για τους λίγους», αλλά θεωρεί ότι η μόδα οφείλει να είναι μαζική. «Η πιο δυνατή περίοδος στην μόδα ήταν την δεκαετία του ’70 προς το ’80, όταν άρχισε να διεθνοποιείται το ντιζάιν και να ντύνει τον πολύ κόσμο. Το να φορέσει πολύς κόσμος το ίδιο ρούχο είναι επιτυχία για τη μόδα, τον σχεδιαστή. Το να μπορεί ο πολύς κόσμος να έχει πρόσβαση στη μόδα είναι μεγάλη υπόθεση. Η μαζικότητα δεν ακυρώνει την πρωτοτυπία».
Όπως και η μαζικότητα, έτσι και το εφήμερο είναι συστατικό της μόδας, εργαλεία της «βιομηχανίας της μόδας». Και σε αυτό το σημείο ο Τσεκλένης δεν είναι επικριτικός. «Η μόδα μέσα από τις διαρκείς αλλαγές της δίνει τη δυνατότητα στον κόσμο να κάνει αλλαγές, να αισθανθεί ανανέωση και να το πραγματοποιήσει με τρόπο εύκολο» διαπιστώνει.

17690290_10155988397128957_828766835_n.jpg

O σχεδιαστής Άγγελος Μπράτης συμμετέχει στο φόρο τιμής στο Γιάννη Τσεκλένη με μια δημιουργία εμπνευσμένη από το έργο του πρωτοποριακού Έλληνα σχεδιαστή. [Λευτέρης Σιαράπης]
Όμως ο ίδιος επέλεξε να αφήσει τον εφήμερο αυτό κόσμο και να ασχοληθεί, όπως λέει, με κάτι «πιο διαχρονικό», τα κτίρια και τον περιβαλλοντολογικό σχεδιασμό. Με μία έννοια βέβαια, τα σχέδια του Γιάννη Τσεκλένη δεν ήταν ποτέ εφήμερα. Εμπνευσμένα από όλες τις διαφορετικές περιόδους στην ιστορία της τέχνης και του παγκόσμιου πολιτισμού, οι θεματικές του συλλογές (σύμφωνα με το διδακτορικό της Ευαγγελίας Πάτση είναι ο μόνος σχεδιαστής που έχει δημιουργήσει τόσο μεγάλο αριθμό, 30 συνολικά, συλλογών εμπνευσμένων από την τέχνη) απηχούν τη διαχρονικότητα της τέχνης. Το ξεχωριστό αυτό στίγμα του αποτυπώνεται στην έκθεση του ID Store, μία έκθεση που συνδέει το τότε με το τώρα και μέσα από την παρουσίαση έργων σύγχρονων δημιουργών αντανακλά με τρόπο συμβολικό έναν από τους στόχους που επεδίωξε ο Γιάννη Τσεκλένης, να συσπειρώσει την ελληνική μόδα και προβάλλει τους Έλληνες σχεδιαστές.

Η έκθεση «Α Τseklenis Tribute, The 70s Drawings RevisitedΤο event στο fb» εγκαινιάζεται το Σάββατο 1 Απριλίου 2017 με ένα ολοήμερο event (12 π.μ.-7μ.μ.) στο i-D Concept Stores (Κανάρη 12, Κολωνάκι, τηλ. 210 3221801) και θα διαρκέσει έως τις 29 Απριλίου. Παράλληλα θα διατίθενται προς πώληση τα σπάνια σχέδια του Γιάννη Τσεκλένη.
Σπούδασε Ιστορία Τέχνης στο Columbia. Ήταν υπεύθυνη εικαστικών στην αγγλόφωνη Καθημερινή. Εργάστηκε στη Vogue και το Ηighlights, ενώ κριτικές της έχουν δημοσιευθεί στα Frieze, Flashart, Fashion Theory. Έχει επιμεληθεί εκθέσεις και έχει εργαστεί στο Νew Museum of Contemporary Art.